Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΣΠΟ


Η παράδοξη αλήθεια για την ΕΣΠΟ,
τη γνωστότερη οργάνωση γερμανοφίλων
που είχε δράσει επί Κατοχής

ΠΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΙΔΡΥΘΗΚΕ ΤΟ 1941

Μια σπάνια φωτογραφία της εικόνας που είχε η πρόσοψη των γραφείων της ΕΣΠΟ στη γωνία των οδών Πατησίων 8 και Γλάδστωνος, αμέσως μετά την έκρηξη που τα κατέστρεψε.

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Μια περίεργη δικαστική απόφαση του 1948 που αθωώνει τους ιδρυτές της και δεν καταδικάζει τα στελέχη της • Ποιοι και γιατί δημιούργησαν την ΕΣΠΟ • Η αναλογικά μαζικότερη οργάνωση γερμανοφίλων συνεργατών επί Κατοχής • Αξιωματικοί, γιατροί, δικηγόροι ανάμεσα στα μέλη της (μεταξύ των οποίων και μερικά γνωστά ονόματα) • Η προκλητική δράση τους προκαλεί την απόφαση στην αντιστασιακή ΠΕΑΝ να ανατινάξει τα γραφεία τους • Είχαν σχηματίσει τμήμα νεολαίας, ακόμα και οργάνωση ...λογοτεχνών • Τι πληροφορίες είχαν συλλεγεί τότε από τις συμμαχικές υπηρεσίες στη Μέση Ανατολή

Δεν υπάρχει Έλληνας που να μην γνωρίζει μετά τόσες δεκαετίες ότι επί Κατοχής δημιουργήθηκε και έδρασε στο πλευρό των Γερμανών μια οργάνωση, που λεγόταν ΕΣΠΟ. Και είναι κυρίως γνωστή από την ανατίναξη του κτιρίου όπου στεγαζόταν (γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος), που την πραγματοποίησε η ΠΕΑΝ του Κώστα Περρίκου. Ποιος Έλληνας όμως έχει υπ’ όψη του ότι υπάρχει βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που την θεωρεί «πατριωτική»; Και όμως. Με την υπ’ αριθ. 504 απόφασή του (Απρίλιος 1948) το Συμβούλιο Εφετών, που απάρτιζαν οι Π. Τζαννετάκης, Μαρ. Παντελής και Ηρ. Καμούτσης, αναφέρει επί λέξει, μεταξύ άλλων:
«...Κατά μήνα Μάιον έτους 1941, πλείστοι ανώτατοι και ανώτεροι Αξιωματικοί του Στρατού ημών, διακεκριμένοι Νομομαθείς, ιατροί, και πολιτευόμενοι των εθνικών κομμάτων, συνταξιούχοι ανώτατοι και ανώτεροι υπάλληλοι, εν ενεργεία τοιούτοι ως και άλλων ιδιοτήτων, τα μάλλα όντες συγκεκινημένοι το μεν εξ της κατοχής της πατρίδος ημών εκ μέρους των κατακτητών, το δε λόγω των θλιβερών αποτελεσμάτων της τοιαύτης κατοχής εις βάρος της Ελληνικής Κοινωνίας, απεφάσισαν όπως ιδρύσωσιν οργάνωσιν τινά, ήτις τη βοηθεία της τότε Κυβερνήσεως της χώρας ημών, των πάσης αρμοδιότητος κρατικών υπηρεσιών και εν γένει Ιδρυμάτων και Οργανισμών, ως και διά προσφυγής αξιοπρεπούς και εθνοπρεπούς προς την εν Γερμανία διοίκησιν αυτής μεριμνά, πρώτον, διά την εξασφάλισιν της ακεραιότητος της πατρίδος μας, δεύτερον διά την συγκέντρωσιν εν νοσοκομείοις και περίθαλψιν απάντων των τραυματιών και ασθενών του τελευταίου ημών πολέμου, τρίτον διά την διατήρησιν και τόνωσιν του εθνικού φρονήματος της δεινώς δοκιμαζομένης Κοινωνίας μας, τέταρτον διά την ηθικήν και υλικήν προστασίαν παντός δεινοπαθούντος και δεομένου τοιαύτης Έλληνος ως και των δεομένων τοιαύτης εκ των μελών αυτής και, πέμπτον διά την σωτηρίαν της τε Πατρίδος και Κοινωνίας ημών εκ του κινδύνου μείζονος τοιούτου του εκ της κατοχής, του κομμουνισμού. Και πράγματι συσταθείσης της τοιαύτης οργανώσεως κατά μήνα Μάιον έτους 1941, υπό την επωνυμίαν «Ελληνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» και με πρώτον αρχηγόν αυτής τον ιατρόν και υφηγητήν Πανεπιστημίου Γ. Βλαβιανόν, μέλη δε κατά το πλείστον εκ των άνω αναφερομένων προσωπικοτήτων, λίαν αξιολόγους κατέβαλον προσπαθείας πάντες ούτοι, όπως επιτελέσωσι τους ανωτέρω αποφασισθέντας ιερούς σκοπούς.
Ατυχώς όμως, πλην ελαχίστων εθνικού περιεχομένου ενεργειών, δεν ηδυνήθησαν οι ανωτέρω επίλεκτοι ιδρυταί της εν λόγω οργανώσεως να προαγάγωσι το έργον αυτής, το μεν διότι αι υπηρεσίαι κατοχής αντέδρων εις πάσαν τοιαύτην αυτών ενέργειαν ως εκ των απολύτως ελληνοπρεπών και υπέρ των συμμάχων μας αισθημάτων αυτών, το δε διότι οι αρχικώς λίαν ελάχιστοι φιλικώς διακείμενοι προς τας αρχάς κατοχής εκ των μελών της επεδίωξαν κατά τας αρχάς του έτους 1942, διά μη ηθικού τρόπου και μέσων, την κατασυκοφάντησιν των ανωτέρω πράγματι αρίστων πατριωτών μελών, την απομάκρυνσιν αυτών εκ της εν λόγω οργανώσεως και συνάμα την ανάληψιν της αρχηγίας και διοικήσεως αυτής υπ’ αυτών. Και όντως απομακρυνθέντος του πρώτου ως άνω αρχηγού, η διοίκησις της ειρημένης οργανώσεως, κατά τους πρώτους μήνας του 1942 περιήλθεν εις την ελαχίστην μειοψηφίαν των μελών αυτής, των φιλικώς προσκειμένων προς τον κατακτητήν, με αρχηγόν τον Σ. Στεροδήμαν, μη καλόν Έλληνα, ήδη αποβιώσαντα, μικρόν δε κατά μικρόν έκτοτε η εν λόγω οργάνωσις ου μόνον απεμακρύνθη και εγκατέλειψε τους ανωτέρω ιερούς σκοπούς αυτής, αλλ’ επί πλέον η νέα διοίκησις αυτής επεδίωξεν επαφήν και συνεργασίαν μετά του κατακτητού, κυρίως προς απόκτησιν ατομικών ωφελειών των ελαχίστων ως άνω είρηται τοιούτων μελών αυτής και των προστατευομένων της. Δι’ ο από της δευτέρας ταύτης περιόδου της δράσεώς της μέγας αριθμός εκ των ανωτέρω εξαιρέτων πρώτων ιδρυτικών μελών αυτής, απεχώρησαν χωρίς παντάπασιν εφεξής να επανέλθωσιν ή οπωσδήποτε να αναμιχθώσιν εις το ουχί εθνικόν αυτής έργον.
Επίσης δε λόγω της τοιαύτης σοβαράς παρεκκλίσεως εκ των ηθικών και εθνικών αρχών αυτής, επεδιώχθη και εξετελέσθη η κατά μήνα Αύγουστον ή Σεπτέμβριον 1942 ανατίναξις του οικήματος της εν λόγω οργανώσεως και η συνεπεία ταύτης θανάτωσις ικανού αριθμού εκ των συνεδριαζόντων, αντιθέτων αντιλήψεων των αρχικών τοιούτων μελών της, εν οις και ο δεύτερος αρχηγός αυτής Σ. Στεροδήμας...».
Αυτά είπε το Συμβούλιο Εφετών, αποδίδοντας εύσημα στην «πρώτη περίοδο» της ΕΣΠΟ. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ή κατατεμαχίστηκε η ενιαία ιστορική παρουσία της ΕΣΠΟ κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να μην δικαστούν ορισμένα μόνο από τα μέλη της;
Γεγονός πάντως είναι ότι ο Γεώργιος Βλαβιανός, που πρώτος είχε την έμπνευση να ιδρύσει αυτή την οργάνωση, της οποίας αμέσως ανέλαβε την αρχηγία, ώστε με τη βοήθεια «της τότε Κυβερνήσεως της χώρας ημών» (Τσολάκογλου), καθώς και με την προσφυγή «προς την ανωτάτην εν Γερμανία διοίκησιν» (=Χίτλερ) να αποτελεί τον ουσιαστικό μεσολαβητή μεταξύ Τσολάκογλου και Γερμανών, υπήρξε ένας γερμανόφιλος αναμφισβήτητα. Τον Βλαβιανό έσπευσε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση να τον χρίσει πρόεδρο της κοινότητας Κηφισιάς, ενώ η γερμανική πρεσβεία τον είχε επισκέπτη της σχεδόν καθημερινά. Και όταν ιδρύθηκε η ελληνογερμανική προπαγανδιστική εταιρία «Ελεύθερον Βήμα», ο Βλαβιανός τοποθετήθηκε αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας, με αναπληρωτή του τον υπάλληλο της γερμανικής πρεσβείας Φερδ. Φοράουερ.
Αλλά ας δούμε πώς η Ελληνική Δικαιοσύνη, υποκαθιστώντας προς στιγμήν την Ελληνική Ιστορία, έκρινε τον Γεώργιο Βλαβιανό, με την υπ’ αριθ. 31/20.1.1947 απόφαση του Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, που υιοθέτησε αθωωτική πρόταση του Επιτρόπου Σπ. Φραγκούλη:
«...Αληθές είναι ότι ο κατηγορούμενος ούτος υπήρξεν εκ των πρωτεργατών της συστάσεως της οργανώσεως ΕΣΠΟ και επί τινας μήνας από της συστάσεώς της αρχηγός της, δεν πιθανολογείται όμως εκ της προανακρίσεως, αντιθέτως δ’ αποκρούεται εξ αυτής και δη εκ των συνδυαζόντων αλλήλαις ως προς τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα και συνεκτιμωμένων καταθέσεων των Γ. Αναφιώτη, Γ. Μπότση, Ηλ. Ξηρού, Γ. Μονοπούλου, Νικ. Παπαδημητρίου, Πόπης Κουνδούρου, Παν. Σιγαλού, Στ. Παπανδρέου, Β. Μοίρα, Τηλ. Πατεράκη, Στ. Δημητρακάκη, Δημ. Διακοπούλου, Γ. Πατρονικόλα κλπ. ότι οι σκοποί της ως είχεν αύτη κατά την αρχικήν της σύνθεσιν, υπήρξαν προδοτικοί διά το αγωνιζόμενον Έθνος, υποστηρίζεται δε μάλλον υπό τινων των ως είρηται μαρτύρων ότι οι σκοποί της έτεινον εις εξυπηρέτησιν των Ελλήνων διά της εκμεταλλεύσεως υπέρ αυτών των στενών σχέσεων, ας είχον οι ιδρυταί της μετά των Γερμανών. Βραδύτερον η εν λόγω οργάνωσις εκτραπείσα του ως είρηται αρχικού σκοπού της κατέστη οργάνωσις δουλική, εξάρουσα, προπαγανδίζουσα και συντρέχουσα ποικιλοτρόπως το έργον των κατακτητών το εγκληματικόν διά την όλην ανθρωπότητα και ιδιαζόντως διά την ατυχή ταύτην χώραν και μετετράπη εις οργάνωσιν μη διαφέρουσαν, ίσως δε και υπερακοντίσασα εις βαναυσότητα και ατιμίας, οιανδήποτε γερμανικήν τοιαύτην, αλλ’ εκ της όλης προανακρίσεως απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος ευθύς ως αντελήφθη τας αντεθνικάς τάσεις αυτής διέκοψε πάσαν μετ’ αυτής επικοινωνίαν, αποβαλών και την αρχικήν ιδιότητα και κατά τινας μάρτυρας ετάχθη αντιμέτωπος αυτής, ούτω δε εμφανίζεται ήδη, κατά την γνώμην μου, εξιλεασθείς διά την δημιουργίαν αυτής της τόσον ζημιωσάσης τον εθνικόν αγώνα...».
Στο σκεπτικό της αποφάσεως, που προαναφέρθηκε, γίνεται μνεία για τις κατηγορίες που βάρυναν τον ιδρυτή της ΕΣΠΟ Γεώργιο Βλαβιανό. Συγκεκριμένα:
«...Λαβήν εις την άσκησιν ποινικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου έδωκαν κυρίως: 1) η από 16.11.48 εν Καΐρω έκθεσις του μέλους της συμμαχικής οργανώσεως «Μήδας» Σωτ. Ταγκλή, εμπόρου, καθ’ ην «φιλοαξονική οργάνωσις εν Ελλάδι, εκτός άλλων, ήτο και η ΕΣΠΟ», αρχηγός της οποίας ήτο ο κατηγορούμενος, βραδύτερον δε ο Στεροδήμας, 2) η από 26.8.44 κατάθεσις εν Καΐρω του Πλωτάρχου Π.Ν. Ν. Γιγάντε, καθ’ ην ωσαύτως η ΕΣΠΟ εθεωρείτο ως φιλοαξονική οργάνωσις, ης διευθυντής ήτο ο κατηγορούμενος, και 3) η πληροφορία ατόμου τινός ονομαζομένου Παύλου Μέγα προς τον υποδιευθυντήν της ΔΕΥΠ Ιω. Πανόπουλον, καθ’ ην ο κατηγορούμενος ήτο αναμφισβητήτως πράκτωρ των Γερμανών, ιδρύσας την ΕΣΠΟ εξ ης όμως απεχώρησε διαφωνήσας προς τα άλλα γερμανόφιλα μέλη, αλλ’ ότι ούτος δεν έπαυσε να είναι πράκτωρ, συχνάζων εις την Γερμανικήν Πρεσβείαν, περιερχόμενος τα διάφορα Υπουργεία προς διεκπεραίωσιν υποθέσεων ιδιωτών επ’ αμοιβή κλπ. Εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως προέκυψε το αναμφισβήτητον γεγονός ότι πράγματι ο κατηγορούμενος μετ’ άλλων ιδιωτών συνέπηξαν κατά το τέλος Ιουνίου 1941 την ως άνω οργάνωσιν, ης σκοπός εφέρετο ότι ήτο η απάλυνσις της σκληρότητος του Γερμανού κατακτητού έναντι των καταπιεζομένων υπό της δουλείας Ελλήνων, ήτις θα επήρχετο διά της επιφανειακής φιλικής πολιτείας της οργανώσεως προς τον κατακτητήν. Επίσης προέκυψεν ότι πρώτος πρόεδρος της οργανώσεως ανέλαβεν ο κατηγορούμενος, ως εκ της γερμανομαθείας του, δεδομένου ότι είχε φοιτήσει εις διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια, του εκ του γάμου του μετά Γερμανίδος, λαβόντος χώραν αρκετά έτη προ του πολέμου, συνδέσμου του κλπ. ...».
Τα ανωτέρω αναφέρονται όχι για να κριθεί ο Γεώργ. Βλαβιανός, αλλά για να δοθεί μια εικόνα της ΕΣΠΟ, για την οποία η Ελληνική Δικαιοσύνη διατύπωσε μια δική της εκδοχή στο ερώτημα αν είχε συνεργασθεί με τον κατακτητή ή όχι. Με βάση τα προαναφερθέντα και σειρά άλλων στοιχείων, προκύπτει το ιστορικό της ΕΣΠΟ:
Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε αμέσως μετά την έναρξη της Κατοχής από τον Γεώργιο Βλαβιανό και άλλους γερμανόφιλους, που είχαν ως συνισταμένη την επιθυμία τους να πολιτευθούν στο πλευρό των Γερμανών. Όπως και αλλού αναφέραμε, μετά την είσοδο των τελευταίων στην Ελλάδα, δημιουργήθηκαν διάφορες πρόθυμες για συνεργασία οργανώσεις και κόμματα, με διάχυτο τον στόχο να ικανοποιήσουν φίλαρχες φιλοδοξίες. Ο μεν Αλ. Γιάνναρος με τον Περ. Κάβδα και άλλους συνεργάτες του δραστηριοποιήθηκαν (ανεπιτυχώς τελικά) για να σχηματίσουν κατοχική κυβέρνηση, ο δε Γεώργ. Μερκούρης εμφανίστηκε και αυτός με τον ίδιο στόχο. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και ο Γ. Βλαβιανός, επιδιώκοντας προφανώς όχι υλικά ωφελήματα, αλλά υπουργικό αξίωμα. Έτσι και ίδρυσε την ΕΣΠΟ, της οποίας οι προθέσεις είναι διαφανείς.
Τα στελέχη που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη δημιουργία της αδιαμφισβήτητα γερμανόφιλης αυτής οργάνωσης, ήταν σαφώς συμφωνούντα με τη θεωρία της «συνεργασίας» με τον κατακτητή. Άλλωστε πολλοί απ’ αυτούς είχαν και προπολεμικά διακριθεί για φασιστική δραστηριότητα, ενώ και κατά τη διάρκεια της Κατοχής επέδειξαν ανάλογη δράση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ιατροφιλόσοφου Αριστείδη Ανδρόνικου, ιδρυτικού μέλους της ΕΣΠΟ μαζί με τον Γ. Βλαβιανό, ο οποίος απηλλάγη και αυτός με το ίδιο αιτιολογικό. Αλλά ο Ανδρόνικος, γνωστός συγγραφέας πολλών αντισιωνιστικών και αντικομμουνιστικών βιβλίων, ήταν όχι μόνο μέλος και στις υπόλοιπες περιόδους της ΕΣΠΟ, αλλά όταν έφευγαν οι Γερμανοί από την Ελλάδα, τους ακολούθησε με την οικογένειά του και παρέμεινε στη Βιέννη, όπου ο Ε. Τσιρονίκος είχε σχηματίσει αυτοεξόριστη κυβέρνηση, περιμένοντας την εφεύρεση του «νέου όπλου» των Γερμανών. Ο Ανδρόνικος, όπως και δύο χιλιάδες άλλοι Έλληνες που βρέθηκαν τότε στην Αυστρία, παρέμειναν εκεί μέχρι τον Απρίλιο του 1945 ελπίζοντας στη χίμαιρα της θριαμβευτικής επανόδου τους στην Ελλάδα.
Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του Σταύρου Βελλόπουλου, επίσης ιδρυτικού μέλους της ΕΣΠΟ, ο οποίος απηλλάγη με την ίδια δικαστική απόφαση. Ο Βελλόπουλος, φίλος και αυτός του Βλαβιανού, ανήκε στη φιλόδοξη ομάδα του Ανδρέα Κονδάκη (παρ’ ολίγο κατοχικού υπουργού Εργασίας), είχε δε υπογράψει στις 25 Απριλίου 1941, ως εκπρόσωπος παλαιοπολεμιστικής οργάνωσης, έγγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν:
«...Οι συμμορίται της βλεδυράς 4ης Αυγούστου, εν γνώσει του αναποφεύκτου της εθνικής συμφοράς, έθεσαν εν κινδύνω αυτήν την ύπαρξιν της Ελληνικής φυλής, δολίως παρασύραντες εκ νέου την πτωχήν Ελλάδα με το μέρος των πλουτοκρατών και του Διεθνούς Εβραιομασσωνισμού... Ο δε ξένος προς την Ελληνικήν ψυχήν πρώην Βασιλεύς Γεώργιος Β’, τον οποίον δι’ εξαπατήσεως του λαού εγκατέστησεν εν Ελλάδι η διεθνής πλουτοκρατία, όστις ήθελε να παριστάνη τον Λεωνίδαν των Θερμοπυλών, αυτός εδραπέτευσε διά νυκτός εξ Αθηνών πριν ακόμη ο κίνδυνος εμφανισθή καν εις Θερμοπύλας...».
Και μια παρόμοια περίπτωση: του δικηγόρου Δημ. Μπάφαλη (επίσης απαλλαγέντος με την ίδια απόφαση, ιδρυτικού μέλους και αυτού της ΕΣΠΟ), ο οποίος υπέγραψε μαζί με τον τότε δήμαρχο Καλλιθέας Ιω. Αραπάκη την ακόλουθη δήλωση, όταν οι Γλέζος και Σάντας κατέβασαν από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία:
«Ο λαός της Καλλιθέας εξ αφορμής των εις βάρος της Γερμανικής Κατοχής διαπραχθέντων βανδαλισμών, αποδοκιμάζει τους δράστας τοιούτων πράξεων ανάνδρων. Αι αισχραί αύται πράξεις ουδεμίαν αισθηματικήν συνείδησιν ερμηνεύουν, ει μη μόνον τον κακώς εννοούμενον ατομισμόν εις βάρος του συνόλου του Ελληνικού Λαού. Ο πάντοτε φιλόνομος λαός της Καλλιθέας μαζί με τον σεβασμόν και την αγάπην του προς τα εν Ελλάδι Γερμανικά στρατεύματα, διαδηλοί πίστιν και νομιμοφροσύνην».
Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε με περισσότερες λεπτομέρειες στους ιδρυτές της ΕΣΠΟ, οι οποίοι εμφανίστηκαν μεταπολεμικά σαν αθώες περιστερές. Πλην των προαναφερθέντων και του Γ. Βλαβιανού, ο οποίος παρουσιαζόταν πολυπράγμων επί Κατοχής και κατά κανόνα ως «μεσάζων» στους Γερμανούς για διάφορες μικροϋποθέσεις ιδιωτών, ιδρυτικά στελέχη της ΕΣΠΟ ήταν ακόμη οι:
Σπύρος Στεροδήμας, γιατρός, διάδοχος του Βλαβιανού στην ηγεσία της οργάνωσης.
Γεώργιος Σουλιώτης, απόστρατος αξιωματικός.
Δημοσθένης Κακίδης, απόστρατος αξιωματικός.
Σπυρίδων Τσάκωνας, απόστρατος αξιωματικός του Ναυτικού.
Αχιλλεύς Κονταράτος, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού.
Νικόλαος Βελισσαρόπουλος, δημοσιογράφος και εκδότης προ της 4ης Αυγούστου της ημερήσιας εφημερίδας «Κράτος», άλλοτε στέλεχος της Οργάνωσης Εθνικού Κυριάρχου Κράτους, λίγο αργότερα συνεργάτης του Ν. Ματούση στο θέμα του «πριγκιπάτου» της Πίνδου.
Γεώργιος Τριαντόπουλος, δικηγόρος και δημοσιογράφος, ο τρίτος αρχηγός της ΕΣΠΟ μετά την ανατίναξη των γραφείων της.
Δημήτριος Αναστασίου, δημόσιος υπάλληλος, αρχηγός των μαχητικών ταγμάτων της ΕΣΠΟ.
Νικόλαος Ματθαίου, δημοσιογράφος, επικεφαλής του τμήματος νέων λογοτεχνών της οργάνωσης.
Γεράσιμος Μονόπολης, επιχειρηματίας.
Κωνσταντίνος Κουτουμάνος, υπάλληλος του ΙΚΑ.
Ανδρέας Καλογεράς κ.ά.

Η οργάνωση αμέσως μετά την ίδρυσή της φιλοδόξησε να ενσαρκώσει τον εθνικοσοσιαλισμό στην Ελλάδα και να αποτελέσει φυτώριο για την τοποθέτηση των μελών της σε κυβερνητικές θέσεις. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι η όλη κίνηση ενόχλησε τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου, ο οποίος προσπάθησε να μειώσει την επιρροή της στους ανάλογους κύκλους, μάλλον χωρίς επιτυχία.
Τον Φεβρουάριο 1942 ανέκυψαν μέσα στους κόλπους της οργάνωσης διαφωνίες, κυρίως μεταξύ γερμανοφίλων και ιταλοφίλων και στη συνέχεια παραιτήθηκε από την αρχηγία της ο γιατρός Γεώργιος Βλαβιανός για να αντικατασταθεί από τον επίσης γιατρό Στεροδήμα. Ο τελευταίος, φανατικός γερμανόφιλος και αυτός, είχε ρητορικές ικανότητες, που τις επεδείκνυε σε συχνές συγκεντρώσεις των μελών της ΕΣΠΟ, διακηρύσσοντας λαϊκιστικές αντιλήψεις.
Οι Γερμανοί, εξυπηρετούμενοι ποικιλοτρόπως από το πνεύμα συνεργασίας με τις Αρχές Κατοχής που καλλιεργούσε η οργάνωση, παρείχαν αφειδώς οικονομικά μέσα για τη λειτουργία της, ενώ πολλά μέλη της τα απασχολούσαν σε διάφορες γερμανικές υπηρεσίες. Από τα γραφεία της, που βρίσκονταν στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, γινόταν η διανομή διαφόρων προπαγανδιστικών εκδόσεων, που κυρίως τυπώνονταν στη Γερμανία στην ελληνική γλώσσα. Παράλληλα όμως, η ίδια η οργάνωση διέθετε δικό της τυπογραφείο, όπου τύπωνε μια σειρά από δικά της φυλλάδια και προκηρύξεις.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μια ομάδα νεολαίων της οργάνωσης είχε ιδρύσει την «Ανεξάρτητη Ομάδα Νέων Λογοτεχνών», που εξέδιδε και λογοτεχνικό περιοδικό με τον τίτλο «Κοραής». Επικεφαλής αυτής της ομάδας ήταν οι Νίκος Ματθαίου (εξελίχθηκε σε ηθοποιό με κύρια παρουσία στο ραδιόφωνο) και Τάσος Σγάντζος (συνεργάτης του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Ασημάκη Γιαλαμά πριν ο τελευταίος μεταπηδήσει στο ΕΑΜ).
Η ΕΣΠΟ διέθετε επίσης τμήμα νεολαίας (το ονόμαζε Τμήμα Πρωτοπόρων Νέων), στο οποίο είχαν δραστηριοποιηθεί πολύ νεαροί αντικομμουνιστές, μερικοί των οποίων μετά από την Απελευθέρωση συνελήφθησαν για να δικασθούν. Έτσι, στην Ελλάδα ήταν υπόδικοι ανήλικοι δοσίλογοι τα μέλη της νεολαίας της ΕΣΠΟ και το υπουργείο Δικαιοσύνης, λίγο πριν από τα Δεκεμβριανά, πήρε την απόφαση να δημιουργήσει Ειδική Αναμορφωτική Φυλακή Νέων στην Κηφισιά. Στα Δεκεμβριανά, ενήμεροι όντες οι μαχητές του ΕΛΑΣ, συνέλαβαν μερικούς από τους νεολαίους της ΕΣΠΟ, οι οποίοι και εντάχθηκαν στους κηφισιώτες ομήρους και υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τη δραματική πορεία εκείνων των ομήρων του ΕΛΑΣ. Σε κάποια ανάπαυλα της πορείας, κάπου κοντά στον Ωρωπό, έξι από τους νεολαίους (ανάμεσά τους τα δύο αδέλφια του αργότερα γνωστού θεατρικού επιχειρηματία Βαγγέλη Λιβαδά) εκτελέστηκαν, χωρίς προηγούμενη δίκη φυσικά.
Η όλη δραστηριότητα της ΕΣΠΟ, από την αρχή της ίδρυσής της, είχε προκαλέσει όπως ήταν ευνόητο την αντίδραση των αντιστασιακών οργανώσεων και η ΠΕΑΝ (αρχηγός της ο Κώστας Περρίκος, που ανήκε στο περιβάλλον του Π. Κανελλόπουλου) πήρε την απόφαση να την πλήξει μέσα στην έδρα της.
Έτσι, στις 26 Σεπτεμβρίου 1942 πραγματοποιήθηκε η δυναμιτιστική ανατίναξη των γραφείων της ΕΣΠΟ, που είχε ως αποτέλεσμα τον φόνο ορισμένων μελών της (ο αριθμός δεν έχει αποσαφηνισθεί, αλλά σύμφωνα με πληροφορίες επρόκειτο περί 26), τον τραυματισμό πολλών, ενώ μεταξύ των θυμάτων ήταν και κάποιοι Γερμανοί που υπηρετούσαν σε στεγαζόμενη στο ίδιο κτίριο στρατιωτική υπηρεσία. Από την τόσο ισχυρή έκρηξη, προς στιγμήν γλύτωσε ο Σπ. Στεροδήμας, ο οποίος θέλησε στη συνέχεια να πλησιάσει στο γραφείο του για να περισυλλέξει έγγραφα και χρήματα που είχε εκεί. Ήδη όμως είχε απλωθεί πυρκαγιά μετά την έκρηξη και ο Στεροδήμας υπέστη σοβαρά εγκαύματα, με αποτέλεσμα τον θάνατό του ύστερα από μερικές μέρες στον «Ευαγγελισμό», όπου είχε μεταφερθεί.
Ακολούθησαν πρωτοφανώς αυστηρές ανακρίσεις των Γερμανών, από τις οποίες ελάχιστοι μόνον από τους οργανωτές και εκτελεστές της ανατίναξης μπόρεσαν να διαφύγουν και να επιζήσουν (ο τελευταίος εξ αυτών, ο Αντώνης Μυτιληναίος, πέθανε προ δεκαετίας).
Η ΕΣΠΟ σύντομα ανασυστήθηκε και την αρχηγία της ανέλαβε ο Γεώργιος Τριαντόπουλος, στεγάστηκε δε αρχικά στο κτίριο Γουτάκη της οδού Σταδίου και αργότερα στο επιταχθέν κτίριο του Οικονομικού Γυμνασίου (γωνία Ακαδημίας και Χαρ. Τρικούπη).
Τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής διαλύθηκε όμως, ενώ ο υπαρχηγός της Γεώργ. Παντέλογλου (που μετακατοχικά εκτελέστηκε) είχε ιδρύσει μαζί με άλλα στελέχη την ΟΕΔΕ. Η τελευταία αυτή λειτούργησε μέχρι την τελευταία ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί και μερικοί από τους ιθύνοντες κατευθύνθηκαν στη Βιέννη, όπου παρέμειναν μέχρι την τελική πτώση του Τρίτου Ράιχ.
Ενδιαφέρον, τέλος, είναι να παρακολουθήσουμε τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει οι αρμόδιες ελληνοσυμμαχικές στρατιωτικές υπηρεσίες της Μέσης Ανατολής για την ΕΣΠΟ. Σε σχετικά έγγραφα αναφέρονται και τα ακόλουθα για τη συγκεκριμένη οργάνωση, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί ότι μερικά στοιχεία από τα όσα περιέχονται δεν είναι εξακριβωμένα, καθώς η συλλογή τους λόγω των περιστάσεων γινόταν με κάποια προχειρότητα:

«Ιδρύθη τον Οκτώβριο 1941, πρωτοστατούντος του ιατρού Βλαβιανού (όστις υπήρξε ο πρώτος Διευθυντής) εν συνεργασία μετά των Λούβαρη, Αλ. Γιάνναρου, Γ. Μερκούρη, Πατρονικόλα (ιατρού), Μπίνου κ.ά. Ανέλαβε την αρχηγίαν ο ιατρός Στεροδήμας μετά τον θάνατον του οποίου διευθύνεται από επιτροπήν εκ των Κονδάκη, Νικολαρεΐζη (δημοσιογράφου εκ Δωδεκανήσου), δικηγόρου Παπατάσου, Ζαρπαλά (υπαλλήλου υπουργείου Τύπου), Τσόλκα ιατρού. Μετέχουν οι: στρατηγός Οικονομάκος, Π. Σακελλαρόπουλος, Στ. Καστέλης και ο νεαρός Πομόνης. Ο εκ των σημαινόντων μελών της απόστρατος πλοίαρχος Π.Ν. Τσάκωνας (αντιπρόεδρος) παρητήθη αποδοκιμάσας την τροπήν της οργανώσεως εις αντεθνικήν δράσιν.
Τα μέλη της ανήλθον εις 2500 πολλά των οποίων διέρρευσαν, αποτελούντο δε κυρίως από νεαρούς και νεαράς μέλη της Ε.Ο.Ν. Εις τα γραφεία της συνεκεντρούντο νέοι και νεάνιδες και ήρχοντο εις επαφήν με γερμανούς αξκούς και κατόπιν εξαπελύοντο προς συλλογήν πληροφοριών. Ησχολείτο με την παρακολούθησιν πατριωτών τους οποίους κατέδιδε εις την Γκεστάπο μετά της οποίας συνειργάζετο. Είχε σκοπόν την δημιουργίαν ταγμάτων τα οποία να εκπαιδευθούν και πολεμήσουν παρά το πλευρόν των γερμανών.
Την μεσημβρίαν της 20.9.42 ανετινάχθησαν διά δυναμίτιδος τα επί της οδού Πατησίων γραφεία της, εφονεύθησαν αρκετοί και ετραυματίσθησαν 40, μεταξύ των οποίων και ο τότε αρχηγός Στεροδήμας αποθανών μετ’ όλίγας ημέρας συνεπεία των τραυμάτων του.
Τα γραφεία της εγκατεστάθησαν έκτοτε εις την γωνίαν των οδών Αχαρνών και Σουρμελή. Διαθέτει τυπογραφεία επί της οδού Παπαρηγοπούλου 2-4, εις τα οποία εκτυπούνται προπαγανδιστικά φυλλάδια και εικόνες. Μεταξύ των μελών της περιλαμβάνονται και μέλη άλλων φιλοαξονικών οργανώσεων δεδομένου ότι όλαι σχεδόν έχουν τα αυτά μέλη και διαφόρους τίτλους ίνα παρουσιάζουν όγκον.
Παρουσιάζει σοβαράν δράσιν. Αρκετός αριθμός μελών της κατετάγη ως άνευ θητείας χωροφύλακες εις την ειδικήν ασφάλειαν. Μεταξύ των μελών είναι ο Γ. Στιλόπουλος. Ονομαστικόν κατάλογον των μελών της ΕΣΠΟ παρέδωσε εις τον εν Σμύρνη κ. Μπουγιώταν ο ιατρός Καβουνίδης Βασ. ως ο ίδιος αναφέρει».

«Είναι οργάνωσις φασιστική. Εστρατολόγησε τους αισχροτέρους και επικινδυνωδεστέρους χαφιέδες προς αντιμετώπισιν των λαϊκών εξεγέρσεων. Ασχολούνται με την προδοσίαν κομμουνιστών κυρίως. Επίσης, ανέλαβον αντιεβραϊκόν αγώνα. Κατά τον Σεπτέμβριον ομάς εκ τριάκοντα οπλισμένων με γκλόπς επετέθησαν εις την συναγωγήν των Αθηνών ζητούντες οικονομικήν ενίσχυσιν της οργανώσεως, άμα δε έλαβον αρνητικήν απάντησιν επέπεσαν και κατεκερμάτισαν τα πάντα. Τελεί υπό την αρχηγίαν του Σπύρου Στεροδήμα, εκ μέρους δε της Γερμανικής Πρεσβείας ο κ. Καββαδίας, ανταποκριτής Αιγυπτιακής εφημερίδος. Η οργάνωσις χρηματοδοτείται από τον Γκοτζαμάνην και την Γκεσταπό. Έλαβε ως πρώτην δόσιν 2 εκατομμύρια.
Βασική αρχή και ιδανικός σκοπός στο καταχθόνιο πρόγραμμά της Νέας Τάξεως είναι η ψυχική και πνευματική κατάκτησις των υποδούλων λαών. Ευρίσκεται καμουφλαρισμένη από αθώα προσχήματα και εξωραϊσμένη με δελεαστικά θέλγητρα που παρασύρουν τους αφελείς νέους. Διακηρύττουν ότι: Σκοπός είναι η μεθοδική αληθινή εξύψωσις της ιδέας της πατρίδος, θρησκείας και οικογενείας μέσα εις το πλαίσιον του Σοσιαλισμού και της Νέας Τάξεως. Πιστεύουν συνειδητά εις την εθνικοσοσιαλιστικήν ιδέαν. Η «ΕΣΠΟ» προς ολοκλήρωσιν της δράσεώς της προέβη εις την ίδρυσιν «Διευθύνσεως Πρωτοπόρων Νέων». Ευρίσκεται υπό την προστατευτικήν σκέπην του Υπουργείου Παιδείας με σκοπούς και επιδιώξεις να μυηθούν εις τα νεώτερα ιδανικά οι νέοι και νέες μέσα στα πλαίσια του Σοσιαλισμού και του Πατριωτισμού. Το «νέο κράτος», εξουσία και αστυνομία έρχονται εις ενίσχυσιν του «Εθνοσωτηρίου» αυτού έργου.
Είς την οδόν Δήμητρος αριθ. 11 ευρίσκεται το Παράρτημα της οργανώσεως Καλλιθέας. Ιδιαίτερος Γραμματεύς της οργανώσεως είναι ο δικηγόρος Θεοδωρόπουλος, τμηματάρχης του οργανωτικού ο Μηχανικός Αρνάκης και του οκονομικού ο υπάλληλος της Τραπέζης Ελλάδος Άννινος.
Οι Γερμανοί κατακτηταί θα δώσουν στολάς και παπούτσια. Κάθε νέο μέλος πρέπει να έχη πιστοποιητικό της Ασφαλείας, προσπαθούν δε να κάμουν και Τάγματα εφόδου. Η εισδοχή εις ταύτην γίνεται βάσει αιτήσεως ήτις αποστέλλεται εις Γκεσταπό και αφού ελεγχθή ότι το προς πρόσληψιν μέλος είναι Γερμανόφιλον αποστέλλεται η αίτησις, εις τα γραφεία της ΕΣΠΟ και διά καταβολής 180 δρχ. γίνεταί τις μέλος αφού προηγουμένως παρακολουθήσει ωρισμένας διαλέξεις. Η εκδιδομένη ταυτότης είναι γεγραμμένη εις την Ελληνικήν και Ιταλικήν και θεωρείται από Έλληνα και Γερμανόν αξ/κόν. Διά της ταυτότητος ταύτης παρέχεται πλήρης ελευθερία κινήσεως εις τράμ, σιδηροδρόμους δωρεάν.
Είς την ΕΣΠΟ καταλέγονται ο Στρατηγός Οικονομάκος του Πεζικού, ο αντ/ρχης Κουρκουλάκος, αι θυγατέρες του Στρατηγού Μπάκου, ο Γ. Μερκούρης και μέλη εκ των παλαιών οργανώσεων του Γιάνναρου. Τα γραφεία ευρίσκονται επί της οδού Πατησίων και ανετινάχθησαν κατά Σεπτέμβριον 1942. Η σφραγίς της έχει Ελληνικήν σημαίαν και αγκυλωτόν σταυρόν».


Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

ΕΝΑΣ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ



Δρ Χ. Μ. ΓΚΗΤΑΚΟΣ

Ο τελευταίος Έλληνας ευπατρίδης διανοούμενος ήταν ένας, ήταν αληθινός και λεγόταν Χάρης Γκητάκος. Ικανότατος, με πληρέστατη διαύγεια και υψηλή κατάρτιση, με ασυνήθη φυσική ευγένεια και ακλόνητο ήθος, όλως υπερβατικός στην πεζότητα της εποχής, υπεράνω των θλιβερών φαινομένων και των καθημερινών απογοητεύσεων, επέκεινα...
Σχεδόν πενήντα χρόνια στενής και ειλικρινούς φιλίας καταμετρήσαμε, άλλοτε με εντατικούς ρυθμούς και υψηλές προσδοκίες, άλλοτε με την επαφή να αυξομειώνεται, πάντοτε όμως με αμοιβαία αλληλοκατανόηση και ενθάρρυνση. Συναντηθήκαμε πολλές φορές σε κοινές δράσεις και τώρα, που τις αναμετρώ, συνειδητοποιώ ότι η συμβατικά σημαντικότερη ήταν εκείνη της "Νέας Ηγεσίας", σχεδόν τριάντα χρόνια πριν. Δεν έχω ξεκαθαρίσει ποιος πρώτος είχε την αρχική ιδέα, οπωσδήποτε όμως εκείνος ήταν η προέχουσα ψυχή. Κάποιοι καταλήφθηκαν από δέος αντικρύζοντας την προσπάθεια, κάποιοι άλλοι ίσως ενοχλήθηκαν, αλλά το βέβαιο είναι ότι έγινε αποδεκτή με σεβασμό και ιδιαίτερη προσοχή. Ο Δρ Χ.Μ. Γκητάκος, όπως υπέγραφε τα δημοσιεύματά του, στήριξε αφιερωματικά και εκείνη την προσπάθεια και διάφορες άλλες που ακολούθησαν. Διανοούμενος χαμηλών τόνων με εξαιρετικό και πλουσιότατο πνευματικό έργο.
Αυτός είναι ένας πρώτος χαιρετισμός στον ισάδελφο που διέλαθε τις προσοχής μας και που απομακρύνθηκε βιαστικά, αιφνιδιαστικά και αθόρυβα, αλλά διατηρώντας το προνόμιο να είναι υψιπετής...
Δ.Κ.


Το βιογραφικό του Χάρη Γκητάκου (α΄ τόμος, Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεωτέρου Ελληνισμού 1830-2010, Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2011):


Γκητάκος Χάρης, Μιχαήλ (1945-). Κοινωνιολόγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε πολιτική επιστήμη και κοινωνιολογία στην Ελλάδα και τη Σκωτία, αναγορευθείς διδάκτορας. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών και στη συνέχεια σταδιοδρόμησε στο υπουργείο Πολιτισμού. Διετέλεσε διευθυντής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και διευθυντής Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού. Πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Παραδοσιακών Σπουδών (από το 1979), του Ελληνικού Μεσογειακού Ιδρύματος, του Ελληνοϊσπανικού Συνδέσμου κ.ά. Το 1979 εξελέγη μέλος του Royal United Institute for Defence Studies της Μεγ. Βρετανίας και του Royal Anthropological Institute (υπό την προστασία της Βασίλισσας της Βρετανίας) και υπεύθυνος του ελληνικού τμήματος του Centro di Studi Compestellani. Του έχουν απονεμηθεί ιπποτικός σταυρός Merito Civil (από τον Βασιλέα της Ισπανίας Χουάν Κάρλος), μετάλλιο του Αγίου Αιμιλιανού της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο τίτλος του Commendatore του Ordine di San Giorgio di Garizia, του miembro consultor του Κέντρου Μεσογειακού Πολιτισμού της Βαρκελώνης. Συγγραφέας των βιβλίων: «Κοινωνιολογικά προβλήματα της Οικιστικής Αναπτύξεως» 1970, «Στοιχεία και προοπτικαί της οικονομικής αναπτύξεως του Νομού Ζακύνθου» (σε συνεργασία με Χ. Λιναρδόπουλο), «Η κοινωνιολογία του Ε. Troeltch», «Η κρίσις του ΝΑΤΟ» 1970, «Διάλογοι» 1971, «The spirit of chivalry in our days» 1972, «Οι κοινωνικές ιδέες του Γ. Πλήθωνος-Γεμιστού», «Εισαγωγή στην Οικιστική Ανάπτυξη και στην Οικιστική Οικονομική» 1972, Κ. Killinen «Αι πολιτικαί προϋποθέσεις της Διεθνούς Ασφαλείας» 1973, «Τεχνολογία και Κοινωνιολογία» 1975, R. del Ponte «Η σημασία του Γιβελλινισμού στην Μεσαιωνική Πολιτική Σκέψη» 1980, G. Alliata «Η πνευματική διάσταση της Μεσογείου» 1980, «Η Φιλοσοφική Ανθρωπολογία» (συλλ. έργο), P.G. Caucci «Αι πηγαί του Graal» 1981, «Η Ακρόπολη και οι Καταλανοί» 1986, R. Llull «Το Βιβλίo της Ιπποσύνης» απόδοση-εισαγωγή-σχόλια 1986, Γ. Λαμπελέτ «Ο εθνικισμός στην Τέχνη και η ελληνική δημώδης μουσική» προλεγόμενα 1986, Α. Erer «II Sacro Romano Impero a cura di Η. Ghitakos» 1986, P. Conte «Dante e la cultura politica a cura di Η. Ghitakos» 1988, Jacqueline Coguet «Rome et le Saint Empire Romain, a cura di Η. Ghitakos» 1988, «Αρθούρος – Θρύλος και Ιστορία» 1998, «Μεσαιωνική Σοφία» (3 τόμοι) 2003 κ.ά. Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 200 άρθρα σε επιθεωρήσεις στα ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά και γαλλικά.

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

ΑΓΓΛΟΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΙΤΑΛΟΓΕΡΜΑΝΟΦΙΛΟΙ


Ένσημο που χρησιμοποιούσε η οργάνωση ΕΕΕ με το σύνθημα "Έλληνες ενωθήτε".


Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης με επίσημη αμφίεση. Ο Μανιαδάκης εξετέλεσε αποτελεσματικά την αποστολή του, δηλαδή τη στήριξη του καθεστώτος από τη μεριά των γερμανοφίλων.

Ο Διάδοχος Παύλος στο Βερολίνο κατά τους ολυμπιακούς αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, τις μέρες που κηρύχτηκε η δικατορία του Ιω. Μεταξά. Δίπλα του ο ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης και ανάμεσά τους ο πρεσβευτής στη Γερμανία Αλέξ. Ρίζος Ραγκαβής.

Ξένοιαστες ώρες για τον Στέφανο Στρέιτ και τον Ιωάννη Γεωργάκη την εποχή που ήταν φοιτητές και επικεφαλής του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου.

Φωτογραφία από πορεία-διαδήλωση των μελών της οργάνωσης ΕΕΕ στην Αθήνα.

Επιστολή προς τον ιδιαίτερο γραμματέα του Ελ. Βενιζέλου Νικόλαο Αποστολόπουλο, ο οποίος από το 1933 υπήρξε βασικό στέλεχος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος που είχε ιδρύσει ο Γεώργ. Μερκούρης.

Αγγλόφιλες και ιταλογερμανόφιλες
τάσεις και επιρροές
κατά την περίοδο 1936-41


Του Δημοσθένη Κούκουνα



Όταν κηρύχθηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, άρχιζαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Βερολίνο. Είχε προηγηθεί εκείνη η απίστευτη οργανωτική προετοιμασία, κυρίως - σε ό,τι αφορά την Ελλάδα - με την τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας και την πληθωρική δραστηριότητα της Λένι Ρίφενσταλ. Το γεγονός ήταν μια αφορμή για να ενισχυθούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις, αφενός με ένα αμφίδρομο τουριστικό κύμα, αφετέρου δε με τις θερμές περιποιήσεις που επιδαψιλεύθηκαν στον Διάδοχο Παύλο, στους Έλληνες επισήμους (μεταξύ των οποίων και ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Κοτζιάς, που πολύ σύντομα θα γίνει μέλος της κυβέρνησης Μεταξά ως υπουργός διοικητής Πρωτευούσης) και ιδίως στον θρυλικό πρώτο Ολυμπιονίκη Σπύρο Λούη.
Οι γερμανικές εφημερίδες υποδέχθηκαν θετικά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, ενώ ο πρώτος επίσημος ξένος που υποδέχθηκε ο Έλληνας δικτάτορας, πλην του Βασιλέως Εδουάρδου της Αγγλίας, που τον είχε δει για δύο ώρες στη βρετανική πρεσβεία, ήταν ο περίφημος υπουργός Προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ Ιωσήφ Γκαίμπελς.
Ένας αυτόπτης ή εν πάση περιπτώσει καλά πληροφορημένος Αμερικανός[1] δίνει στο ημερολόγιό του μια ενδιαφέρουσα περιγραφή από την επίσκεψη του Γκαίμπελς στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο 1936:
«Ο μικρός στρεβλόπους Γερμανός υπουργός Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκαίμπελς μπήκε σήμερα όλο υποκλίσεις, ακάλυπτος και χαμογελαστός στο κλασικής ομορφιάς μαρμάρινο στάδιο της Αθήνας, με την ψηλή και παχουλή σύζυγο στο πλευρό του, δήθεν για να παρακολουθήσει τους Βαλκανικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι πήδηξαν όρθιοι χαιρετίζοντας με υψωμένα χέρια, όπως πρόσφατα διετάχθησαν να κάνουν. Ο Μεταξάς ισχυρίζεται ότι είναι ολυμπιακός και όχι φασιστικός χαιρετισμός. Το πλήθος καθόταν ήσυχο, με μερικά ισχνά χειροκροτήματα εδώ κι εκεί από φοιτητές που ευεργετήθηκαν με γερμανικές υποτροφίες, καθηγητές που εκπαιδεύτηκαν στην Γερμανία κτλ.
Ο Κοπανάρης, ο υφυπουργός Υγείας που καθόταν δίπλα, μου ψιθύρισε σαρκαστικές παρατηρήσεις στο αυτί για τις προσπάθειες του Γκαίμπελς να γίνει αρεστός στις καρδιές των Ελλήνων, ξοδεύοντας χουβαρντάδικα δεξιά και αριστερά σε εστιατόρια, σε ψαράδες που τραβούσαν τα δίχτυα τους όπως πηγαίνανε με το αυτοκίνητό του στην παραλία, σε φτωχούς των προσφυγικών καταυλισμών που συνάντησε στον δρόμο του, και ούτω καθ’ εξής. Ο Κοπανάρης δεν είναι αντιφασίστας μόνο και μόνο επειδή πήρε μια υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλλερ στην Αμερική. Παραμένει στην θέση του μετά από πιέσεις των δημοκρατικών φίλων του και μόνο επειδή είναι ήδη τόσα χρόνια εκεί ώστε το υπουργείο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτόν. Κοντά του καθόταν ο Ζουμπινάκης, πρώην διευθυντής της Μαρασλείου Ακαδημίας, της οποίας η σύγχρονη και ελπιδοφόρα πτέρυγα πειραματικής παιδείας τού μύρισε τόσο άσχημα του Μεταξά, που τον έδιωξε από το σχολείο και τον ανάγκασε να παραιτηθεί.
Με ισχυρή αστυνόμευση, ο Γκαίμπελς περιηγήθηκε όλη την μέρα στα ιστορικά σημεία της πόλης, βγάζοντας λόγους για όσους επιθυμούσαν να ακούσουν σχετικά με την αγάπη που έτρεφε ο Φύρερ για το κλασικό κάλλος και την ελληνική ιστορία. Οι φίλοι μου του Υπουργείου Εξωτερικών μου είπαν ότι έγινε προσπάθεια να πεισθεί ο βασιλέας να επιστρέψει στην Αθήνα από τις όψιμες θερινές διακοπές του στην Κέρκυρα, έτσι ώστε να γίνει δεκτός στα ανάκτορα ο Γκαίμπελς· αλλά ο βασιλέας φάνηκε απρόθυμος. Έτσι, επί των τιμών βρέθηκε ο Μεταξάς.
[...] Ο Γκαίμπελς ξετρελάθηκε από την χαρά του όταν ανακάλυψε ότι η σβάστικα είχε δουλευτεί σαν μοτίβο στο σιδερένιο κιγκλίδωμα που περιφράσσει το μέγαρο που φιλοξενεί τώρα το Συμβούλιο Επικρατείας. Το κιγκλίδωμα είχε τοποθετηθεί όταν το μέγαρο κτιζόταν για κατοικία του Ερρίκου Σλήμαν, αυτού του γεννημένου στην Γερμανία Αμερικανού υπηκόου που ανέσκαψε τις Μυκήνες και την Τροία. Λέει τώρα ο Γκαίμπελς ότι αυτή είναι μια ακόμη απόδειξη ότι οι Έλληνες, από τους οποίους ο Σλήμαν ξεσήκωσε το σύμβολο, είναι πράγματι Τεύτονες, όπως διατείνεται και ο Χίτλερ, και ότι ήρθαν από τον βορρά για να δημιουργήσουν αυτή την δόξα της Ελλάδος. Αυτό τους κάνει όλους, Έλληνες και Γερμανούς, αδέλφια. Και με αυτή την υπέροχα λανθασμένη κίνηση ξέφτισε και την λίγο καλή εντύπωση που είχαν δημιουργήσει στους Νεοέλληνες οι φιλοφρονήσεις του για τον Φύρερ».
Η επίσκεψη του Γκαίμπελς αποτελούσε ένα διακριτικό γερμανικό άνοιγμα προς την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι ο Χίτλερ και το περιβάλλον του δεν έδειχναν να διατηρούν πολιτικές βλέψεις. Ένα προγενέστερο ταξίδι άλλου Γερμανού υπουργού, του Χέρμαν Γκαίριγκ, το 1934, είχε προκαλέσει και πάλι ευμενές κλίμα για τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Το ίδιο σημειώθηκε και το 1937, με την επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Παιδείας Ρουστ, όπως και το 1938 με την άφιξη του Ρόμπερτ Λέυ, επικεφαλής του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας και της οργάνωσης «Χαρά και Εργασία», ο οποίος ήλθε για την έκθεση της τελευταίας στο Ζάππειο. Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση Ελλήνων επισήμων που επισκέφθηκαν τη Γερμανία την ίδια εποχή. Με τα ταξίδια του Διαδόχου Παύλου (ο οποίος τον Ιανουάριο 1938 τέλεσε τον γάμο του με Γερμανίδα πριγκίπισσα), υπουργών όπως ο Κ. Κοτζιάς, ο Θ. Νικολούδης κ.ά. το κλίμα που επικρατούσε στις ελληνογερμανικές σχέσεις ενισχυόταν επίσης.
Ίσως πιο χαρακτηριστική ήταν η επίσκεψη του άλλοτε υπουργού Παιδείας καθηγητή Νικ. Λούβαρι τον Ιούνιο 1937, στο πλαίσιο ενός φολκλορικού ευρωπαϊκού φεστιβάλ που έγινε στο Βερολίνο. Στην ελληνική αντιπροσωπεία δόθηκε η πιο τιμητική θέση, ενώ ο επικεφαλής της Ν. Λούβαρις προσφώνησε τον Χίτλερ εκ μέρους όλων των εθνικών αντιπροσωπειών και είχε συζήτηση μαζί του. Ίσως το πιο αξιοσημείωτο να ήταν το ασυνήθιστο ενδιαφέρον που εξέφρασε ο Χίτλερ όταν την ίδια ημέρα συνάντησε, εκτός της Κούλας Πράτσικα και των μελών της ομάδας της, τη Ραλλού Μάνου (ετεροθαλή αδελφή της Ασπασίας Μάνου, χήρας του Βασιλέως Αλεξάνδρου, που ήταν μόνιμα εγκατεστημένη στη Φλωρεντία). Γοητευμένος μιλούσε για πολλή ώρα μαζί της, «κρατώντας πάντα το χέρι της μέσα στα δικά του», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση δημοσιογράφου που ήταν αυτόπτης[2].
Το φιλικό πνεύμα που έδειχνε η Γερμανία απέναντι στην Ελλάδα, έρχεται σε αντίθεση προς την επίσημη Ιταλία, η οποία παρέμεινε πάντα επιφυλακτική σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις και γενικά ήταν ψυχρή προς τον Μεταξά και το καθεστώς του.
Δεν δόθηκε από τους Ιταλούς καμιά ιδιαίτερη σημασία στην εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Ένας ιστορικός ερευνητής[3], που ασχολήθηκε ειδικά με αυτό το πλέγμα των σχέσεων Ελλάδος-Ιταλίας στη συγκεκριμένη περίοδο, αναφέρει χαρακτηριστικά:
«...Το ενδιαφέρον της Ρώμης για τις ελληνικές εξελίξεις είχε προφανώς σχέση και με τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Ο Μουσολίνι επιδίωκε να υποδαυλίσει την υποβόσκουσα κρίση ενός οικοδομήματος όπως η βαλκανική Αντάντ, η οποία βασιζόταν στην τάξη πραγμάτων που προέκυψε μετά τη συνθήκη ειρήνης των Βερσαλλιών. Ταυτόχρονα επιζητούσε να χαλαρώσουν οι ιστορικοί δεσμοί εξάρτησης της Ελλάδας από τη Μεγάλη Βρετανία, τον πραγματικό εχθρό του φασισμού. Όλα αυτά εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η βασιλική ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην Ελλάδα μέσω του πληρεξουσίου υπουργού R. Boscarelli, που ήταν επικεφαλής της. Ο Μποσκαρέλι ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος παρατηρητής της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και των διεθνών επιπτώσεων που είχαν οι εξελίξεις στην Αθήνα. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω θα πρέπει να αναφερθεί και άλλος ένας παράγοντας: το ιδεολογικό στοιχείο που κρυβόταν πίσω από την εκτεταμένη επιχείρηση στήριξης εκ μέρους της φασιστικής ιταλικής κυβέρνησης των ακροδεξιών δικτατοριών, οι οποίες είχαν εγκαθιδρυθεί στην Ευρώπη κατά την περίοδο εκείνη».
Οι Ιταλοί επίσημοι και ο Τύπος είχαν δει επιφυλακτικά την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά, αλλά τον Νοέμβριο του 1936 όταν μεταφέρθηκαν από τη Φλωρεντία οι άταφες σοροί των Βασιλέων Κωνσταντίνου, Όλγας και Σοφίας για να ενταφιασθούν στο Τατόι, η ιταλική κυβέρνηση απέδωσε εξαιρετικές τιμές, πράγμα που θα μπορούσε να είχε αποφύγει. Η ιταλική επιφυλακτικότητα είχε μάλλον την έννοια της αναμονής των περαιτέρω ενεργειών του νέου καθεστώτος: Ενδιαφερόταν όντως ο Ιω. Μεταξάς να δημιουργήσει ένα ομόλογο φασιστικό κράτος;
Μόλις δέκα ημέρες μετά την κήρυξη της δικτατορίας, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Μποσκαρέλι ζητεί από τη Ρώμη την αποστολή «ιδεολογικού» υλικού προς ...αντιγραφήν. Το ενδιαφέρον του Μεταξά να ενημερωθεί με επίσημο τρόπο για τη λειτουργία ορισμένων τομέων δεν θα πρέπει να παρεξηγηθεί επειδή απευθύνεται στη φασιστική Ιταλία. Λίγο καιρό νωρίτερα, είχε με παρόμοιο τρόπο απευθυνθεί στην αμερικανική πρεσβεία για να ενημερωθεί για το «New Deal» του Προέδρου Ρούσβελτ[4], που προφανώς είχε εντυπωσιάσει τον Έλληνα πρωθυπουργό. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Ιταλός πρεσβευτής[5]: «Η κυβέρνηση Μεταξά επιθυμεί να εμπνευσθεί, όσο και εφόσον μπορεί, από τις θεμελιώδεις αρχές του φασιστικού δόγματος, στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματός της για την αναδιοργάνωση και την αναζωογόνηση του ελληνικού κράτους. Μέλη της κυβέρνησης, ανώτατα κρατικά στελέχη και προσωπικότητες κύρους, σε απ’ ευθείας σύνδεση με την κυβέρνησή μας, ζητούν καθημερινά πληροφορίες, ιταλικές δημοσιεύσεις και κείμενα νόμων. Τα θέματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ακολούθων υπηρεσιών: υπουργείο Πληροφοριών και Προπαγάνδας, εθνική οργάνωση Μπαλίλα, εθνική οργάνωση Ελευθέρου Χρόνου (Dopolavoro), Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Κρατικός Προϋπολογισμός, Δημόσια Αρωγή, Δημόσια Οικονομικά, Νόμοι για τις επιχειρήσεις».
Δεν είναι φυσικά κοινό μυστικό ότι το καθεστώς Μεταξά ακολούθησε πολλά εξωτερικά χαρακτηριστικά της φασιστικής κρατικής οργάνωσης, ούτε εκ προοιμίου θα έπρεπε αυτό να επικριθεί. Σε ορισμένους τομείς, όπως π.χ. η κοινωνική πρόνοια και οι δημόσιες ασφαλίσεις, το φασιστικό κράτος είχε θεαματικά θετικά αποτελέσματα, προκαλώντας διεθνώς τον θαυμασμό (και στην Ελλάδα προσωπικότητες του βεληνεκούς Ελ. Βενιζέλου, Αλ. Παπαναστασίου, Π. Κανελλόπουλου, Ν. Καζαντζάκη κ.ά. είχαν εκφρασθεί ανάλογα)[6].
Το ζήτημα είναι ότι ο Ιω. Μεταξάς ήταν απ’ αρχής αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα φασιστικό πρότυπο, προσαρμοσμένο στην ελληνική πραγματικότητα. Δεν είχε σκεφθεί να δημιουργήσει μια προσωπικού τύπου δικτατορία, όπως π.χ. του Θεοδ. Πάγκαλου δέκα χρόνια νωρίτερα, αλλά ένα ευρυτέρων διαστάσεων καθεστώς που θα είχε διάρκεια και θα επιζητούσε την αναγέννηση της κοινωνίας μέσα από τα παραδοσιακά ιδανικά της θρησκείας, της πατρίδας και της οικογένειας. Δεν φαίνεται να είχε προνοήσει πώς θα έπλαθε το καθεστώς του πριν το εγκαθιδρύσει, γι’ αυτό και οι περισσότερες αποφάσεις του λαμβάνονται συνήθως σταδιακά και συγκυριακά και έπειτα από εισηγήσεις άλλων.
Η επανειλημμένα επισημασμένη αντινομία της 4ης Αυγούστου στη μεν εσωτερική πολιτική να είναι ολοκληρωτικό κράτος, στη δε εξωτερική να είναι σταθερά προσηλωμένη η Ελλάδα στις λεγόμενες Δυτικές Δημοκρατίες, άφησε ανοικτό το πεδίο για τη δραστηριότητα ιταλόφιλων και γερμανόφιλων προσώπων εντός του καθεστώτος. Ήδη ο αρχικά έμπιστός του υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Σκυλακάκης[7], που σε αντικατάσταση του Γ. Λογοθέτη είχε αναλάβει το υπουργείο Εσωτερικών μετά την καταστολή των γεγονότων της Θεσσαλονίκης τον Μάιο 1936, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Το 1934 είχε σχηματίσει την «Οργάνωση Εθνικού Κυριάρχου Κράτους» (ΟΕΚΚ), μια κίνηση απερίφραστα γερμανόφιλη, που εκείνη την εποχή διεκδίκησε ανεπιτυχώς να μονοπωλήσει την εθνικοσοσιαλιστική τάση στην Ελλάδα, αν και υπήρχαν εν λειτουργία και με αναλογικά μαζικότερη απήχηση η «Τρίαινα» υπό τον Ιάκωβο Διαμαντόπουλο, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος του Γεωργ. Μερκούρη και ορισμένες άλλες μικρότερες οργανώσεις.
Ο χώρος αυτός των γερμανοφίλων στην Ελλάδα προ της 4ης Αυγούστου 1936 ήταν πολυδιασπασμένος. Το ίδιο ίσχυε και για τις κινήσεις των ιταλοφίλων, που ήταν ακόμη λιγότερες αριθμητικά. Τελικά πολλοί εξ αυτών των γερμανοφίλων και ιταλοφίλων βρήκαν καταφύγιο για δράση μέσα στο νέο καθεστώς, ενώ οι περισσότεροι προσαρμόσθηκαν ιδεολογικά στα πλαίσια του ελληνοποιημένου φασισμού[8] που αντιπροσώπευε η 4η Αυγούστου και στην οποία επικρατούσαν τα συνθήματα της «εθνικής αναγέννησης», του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού», του «εθνικού κράτους», του αντικοινοβουλευτισμού, του αντικομμουνισμού κ.ά. Όλες εκείνες οι προδικτατορικές ποικιλώνυμες οργανώσεις, μικρές ή μεγάλες, σημαντικές ή ασήμαντες, αντικειμενικά όμως περιθωριοποιημένες και παροπλισμένες, απαγορεύθηκαν και διαλύθηκαν στις 4 Αυγούστου 1936, όπως και όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές κινήσεις σε όλη την Ελλάδα.
Χωρίς αμφιβολία μέσα από τις φιλοφασιστικές κινήσεις της προδικτατορικής περιόδου θα προέλθουν άτομα και ομάδες που θα επαναδραστηριοποιηθούν κατά την Κατοχή προβάλλοντας το ιδεολογικό πλαίσιο της συνεργασίας με τον κατακτητή, χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο αφορισμούς κατά του κοινοβουλευτισμού, του μπολσεβικισμού, αλλά και την προοπτική μιας ηνωμένης Ευρώπης. Αξιοσημείωτο είναι ότι ταυτόχρονα άλλοι ομοϊδεάτες τους θα στελεχώσουν αργότερα αντιστασιακές κινήσεις, ενώ σε περιόδους εξάρσεων δεν θα διστάσουν να μεταστραφούν υπέρ των Άγγλων.
Ως τέτοιες δεξαμενές μπορούν να αναφερθούν, πλην των προαναφερθεισών γερμανόφιλων ΟΕΚΚ, «Τρίαινας» και του κόμματος του Μερκούρη, οι μάλλον ιταλόφιλες Ένωση Ελλήνων Φασιστών με αρχηγό τον Θ. Υψηλάντη, Οργάνωση Ελλήνων Εθνικιστών υπό τον Αλέξ. Γιάνναρο (διάδοχος της προηγούμενης) και η ιδιότυπη οργάνωση Εθνική Ένωσις Ελλάς (ή Ελλάδος), γνωστότερη με τα αρχικά της (ΕΕΕ), που διέθετε ειδικό βάρος στη Βόρειο Ελλάδα και είχε εκδηλωθεί ως αντιεβραϊκή. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας σ’ αυτή την τελευταία, διότι είναι η μοναδική πολιτική οργάνωση που ανασυστήθηκε και συνέχισε τη δράση της επί Κατοχής, πιστεύοντας ακράδαντα και μέχρι τέλους στη γερμανική νίκη, με αποκορύφωμα την αναχώρηση της ηγεσίας της τον Οκτώβριο του 1944 στη Βιέννη, προκειμένου να επιστρέψει όταν το Τρίτο Ράιχ με το αναμενόμενο «νέο όπλο» θα κέρδιζε τον πόλεμο!
Τα ΕΕΕ ιδρύθηκαν το 1927 στη Μακεδονία. Μόλις τα προηγούμενα χρόνια είχε ολοκληρωθεί η ανταλλαγή πληθυσμών με την απομάκρυνση Μουσουλμάνων και Σλαβομακεδόνων. Η εγκατάσταση νέων κατοίκων, που προέρχονταν από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, προκαλούσε νέες ισορροπίες για τους γηγενείς Έλληνες κατοίκους της Μακεδονίας, οι οποίοι ιδρύοντας αυτή την οργάνωση, όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, θέλησαν να εδραιώσουν την εθνική συνείδηση, κυρίως απέναντι σε ξενοκεντρικές προπαγάνδες που συνέχιζαν να λειτουργούν. Πλην των όσων Σλαβομακεδόνων είχαν απομείνει αποκρύβοντας τα βουλγαρόφρονα αισθήματά τους και των ελάχιστων Κουτσοβλάχων που ήταν επηρεασμένοι από τη ρουμανική προπαγάνδα, υπήρχε και ένας άλλος μειονοτικός πληθυσμός που επίσης διατηρούσε διαθέσεις αυτονομιστικές: ένα μέρος των Εβραίων της Μακεδονίας και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης συνέχιζε να θεωρεί εφικτή τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου διεθνιστικού κρατιδίου με έδρα τη μακεδονική μεγαλούπολη. Ωστόσο ένα άλλο μέρος των Εβραίων κατοίκων (κυρίως από τους Ρωμανιώτες) ασπαζόταν τη θεωρία του αφομοιωτισμού και δήλωνε εθνική συνείδηση, αντιδρώντας στους δυναμικούς Σιωνιστές.
Ο κίνδυνος ενός χωριστικού κινήματος στην ελληνική Μακεδονία εξακολουθούσε να είναι ορατός, έστω και νεφελώδης. Οπωσδήποτε πιο επίφοβος ήταν ο κίνδυνος από τον αναπτυσσόμενο εγχώριο κομμουνισμό, ο οποίος μόλις τα χρόνια εκείνα είχε διατυπώσει δόγμα αυτόνομης Μακεδονίας, με αποτέλεσμα να βρεθεί το ΚΚΕ στη δίνη ενδοκομματικών αναστατώσεων. Ακριβώς σ’ αυτόν τον συνδυασμό κοινών στόχων των Σλαβομακεδόνων, των Εβραίων και του ΚΚΕ κατά τη δεδομένη συγκυρία θέλησαν να αντιπαραταχθούν τα ΕΕΕ[9].
Η οργάνωση αυτή στα πρώτα χρόνια της δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην εθνική συσπείρωση των Μακεδόνων, περιλαμβανομένων και των προσφύγων που ήλθαν με την ανταλλαγή, χωρίς αρχικά να έχει άλλες ευρύτερες φιλοδοξίες. Φαίνεται όμως ότι η απήχηση που απέκτησε, προσέλκυσε την προσοχή των πολιτικών κομμάτων, ιδίως του Κόμματος Φιλελευθέρων και των κατά τόπους πολιτευτών του. Μέχρι το 1933, που η οργάνωση παραμένει συμπαγής και αδιάσπαστη, είχε χροιά βενιζελική και παράλληλα ιταλόφιλη, έννοιες καθόλου ασυμβίβαστες. Τα ΕΕΕ κατηγορήθηκαν για τον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη και άλλα παρόμοια βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1930. Η αφορμή είχε προέλθει από τη συμμετοχή αντιπροσωπείας της οργάνωσης της εβραϊκής νεολαίας «Μακαμπή» σε συνέδριο στη Σόφια, όπου εκεί εκφράσθηκε η ευχή για δημιουργία αυτόνομου μακεδονικού κράτους. Αν και έχουν εκφρασθεί αμφιβολίες για το τι ακριβώς συνέβη, το γεγονός ότι οι συντηρητικότεροι Εβραίοι, οι λεγόμενοι «αφομοιωτές»[10], διαχώρισαν τη θέση τους, επιβεβαιώνει ότι η «Μακαμπή» είχε υπερβεί τα εσκαμμένα. Το γεγονός προβλήθηκε με έντονο τρόπο από τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα από τη «Μακεδονία», της οποίας ο αρχισυντάκτης Νίκος Φαρδής θεωρήθηκε ότι με την αρθρογραφία του φανάτισε την τοπική κοινή γνώμη.
Γενικός διοικητής Μακεδονίας ήταν τότε ο στρατηγός Στυλιανός Γονατάς, φίλα προσκείμενος προς την οργάνωση, ο οποίος όμως όταν κατάλαβε πού μπορούσε να οδηγηθεί η κατάσταση έσπευσε να διαχωρίσει τη θέση του[11]. Μετά τον εμπρησμό του Κάμπελ, που ουσιαστικά είναι η μοναδική αντιεβραϊκή[12] δράση από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, δημιουργήθηκε μια ατμόσφαιρα έντασης με εκατέρωθεν προκαλούμενα επεισόδια ήσσονος σημασίας, όχι όμως εντελώς αναίμακτα. Από την κατάσταση αυτή ενδιαφέρθηκε να επωφεληθεί το ΚΚΕ, που συμμετείχε πλέον ενεργά στην πολιτική ζωή. Η γραμμή του ήταν α) να στηρίξει την ευρεία μάζα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που μέσα από την πορεία της Φεντερασιόν ανήκε στη ραχοκοκαλιά των οπαδών του, β) να παραμείνει σύμμαχος στις όποιες αυτονομιστικές προοπτικές μπορούσαν να υπάρχουν, και γ) να αντιμετωπίσει δυναμικά στο πεζοδρόμιο τον εγχώριο φασισμό.
Προς τον σκοπό αυτό έστειλε στη Θεσσαλονίκη ικανά καθοδηγητικά στελέχη του, μεταξύ των οποίων τον Τάκη Φίτσο από την Αθήνα, ο οποίος σε μια σειρά άρθρων του στον «Ριζοσπάστη» της εποχής αναλύει τα μετά τον εμπρησμό του Κάμπελ (Ιούνιος 1931) γεγονότα.
Η οργάνωση ΕΕΕ συνέχισε να κινείται δραστήρια στη Βόρειο Ελλάδα, αύξησε τα γραφεία της σε διάφορες πόλεις, ενώ απέκτησε ισχύ τόσο ανάμεσα στους φοιτητές[13] όσο και γενικότερα στους νέους με την ίδρυση του Σώματος Ελλήνων Αλκίμων, που ήταν αντίστοιχο των προσκόπων και των νεολαίων της «Μακαμπή». Τον Μάρτιο 1933, όταν για πρώτη φορά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην εξουσία ανέρχονται οι αντιβενιζελικοί και σχηματίζεται η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, τα ΕΕΕ υφίστανται ενδοοργανωτικούς τριγμούς, ως απόρροια των οποίων είναι η διαμόρφωση δύο διπλών τάσεων που δεν έχουν μεταξύ τους διαχωριστική γραμμή: βενιζελική και ιταλόφιλη, αντιβενιζελική και γερμανόφιλη. Ενδιαφέρον είναι ότι η πρώτη και μόνον διατηρεί χαρακτήρα αντιεβραϊκό – και αυτό παρά το γεγονός ότι η εκπροσώπηση του αυθεντικού ιταλικού φασιστικού κόμματος (εξωτερικού) γίνεται από Εβραίους της Θεσσαλονίκης!
Η οργάνωση χρησιμοποιεί ως πρωτεύοντα συνθήματα τα «Έλληνες ενωθήτε» και, κατά το αντίστοιχο γερμανικό των εθνικοσοσιαλιστών, «Ελλάς ξύπνα». Παραστρατιωτικός σχηματισμός της είναι οι Χαλυβδόκρανοι, που θα μπορούσε να αντιστοιχισθεί με τα Τάγματα Εφόδου του Χίτλερ ή τους πρώιμους φασιστικούς σχηματισμούς του Μουσολίνι πριν από την άνοδό του στην εξουσία. Εκτός από τους οργανωμένους νεολαίους της, διαθέτει μια εκτεταμένη οργανωτική δομή στον χώρο του συνδικαλισμού. Ο γεν. γραμματέας της Δ. Χαριτόπουλος έχει την ιδιότητα του προέδρου του Εθνικού Συνδέσμου Καπνεργατών. Πλην του ΚΚΕ, είναι η μόνη πολιτική δύναμη που διαθέτει ερείσματα και ζηλευτή οργάνωση με σωματεία εργατών, αγροτών, επαγγελματιών, φοιτητών, μαθητών, ενώ εκδίδονται προσκείμενες εφημερίδες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες βορειοελλαδικές πόλεις.
Τον Ιούνιο 1933, ακριβώς δύο χρόνια μετά τον εμπρησμό του συνοικισμού Κάμπελ, ο οποίος έδωσε πανελλήνια δημοσιότητα στα ΕΕΕ, πραγματοποιήθηκε η «πορεία προς την Αθήνα». Διαθέτοντας παραστρατιωτικά χαρακτηριστικά τετραψήφιος αριθμός Χαλυβδοκράνων κατήλθε σιδηροδρομικώς από τη Θεσσαλονίκη στην πρωτεύουσα και από τον Σταθμό Λαρίσης παρήλασε σε σχηματισμούς μέσω των αθηναϊκών λεωφόρων για να καταλήξει τελετουργικά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου. Τους υποδέχθηκαν επίσημα, πλην του προέδρου της Γερουσίας Στυλ. Γονατά, οι υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης Ιω. Ράλλης και Σπ. Ταλιαδούρος, οι στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές κ.ά.
Το γεγονός αυτό ήταν ενδεικτικό της απήχησης που είχε προκαλέσει μέχρι τότε η οργάνωση με τις εμφανίσεις της, που της έδιναν υφή αντίποδα του ΚΚΕ. Ο εντυπωσιασμός που αντιπροσώπευε για την κοινή γνώμη η «πορεία προς την Αθήνα», που κάθε άλλο παρά απειλητική για τους νόμιμους φορείς της εξουσίας ήταν, σύντομα θα οδηγήσει στην αλαζονεία της ηγεσίας των ΕΕΕ και στην άκαιρη προβολή προσωπικών φιλοδοξιών.
Όταν στους πρώτους μήνες του 1934 η διάσπαση των ΕΕΕ είναι γεγονός, η κύρια μερίδα παραμένει η φιλοβενιζελική και ιταλόφιλη, η οποία πρωτοστατεί στη μετατροπή της οργάνωσης σε «Κόμμα Εθνικόν και Σοσιαλιστικόν»[14]. Ωστόσο τα ηγετικά στελέχη αυτής της μερίδας είναι εκείνα που θα επανασυστήσουν την οργάνωση επί Κατοχής και μάλιστα θα βρεθούν τελικά στη Βιέννη με τους λοιπούς αυτοεξόριστους Έλληνες χιτλερικούς. Παρά την επαναστατική ορολογία της, η οργάνωση δεν απείλησε την καθεστηκυία τάξη. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις, λειτούργησε για την υποστήριξή της, μερικές φορές μάλιστα σε ευθεία αντιπαράθεση με τους κομμουνιστές, κερδίζοντας έτσι υποστηρικτές όπως π.χ. ο σοφός βυζαντινολόγος Νίκος Βέης, ο οποίος μίλησε στον «Παρνασσό» σε συγκέντρωση που είχε διοργανώσει το Παράρτημα Αθηνών των ΕΕΕ.
Στο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 τα ΕΕΕ δεν έπαιξαν ρόλο, αλλά λίγο αργότερα η ηγετική ομάδα που, παραγκωνίζοντας τους βενιζελικούς αξιωματικούς Α. Παπακυριαζή και Εμμ. Δημοτάκη, είχε επικρατήσει (Κ. Γούλας[15], Δ. Χαριτόπουλος, υιός Κοσμίδης κ.ά.) προθυμοποιήθηκε να προσφέρει την αρχηγία στον στρατηγό Θεόδωρο Μανέττα[16] και εν συνεχεία στον συνταγματάρχη Πέτρο Γρηγοράκη, γνωστούς ως ακραιφνείς βενιζελικούς, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει παρόμοια πρόταση ο άλλοτε βενιζελικός υπουργός Απόστολος Αλεξανδρής. Σε προγενέστερες φάσεις η οργάνωση τελούσε σε στενή επαφή με πρόσωπα που ανήκαν στην αντίθετη παράταξη, όπως π.χ. ο Αναστάσιος Νταλίπης ή ο Μίκης Μελάς (γιος του Παύλου). Η οργάνωση υποχρεωτικά πέρασε σε ανυπαρξία όταν κηρύχθηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Πλην των ΕΕΕ και των άλλων άλλων γερμανόφιλων ή ιταλόφιλων πολιτικών οργανώσεων, σε προσωπικό επίπεδο υπήρξαν πολιτικοί που εμφανίστηκαν ως συμπαθούντες, τελικά συμβάλλοντας με το κύρος και την προβολή που διέθεταν στη διάδοση παρομοίων ιδεών, ανεξάρτητα από τη στενή πολιτική ταυτότητά τους. Είναι όμως ενδιαφέρον να δούμε τη διάσπαση που γνώρισε το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1930, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του, ίσως όχι χωρίς κάποια ανάμιξη των ΕΕΕ[17]. Περικλείει ορισμένα προφητικά χαρακτηριστικά, εκτός αν, ακόμη χειρότερα, η καταγγελτική γνώμη της αντιηγετικής ομάδας περί φασιστικών αντιλήψεων της νέας ηγεσίας ήταν τόσο καλά εμπεριστατωμένη. Την τετραμελή ηγεσία, που καταγγέλθηκε ως εκφράζουσα φασιστικές αντιλήψεις και που νομιμοφανώς αναδείχθηκε στο συνέδριο εκείνο αποτελούσαν οι Ιω. Σοφιανόπουλος, Σ. Ανθρακόπουλος, Ν. Ματούσης και Απ. Παγκούτσος. Και οι τέσσερις επί Κατοχής βρέθηκαν υπό ιταλική επιρροή, άλλος συνεργασθείς λιγότερο και άλλος περισσότερο[18]. Εξ αυτών ο Σωκράτης Ανθρακόπουλος, που είχε εκλεγεί βουλευτής στις εκλογές του 1928 και του 1932 υπήρξε αρθρογράφος της ελληνόφωνης ιταλικής προπαγανδιστικής εφημερίδας «Κουαδρίβιο» κατά την Κατοχή, ο Απόστολος Παγκούτσος είχε θεωρηθεί ως πολιτικός αρχηγός του ΕΑΣΑΔ, ενώ είχε εκλεγεί βουλευτής προπολεμικά με το Αγροτικό Κόμμα και μεταπολεμικά με την Ένωση Κέντρου για να καταλήξει υπουργός στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο δε Νικόλαος Ματούσης, περί του οποίου θα γίνει εκτενής λόγος σε άλλο τόμο, είναι ο γνωστός «πρωθυπουργός» του πριγκιπάτου της Πίνδου. Προκειμένου περί του Ιω. Σοφιανόπουλου, έχουν επανειλημμένα επισημανθεί οι προσπάθειές του να γίνει κατοχικός υπουργός ή ακόμη και πρωθυπουργός.
Το καλοκαίρι του 1935 ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης, δεδηλωμένος γαλλόφιλος, επιχειρεί μια ιταλόφιλη στροφή και, συνοδευόμενος από τον στενό φίλο και συνεργάτη του Σταμάτη Μερκούρη, επισκέπτεται την Ιταλία. Εκεί είχε πολλές επαφές με ιθύνοντες του ιταλικού φασισμού, ακόμη και προσωπική συνάντηση με τον Μπενίτο Μουσολίνι. Ωστόσο οι περαιτέρω κινήσεις του, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, δεν θα εκταθούν περισσότερο από τη δυναμική πρωτοβουλία του να παλινορθώσει τη Βασιλευομένη Δημοκρατία και όχι να ιδρύσει μια φασιστική δικτατορία.
Την ίδια εκείνη ρευστή εποχή είναι πολλοί οι θιασώτες της επιβολής μιας δικτατορίας φασιστικού τύπου. Άλλωστε είναι γνωστό ότι το φαινόμενο έχει διεθνή διάσταση και σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες οι φασιστικές ιδέες είναι ελκυστικές για σημαντικό τμήμα των λαϊκών μαζών. Στην Ελλάδα πολιτικοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων επανειλημμένα εκφράζουν τον θαυμασμό τους προς την Ιταλία του Μουσολίνι. Κάτι αντίστοιχο, αλλά σε οφθαλμοφανώς μικρότερη κλίμακα, ισχύει και έναντι της Γερμανίας του Χίτλερ. Ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Κοτζιάς δεν κρύβει τις συμπάθειές του προς τις δύο αυτές χώρες, αρχικά ιδιαιτέρως προς την Ιταλία. Μια θεαματική επίσκεψη και ομιλία του στο Ιταλικό Ινστιτούτο της οδού Πατησίων καταλήγει στη δημιουργία επεισοδίων εκ μέρους αντιφρονούντων[19]. Οι ιδιαίτερες συμπάθειες που είχε δημιουργήσει ο Κ. Κοτζιάς, πληθωρικός και φιλόδοξος, κατά τις επισκέψεις του στην Ιταλία και τη Γερμανία, θα δώσουν λαβή μεταγενέστερα για να θεωρείται ως «άνθρωπός» τους στην Ελλάδα, ακόμη και τις τελευταίες ημέρες πριν από την ιταλική επίθεση.
Από την άλλη μεριά, αγγλόφιλοι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν με τη μαζικότητα που είχαν γίνει γνωστοί άλλοτε, π.χ. στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ανήκαν κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και οι εκδηλώσεις τους ήταν περιορισμένες[20]. Αυτό βεβαίως δεν απέτρεπε την ύπαρξη αγγλικής επιρροής στα πολιτικά πράγματα, που έγινε πιο εμφανής από τις παραμονές της παλινόρθωσης και ιδιαίτερα μετά την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Η δραστηριότητα του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου ήταν πάντοτε διακριτική, όπως αντίστοιχα και του Ελληνογερμανικού, και δεν υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πλευρές πριν πυκνώσουν τα νέφη του επερχόμενου πολέμου. Εν τούτοις γύρω από τις δύο αυτές δεξαμενές προέκυψαν στελέχη που έδρασαν παρασκηνιακά στις αντίστοιχες ξένες μυστικές υπηρεσίες ή σε υπηρεσίες προπαγάνδας, καθώς και άλλα που στρατεύθηκαν στην περίοδο της Κατοχής ως όργανα των μεν και των δε[21].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Πρόκειται για τον γεωργικό ακόλουθο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Λαιρντ Άρτσερ, που στη διάρκεια του μεσοπολέμου συντόνιζε την αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα και άλλες βαλκανικές χώρες και είχε τη διεύθυνση του Ιδρύματος Εγγύς Ανατολής, ενώ μετά την Απελευθέρωση το 1944 ανέλαβε πρώτος διευθυντής της Ούνρα στην Ελλάδα. Το ημερολόγιό του κυκλοφόρησε το 1944 στη Νέα Υόρκη και μεταφράστηκε από τους Βασ. και Αχ. Κωνσταντίνου (Λαιρντ Άρτσερ, «Βαλκανικό Ημερολόγιο (1934-1941)», Εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 1993, σελ. 80-82).
[2] Εφημερίδα «Έθνος», 30 Ιουνίου 1937.
[3] Βλ. Romain H. Rainero «Το πραξικόπημα του Μεταξά και η απήχηση στη φασιστική Ιταλία», εισήγηση στο Διεθνές Ιστορικό Συνέδριο «Η Ελλάδα 1936-44, Δικτατορία-Κατοχή-Αντίσταση», του οποίου τα πρακτικά δημοσιεύθηκαν από το Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ με επιστημονική επιμέλεια Χ. Φλάισερ και Ν. Σβορώνου, Αθήνα 1989, σελ. 34.
[4] Βλ. Λαιρντ Άρτσερ, ό.π., σελ 77: «...Κάποιος απεσταλμένος είχε μπει στο γραφείο μου κουβαλώντας μια αγκαλιά βιβλία και έντυπα. “Ποιος άφησε αυτόν τον πλασιέ να μπει;” είχα ρωτήσει φωναχτά από την ανοιχτή πόρτα τούς υπαλλήλους του γραφείου. Η απάντηση που έλαβα ήταν: “Δεν είναι πλασιέ, κύριε, είναι από τον [Έλληνα] πρωθυπουργό, και έφερε όλες αυτές τις δημοσιεύσεις για το αμερικανικό Νιού Ντηλ. Ο πρωθυπουργός τού είπε να σας τα φέρει. Θα ήθελε, παρακαλεί, να μεταφραστούν και να ανακεφαλαιωθούν για δική του πληροφόρηση”. Όπως έμαθα αργότερα, ο Μεταξάς είχε παρακαλέσει την αμερικανική πρεσβεία να του βρει αυτό το υλικό, γιατί ενδιαφερόταν πολύ για τους κανονισμούς του Νιού Ντηλ. Σκόπευε να τους αναπλάσει σε καινούρια καλούπια για να τους χρησιμοποιήσει η δικτατορία ως μέσο συστηματοποίησης στην Ελλάδα. Με αυτό ο Μεταξάς ελπίζει να δημιουργήσει μια ισχυρή εργατική υποστήριξη για το καθεστώς του».
Ο Μεταξάς, που είχε την πεποίθηση ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να ενισχύσει την αγροτική παραγωγή της με ιδανικό την αυτάρκεια παραγωγής, ήταν πρόθυμος να αντιγράψει ιδέες ή απλώς να ενημερωθεί για τα επιτεύγματα σε άλλες χώρες. Πράγματι, στα επόμενα χρόνια ενδιαφέρθηκε επίμονα για τον Έλληνα αγρότη, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί ότι αντέγραψε τελικά το αμερικανικό πρότυπο.
[5] Βλ. R. Rainero, ό.π., σελ. 36, όπου παρουσιάζεται το τηλεγράφημα του Μποσκαρέλι προς το Τμήμα Πολιτικών Υποθέσεων του ιταλικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 14-8-1936.
[6] Ο καθηγητής Δημήτρης Κιτσίκης στο βιβλίο του «Ελλάς και Ξένοι 1919-1967» (έκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 1977, σελ. 121) θεωρεί ότι η ιταλοφιλία «είχε γίνει πια της μόδας στην Ελλάδα» στις αρχές της δεκαετίας 1930, αναφερόμενος και στις δύο κύριες πολιτικές παρατάξεις της χώρας, τους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς. Και προσθέτει: «Οι στρατηγοί και των δυο παρατάξεων ήθελαν να κινηθούν “όπως στην Ιταλία” και να μιμηθούν τον Μουσσολίνι».
[7] Ο απόστρατος αξιωματικός Θεόδωρος Σκυλακάκης (1894-1944), ήταν συμμαθητής στη Σχολή Ευελπίδων και προσωπικός φίλος του Σοφοκλή Βενιζέλου. Με τον Ιωάννη Μεταξά διατηρούσε δεσμούς από το κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη το 1923, όταν ο ίδιος αποτάχθηκε. Το 1934 πρωταγωνίστησε με τον Αχιλλέα Κύρου της «Εστίας», τον Ευάγγελο Κυριάκη και άλλους παράγοντες στη δημιουργία της εθνικοσοσιαλιστικής «ΟΕΚΚ», η οποία εξέδιδε για ένα διάστημα την ημερήσια εφημερίδα «Κράτος». Ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών τον Μάιο 1936 και τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου απομακρύνθηκε με την κατηγορία ότι συνωμοτούσε για να ανατρέψει τον Ιω. Μεταξά. Η ίδια κατηγορία τού αποδόθηκε και δεύτερη φορά, τον Ιούλιο 1940, στο πλαίσιο της συνωμοσίας των γερμανοφίλων, με αποτέλεσμα να εξορισθεί στη Λευκάδα. Επί Κατοχής δεν διαδραμάτισε κανένα σημαντικό ρόλο και εκτελέστηκε από τους κομμουνιστές στα Δεκεμβριανά του 1944. Βιογραφικό του περιλαμβάνεται στο βιβλίο Δημοσθ. Κούκουνα, «Οι Έλληνες Πολιτικοί, 1926-1949», Εκδ. Μέτρον, Αθήνα 1999, σελ. 175.
[8] Ο όρος αυτός είναι μάλλον αδόκιμος, αλλά χρησιμοποιείται συμβατικά. Οι παράγοντες της δικτατορίας ποτέ δεν αποδέχθηκαν επίσημα τον όρο αυτόν, υποστηρίζοντας ότι το καθεστώς δεν αντέγραφε ξένα ιδεολογικά πρότυπα, αλλά ότι αντλούσε ιδεολογικές παρακαταθήκες από την αρχαία ελληνική κληρονομιά της κλασικής Ελλάδος, ενώ ακόμη και ο καθιερωμένος χαιρετισμός («ρωμαϊκός» ή φασιστικός) με ανάταση της δεξιάς είχε αντίστοιχη αρχαιοελληνική προέλευση.
[9] Εκτός από στελέχη της Επανάστασης του 1922 στη Θεσσαλονίκη, που είχαν επισημάνει αυτόν τον κίνδυνο, ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος είχε ανάλογη άποψη, που κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του τον οδήγησε να διορίσει επικεφαλής της νεοσύστατης Υπηρεσίας Δίωξης του Κομμουνισμού, που υπαγόταν στην Ασφάλεια, τον ιατρό και συγγραφέα Αριστείδη Ανδρόνικο. Ο τελευταίος είναι ο πρώτος εισαγαγών στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία 1920 τις θεωρίες περί συναφείας Σιωνισμού και Κομμουνισμού βάσει των αμφιλεγομένων Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών. Ο Αρ. Ανδρόνικος τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής (1944) συνέβαλε στην ανασύσταση των ΕΕΕ και είναι από εκείνους που κατέφυγαν στη Βιέννη, επιχειρώντας να σχηματίσουν ελληνική αυτοεξόριστη κυβέρνηση (1945). Προηγουμένως είχε συμμετάσχει στη γνωστή οργάνωση ΕΣΠΟ, η οποία σημειωτέον (και μεταξύ άλλων στελεχών της και ο ίδιος ο Ανδρόνικος) κρίθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου το 1948 ως πατριωτική και όχι προδοτική.
[10] Το ζήτημα των εσωτερικών διενέξεων ανάμεσα στους Εβραίους της Ελλάδος κατά την περίοδο του μεσοπολέμου δεν έχει ερευνηθεί από κανέναν ιστορικό και συνεπώς μένει αδιευκρίνιστο στις κύριες πτυχές του, παρά τις εντάσεις που αναδείχθηκαν. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι πρωτίστως από την πλευρά των «αντι-σιωνιστών» προέρχονται στελέχη της Εβραϊκής Κοινότητας που συνεργάσθηκαν με τους κατακτητές επί Κατοχής. Άλλωστε το όλο θέμα των Εβραίων δοσιλόγων εξακολουθεί να είναι και αυτό ανεπαρκώς γνωστό, με εξαίρεση δύο άρθρα του συγγραφέα στο περιοδικό «Λαβύρινθος» (αριθ. 24 και 25, Ιούνιος-Ιούλιος 2005). Από αυτά ίσως ενθαρρύνθηκε ο πρόεδρος του Κ.Ι.Σ. Μίνως Κωνσταντίνης μόλις πρόσφατα («Τα Νέα του ΚΙΣ», Ιούνιος 2008) να αναφερθεί στην ανάγκη να ερευνηθεί ιστορικά η παράμετρος αυτή.
[11] Δεν θα μπορούσε βέβαια να τεθεί θέμα ευθύνης του Στ. Γονατά αναφορικά με τον εμπρησμό, πολύ δε περισσότερο οποιαδήποτε υπόνοια ότι τον είχε υποκινήσει ή τον είχε ανεχθεί. Ωστόσο οι βενιζελικοί της Θεσσαλονίκης ενίσχυαν τα ΕΕΕ και οι ίδιοι σε πολλές περιπτώσεις είχαν έλθει σε ρήξη με παράγοντες της Εβραϊκής Κοινότητας. Υπάρχουν και δύο αξιοσημείωτες συμπτώσεις: α) γενικός γραμματέας της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας στην τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου είχε διατελέσει ο Εμμανουήλ Λουλακάκης, ο οποίος στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου πήρε μέρος ως υπουργός γεν. διοικητής Κρήτης, και β) ανώτερη διοικητική θέση στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας κατείχε τότε ο Περικλής Πέτροβας (ο οποίος εξελίχθηκε σε ηγετικό στέλεχος των ΕΕΕ, ενώ το 1933 αποχώρησε απ’ αυτά και κατήλθε στην Αθήνα, αναλαμβάνοντας την αρχηγία της εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης «Τρίαινα», αφού παραμέρισε τον ιδρυτή της Ιάκωβο Διαμαντόπουλο, κατά τη διάρκεια της Κατοχής δε στάλθηκε στη Γερμανία ως επιθεωρητής εργασίας με αρμοδιότητα τους εθελοντές εργάτες που μετανάστευσαν εκεί για να εργασθούν στη γερμανική πολεμική βιομηχανία, επίσημα διαπιστευμένος από την κατοχική κυβέρνηση Αθηνών).
Ο Στυλιανός Γονατάς, μετά τον εμπρησμό, εγκατέλειψε τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας για να αναλάβει στην Αθήνα την προεδρία της Γερουσίας. Όταν έγινε η πορεία των τριεψιλιτών προς την Αθήνα, τον Ιούνιο του 1933, ο Γονατάς τούς υποδέχθηκε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου, μαζί με τον τότε υπουργό Εσωτερικών Ιωάννη Ράλλη, τον μετέπειτα κατοχικό πρωθυπουργό.
[12] Χρησιμοποιούμε τον όρο «αντιεβραϊκή» και όχι «αντισημιτική» δράση, διότι δεν υπήρχε γενικευμένη φυλετική δράση. Και οι οξύτερες ακόμη ανακοινώσεις που είχε εκδώσει ποτέ η οργάνωση ΕΕΕ δεν στηρίζονταν σε ευγονική επιχειρηματολογία. Είναι χρήσιμο να ενσκήψουμε στο περιεχόμενο μιας αχρονολόγητης (πιθανόν μετά το 1933) προκήρυξης που είχε διανεμηθεί στην Αθήνα και απευθυνόταν γενικά στους «Έλληνες εμπόρους»: «…ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που ύπουλα και κρυφά παρασκεύασαν σ’ όλα τα Κράτη, σ’ όλην την ανθρωπότητα τις μεγαλείτερες καταστροφές. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που κατέστρεψαν την Ρωσσίαν και την διοικούν σήμερα με το αιματοβαμμένο καθεστώς των παρασκευάζοντες την κακουργία του παγκοσμίου εμφυλίου σπαραγμού. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που επιχείρησαν να καταστρέψουν – χωρίς να το επιτύχουν – την αναγεννωμένην Γερμανίαν. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που αναστατώνουν την Αμερικήν εκμεταλλευόμενοι τα πειράματα του Ρούζβελτ. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που πρωτοστάτησαν στην καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που πρωτοστάτησαν στα μαρτύρια και την διαπόμπευσιν του Γρηγορίου Ε΄. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που δεν ήθελαν ούτε θέλουν τους Έλληνας στην Θεσσαλονίκη. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που δεν μιλούν Ελληνικά ούτε τα παιδιά τους στέλλουν στα Ελληνικά Σχολεία. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που υπήρξαν οι ιδρυταί του κομμουνιστικού κόμματος της Ελλάδος (Μπεναρόγιας) και οι πρώτοι προσχωρήσαντες εις το Εν. Κομμουνιστικόν Μέτωπον. ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που τις περισσότερες φορές δεν έχουν την Ελληνικήν υπηκοότητα, τελευταία, εδώ και δύο-τρία χρόνια ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΝ με υπομονήν, επιμονήν, και την αριστοτεχνική συνωμοτικήν ικανότητά τους, την ΓΕΝΙΚΗΝ ΕΠΙΘΕΣΙΝ τους κατά των Ελλήνων Εμπόρων, κατά της Ελληνικής Εθνικής Οικονομίας… ΔΕΝ ΑΦΗΚΑΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ. ΔΕΝ ΑΦΗΚΑΝ ΤΙΠΟΤΕ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΤΟ ΠΑΡΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥΝ ΣΤΑ ΑΠΛΗΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ! Σαν μανιτάρια δύο-τρία χρόνια τώρα με την ενίσχυσι και των Κομματικών Κυβερνήσεων που το χρήμα των και τις 9000 ψήφους των της Θεσσαλονίκης άγουν και τας φέρουν, κατώρθωσαν και γέμισε η αγορά μας από ΕΒΡΑΪΚΑ καταστήματα, έγιναν κύριοι της οικονομικής μας ζωής και μας ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ παντού. ΕΒΡΑΙΟΙ στην Βιομηχανία, ΕΒΡΑΙΟΙ στο εμπόριο, ΕΒΡΑΙΟΙ στα ψιλικά, ΕΒΡΑΙΟΙ στα Τεχνικά γραφεία, ΕΒΡΑΙΟΙ στα Παραγγελιοδοχικά, ΕΒΡΑΙΟΙ στις Τραπεζιτικές εργασίες, ΕΒΡΑΙΟΙ στις Κρατικές εργασίες, ΕΒΡΑΙΟΙ ΚΤΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΘΗΝΩΝ (ΓΟΥΔΙ), ΕΒΡΑΙΟΙ μέσω του συστήματος των Κρατικών Δημοπρασιών κατώρθωσαν και ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ τα οχυρωματικά έργα Θεσσαλονίκης για να εμπορευθούν τον σίδηρον του μπετόν αρμέ, και σήμερα η συμπρωτεύουσα είναι ανοχύρωτος, ανίκανος προς άμυναν και η Ελληνική Σημαία κινδυνεύει να υποβιβασθή από τον Λευκόν Πύργον όπου την έστησαν τα χέρια της Πολεμικής Ελληνικής Νεότητος και να υψωθή από τα χέρια των παιδιών του Ιούδα… μια… οιαδήποτε ξένη!…».
[13] Η τιτλοφορούμενη Φοιτητική Φάλαγγα ήταν οπωσδήποτε η πιο δυναμική οργάνωση ανάμεσα στους φοιτητές και αντλούσε στελέχη από τον περιώνυμο εκείνη την εποχή Εθνικό Παμφοιτητικό Σύλλογο. Διοικητής της στη Θεσσαλονίκη ήταν ο Νικόλαος Βλαχογιάννης (ο οποίος μετακινήθηκε στη Βιέννη κατά το τέλος της Κατοχής), ενώ στην Αθήνα δρούσε υπό τον Δημήτριο Σφαέλλο, που προηγουμένως ήταν γενικός γραμματέας του Παμφοιτητικού. Από τις τάξεις των φοιτητικών αυτών οργανώσεων προέκυψαν επώνυμα πολιτικά στελέχη σε διάφορα κόμματα της μεταπολεμικής περιόδου, μεταξύ των οποίων βουλευτές, υπουργοί, πανεπιστημιακοί καθηγητές, ανώτατα και ανώτερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης κ.ά.
[14] Βλ. το υπό τον τίτλο «Φως εις τα αίτια της διαστάσεως εν τη ΕΕΕ» κύριο άρθρο της εφημερίδας «Εθνικός Αγών», που ήταν όργανο της «Σωματειακής Οργανώσεως ΕΕΕ», Θεσσαλονίκη, 29 Απρ. 1934.
[15] Ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Γούλας, προεδρεύων των ΕΕΕ προ του 1936, επί Κατοχής θα ανασυστήσει την οργάνωση, χωρίς όμως να πλησιάσει τη μαζικότητα που είχε γνωρίσει προπολεμικά. Στις αρχές του 1944 επανεμφανίσθηκε με έδρα την Αθήνα (της παραχωρήθηκε επιταγμένο ακίνητο στη γωνία Σίνα-Βησσαρίωνος), ενώ είχε στη διάθεσή της την εφημερίδα «Ακρόπολις». Τα ΕΕΕ, αφού η ΕΣΠΟ είχε περιέλθει σε τέλμα υπό τον τελευταίο πρόεδρό της Γ. Τριαντόπουλο, ήταν η μόνη πολιτική οργάνωση που συνεργαζόταν ανοικτά με τους Γερμανούς την τελευταία κατοχική χρονιά. Γύρω απ’ αυτήν είχαν συσπειρωθεί όλοι οι πολιτικοί δοσίλογοι της Αθήνας και τελικά ήταν το μόνο πολιτικό σχήμα που μετακινήθηκε πριν από την Απελευθέρωση προς τη Γερμανία, εξακολουθώντας να πιστεύει στη γερμανική νίκη. Στις 10 Ιανουαρίου 1945 ο Κ. Γούλας, εκπροσωπώντας τα ΕΕΕ, πήρε μέρος στην τριμελή Ελληνική Εθνική Επιτροπή που σχηματίσθηκε στη Βιέννη υπό τον Έκτορα Τσιρονίκο, εν είδει αυτοεξόριστης κυβέρνησης (το τρίτο μέλος της ηγεσίας ήταν ο άλλοτε βουλευτής Ηρακλείου των Φιλελευθέρων Ιωάννης Πασσαδάκης, υπουργός γεν. διοικητής Κρήτης επί Κατοχής). Ο Γούλας επέστρεψε στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου και η τελευταία εμφάνισή του στις ελληνικές εφημερίδες ήταν το 1967 και οφειλόταν στην παρουσία του στη δίκη για τη δολοφονία Λαμπράκη, ως συνηγόρου υπεράσπισης.
[16] Την πληροφορία δημοσίευσε η γαλλόφωνη εβραϊκή εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Πρόοδος» (9 Μαΐου 1935), προσθέτοντας ότι η οργάνωση ΕΕΕ, στο πλαίσιο της νέας κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την καταστολή του κινήματος της 1ης Μαρτίου και την προκήρυξη εκλογών, από τις οποίες θα απείχε το Κόμμα Φιλελευθέρων, προχωρούσε στη μετατροπή της σε κόμμα φασιστικών αρχών με τη συμμετοχή όλων των παρεμφερών εθνικιστικών οργανώσεων, υπό την αρχηγία του Θ. Μανέττα. Ο εκπρόσωπος της οργάνωσης στην Αθήνα (μετά την απομάκρυνση του δημοσιογράφου Ιω. Λαζαρή) Δημ. Σφαέλλος είχε τη γνώμη ότι θα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή του νεαρού καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Παν. Κανελλόπουλου ως υπαρχηγού του νέου κόμματος, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του πρώτου με τον εκ των ηγετών της Θεσσαλονίκης Κων. Χατζηκωνσταντίνου (Αρχείο Σφαέλλου, ΕΛΙΑ, Χατζηκωνσταντίνου προς Σφαέλλο, 10 Μαΐου 1935).
[17] Η επιρροή των ΕΕΕ σ’ εκείνη την πρώτη περίοδό τους μπορούσε να παρατηρηθεί ιδίως στις αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας. Έχει επισημανθεί κάποια σχέση της οργάνωσης με τον ανεξάρτητο πολιτευόμενο Φίλιππο Δραγούμη (σύμφωνα με έγγραφα που υπάρχουν στο προσωπικό αρχείο του και ανήκουν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη), ο οποίος μετά την αναφερόμενη διάσπαση του Αγροτικού Κόμματος βρέθηκε να είναι συνεργάτης του Ιω. Σοφιανόπουλου στους κόλπους του κόμματος (βλ. Γεωργ. Μοσχόπουλου, «Από την Παλινόρθωση στη βασιλο-μεταξική δικτατορία, 1935-1940», Εκδ. Αθ. Χριστάκη, Αθήνα 1999, σελ. 257-258).
[18] Το πλήρες κείμενο της προκήρυξης της αντιηγετικής ομάδας, που την αποτελούν πρόσωπα λιγότερο γνωστά, πλην του Κ. Γαβριηλίδη, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» (18 Δεκ. 1930) και κατηγορεί ευθέως τους τέσσερις αναδειχθέντες ηγέτες για φασιστικές αντιλήψεις.
[19] Βλ. εφημερίδα «Ακρόπολις», 24 Ιανουαρίου 1935. Στο πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της υπό τον τίτλο «Ο Δήμαρχος Αθηναίων απεδοκιμάσθη χθες παταγωδώς εις την αίθουσαν του Ιταλικού Ινστιτούτου – Ζωηρότατα επεισόδια εξ αφορμής μιας ακαίρου φιλοφασιστικής διαλέξεώς του» αναφέρεται ότι ακόμη και τα ασυνήθη για την εποχή δακρυγόνα χρησιμοποιήθηκαν για να κατασταλούν τα επεισόδια εις βάρος του Κ. Κοτζιά. Είναι ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο ότι την αντίθεσή τους προς την κίνηση αυτή του δημάρχου είχαν εκφράσει με ανακοινώσεις τους, μεταξύ άλλων, ο Εθνικός Παμφοιτητικός Σύλλογος και η οργάνωση ΕΕΕ, θέτοντας το Δωδεκανησιακό υπεράνω των πολιτικών αντιλήψεών τους περί φασισμού.
[20] Ενδεικτικά αναφέρουμε ανάμεσα στους εκδηλωμένους αγγλόφιλους τον ιατρό Νικόλαο Λοράνδο, ο οποίος ήταν προσωπικός φίλος του Ιω. Μεταξά. Ο τελευταίος, δυσαρεστημένος σε προσωπικό επίπεδο με τον τότε Βρετανό πρεσβευτή Ουότερλοου, το 1939 παρακίνησε τον Λοράνδο να πάει στο Λονδίνο και να ζητήσει τεχνηέντως την αντικατάστασή του. Αποτέλεσμα ήταν, ύστερα από δραστηριότητα του Έλληνα γιατρού στις υπηρεσίες του Φόρεϊν Όφις ή άλλες και αφού είχε συναντήσει τον υπουργό Εξωτερικών Χάλιφαξ, να αποφασισθεί η αντικατάστασή του και να τοποθετηθεί ο σερ Μάικλ Πάλαιρετ, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικά συνεργάσιμος σε σχέση με τον προκάτοχό του (βλ. Ι. Κολιόπουλου, («Παλινόρθωση – Δικτατορία – Πόλεμος 1935-1941», έκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 1985, σελ. 138-139). Ανάμεσα στους πολλούς αγγλόφιλους της εποχής συγκαταλέγεται και ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος, ο οποίος ήταν πρόεδρος του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου. Ο Μιχαλόπουλος αργότερα πήρε μέρος στην κυβέρνηση Τσουδερού ως υπουργός Πληροφοριών με έδρα το Λονδίνο, όπου τελικά παρέμεινε εκεί για πολλές δεκαετίες.
[21] Μπορεί να φαίνεται παράδοξη η αναφορά σε Έλληνες που έδρασαν υπέρ ή κατά των Άγγλων ή των Γερμανών, καθώς επικράτησε να θεωρείται επιλήψιμη η δράση μόνον όσων ήταν όργανα των Γερμανών από την προπολεμική περίοδο ή κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ας μην παρασυρθούμε όμως από το γεγονός ότι οι Άγγλοι νίκησαν και οι Γερμανοί ηττήθηκαν. Στα χρόνια πριν από την εμπλοκή της Ελλάδος στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εξίσου αξιόμεμπτο θεωρείται να είναι κάποιος Έλληνας πράκτορας μυστικών ή προπαγανδιστικών υπηρεσιών της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός ότι για ευνόητους λόγους τέτοιοι έμμισθοι πράκτορες των βρετανικών υπηρεσιών ούτε καταγγέλθηκαν ούτε τιμωρήθηκαν, ίσως μάλιστα να αμείφθηκαν ακόμη και με δημόσιες έως και υπουργικές θέσεις, δεν σημαίνει ότι καλώς έπραξαν ή ότι οι ίδιοι είχαν εξασφαλισμένη καθαρή συνείδηση.


Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Ο ΠΑΤΗΡ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ





Η μόνη επώνυμη δήλωση, στην οποία προέβη ο πρωθυπουργός Πικραμένος αφότου προέκυψε το ζήτημα των σχέσεων της οικογένειάς του με τους Γερμανούς, ήταν η ακόλουθη:

«Δεν επιθυμώ να λάβω κατά το χρόνο άσκησης των καθηκόντων μου τις προβλεπόμενες για τη θέση μου μηνιαίες αποδοχές από τη λήψη των οποίων και παραιτούμαι».


Ομολογουμένως επικροτούμε, αφού ούτως ή άλλως ο μισθός του πρωθυπουργού είναι μεγαλύτερος από εκείνον του προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, αν και δεν χρειαζόταν να το δηλώσει σήμερα. Θα είχε μεγαλύτερη αξία βέβαια αν το είχε πράξει την πρώτη ημέρα που ανέλαβε και όχι λίγες ώρες αφότου προέκυψε ζήτημα.

Ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός Παναγιώτης Πικραμένος θεωρεί ότι υπέστη "ανοίκεια επίθεση", αν δεχθούμε ως έγκυρες τις πληροφορίες που μεταδίδει το matrix24.gr. Συγκεκριμένα αναφέρει επί λέξει:

"Συνεργάτες του Παναγιώτη Πικραμμένου μιλώντας στο matrix24.gr εκφράζουν την έκπληξή τους για την «ανοίκεια επίθεση» εκ μέρους εφημερίδας και βιβλίου στο πρόσωπο του υπηρεσιακού πρωθυπουργού.
Το σχετικό δημοσίευμα της Κυριακάτικης Δημοκρατίας κάνει λόγο για στενές σχέσεις της οικογένειας Πικραμμένου με τους Γερμανούς και το Γκέμπελς, επικαλούμενο το νέο βιβλίο του ιστορικού Δημοσθένη Κούκουνα.
Κύκλοι του υπηρεσιακού πρωθυπουργού είπαν στο matrix24.gr ότι θα υπάρξει επιστολή από άτομο μη πολιτικό που γνωρίζει καλά τα γεγονότα της εποχής και θα απαντήσει τόσο στο δημοσίευμα όσο και στο βιβλίο.
Οι ίδιοι κύκλοι πάντως σχολιάζουν ότι πράγματι η οικογένεια Πικραμμένου είχε πρακτορείο τύπου στο Μεσοπόλεμο, με έδρα την οδό Σωκράτους, το οποίο επιτάχθηκε επί κατοχής. Ο πατέρας του Π. Πικραμμένου από ιδιοκτήτης παρέμεινε ως υπάλληλος, δεδομένου ότι γνώριζε τη γερμανική γλώσσα.
Υπογραμμίζουν όμως ότι «η ιστορία περί πλουτισμού της οικογένειας είναι αστεία», καθώς όπως λένε χρεοκόπησε στην κατοχή και αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι, και μάλιστα για ένα κομμάτι ψωμί".



[επτά ώρες αργότερα τροποποιήθηκε η τελευταία παράγραφος ως εξής: "Προσθέτουν δε ότι «η ιστορία περί πλουτισμού είναι αστεία», καθώς – όπως λένε – η οικογένεια χρεοκόπησε επί κατοχής και αναγκάστηκε να πουλήσει, «για ένα κομμάτι ψωμί», το σπίτι της προκειμένου να επιβιώσει, κάτι που αναγνωρίστηκε και με μετακατοχική δικαστική απόφαση που επιδίκασε στην οικογένεια πρόσθετη αποζημίωση". Στην περίπτωση αυτή ας δοθεί στη δημοσιότητα το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης, αφού γίνεται επίκλησή της]

Το ιστολόγιό μας, που πρώτο ανάρτησε το βράδυ της περασμένης Τετάρτης 5/6 σχολιασμένο το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα, δεν θα απαντήσει ακόμα στους ανώνυμους κύκλους, μέχρι να υπάρξει μια πιο ξεκάθαρη απάντηση. Όπως αναφέρεται, "άτομο μη πολιτικό" ασχολείται με τη σύνταξη της απάντησης. Καλό θα είναι το άτομο αυτό, πριν από την απάντηση που θα δώσει, να ελέγξει προσεκτικά τα ήδη αναρτημένα στοιχεία και το ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Κούκουνα, διότι τα μέχρι στιγμής διαρρεόμενα επιχειρήματα από το πρωθυπουργικό περιβάλλον είναι μάλλον έωλα.
Εν τω μεταξύ ο συγγραφέας του βιβλίου "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" Δημοσθένης Κούκουνας μας έστειλε το ακόλουθο μήνυμα για να το αναρτήσουμε:

"Θεώρησα χρέος μου να παρακαλέσω τον φίλο διαχειριστή του ιστολογίου aera2012.blogspot.com, που ευγενώς φιλοξενεί διάφορα ιστορικά κείμενά μου, να δώσει στη δημοσιότητα το ακόλουθο σχόλιό μου σχετικά με όσα φέρονται να είπαν ανώνυμοι πρωθυπουργικοί συνεργάτες:
Δεν ήταν επιδίωξή μου να προκαλέσω ζητήματα στον υπηρεσιακό πρωθυπουργό και εν ενεργεία πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Παναγιώτη Πικραμένο, το πρόσωπο του οποίου σε καμιά περίπτωση δεν είναι - ούτε θα μπορούσε να ήταν - αντικείμενο ενός ιστορικού βιβλίου που ανάγεται σε παρελθόντα χρόνια. Άλλωστε το κείμενο του βιβλίου ήταν ολοκληρωμένο πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας και μόνο μια φράση προστέθηκε, χωρίς άλλους χαρακτηρισμούς ή παραλληλισμούς.
Προσωπικά έχω γνωρίσει τον κ. πρωθυπουργό προ 40 σχεδόν ετών, ως νεαρό δικηγόρο και εκ των ιδιοκτητών του πρακτορείου, και τότε, όπως και τώρα, έμεινα με την εντύπωση ενός καθ' όλα ευπρεπούς και αξιοπρεπούς ανθρώπου. Συνεπώς δεν θα είχα κανένα λόγο να συμμετάσχω σε μια "ανοίκεια επίθεση" εναντίον του, πολλώ δε μάλλον που στις 576 σελίδες του βιβλίου δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε βάρος του προσωπικά, ούτε καν ως υπαινιγμός.
Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφόρησε μέχρι σήμερα ακριβώς για να αποφευχθεί η πυροδότηση του πολιτικού κλίματος (όχι για το θέμα αυτό, αλλά και για όσα άλλα περιέχει και ενδεχομένως μπορεί να λάβουν πολιτικές ερμηνείες) και αποφασίσαμε με τον εκδότη του να το θέσουμε σε κυκλοφορία αμέσως μετά τις προσεχείς εκλογές. Το περιεχόμενο του βιβλίου κινείται αποκλειστικά στο ιστορικό του πλαίσιο και ένα μόνο κεφάλαιο ασχολείται με τις επιχειρήσεις Τύπου και προπαγάνδας επί Κατοχής, στο οποίο γίνεται μνεία των βασικών συνεργατών του κατακτητή που συνεταιρίστηκαν μαζί του και ειδικά με την εταιρία "Mundus", που είχαν συστήσει στο Βερολίνο οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ. Όσα αναφέρονται στο βιβλίο είναι πλήρως στοιχειοθετημένα και ανά πάσα στιγμή μπορεί να προσκομισθεί η απαραίτητη τεκμηρίωση, αν χρειασθεί. Άλλωστε αυτό αποτελεί για μένα αυτονόητη προϋπόθεση και μέχρι στιγμής τουλάχιστον δεν έχει υπάρξει αμφισβήτηση για τα ιστορικά μου κείμενα.
Αυτό βεβαίως αφορά κατά κύριο λόγο κάθε ενυπόγραφο κείμενό μου. Η αλήθεια είναι ότι τις τελευταίες τρεις μέρες έχει γίνει μια πολλαπλάσια αναπαραγωγή του αυθεντικού κειμένου μου από διάφορες ιστοσελίδες, χωρίς να παραπέμπουν απευθείας στην πηγή, άλλοτε με σχολιασμούς και άλλοτε χωρίς. Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορώ σε καμιά περίπτωση να είμαι υπόλογος των γραφομένων, παρεκτός των δικών μου. Το ίδιο ισχύει και για τις δύο εφημερίδες, διακεκριμένοι και έγκυροι συντάκτες των οποίων με δική τους πρωτοβουλία με ερώτησαν αν συναινώ στην αναδημοσίευση του κειμένου από το ιστολόγιο aera2012.blogspot.com. Φυσικά δεν είχα καμιά αντίρρηση.
Πριν ακολουθηθεί η μεθόδευση της "διαρροής" από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, θα ήθελα να αναφέρω ότι επιχειρήθηκε μια πολλαπλώς ερμηνευόμενη πλάγια προσέγγιση μέσω κοινού φίλου, που όμως δεν πρόλαβα να ακούσω διότι αρνήθηκα εκ προοιμίου τη συζήτηση. Η συζήτηση ξεκίνησε με τη φράση: "Αν και ο πρωθυπουργός δεν θέλει να υποβάλει μήνυση...". Πράγματι, καλό θα ήταν να μην υποβληθεί, διότι ένας ιστορικός πρέπει να μένει ανεπηρέαστος στο καθήκον του, ει δυνατόν αποστασιοποιημένος από κάθε πολιτική ή οποιαδήποτε υποκειμενική επιρροή. Στην περίπτωσή μου όμως, ως παλαιός δημοσιογράφος, που έχει συναντήσει πολλά στη ζωή του, υπάρχει η συνήθεια να διατηρούνται οι λεγόμενες χρυσές εφεδρείες. Ούτε ιδιοτέλειες έχω, ούτε κομματικές ή πολιτικές προτιμήσεις νομίζω πρέπον να δηλώνω. Αν από τα κείμενά μου επηρεάζονται πολιτικά θέματα, όπως έγινε με την περίπτωση του πρώην υπουργού Γιώργου Παπακωνσταντίνου, του οποίου η οικογένεια στηρίχτηκε σε μια υπογραφή του στρατηγού Τσολάκογλου για να αποκτήσει το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Πτολεμαΐδας, ή κατά καιρούς άλλα επίμαχα θέματα που ενδεχομένως ενόχλησαν άλλους ισχυρούς, δεν είναι δική μου η ευθύνη. Εγώ με την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας θέλω να ασχολούμαι και όχι με τα κομματικά παιχνίδια.
Αν κριθεί αναγκαίο, θα επανέλθω σε περίπτωση που διατυπωθεί λεπτομερής και επώνυμη απάντηση στα γραφόμενά μου. Είναι περιττό να διαψεύδω ένα προς ένα τα "διαρρεόμενα" με την επίκληση ντοκουμέντων. Οι κάθε λογής κύκλοι, για να δικαιολογούν τον μισθό τους, καλό θα είναι να μελετήσουν ένα προς ένα τα αναρτημένα στοιχεία, αφού προηγουμένως διαβάσουν προσεκτικά το ακριβές κείμενο. Ευχαριστώ.

Δ. Κούκουνας".


Για να διαβάσετε το εισαγωγικό κείμενο χτυπήστε ΕΔΩ και για το αυθεντικό απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (Εκδόσεις Ερωδιός) ΕΔΩ.







Η τύχη εκείνων που δεν ασχολήθηκαν θησαυρίζοντας με τη διακίνηση των προπαγανδιστικών εντύπων του κατακτητή. Μια χαρακτηριστική περίπτωση αγνών αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης που έδρασαν στον παράνομο Τύπο, πληρώνοντας τα έξοδα από την τσέπη τους και στο τέλος πληρώνοντας με την ίδια τη ζωή τους τα ιδανικά τους (εφημερίδα "Ελληνικόν Μέλλον" 20-2-1945), σε αντίθεση με τον Όθωνα Πικραμένο.

Διαφήμιση του ιταλικού προπαγανδιστικού περιοδικού "Τέμπο" που το είχε αναλάβει αποκλειστικά ο Όθων Πικραμένος με τη νέα εταιρία που είχε συστήσει με τους Γερμανούς και της οποίας ήταν γενικός διευθυντής.




Στον τρίτο όροφο της οδού Ακαδημίας 52 και Μαυρομιχάλη από την αρχή της Κατοχής είχε μετακομίσει η οικογένεια Πικραμένου που τον αγόρασε ολόκληρο (18 δωμάτια).

Το πατρικό της οικογένειας Πικραμένου, όπου στεγαζόταν μέχρι την Κατοχή κάτω το πρακτορείο και  επάνω η κατοικία της.