Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ ή ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ?




 Ποιανού ο πατέρας ήταν ο εκπρόσωπος του Γκαίμπελς στην κατεχόμενη Ελλάδα και θησαύριζε τυπώνοντας και μοιράζοντας τα προπαγανδιστικά έντυπα του κατακτητή;
Του Μιχαλολιάκου ή του Πικραμένου;


Το ερώτημα που έχουμε μπροστά μας είναι απλό: Ποιος είχε αναλάβει την αποκλειστική διακίνηση των προπαγανδιστικών εντύπων του Γκαίμπελς στην κατεχόμενη Ελλάδα και θησαύριζε; Ο πατέρας του αρχηγού της "Χρυσής Αυγής" Μιχαλολιάκου ή του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Πικραμένου;
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό και δεν έχει να κάνει με προεκλογικά παιχνίδια.
Στο νέο βιβλίο του με τίτλο "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια", εκτός από άλλα ενδιαφέροντα, ο ιστορικός Δημοσθένης Κούκουνας, ειδικευμένος στα κατοχικά θέματα, κάνει αποκαλύψεις και για την οικογένεια του σημερινού υπηρεσιακού πρωθυπουργού Παναγιώτη Πικραμένου.
Ο νυν πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν στα δώδεκά του, το 1957, γράφτηκε στο γυμνάσιο της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, δεν είχε κανένα άλλο λόγο εκτός από το ότι ο πατέρας του ήταν φανατικός θαυμαστής των Γερμανών. Μετά το τέλος της Κατοχής πέρασαν δώδεκα χρόνια μέχρι να ξανανοίξει η Γερμανική Σχολή και ένας από τους πρώτους μαθητές της ήταν ο μικρός Παναγιώτης. Εντελώς συμπτωματικά το νέο κτίριο της σχολής (το κατοχικό στην οδό Αραχώβης είχε περιέλθει στο Γαλλικό Ινστιτούτο) χωριζόταν από μια μεσοτοιχία με την κλινική του πατέρα Χριστοφοράκου, ο γιος του οποίου φοίτησε κι αυτός στην ίδια σχολή (βέβαια ο γνωστός μας από άλλη αιτία Μιχάλης Χριστοφοράκος ήταν μερικά χρόνια νεώτερος από τον υιό Πικραμένο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχε φιλικός δεσμός).
Έτσι λοιπόν κάθε πρωί ξεκινούσε περιποιημένος, καλοντυμένος και καλοχτενισμένος ο μικρός Παναγιώτης για τη Γερμανική Σχολή στην οδό Μετσόβου. Ξεκινούσε με τα πόδια από το αριστοκρατικό σπίτι του με τα 18 δωμάτια στην οδό Ακαδημίας 52 για να φτάσει στην περιοχή Μουσείου.
Το σπίτι αυτό των 450 τ.μ. ανήκε στην οικογένειά του πριν ο ίδιος γεννηθεί το 1945, όταν ο κόσμος άλλαζε με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Είχε αγοραστεί λίγες μέρες αφότου άρχισε η Κατοχή με γερμανικά χρήματα, όταν ο πατέρας του μόλις είχε αναλάβει την αποκλειστική πώληση σε όλη την κατεχόμενη Ελλάδα των προπαγανδιστικών εντύπων του κατακτητή.
Πέρασαν 67 χρόνια από το 1945, όταν κατέρρευσε η Γερμανία του Χίτλερ και μεσολάβησαν πολλά μέχρι το 2012, οπότε η Γερμανία της Μέρκελ έχει καταστρέψει την Ελλάδα. Η απόπειρά της να επιβάλει τον Ράιχενμπαχ ως προτέκτορα-ψευτοπρωθυπουργό δεν πέτυχε, αλλά το σχέδιο ανανεώθηκε με τον δοτό πρωθυπουργό Παπαδήμο. Αυτός όμως δεν ήταν της γερμανικής κουλτούρας, αλλά της αμερικανικής, ως απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών. Χρειαζόταν άλλος πρωθυπουργός με τη γερμανική να την έχει ως μητρική του γλώσσα.
Αυτός είναι ο σημερινός πρωθυπουργός μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης, η σύνθεση της οποίας δεν είναι τυχαία. Κάλλιστα αυτή η "υπηρεσιακή" μπορεί να γίνει "μεταβατική" αν οι συνθήκες το επιτρέψουν και να παραμείνει στην εξουσία για να εκτελέσει το πρόγραμμα του μνημονίου, αν οι εκλογές της 17ης Ιουνίου δεν δώσουν ισχυρή κυβέρνηση. Οι Γερμανοί έχουν το κεφάλι τους ήσυχο πάντως, αφού επικεφαλής της είναι ο γιος του παλιού συνεργάτη του Γκαίμπελς, συνεργάτη με το αζημίωτο.
Άλλωστε η επιλογή του Πικραμένου ως υπηρεσιακού πρωθυπουργού έγινε με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πολιτικών αρχηγών που είχαν συσκεφθεί στο προεδρικό μέγαρο υπό την προεδρία του Κάρολου Παπούλια. Όλων πλην ενός. Πλην του Νίκου Μιχαλολιάκου κατά σύμπτωση, ο οποίος δεν είχε κληθεί.
Θεωρήθηκε άραγε ως πολύ χιτλερικός για να εγκρίνει τον υιό Πικραμένο ως πρωθυπουργό; Αλλά ο πατέρας του Μιχαλολιάκου δεν ήταν ο στενός συνεργάτης του Γκαίμπελς στην Ελλάδα, ούτε κέρδιζε απ' αυτό βέβαια...

Μεγάλο προνόμιο ούτως ή άλλως είναι ο πατέρας σου να κάθισε δίπλα-δίπλα με έναν απεσταλμένο του ίδιου του Γκαίμπελς και να συνεταιρίστηκε μαζί του για μια επικερδή μπίζνες: τη διακίνηση όλων των προπαγανδιστικών εντύπων του εχθρού σε όλο το διάστημα της Κατοχής. Την ώρα που κάποια κορόιδα καρδιοχτυπούσαν για να γράψουν και μετά να τυπώσουν με χίλιες δυο προφυλάξεις ένα εφημεριδάκι, αφού προηγουμένως με απίθανα τεχνάσματα εξασφάλιζαν το απαραίτητο χαρτί (συνήθως χαρτί προοριζόμενο για συσκευασίες ή άλλες χρήσεις), και που κάποια άλλα κορόιδα έκρυβαν προσεκτικά πάνω τους μερικά αντίτυπα για να τα μοιράσουν σε έμπιστα πρόσωπα. Επρόκειτο για τον πολυθρύλητο μυστικό Τύπο της Εθνικής Αντίστασης, στον βωμό του οποίου πολλοί ήρωες θυσιάστηκαν όταν ανακαλύφτηκαν τα μυστικά μικρά τυπογραφεία ή οι διανομείς εντοπίστηκαν να έχουν επάνω τους έστω και ένα αντίτυπο. Η τιμωρία δεν ήταν παρά μία και μοναδική: ο θάνατος! Εκείνοι που τα έγραφαν αυτά τα «εφημεριδάκια» και εκείνοι που τα τύπωναν ή στη συνέχεια τα μοίραζαν, αριστεροί ή δεξιοί, άνθρωποι της καθημερινότητας, δεν πληρώνονταν και το έκαναν με την καρδιά τους, με την πεποίθηση ότι συμμετείχαν στον καθολικό αγώνα ολόκληρου του ελληνικού λαού.
Υπήρχαν όμως και κάποιοι άλλοι, ελάχιστοι βέβαια, που είχαν αντίθετη άποψη. Που αναγνώριζαν ότι είχαν χρέος να μην διαβάζουν τέτοια εφημεριδάκια, ούτε και φυσικά να ασχολούνται με το γράψιμο, το τύπωμα και τη διανομή τους, που τόσους και τόσους κινδύνους έκρυβαν – και που, το κυριότερο, δεν απέδιδαν το παραμικρό οικονομικό όφελος.
Επί Κατοχής, το μοναδικό πρακτορείο που είχε την αποκλειστικότητα όλων των εφημερίδων και περιοδικών που έβγαιναν υπό καθεστώς λογοκρισίας ήταν η «Ένωσις Ελληνικού και Ξένου Τύπου» Α.Ε. Η εταιρία αυτή ιδρύθηκε λίγες εβδομάδες μετά την αρχή της Κατοχής, αφού προηγουμένως έφτασε από το Βερολίνο στην Αθήνα ειδικός απεσταλμένος του Γκαίμπελς, υπουργού Προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ. Αυτός είχε την ιδιότητα του πληρεξουσίου της εταιρίας «Mundus», που ανήκε εξ ημισείας στα γερμανικά υπουργεία Προπαγάνδας και Εξωτερικών. Εγκαταστάθηκε σ’ ένα γραφείο της γερμανικής πρεσβείας, στον τρίτο όροφο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 4, και άρχισε τις επαφές του.
Με την καθοδήγηση του Χέρμπερτ Σβέρμπελ, ο οποίος μόλις λίγους μήνες νωρίτερα είχε διοριστεί ακόλουθος Τύπου στην Αθήνα, αλλά από πολλών ετών είχε πλούσιες διασυνδέσεις με παράγοντες του ελληνικού Τύπου, ο Μάουραχ, ο εκπρόσωπος του Γκαίμπελς στην Αθήνα, εκτός άλλων προσώπων, είχε μακρές συζητήσεις με τον Όθωνα Πικραμένο. Κατέληξαν στην απόφαση να ιδρύσουν από κοινού μια νέα εταιρία, την Α.Ε. «Ένωσις Ελληνικού και Ξένου Τύπου». Συμφώνησαν ότι η γερμανική κρατική εταιρία θα διατηρούσε το 51%, ενώ πλην του Πικραμένου ποσοστά δόθηκαν και στους ανταγωνιστές του, τους κληρονόμους του Σπύρου Τσαγγάρη, αλλά και σε μια στενή συνεργάτιδα και συνεταίρο του, την Ελισάβετ Τσιβόγλου, η οποία μέχρι τότε διαχειριζόταν όλες τις ξένες εφημερίδες και περιοδικά.
Ο Όθων Πικραμένος διορίστηκε γενικός διευθυντής της νέας εταιρίας, που δημιούργησε ο ίδιος με τους εκπροσώπους του Γκαίμπελς, με τους οποίους και συνεταιρίστηκε, έχοντας ένα σημαντικό ποσοστό στο μετοχικό κεφάλαιο και φυσικά στα τεράστια κέρδη του μονοπωλιακού πρακτορείου. Ο ίδιος κέρδισε πολλά, όχι μόνον από την αποκλειστική διακίνηση των ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων (κυρίως γερμανικών και ιταλικών) προπαγανδιστικών εντύπων και βιβλίων, αλλά και με τις εκτυπώσεις διαφόρων εντύπων για λογαριασμό του κατακτητή, ως ένας από τους βασικούς μετόχους της εταιρίας «Πυρσός» που ήταν.
Το παλαιό πρακτορείο που είχε μέχρι την αρχή της Κατοχής και που το είχε ιδρύσει ο πατέρας του Τάκης Πικραμένος το 1927 στεγαζόταν σε τετραώροφο ακίνητο, στην οδό Σωκράτους 43. Βάσει της συμφωνίας που έκανε ο Όθων Πικραμένος με τους Γερμανούς, ο Πικραμένος θα εγκατέλειπε την ιδιοκτησία του ακινήτου για να το ρευστοποιήσει. Το αγόρασε μια εταιρία που μόλις είχε περιέλθει υπό τον έλεγχο των Γερμανών, η ΑΕΜ «Βωξίται Παρνασσού», και πλήρωσε 22 εκατομμύρια δραχμές στον μέχρι τότε ιδιοκτήτη του (την οικογένεια Πικραμένου, που χρησιμοποιούσε τους δύο ορόφους για κατοικία της), αναλαμβάνοντας στη συνέχεια να το ενοικιάσει στη νέα εταιρία, της οποίας γενικός διευθυντής ήταν ο Όθων Πικραμένος.

Για την αυθεντικότητα των όσων αναφέρονται, μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξει στο νέο βιβλίο του ιστορικού Δημοσθένη Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (Εκδόσεις Ερωδιός). ΚΛΙΚ ΕΔΩ



Διαφήμιση του ιταλικού προπαγανδιστικού περιοδικού "Τέμπο" που το είχε αναλάβει αποκλειστικά ο Όθων Πικραμένος με τη νέα εταιρία που είχε συστήσει με τους Γερμανούς και της οποίας ήταν γενικός διευθυντής.


Στον τρίτο όροφο της οδού Ακαδημίας 52 και Μαυρομιχάλη από την αρχή της Κατοχής είχε μετακομίσει η οικογένεια Πικραμένου που τον αγόρασε ολόκληρο (18 δωμάτια).

Το πατρικό της οικογένειας Πικραμένου, όπου στεγαζόταν μέχρι την Κατοχή κάτω το πρακτορείο και  επάνω η κατοικία της.



Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ο ΣΒΩΛΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ (1)


Αλέξανδρος Σβώλος:
Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΗ ΣΥΡΡΑΞΗ (1)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ 

Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ


Θα ηύχετο κανείς να είχε υπερνικηθεί απ’ όλες τις μερίδες του λαού η υπόθεση των δεκεμβριανών, για να μην αποτελεί μια πρόφαση που χρησιμοποιείται εναντίον κάθε ενωτικής προσπάθειας για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας.
Είναι βέβαιο ότι στα βάθη της ψυχής των πλατιών, των ταλαιπωρημένων λαϊκών στρωμάτων, αυτό το σύνθετο αίσθημα διαπιστώνεται: κόρος απ’ την άγονη έριδα του παρελθόντος, λαχτάρα γαλήνης και ανοικοδομητικής δουλειάς, εξορκισμός παρόμοιας σαν την περσινή σύρραξη.
Ωστόσο είναι ευεξήγητη η ανακίνηση ολόκληρης της ιστορίας των αιματηρών γεγονότων. Και μολονότι στη μεγίστη του έκταση το φαινόμενο είναι μία ακόμα μορφή των πολιτικών εκμεταλλεύσεων που αποτελούν το οπλοστάσιο της Δεξιάς, είναι βέβαιο, εν τούτοις, ότι πάρα πολύς κόσμος θα ήθελε να διαφωτισθεί πληρέστερα, να σχηματίσει ακριβέστερη γνώμη για τα περσινά γεγονότα.
Και είναι φυσικό. Τα θύματα στάθηκαν πολλά μεταξύ των αθώων και των αμάχων. Οι καταστροφές και οι ζημιές επίσης. Αδικαιολόγητες και ανεξήγητες αιματηρές υπερβασίες σημειώθηκαν σε σοβαρή έκταση κι αποδοκιμάσθηκαν απ’ όλους. Ο συγκλονισμός ήταν ζωηρός κι άφησε εντυπώσεις. Η «ομηρία» εξήγειρε την κοινή συνείδηση. Αλλ’ εξάλλου ο λαϊκός ηρωισμός, ένας άφθαστος ηρωισμός πέντε περίπου εβδομάδων άνισης πάλης, δημιούργησε κατάπληξη και στους πιο φανατικούς εχθρούς των λαϊκών οργανώσεων που πήραν μέρος στη σύρραξη κι είναι ένα γεγονός που συγκινεί καθ’ εαυτό και προκαλεί τον θαυμασμό.
Ακόμα και γενικότερα: Η πολιτική πείρα και η ψυχραιμία της αριστεράς ηγεσίας που καθοδήγησε ως το τέλος τον μαχόμενο λαό αμφισβητήθηκε με πολλά ερωτηματικά και με την ύστερη αυτοκριτική του ΚΚΕ. Στην αντίθετη όμως πλευρά, ολόκληρη η μεταδεκεμβριανή ιστορία ενός χρόνου απέδειξε χειροπιαστά και μ’ έναν αιματηρότατο τρόπο τι προθέσεις αντιλαϊκές υπήρχαν από τότε. Και για να είμαστε όσο μπορεί πιο αντικειμενικοί, έκανε πάρα πολύ πιθανή την εκδοχή ότι και χωρίς την επίκληση των γεγονότων του περσινού Δεκέμβρη, πάλι η Δεξιά, εφ’ όσον θα μπορούσε, με δικές της και με ξένες δυνάμεις θα σχημάτιζε ένα μηχανισμό εξουσίας με επιδιώξεις αντιδημοκρατικές και αντικοινωνικές – γιατί αυτό απαιτεί το ολιγαρχικό της συμφέρον και ο «φόβος του λαού» που την συνέχει σ’ όλες τις χώρες της γης.
Φυσικά, όσο είναι βέβαιο, για την αντίληψή μας, ότι η αριστερή ηγεσία έπεσε στην ψυχολογική και πολιτική παγίδα όλων εκείνων των πολλαπλών δυνάμεων που είχαν συμφέρον να χτυπήσουν το λαϊκό κίνημα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις κινήσεις του και τα λάθη του – σχεδόν όπως έγινε και με το «κίνημα» της Μέσης Ανατολής – άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η Δεξιά γελάστηκε πιστεύοντας ότι πολιτικές εξελίξεις που βασίζονται μόνιμα σε μια λαϊκή δύναμη που φυσιολογικά αυξάνει, μπορούν να ανατραπούν ή να ανασταλούν για πολύν καιρό με μια στρατιωτική ή και με μια πολιτική ήττα οποιασδήποτε μορφής.
Αλλ’ οπωσδήποτε, όλες αυτές και ένα σωρό άλλες απόψεις υπογραμμίζουν το ενδιαφέρον της ιστορίας της δεκεμβριανής σύρραξης. Το κακό είναι ότι δεν είναι δυνατό να εξιστορηθεί με πληρότητα η περίοδος αυτή με το σεισμικό χαρακτήρα και τα σοβαρά παρασκηνιακά γεγονότα. Ό,τι διαθέτει σήμερα όποιος θέλει να μάθει και να κρίνει, είναι σχεδόν μόνο οι προσωπικές θέσεις και η πείρα των παραγόντων που αναμίχθηκαν στην προϊστορία ή την ιστορία των γεγονότων.
Τα ιστορικά γεγονότα απαιτούν μια γενικότερη κατανόηση. Δεν έχει ίσως γίνει αρκετά αντιληπτό στον τόπο μας ότι σ’ όλους τους λαούς της Ευρώπης που οργάνωσαν απελευθερωτικόν αγώνα εναντίων των κατακτητών των, συμπλέχθηκε με το καθαρά εθνικό και ένα κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, που φυσικό ήταν να τείνει στην εξουσία για τους λαϊκούς σκοπούς της μεταβατικής περιόδου. Το πολιτικό αυτό κίνημα πήρε μια βαθύτατη καθιέρωση απ’ την ορμητική πρωτοβουλία νέων δυνάμεων, κατά κανόνα αριστερών, (αντίθετο παράδειγμα είναι το κίνημα του Ντε Γκωλ στη Γαλλία) και στερεώθηκε με τον όγκο των θυσιών, που αν τις συγκρίνει κανείς με την αδράνεια των πλείστων υπευθύνων ηγετικών στοιχείων του αστικού κόσμου και με τη συνεργασία μερικών με τον εχθρό, καταλαβαίνει τι έντονη αυτοπεποίθηση δημιουργήθηκε στις μαζικές δυνάμεις που πήραν τα όπλα, και τι δικαιώματα ήταν ευεξήγητο να διεκδικεί ο ένοπλος αυτός λαός. Αν δει κανείς έτσι τα πράγματα καταλαβαίνει και τι δυσκολίες θα παρουσίαζε κάθε αφοπλισμός, τι λεπτό που ήταν το πρόβλημα της δημοκρατικής εξουσίας στις απελευθερούμενες χώρες, πόσο θα το περιέπλεκαν, θα το νόθευαν εξωτερικές επεμβάσεις και μάλιστα στρατιωτικές.
Η οριστική καθιέρωση αυτών των πολιτικών κινημάτων με τα δημοκρατικά μέσα της επικράτησης δεν ήταν και δεν έπρεπε να είναι αδύνατη, ακριβώς στις χώρες εκείνες, σαν την Ελλάδα, όπου είχαν μια ευρύτατη λαϊκή βάση κι ένα λαϊκό ενθουσιασμό χωρίς προηγούμενο. Αρκεί να μπορούσε να υπερνικηθεί η φυσική αντίδραση της ολιγαρχίας. Και εδώ ακριβώς ήταν το καίριο σημείο, το φράγμα του ρεύματος και ο κίνδυνος της ομαλής περαιτέρω πορείας του.
Δεν έκρυβε τις προθέσεις της η Δεξιά.
Κι αν ισχυρίζετο ότι προκαλούσε δυσπιστία η Αριστερά με τη λαϊκή δύναμή της, με τα όπλα της, που οπωσδήποτε θα τα κατέθετε, και πολλές φορές με την αψυχολόγητη επίδειξή της, είναι αναμφισβήτητο ότι η ίδια δημιουργούσε φόβο στην αριστερά για τις επιδιώξεις της ύστερα από τον αφοπλισμό – φόβο που τα σύγχρονα γεγονότα τόν έκαναν να αποδειχθεί τόσο βάσιμος.
Έτσι ολόκληρο σχεδόν τον Οχτώβρη και το Νοέμβρη του 1944 η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα ήταν ατμόσφαιρα γενικής, αμοιβαίας δυσπιστίας. Δεν έχει ουσιαστική σημασία ποιός ήταν τότε δικαιολογημένος να δυσπιστεί στον άλλο και ποιός όχι. Σημασία έχει ότι η γενική δυσπιστία που βάραινε θανάσιμα κάθε προοπτική του άμεσου μέλλοντος, ματαίωνε τις προσπάθειες για την πρόληψη της σύρραξης.
Βέβαια προσπαθώντας να προλάβουμε τη σύρραξη δεν ξεκινούσαμε ατοποθέτητοι πολιτικά και κοινωνικά. Ήμαστε και τότε όπως και τώρα στο στρατόπεδο της Αριστεράς και ήταν φυσικό να βλέπουμε την όλη κρίση με το πρίσμα των λαϊκών συμφερόντων και του δημοκρατικού μέλλοντος που μας συγκινούσαν. Πιστεύαμε όμως ότι ο «εμφύλιος πόλεμος» μπορούσε να μη γίνει και έχοντας την πεποίθηση αυτή και την έμμονη θέληση να τον αποφύγουμε όσο τουλάχιστο εξηρτάτο από εμάς, κάναμε ένα χρέος προς τον λαό αγωνιζόμενοι για τις ειρηνικές λύσεις.
Θα μου δοθεί ευκαιρία να τοποθετήσω και λεπτομερειακά μερικά γεγονότα για να καταμερισθούν και μερικές συγκεκριμένες ευθύνες και να γνωσθούν μερικές αλήθειες. Θα ’θελα μόνο να τονίσω ότι οι προσπάθειές μας εξαντλήθηκαν προς όλες τις πλευρές που μπορούσαν να διευθύνουν τα γεγονότα και ότι με όσην επιμονή επιδιώξαμε απ’ τις αρχές του 1944 την εθνική ενότητα – και της δώσαμε μια συνεισφορά όσο κανείς άλλος – με ίσον φανατισμό καταναλωθήκαμε στην έμμονη ιδέα ν’ αποφευχθεί η αιματοχυσία – η αιματοχυσία που είχαμε επιτύχει ν’ αποφευχθεί την ώρα της απελευθερώσεως.
Είναι φυσικό, να μας ενδιαφέρει εντελώς ιδιαίτερα η ενατένιση της δεκεμβριανής σύρραξης απ’ την άποψη της κριτικής των γεγονότων που καλά ή κακά σχετίσθηκαν με το αριστερό κίνημα – απ’ την άποψη της πείρας που χρειάζεται να συγκομίσει για τον εαυτό του ο λαός, για να του χρησιμεύσει παραπέρα στη διαδικασία της πολιτικής αξιοποίησης των ιδανικών του, στη διαδικασία της συσχέτισης μέσων και σκοπών.
Γεγονότα τέτοιας μαζικής σημασίας σαν τη δεκεμβριαή σύρραξη, μπαίνουν στην ιστορία όχι με το χρώμα των ειδικών στιγμών – των παρεκτροπών, των υπερβασιών, των καταχρήσεων, αλλά με τη γενική όψη που αποτελεί τη σύνθεσή τους στη συνείδηση του λαού. Κι εκείνο που θα μείνει πέραν της θλίψης για τα πένθη και τις ζημιές, είναι αυτή η λαϊκή συνείδηση. Απ’ την άποψη αυτή πρέπει να τονισθεί ότι παρεκτροπές και εγκλήματα έκανε και κάνει, και μάλιστα «εν ψυχρώ» και το μεταδεκεμβριανό καθεστώς. Και κάτι άλλο ακόμα: τα συνθήματα της Δεξιάς με το τόσο βεβαρημένο απ’ το παρελθόν πλαίσιο της υπάρξεώς της ενίσχυσαν, οσοδήποτε και αν δεν το είχαν σα σκοπό, μια συνείδηση θρύλου γύρω απ’ τον περσινό Δεκέμβρη που σχηματίσθηκε κιόλας σε πλατιές λαϊκές μάζες.

Β΄ ΤΑ ΟΠΛΑ

Νοέμβρης 1944. – Πόση προσοχή, πόσο κύρος, πόση υπομονή, πόση ειλικρίνεια και αυταπάρνηση χρειάζονταν η διαχείριση του λεπτότατου ζητήματος της οργάνωσης του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα απ’ την παλιά Δικτατορία, ύστερα απ’ την αποχή και μέσα στην έκδηλη λαϊκή απαίτηση μιας παμμέγιστης οργανωμένης δημοκρατικής δύναμης, που διέθετε όπλα, ενθουσιασμό, πίστη στον αγώνα της και το γόητρο της αντίστασης κατά του εχθρού – αποδείχθηκεν από αρκετά ζητήματα που παρουσίασεν η περίοδος πριν απ’ τη δεκεμβριανή σύρραξη.
Το πιο ακανθώδικο ήταν η αποστράτευση των ανταρτικών δυνάμεων και η δημιουργία τακτικού στρατού που να παρέχει εγγύηση, ασφάλεια και εμπιστοσύνη σ’ όλους και επομένως και στους δημοκρατικούς και στην αριστερά.
Ο κ. Παπανδρέου είχε κάμει τις συνεννοήσεις για την εφαρμογή της αρχής της αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων, μόνο προς τους εκπροσώπους του ΚΚΕ. Είχαν καταλήξει σε μια συμφωνία χωρίς λεπτομέρειες. Απασχολημένος με το υπουργείο των Οικονομικών δεν παρακολούθησα αυτές τις συνεννοήσεις και δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να επιστήσω εγκαιρότερα την προσοχή όλων στη λεπτότητα, την πολιτικότηα και προ πάντων την ελαστικότητα με την οποία θα έπρεπε ν’ αντιμετωπισθεί το ζήτημα – ένα ζήτημα που και στη Γαλλία και στο Βέλγιο παρουσίασε (μικρότερες είναι η αλήθεια) δυσκολίες και που ήταν τόσο πιθανό ότι θα παρουσίαζε κι εδώ, όπως και παρουσίασε, μεγάλες και κρίσιμες δυσχέρειες και δε θα μπορούσε ίσως να λυθεί ομαλά.
Η πέτρα του σκανδάλου στάθηκε η Ορεινή Ταξιαρχία, σώμα που άξιζε καλύτερη τύχη παρά να γίνει τουλάχιστο η μοιραία αφορμή μιας αιματηρής σύγκρουσης.
Ο προγραμματικός λόγος του πρωθυπουργού στις 18 Οκτωβρίου όριζεν ότι «βάσις του εθνικού στρατού για το μέλλον θα είναι η τακτική στρατολογία». Είχε αποφασισθεί η διάλυση των ανταρτικών ομάδων που ήσαν εθελοντικές. Η Ορεινή Ταξιαρχία είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή. Όλοι ξέρουν ότι άσχετα με τη λαμπρή πολεμική της δράση στην Ιταλία, η Ταξιαρχία αυτή δεν ήταν σχηματισμός σαν κι εκείνους που προκύπτουν πάντοτε απ’ την κανονική γενική στρατολογία. Ήταν, όπως και ο Ιερός Λόχος, στρατιωτικός σχηματισμός κατ’ ουσίαν και κατά τύπους εθελοντικός. Η Ταξιαρχία είχε σχηματισθεί μάλλον με προσωπική επιλογή. Και ήταν ευεξήγητο όσο κι αν ήταν κακό. Ήταν η εποχή (καλοκαίρι του 1944) που παρά τις επίμονες προσπάθειές μου απ’ το Κάιρο, η Αριστερά δεν είχε δεχθεί ακόμα να μπει, μετά το Λίβανο, στην κυβέρνηση της Ενότητος. Λάθος ομολογημένο σήμερα – για το οποίο θα μιλήσουμε άλλοτε. Αλλά το λάθος αυτό έδωσε στην κυβέρνηση του Καΐρου το επιχείρημα να φοβάται ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας θα σήμαινε εμφύλιο πόλεμο και την έσπρωξε μαζί με την πολεμική προσπάθεια να ετοιμάζεται και για την αντιμετώπιση της εσωτερικής κατάστασης με καινούργιες, πιστές ένοπλες δυνάμεις, αφού οι προηγούμενες της Μέσης Ανατολής ουσιαστικά δεν υπήρχαν μετά τα γεγονότα του Απρίλη 1944 και είχαν άλλωστε αποδειχθεί δημοκρατικές και συμπαθείς προς τις δυνάμεις της Εθνικής Αντιστάσεως.
Έτσι η Ταξιαρχία του Ρίμινι, που με την παρουσία της στην Αθήνα δημιούργησε ένα πρόσθετο έναυσμα δυσπιστίας, δεν μπορούσε ούτε έπρεπε να εξαιρεθεί απ’ τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων που είχαν δημιουργηθεί κάτω από τις έκτακτες συνθήκες της στρατιωτικής οργανώσεως του έθνους. Δε μπορούσε και δεν έπρεπε να διατηρηθεί αφού στο εξής οι στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας θα βασίζονταν μόνο στη γενική τακτική στρατολογία.
Μέσα στην ατμόσφαιρα της δυσπιστίας, μέσα στην άπειρη ψυχολογική δυσκολία που δημιουργούσε αυτό καθ’ εαυτό το ζήτημα της αποστράτευσης των ανταρτικών μονάδων, ήταν αφροσύνη και επίκινδυνος χειρισμός η διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας. Το λιγότερο ήταν απόφαση αψυχολόγητη που πρόσθεσε τη σταγόνα του ξεχειλίσματος στο έτοιμο ποτήρι του εμφυλίου πολέμου. Ο κ. Παπανδρέου συμφωνούσε στη λογική ανάγκη να διαλυθούν όλοι χωρίς εξαίρεση οι στρατιωτικοί σχηματισμοί που είχαν δημιουργηθεί κατά τρόπο έκτακτο. Συμφωνούσε και το δήλωσε πολλές φορές. Και στο σχέδιο συμφωνίας με την Αριστερά που μονόγραψε στις 22 Νοεμβρίου, όρισε ο ίδιος ρητά ότι θα διελύετο ουσιαστικά και η Ορεινή Ταξιαρχία με τη χορήγηση αορίστου αδείας στους άνδρες της. Κι άλλα υπεύθυνα μέλη της κυβερνήσεως, φίλοι του κ. Παπανδρέου, δήλωναν επίσης τότε ότι θα διαλυθούν όλες οι ένοπλες δυνάμεις εσωτερικού και εξωτερικού, δια να δημιουργηθεί εθνικός δημοκρατικός στρατός.
Δυστυχώς, ο κ. Παπανδρέου μετέβαλε τη συμφωνία γιατί, όπως εξήγησε ο ίδιος πολλές φορές, η βρεταννική κυβέρνηση (ειδικότερα η «επιθυμία του κ. Τσώρτσιλ») και η απόφαση των εδώ βρεταννικών στρατιωτικών Αρχών δεν επέτρεψαν τη διάλυση της Ταξιαρχίας. Είναι αλήθεια ότι η συμφωνία αυτή, που περιείχε μία γενικότερη εκκαθάριση των ζητημάτων που χώριζαν τον κ. Παπανδρέου από την Αριστερά και που αν ρυθμίζονταν έγκαιρα θα ελάφρυναν ίσως την βαρύτατη ατμόσφαιρα της δυσπιστίας που μας έπνιγε, δεν πρόφτασε να υπογραφεί από την Αριστερά. Είναι γνωστό τι παρενεβλήθη, κάτι που έπληξε οριστικά τη συνεννόηση που με τρομερό κόπο προσπαθούσαμε να επιτύχουμε:
Είχε συμφωνηθεί με τον πρωθυπουργό, ότι οι πρώτοι διοικητές των ανωτέρων μονάδων της εθνοφυλακής, 14 ανώτεροι αξιωματικοί, θα ορίζοντο ύστερα από κοινή εκλογή του υπουργείου των Στρατιωτικών και της Αριστεράς και ότι οι αξιωματικοί της εθνοφυλακής που θ’ αποτελούσαν τα στελέχη της κλάσεως που είχε κληθεί για την 1 Δεκεμβρίου, θα εγκρίνονταν απ’ τους διοικητές αυτούς κι έτσι θα ήσαν της κοινής εμπιστοσύνης του δημοκρατικού κόσμου και της Αριστεράς. Αυτές οι προφυλάξεις είχαν συμφωνηθεί επειδή δεν είχε γίνει η εκκαθάριση του Στρατού που ήταν προγραμματικός σκοπός της κυβερνήσεως.
Αλλά ξαφνικά, ενώ δεν είχαν ορισθεί καν όλοι οι 14 διοικητές και δεν είχεν εγκριθεί κανένας κατάλογος των πρώτων στελεχών, κυκλοφόρησε έντυπος διαταγή του υπουργείου Στρατιωτικών που ονόμαζε και τοποθετούσε κιόλας πάνω από 250 αξιωματικούς για τους οποίους κανένας δεν είχε ερωτηθεί. Ρωτήθηκε ο υφυπουργός των Στρατιωτικών και αρνήθηκε την πατρότητα της διαταγής που ειχε την υπογραφή του. Ρωτήθηκε ο γενικός διευθυντής του υπουργείου, ρωτήθηκε ο προσωπάρχης, κανένας δεν ήξερε πώς βγήκε η διαταγή. Μας είπαν μάλιστα ότι και το Γενικό Επιτελείο που ρωτήθηκε, δήλωσε επίσης άγνοια. Τί λοιπόν είχε συμβεί; Υπήρχαν πίσω από την κυβέρνηση και το υπουργείο Στρατιωτικών δυνάμεις που έπαιρναν κι εκτελούσαν πρωτοβουλίες αντίθετες απ’ την κυβερνητική γραμμή;
Ο κ. Λαμπριανίδης παραιτήθηκε κατόπιν του σκανδάλου. Διορίσθηκε υφυπουργός των Στρατιωτικών ο κ. Σαρηγιάννης, στρατιωτικός της εμπιστοσύνης της Αριστεράς, άρχισε μια εργασία διορθώσεως του κακού που είχε γίνει, αλλ’ η καχυποψία είχε πια ριζώσει, η δυσπιστία φαινόταν δικαιολογημένη απ’ τα πράγματα, η ατμόσφαιρα χειροτέρευσε ακόμα πιο πολύ.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες εντάσεως κι ενώ οι Φιλελεύθεροι και οι Λαϊκοί δεν δέχονταν καν τον διορισμό του κ. Σαρηγιάννη ως υφυπουργού των Στρατιωτικών – υφυπουργού με περιορισμένα δικαιώματα, γιατί όλες οι ονομασίες που θα έκαμνε έπρεπε να υπογράφονται κι απ’ τον υπουργό των Στρατιωτικών και πρωθυπουργό – καταβάλαμε μια τελευταία προσπάθεια. Λαβαίνοντας υπ’ όψη την επιθυμία του πρωθυπουργού να ανταποκριθεί – όπως έλεγε, στην απαίτηση του κ. Τσώρτσιλ και του κ. Σκόμπυ για τη διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας – μια απαίτηση που δε βρίσκαμε να έχει κανένα, μα απολύτως κανένα λογικό ή πολιτικό έρεισμα – σοφισθήκαμε μια λύση που μπορούσε να απομακρύνει τις υποψίες και να δώσει μια διέξοδο, μέχρις ότου αρχίσει να σχηματίζεται με τις απαραίτητες δημοκρατικές εγγυήσεις, ο τακτικός μας στρατός.
Υποβάλαμε, ο συναγωνιστής Ζέβγος, ο Τσιριμώκος κι εγώ στον κ. Παπανδρέου, συνεννοημένοι και με τον κ. Σαρηγιάννη, ένα σχέδιο δημιουργίας ενός μικτού στρατιωτικού τμήματος που θ’ απαρτίζετο από την υφισταμένη τότε Ορεινή Ταξιαρχία, τον Ιερό Λόχο, ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, που συμφωνήθηκε να έχει δύναμη και οπλισμό ίσα με το σύνολο όλων των άλλων δυνάμεων που θα διατηρούνταν. Το τμήμα αυτό που θα ήταν κάτι σαν μεραρχία, θα είχε, όπως επίσης συμφωνήσαμε, ενιαία Διοίκηση. Αναφέρθηκαν μάλιστα και ονόματα υποψηφίων μεράρχων.
Τη μικτότητα του τμήματος, η οποία θα έπρεπε να νοηθεί κατ’ άνδρα, δεν τη δέχθηκε ο κ. Παπανδρέου, αλλά στην ενότητα του τμήματος και στην ενιαία Διοίκηση συμφωνήσαμε. Και ο λόγος που η αριστερή ηγεσία ζητούσε τότε την ενότητα αυτή ήταν για να διαλυθεί ο φόβος ότι και αν ακόμα διατηρηθεί μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, ήταν δυνατό, αν ήταν ανεξάρτητη αυτή να στελνόταν στα σύνορα, ενώ η Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος, σχηματισμοί της εμπιστοσύνης της Δεξιάς, θα διατηρούνταν στην πρωτεύουσα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μια στιγμή, για σκοπούς εναντίον της Αριστεράς. Η ενότητα του τμήματος και η ενιαία Δίοικηση ήταν μια εγγύηση εναντίον τέτοιων φόβων.
Δυστυχώς ο κ. Παπανδρέου, ενώ συμφωνήσαμε στις βάσεις αυτές, δημοσίευσε την άλλη μέρα εντελώς αλλιώτικο το μέρος αυτό του σχεδίου μας, έτσι που εματαιώνετο ο σκοπός του. Εγκατέλειψε δηλαδή την ενότητα και την ιδέα καν του τμήματος εθνικού στρατού και προέβλεψε μόνο ότι «εκτός της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, θα σχηματισθούν επίσης εκ των δυνάμεων της Εθνικής Αντιστάσεως μία ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και ανάλογος μονάς του ΕΔΕΣ». Η διατύπωση αυτή ήταν εντελώς άλλο πράγμα, τόσο γιατί οι διατηρούμενες δυνάμεις θα ήσαν ασύνδετες μεταξύ τους όσο και διότι «ανάλογος μονάς» του ΕΔΕΣ μπορούσε να σημαίνει «Ταξιαρχία του ΕΔΕΣ», πράγμα που ποτέ δεν είχαμε δεχθεί.
Το ξέσπασμα της δυσπιστίας απ’ την πλευρά της αριστεράς ήταν δικαιολογημένο και ευεξήγητο. Εν τούτοις εμάς τουλάχιστο δεν μας παρέσυρε. Επιμείναμε ακόμα στη συνεννόηση. Ζητήσαμε απ’ τον κ. Παπανδρέου να επανέλθει στο αρχικό σχέδιό μας που είχε συμφωνηθεί, αλλ’ εν τω μεταξύ το ΚΚΕ ζητώντας μια ριζικότερη λύση, ξαναγύρισε σ’ εκείνο που και ο κ. Παπανδρέου θεωρούσε λογικό, αλλ’ αδύνατο επειδή δεν το επέτρεπαν οι Άγγλοι – στην ιδέα της αποστρατεύσεως της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, μαζί με την αποστράτευση των ανταρτικών ομάδων. Ο κ. Παπανδρέου, στο σχέδιο αυτό που του ανέπτυξε ο συναγωνιστής Σιάντος δεν αντέταξε παρά μόνο την άρνηση των Άγγλων και την αδυναμία του να μεταβάλει τις αντιλήψεις των.
Απ’ την ώρα εκείνη το αδιέξοδο ήταν συμπληρωμένο και η θύελλα είχε πλησιάσει. Η Δεξιά πίεζε τον κ. Παπανδρέου ν’ αρχίσει η σύγκρουση. Αδημονούσε που δεν άρχιζε. Κι ο κ. Παπανδρέου, αντί να δεχθεί και να επιβάλει σ’ όλους τις λύσεις που κι ο ίδιος θεωρούσε λογικές – αν μιλούσε με ειλικρίνεια – αντί να παραιτηθεί εν ανάγκη, έγινε όργανο της Δεξιάς κι έφθασε γρήγορα για το χατίρι της, στην αιματηρή σύρραξη.

Γ΄ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Απ’ τη στιγμή που το στρατιωτικό ζήτημα εξ αιτίας της Ορεινής Ταξιαρχίας δεν βρήκε τη λύση που θα επέτρεπε να διατηρηθεί η εθνική ενότητα, το πολιτικό συγκρότημα που είχε τις ρίζες του στη συμφωνία του Λιβάνου ήταν ουσιαστικά διαλυμένο.
Μαζί με τον κ. Παπανδρέου δεν είναι μικρή η ευθύνη και των κομμάτων της Δεξιάς που μετείχαν στην κυβέρνηση εκείνη. Όχι μόνο δεν έκαμαν καμιά προσπάθεια για να βρεθούν λύσεις, αλλά και έσπρωξαν και πίεσαν όσο μπορούσαν για τη σύρραξη, με την ελπίδα ότι θα τους ωφελούσε μια στρατιωτική ήττα του λαϊκού κινήματος που προεξοφλείτο, γιατί ήταν βέβαιο ότι θα υπήρχε επέμβαση των βρετανικών στρατευμάτων και ότι θα έδιδε μια νίκη στη Δεξιά.
Θα εκπλαγεί ίσως ο ιστορικός του μέλλοντος για το γεγονός ότι δεν αναζητήθηκαν πολιτικές λύσεις που να μπορέσουν ν’ απομακρύνουν τη σύρραξη – και βέβαια την πρωτοβουλία τέτοιων λύσεων δεν μπορούσε πλέον να την έχει η Αριστερά. Και στο σημείο αυτό φάνηκε πόσο έλειπε ένα όργανο ρυθμιστικό του πολιτεύματος που θ’ αναλάμβανε μια πρωτοβουλία κιαι θα έκαμε το καθήκον του για την περίσταση. Γιατί και πώς βρέθηκε η χώρα χωρίς ρυθμιστή του πολιτεύματος, είναι άλλο ζήτημα.
Αλλ’ η Δεξιά είναι φυσικό να μη θέλει λύσεις του αδιεξόδου, γιατί δεν της χρειάζονταν, απ’ τη στιγμή που είχε εξασφαλισμένη την ένοπλη βρετανική υποστήριξη. Το μόνο που της εχρειάζετο ήταν να μπορέσει να ρίξει όλη την ευθύνη της κρίσεως στην αριστερά, ενώ ήταν ολοφάνερο και θ’ αναγνωρισθεί ασφαλώς γενικότερα, ότι οι δικές της ευθύνες ήταν οι πρωταρχικές όπως και οι ευθύνες των Βρετανών συντηρητικών ήσαν μεγάλες και καίριες. Για τις ευθύνες της αριστερής ηγεσίας θα μιλήσουμε και παραπέρα.
Φθάσαμε έτσι στην 1 Δεκεμβρίου, ημερομηνία που πράγματι είχε συμφωνηθεί για την αποστράτευση της πολιτοφυλακής και η αποστράτευση δεν πραγματοποιήθηκε γιατί η πολιτοφυλακή αρνήθηκε να παραδώσει υπηρεσία στην εθνοφυλακή. Αλλά το ζήτημα δεν ήταν πια η αντικατάσταση της πολιτοφυλακής, αλλά η διατήρηση της εθνικής ενότητας που είχεν ουσιαστικά διαλυθεί και το γενικό πολιτικό πρόβλημα μιας συνεννόησης για την ομαλότητα.
Έκαμα μια τελευταία απόπειρα στον κ. Παπανδρέου. Του είπα και του ζωγράφισα έντονα όλους μου τους φόβους για την εξέλιξη που έπαιρνε η κρίση με γοργό, όσο και μοιραίο ρυθμό. Τόνισα τι έγκλημα θα ήταν να ριχθεί ο τόπος σε μια αιματοχυσία για την υπόθεση της Ταξιαρχίας. Και του εξήγησα την προσωπική μου θέση σαν ανθρώπου που δεν δέχεται να συμμερισθεί τις ευθύνες μιας εσωτερικής σύγκρουσης, αφού όλη μου η προσπάθεια, τότε, ήταν να αποφευχθεί και αφού η πεποίθησή μου ήταν και είναι ότι μπορούσε ν’ αποφευχθεί.
Ακόμα και την 1 Δεκεμβρίου ίσως υπήρχαν ελπίδες να προληφθεί η ρήξη αρκεί να πρυτάνευε ειλικρίνεια και να εδίνετο ευκαιρία για μια έσχατη προσπάθεια.
Δυο γεγονότα συνετέλεσαν στο κλείσιμο του δρόμου. Το πρώτο είναι η διαταγή του στρατηγού Σκόμπυ για την αποστράτευση των ανταρτικών δυνάμεων, μια διαταγή που φαίνονταν ν’ απορρέει από εξουσιοδότηση της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά που ουσιαστικά στηριζόταν στην έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης του κ. Τσώρτσιλ.
Η αποστράτευση των ανταρτικών δυνάμεων και για λόγους ψυχολογικούς, αλλά και για λόγους πολιτικούς, έπρεπε να ήταν έργο μόνο της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν είχε κανένα νόημα και καμιά σκοπιμότητα – αντίθετα μάλιστα περιέπλεκε τα πράγματα – η ανάμιξη του αρχηγού των συμμαχικών και φίλων στρατιωτικών δυνάμεων μέσα στη χώρα. Ούτε είχεν έρεισμα, όπως κακώς έχει γραφεί πολλές φορές, στη συμφωνία της Καζέρτας, γιατί κάθε άλλο παρά αυτό είναι το γράμμα ή το πνεύμα και ο σκοπός της συμφωνίας εκείνης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι παράλληλα με τη διαταγή του κ. Σκόμπυ, η κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ είχεν εκδώσει την ίδια αυτή μέρα της 1 Δεκεμβρίου μια προκήρυξη, που όσο κι αν ενέμενε στη λύση της αποστράτευσης και της Ορεινής Ταξιαρχίας, μπορούσε όμως και έπρεπε να χρησιμοποιηθεί απ’ την κυβέρνηση σα μια αφορμή για νέα προσπάθεια συνεννόησης, ευρύτερα, με όλα τα κόμματα του ΕΑΜ, για να αναζητηθούν λύσεις. Δεν έγινε τίποτε.
Το δεύτερο γεγονός που έκλεισε το δρόμο, είναι η υπουργική σύσκεψη ή το υπουργικό συμβούλιο της ημέρας εκείνης, όπου δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος οι υπουργοί της αριστεράς. Κανένας δεν μπορεί να πει ότι εκ των προτέρων απεκλείετο να έβγαινε κάποια λύση απ’ τη σύσκεψη, τη σύγκρουση των απόψεων και τις προτάσεις που μπορούσαν να υποβληθούν από εμάς ή από τους άλλους.
Η πλειοψηφία της κυβέρνησης που συνεδρίασε μόνη της, έλαβε σοβαρότατες αποφάσεις – για τη διάλυση της πολιτοφυλακής – ενώ το ζήτημα δεν ήταν πια αυτό, αλλ’ η αντιμετώπιση ολόκληρης της κατάστασης – και τις έστειλε στους υπουργούς της Αριστεράς, να τις υπογράψουν με τη δήλωση ότι όποιος δεν τις υπογράψει θεωρείται παραιτημένος από την κυβέρνηση.
Μπορούσα να παραιτηθώ γι’ αυτό και μόνο, αφού ουσιαστικά είχαμε παυθεί, έτσι, απ’ την κυβέρνηση, αλλά προτίμησα να δικαιολογήσω την παραίτησή μου με το γενικότερο αίσθημα εκείνης της ώρας – την αδυναμία να συνεχίσω πλέον την προσπάθεια που είχα αναλάβει.
«Κατέβαλα – έγραφα – όπως είναι γνωστό, κάθε προσπάθεια για να βρεθούν λύσεις που θα έδιναν σ’ όλους την απαραίτητη ασφάλεια και θα στήριζαν και την κυβέρνηση της εθνικής ενότητας. Δεν το πέτυχα. Η αμοιβαία δυσπιστία εξακολουθεί και αυτό είναι το ουσιώδες. Δεν μου μένει σήμερα παρά να σας παρακαλέσω να δεχθείτε την παραίτησή μου. Πιστεύω πάντοτε στην ανάγκη της πλήρους εθνικής ενότητος και εύχομαι να ξαναγίνει κατορθωτή προς χάριν του λαού και της ομαλότητος της πολιτικής ζωής».
Την ίδια βραδιά παραιτήθηκαν και οι συνάδελφοί μου Τσιριμώκος, Ασκούτσης και Αγγελόπουλος. Την επόμενη ημέρα υποβλήθηκαν οι παραιτήσεις των συναγωνιστών Ζέβγου και Πορφυρογένη. Δεν υπήρχε πια κυβέρνηση ενότητος.
Με τις αποφάσεις που είχε πάρει, με την ουσιαστική μας απόλυση, και με τη διαταγή του κ. Σκόμπυ, η κυβέρνηση είχε τυπικά κατασταλάξει σε μια επιθετική πρωτοβουλία, χωρίς να έχει ούτε το ηθικό κύρος για τέτοια ενέργεια ούτε και τη συγκατάθεση όλων των άλλων κομμάτων. Το τελευταίο αυτό αποδεικνύεται απ’ τη στάση που το κόμμα των Φιλελευθέρων πήρε ύστερα από τρεις μέρες κι απ’ την αξίωση του αρχηγού των Φιλελευθέρων ν’ αναλάβει ο ίδιος την κυβέρνηση. Το λογικό, άλλωστε, και το πολιτικά σκόπιμο και ορθό, μετά την απουσία της αριστεράς, ήταν να παραχωρήσει την θέση της η κυβέρνηση της διαλυθείσης εθνικής ενότητος σε άλλη, που θα μπορούσε ίσως να βρει λύσεις για να προλάβει τη σύρραξη.
Κι απ’ τη στιγμή που η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου έπαιρνε τέτοια επιθετική πρωτοβουλία, πώς ήταν δυνατό να μείνει μαζί της οποιοσδήποτε από μας, χωρίς αυτόματα να ενταχθεί σε μια παράταξη εμφυλίου πολέμου;
Εκπρόσωποι της Αριστεράς, σαν κι εμάς – της Αριστεράς που δεν μπορεί παρά να είναι δίπλα και μέσα στο λαό – γιατί σε κάθε χώρα αυτός είναι ο λόγος που την καθιερώνει στην πολιτική ζωή – δεν μπορούσαν να κάνουν καμιά αντιλαϊκή πράξη, μια πράξη προδοσίας του λαού. Γιατί ο λαός, εφαινόταν κιόλας, θα ήταν το θύμα της σύρραξης που αναζητούσε η Δεξιά.
Την επιθετική αυτή θέση της η κυβέρνηση την χρωμάτισε ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που χειρίσθηκε το ζήτημα του συλλαλητηρίου της Κυριακής 3 Δεκεμβρίου. Προκάλεσε την πρώτη και κρίσιμη αιματοχυσία, που θα ήταν ακόμα σοβαρότερη αν δεν την σταματούσαν οι βρετανικές περιπολίες. Ήταν φυσικό να παραιτηθεί μετά το τελευταίο αυτό γεγονός. Αλλ’ από δω και πέρα σημειώνεται η επέμβαση της βρετανικής κυβέρνησης που για να διατηρηθεί ο κ. Παπανδρέου, δεν άφησε να σχηματισθεί κυβέρνηση Σοφούλη. Μια τέτοια κυβέρνηση, που όπως δηλώσαμε αμέσως, θα είχε την υποστήριξη της Αριστεράς, θα ήταν επιτέλους μια βαλβίδα εξάτμισης και μια πολιτική ευκαιρία να δοκιμασθούν άλλες λύσεις πριν αρχίσει η σύγκρουση με τις βρετανικές δυνάμεις, η τραγική σύγκρουση του λαού με φίλους και συμμάχους στους κοινούς αγώνες, που έμαθε πάντοτε ν’ αγαπά και να θαυμάζει και που παρ’ όλη τη θλιβερή ανάμνηση του περσινού Δεκέμβρη, δεν έπαυσε να έχει γι’ αυτούς τα ίδια αισθήματα.
Δυστυχώς αποκλείσθηκε και η διέξοδος αυτή. Και είναι η μικρότερη απ’ τις ευθύνες του κ. Παπανδρέου και των συνεργατών του ότι δέχθηκαν έτσι να μείνουν στην κυβέρνηση και να πραγματοποιήσουν τον εμφύλιο πόλεμο, αφού είχαν ματαιώσει οποιαδήποτε ειρηνική λύση.
Έτσι το κακό που νομίζαμε ότι είχαμε εξορκίσει, όταν ο λαός της Αθήνας υποδεχόταν με άνθη την Κυβέρνηση της απελευθέρωσης, έγινε αναπόφευκτο και άρχισε.

Δ΄ Ο ΛΙΒΑΝΟΣ

Την ώρα που ξέσπαζε η δεκεμβριανή σύρραξη, δυο ερωτήματα ανέβαιναν αυτόματα στις συνειδήσεις που ήθελαν να κατατοπισθούν με ακρίβεια στο δράμα που άρχιζε. Ερωτήματα σχετικά με την προϊστορία της αιματηρής περιόδου.
Τι ήταν η «εθνική ενότης» που θρυμματίσθηκε την 1 Δεκεμβρίου – τί ήταν η συμφωνία του Λιβάνου με τον πομπώδη τίτλο του «εθνικού συμβολαίου» – και τι ήταν η συμφωνία της Καζέρτας που η επίκλησή της αποτέλεσεν έρεισμα της ένοπλης βρετανικής επέμβασης που θέλησεν η Δεξιά;
Η εθνική ενότητα για την πάλη κατά του εχθρού, για την απελευθέρωση της χώρας και για την ομαλή δημοκρατική μετάβαση στον ελεύθερο πολιτικό βίο, ήταν βέβαια πόθος γενικός, αλλ’ υπήρξε προ πάντων αίτημα και συστηματική προσπάθεια του ΕΑΜ. Ήταν και δική μου έμμονη ιδέα για την πραγματοποίηση της οποίας εργάσθηκα όσο μου ήταν δυνατό και ήταν ένας απώτερος λόγος που δέχθηκα την προεδρία της ΠΕΕΑ. Πίστευα ότι απ’ τη θέση αυτή, αφού θα είχα κάνει το καθήκον μου μετέχοντας στον απελευθερωτικό αγώνα του λαού, θα μπορούσα συγχρόνως να συμβάλω στην πραγματοποίηση της ενότητάς του τουλάχιστο με την ελληνική κυβέρνηση του εξωτερικού.
Η εαμική ηγεσία επεδίωξεν επίμονα τη συνεννόηση με το Κάιρο. Μια συνεννόηση, φυσικά, που δεν έπρεπε να σημαίνει απορρόφηση και στραγγαλισμό του λαϊκού κινήματος της χώρας με τις δημοκρατικές απαιτήσεις του και ότι τουναντίον θα έπρεπε να σημαίνει εγγύηση και εξασφάλιση της δημοκρατικής εξέλιξής του με την συνολική πρόοδο του έθνους.
Όποιος έχει υπ’ όψη του το αντίθετο παράδειγμα του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος των Γιουγκοσλάβων που επεδίωξε και επέτυχε την αποκλειστική του επικράτηση, θα ρωτήσει ίσως, γιατί το δικό μας εαμικό κίνημα αντί να μιλήσει το ίδιο, προσπάθησε να επιτύχει μιαν εθνική ενότητα με ξένα προς τους σκοπούς και τη δράση του στοιχεία, και μάλιστα με στοιχεία που το εχθρεύονταν θανάσιμα.
Επίστευα και πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή της ενότητος, οσαδήποτε μειονεκτήματα κι αν είχε, ήταν η καλύτερη πολιτική, σύμφωνα με τη στάθμιση όλων των αντικειμενικών συνθηκών, με την ρεαλιστική τους ενατένιση. Ήταν άρα σωστό που ακολουθήθηκε και το μόνο που δεν ήταν ορθό ήταν οι ταλαντεύσεις που παρουσιάσθηκαν στη γραμμή – ταλαντεύσεις που έβλαψαν την όλη υπόθεση γιατί ωφέλησαν μόνο την αντίδραση.
Κι απ’ τη στιγμή που προκρίθηκεν η γραμμή της ενότητος, το πρακτικό ζήτημα που έμπαινε ήταν να πραγματοποιηθεί με τους καλύτερους δυνατούς για το κίνημα όρους και ακόμη να βρεθεί η ηγεσία εκείνη της κυβερνήσεως που θα έδινε σ’ όλους την εγγύηση και των γενικών εθνικών σκοπών και των ειδικών του λαϊκού αγώνα.
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ

4 Οκτωβρίου 1944
Η Απελευθέρωση της Πάτρας
(ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ)






















Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

ΠΑΝΩ ΑΠΟ 510 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ


Τι οφείλει η σημερινή Γερμανία προς την Ελλάδα

ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΥΨΟΣ

ΤΩΝ ΚΑΤΟΧΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ

Υπερβαίνει τα 510 δις € για τη Γερμανία
(υπολογίζεται με 2,5% επιτόκιο από το 1946, οπότε κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946)

Του Δημοσθένη Κούκουνα


Δ. Κούκουνας
Επειδή κατά περιόδους έχουν λεχθεί πολλά για τα κατοχικά δάνεια και ιδιαίτερα για το ύψος που αντιπροσωπεύουν, θα ήταν πολύ χρήσιμο να γίνει ένας αντικειμενικός – επιστημονικός θα έλεγα – υπολογισμός, ώστε να γνωρίζουμε το πραγματικό ποσόν, φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι το ζήτημα αυτό είναι υπαρκτό και η ελληνική αξίωση για την αποπληρωμή τους ρεαλιστική. Το καθήκον αυτό επαφίεται σε πιο ειδικούς οικονομολόγους και είναι όλως ατυχές που μέχρι σήμερα δεν βρέθηκε ένας αρμόδιος οιασδήποτε βαθμίδας να το πράξει ή ένας υπεύθυνος πολιτικός να αναθέσει σε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων μια εμπεριστατωμένη μελέτη.
Μετά την Απελευθέρωση ο αρμόδιος θεσμικός φορέας, η Τράπεζα της Ελλάδος, βάσει των σχετικών λογαριασμών που τηρούσε, προσδιόρισε το σύνολο των καταβολών που δόθηκαν από την αρχή στους κατακτητές σε όλο το διάστημα της Κατοχής. Το συνολικό ποσόν που αφορά τη Γερμανία ανέρχεται σε 1.617.781.093.648.819 δρχ. και στην Ιταλία σε 220.479.188.480 δρχ. Μετά την αφαίρεση των κατά τα διεθνή νόμιμα εξόδων κατοχής, όπως αυτά συμφωνήθηκαν με τους κατακτητές, η μεν Γερμανία έλαβε πέραν αυτών ως προκαταβολές 1.530.033.302.528.819 δρχ. και η Ιταλία αντίστοιχα 157.053.637.000 δρχ.[1] 
Αυτά τα τελευταία ποσά είναι ακριβώς τα λεγόμενα κατοχικά δάνεια, που θα έπρεπε – κατά τις συμφωνίες Μαρτίου 1942 και Δεκεμβρίου 1942 – να επιστραφούν με τη λήξη του πολέμου. Αυτό είναι το κεφάλαιο του κατοχικού δανείου σε ονομαστική αξία και αυτή ήταν η βάση για να υπολογισθεί η οφειλή όταν θα γινόταν η εξόφληση, διότι το ακριβές ποσόν πρέπει να εξαχθεί με το μέτρο της τιμαριθμικής δραχμής. Εδώ τώρα τίθεται το ζήτημα ποιος είναι ο κανόνας του προσδιορισμού της.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να έχει την εποχή εκείνη μια αρχική εκτίμηση, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της αντιστοίχισης στην τιμή της χρυσής λίρας. Προσδιορίστηκε έτσι ότι η συνολική οφειλή της Γερμανίας ως προς τα κατοχικά δάνεια ανερχόταν σε 3.670.610 χρυσές λίρες, της δε Ιταλίας σε 835.616 χρυσές λίρες[2].
Εκ πρώτης όψεως η μέθοδος αυτή φαίνεται λογική, πλην όμως δεν είναι αντιπροσωπευτική, διότι η επίσημη τιμή της χρυσής λίρας ήταν διαφορετική από την ανεπίσημη – και φυσικά ήταν χαμηλότερη. Πέραν αυτού, η συμφωνία που επέβαλαν οι κατακτητές δεν όριζε συγκεκριμένη μέθοδο αποτιμαριθμοποίησης, πολύ δε περισσότερο όταν η μελετώμενη κατοχική περίοδος ήταν εξαιρετικά περίπλοκη. Συνεπώς, η αναζήτηση της δίκαιης αποτίμησης του χρέους θα πρέπει να ακολουθήσει ασφαλέστερο υπολογισμό.
Την άποψη ότι ο υπολογισμός του κατοχικού δανείου δεν είναι ορθός αν γίνει με τη βάση της χρυσής λίρας, πρώτος υποστήριξε ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος, επιμένοντας ότι πιο ορθολογική και αντιπροσωπευτική είναι εκείνη του δολαρίου. Στην περίπτωση αυτή, πρόσθετε, κατά την εκτίμησή του το κεφάλαιο οριζόταν για τη Γερμανία σε 151 εκατ. δολάρια και μέχρι το 1964[3] θα έπρεπε να προστεθούν 177 εκατ. δολάρια για τόκους από 1ης Ιανουαρίου 1942, δηλαδή συνολικά 328 εκατ. δολάρια.
Ωστόσο, αν στηριζόμαστε στη συμφωνία του Μαρτίου 1942, που συνήφθη μεταξύ Γερμανών και Ιταλών στη Ρώμη, δεν πρέπει να αρχίσει η χρέωση από την ημερομηνία εκείνη, διότι σαφώς αναφερόταν ότι επρόκειτο περί ατόκου επιστροφής των καταβολών. Και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη συμφωνία εκείνη, διότι επ’ αυτής εδράζεται η ελληνική αξίωση. Διαφορετικά αν αγνοηθούν επιλεκτικά ορισμένοι όροι της, υπάρχει ο κίνδυνος να αδυνατίσει η θέση μας και να δοθούν επιχειρήματα για τη μη τήρησή της.
Από την άλλη μεριά δεν είναι ορθολογική η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου, διότι χρησιμοποιεί μεθοδολογία που στην πραγματικότητα μειώνει το σύνολο της οφειλής με το να λαμβάνει εσφαλμένη εκκίνηση της οφειλής στα 151 εκατ. δολάρια, που τον Απρίλιο 1964 αντιστοιχούσαν σε 15.100.000 χρυσές λίρες ή κατ’ επέκταση το 2012 σε 4.530.000.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, τον Απρίλιο 1964 το κεφάλαιο έφθανε έντοκα, ως προς τη Γερμανία πάντα, στις 32.800.000 χρυσές λίρες, οπότε με τις ίδιες αναλογίες (δηλαδή με επιτόκιο 4% και ετήσιο ανατοκισμό) το 2012 η συνολική οφειλή θα ήταν 215.513.819 χρυσές λίρες ή σε ευρώ 64.654.145.587 ευρώ. Αυτή είναι η εκτίμηση Αγγελόπουλου για τα κατοχικά δάνεια της Γερμανίας που οφείλονται στην Ελλάδα[4].
Ωστόσο ο υπολογισμός αυτός έχει δύο βασικά μειονεκτήματα. Όπως προελέχθη, α) αγνοεί τον όρο της άτοκης επιστροφής κατά τη λήξη του πολέμου, και β) υπολογίζει επιτόκιο 4%. Ενδεχομένως το 1964, όταν έκανε τους υπολογισμούς του, το επιτόκιο να ήταν φυσιολογικό, πλην όμως προκειμένου για κρατικά δάνεια το ορθό θα ήταν 2,5% και όχι περισσότερο.
Επιλέγοντας αυτό το χαμηλό επιτόκιο του 2,5% και εκκινώντας τον ανατοκισμό από το 1946, χρονολογία που ανυπερθέτως, δηλαδή με τη λήξη του πολέμου που νοείται κατά τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, θα έπρεπε το γερμανικό κράτος να επιστρέψει τις καταβολές που είχε λάβει καθ’ υπέρβαση των εξόδων κατοχής υπό σαφώς δανειακή μορφή και με την ανεπιφύλακτη δέσμευση επιστροφής των χρημάτων, καταλήγουμε σε άλλο ποσόν.
Πλην όμως η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου το 1964, όσο και εκείνη του κατοχικού υπουργού Γκοτζαμάνη το 1952 (περί 240 εκατ. δολαρίων), είναι εσφαλμένες. Αγνοούν την ορθή αποτίμηση της αναγκαίας τιμαριθμικής βάσης, η οποία όντως είναι αρκετά περίπλοκη. Αρκεί μόνο να υπομνησθεί πόσο ακραίες και αιφνίδιες ανατιμήσεις βασικών ειδών γίνονταν τότε, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι οι πραγματικές τιμές αγαθών απείχαν εξαιρετικά από τις επίσημες και πόσο δύσκολο είναι να αναπαρασταθούν ώστε να ληφθούν για να χρησιμοποιηθούν ως βάση υπολογισμών. Γι’ αυτόν τον λόγο αναζητήσαμε μια άλλη μεθοδολογία.
Η έρευνά μας προσανατολίστηκε διαφορετικά λοιπόν και με έναν συνδυασμό επίσημων και πραγματικών τιμών στα τρόφιμα και στα είδη καθημερινής χρήσης, της πραγματικής τιμής της χρυσής λίρας στην ελεύθερη αγορά, λαμβάνοντας υπόψη και τις αξίες των πωλουμένων ακινήτων, καθώς και άλλων δεικτών, περιλαμβανομένης και της γερμανικής οφειλής από τις ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία διαρκούσης της Κατοχής[5], καταλήξαμε σε διαφορετικό ποσόν. Έτσι, η πραγματική αποτίμηση του κατοχικού χρέους έφθασε την ημέρα που αποχώρησαν τα γερμανικά στρατεύματα στο συνολικό ύψος των εκατό δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις.
Αυτό είναι το ακριβές ποσόν και είναι βέβαιο ότι αν κάποτε η ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να ασχοληθεί με το ζήτημα και αναθέσει σε μια επιτροπή ειδικών να το ερευνήσει σε βάθος, τότε θα επαληθευθεί πλήρως η δική μας εκτίμηση.
Επί πλέον, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο όρος περί άτοκης σύντομης επιστροφής των κατοχικών δανείων ξεπεράστηκε όταν η οιονεί δανειακή σύμβαση κατέστη ληξιπρόθεσμη. Αυτό συνέβη με τη Διάσκεψη Ειρήνης του 1946 και από τότε τα δάνεια είναι έντοκα, ώστε το αρχικό κεφάλαιο των 100 δισεκατομμυρίων να ανέρχεται σήμερα, με χαμηλό επιτόκιο 2,5%, στα 510.033.165.000 ευρώ.
Επομένως αυτό το ποσόν όφειλε να έχει καταβάλει το μεταπολεμικό γερμανικό κράτος και αδιαφόρησε να το πράξει. Υπό το πρόσχημα του διαμελισμού επλέχθη μια σειρά επιχειρημάτων για να αποφύγει την αποπληρωμή των κατοχικών δανείων με την ανοχή ή συνενοχή των συμμαχικών κυβερνήσεων. Αρκετά χρόνια μετά τη Διάσκεψη Ειρήνης εφευρέθηκε το επιχείρημα ότι η Γερμανία δεν ήταν σε θέση να υπογράψει την τελική συνθήκη ειρήνης ενόσω ήταν διαμελισμένη. Αν ήταν καλόπιστος οφειλέτης η Δυτική Γερμανία, στο διάστημα των 44 χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι να ενοποιηθεί θα μπορούσε να είχε καταβάλει το μερίδιο που της αναλογούσε, έστω και σταδιακά. Απέφυγε όμως να το πράξει, όπως απέφυγε και στα επόμενα χρόνια, αφού πλέον ήταν ενοποιημένη και δεν μπορούσε να επικαλεσθεί παρόμοιες αιτιάσεις.

(Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια", σελ. 459-463 που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ερωδιός)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Η Ιταλία υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την οφειλή της, ανερχόμενη κατά τον χρόνο της αποδοχής, στο ποσόν των 105 εκατ. δολαρίων, ποσόν όμως κατώτερο του πραγματικού, διότι επρόκειτο περί συμβιβασμού με την τότε ιταλική κυβέρνηση.
[2]. Μεταπολεμικά η Ιταλία, η οποία αναγνώρισε την εν προκειμένω οφειλή της και δεν αρνήθηκε να την εξοφλήσει, φέρθηκε πολύ εντιμότερα από τη Γερμανία και τελικά, ύστερα από διαπραγματεύσεις με τις ελληνικές κυβερνήσεις ως προς το ακριβές ύψος της οφειλής της, το αποπλήρωσε. Η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι δεν αρνείται την ύπαρξη της υποχρέωσης με τη λήξη του πολέμου, πεισματικά και συστηματικά δεν δέχεται να την τακτοποιήσει.
[3]. Η χρονολογία 1964 χρησιμοποιείται διότι τη χρονιά εκείνη έκανε τους υπολογισμούς και τις εκτιμήσεις του ο Α. Αγγελόπουλος, δημοσιεύοντας σχετικό άρθρο του στην εφημερίδα Το Βήμα (17.4.1964), που αναδημοσιεύθηκε στη συνέχεια στο περιοδικό Νέα Οικονομία, που εξέδιδε ο ίδιος (Μάιος 1964).
[4]. Στα τέλη Μαΐου 2012 η δημοσιογράφος Βίκυ Βουλβουκέλη δημιούργησε αίσθηση στη γερμανική κοινή γνώμη (Bild 23.5.2012), προβάλλοντας το αίτημα για την επιστροφή των κατοχικών δανείων, στηριζόμενη στην εκτίμηση που είχε παρουσιασθεί από τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης τον Σεπτέμβριο 2011 περί 70 δισεκ. ευρώ. Το ποσόν, όπως αναλύουμε, είναι κατά πολύ χαμηλότερο της πραγματικότητας.
[5]. Το ισοζύγιο του ανανεωμένου ελληνογερμανικού κλήριγκ, όπως εξελίχθηκε με τη δραστηριότητα της Degriges από τον Σεπτέμβριο 1942 μέχρι τέλους της Κατοχής, είναι σαφώς οικονομικό μέγεθος και πρέπει να εντάσσεται στη συμφωνία για τα κατοχικά δάνεια, όπως αναμφίβολα προκύπτει.




Το άρθρο του καθηγητή Αγγελόπουλου στο "Βήμα" (17.4.1964).

Ο Γερμανός καθηγητής Ιστορίας της Οικονομίας Albrecht Ritschl αποδέχεται πλήρως την υπόσταση της γερμανικής οφειλής για τα κατοχικά δάνεια (συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό Spiegel 21.6.2011) ΚΛΙΚ ΕΔΩ.

Ο έγκυρος Γάλλος οικονομολόγος Jacques Delpla, οικονομικός σύμβουλος της τράπεζας BNP Paribas εκτιμά το ύψος της γερμανικής οφειλής στα 575 δις ευρώ (συνέντευξή του στην οικονομική εφημερίδα Les Echos 23.6.2011) ΚΛΙΚ ΕΔΩ.


ΠΡΟΣΘΗΚΗ 12/6/2012:
Όσο και να φανεί παράδοξο, μέχρι στιγμής το μόνο πολιτικό κόμμα που ασχολήθηκε σοβαρά με το ζήτημα της εξόφλησης των κατοχικών δανείων ήταν η "Χρυσή Αυγή", η οποία - όπως ανακοίνωσε σήμερα ο βουλευτής Επικρατείας Χρήστος Παππάς στη Βουλή - ενέταξε στο οικονομικό της πρόγραμμα τη διεκδίκηση των κατοχικών δανείων, επικαλούμενη το νέο βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα. Ρεπορτάζ της Α. Τράκου στο δελτίο ειδήσεων του "Αντέννα" (12.6.2012, 13:00)



O συγγραφέας Δ. Κούκουνας με το νέο βιβλίο του, που θα κυκλοφορήσει την επομένη των εκλογών, στις 18 Ιουνίου 2012, έκανε μια έκκληση ευθύνης προς όλες τις ενεργές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, ανεξάρτητα από πολιτικό χρωματισμό, προκειμένου να διεκδικηθούν τα κατοχικά δάνεια. Όσο κι αν φανεί παράδοξο για την κοινή γνώμη, πλην της "Χρυσής Αυγής" και εν μέρει των "Ανεξάρτητων Ελλήνων", με τοποθέτηση του Χρ. Ζώη, κανένα άλλο πολιτικό κόμμα δεν ενδιαφέρθηκε για να προτάξει το ζήτημα. Ένα ζήτημα καίριας πολιτικής σημασίας, διότι με την επιστροφή των κατοχικών δανείων η εθνική οικονομία απαλλάσσεται από το εξωτερικό χρέος και θα αποκτήσει ένα σημαντικό κεφάλαιο για να ξεκινήσει την ανάπτυξη.


Υπήρξε όμως και μια απροσδόκητη αρνητική τοποθέτηση εκ μέρους του βουλευτή Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ Μανώλη Γλέζου, το πλήρες κείμενο της οποίας έχει ως εξής:

"Όχι, πατριώτες! Δεν σας γελούν τ’ αυτιά και τα μάτια σας. Απλούστατα οι θαυμαστές του Χίτλερ δεν διστάζουν να ακολουθήσουν τη γραμμή των ναζιστικών κυβερνήσεων, οι οποίες ουδέποτε αμφισβήτησαν το δανειακό και συμβατικό χαρακτήρα του δανείου. Ακόμα και ο ίδιος ο Χίτλερ όχι μόνο είχε αναγνωρίσει τα δάνεια του Γ΄ Ράιχ από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά είχε δώσει και εντολή να ξεκινήσει η διαδικασία εξόφλησής τους, όπως έγινε. Οι Ναζί από τον Απρίλιο του 1943 άρχισαν να επιστρέφουν το κατοχικό δάνειο και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 κατέβαλαν κάποιες δόσεις. 
Επομένως οι όπου γης επίγονοί τους δεν έχουν πρόβλημα να εκμεταλλευτούν ακόμα και αυτό. Μόνο που οι Ναζί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν για τους χιλιάδες νεκρούς από την πείνα Έλληνες, που ήταν γι’ αυτούς απλώς μια «παράπλευρη απώλεια»… Δεν δίστασαν ποτέ να πατήσουν τη σκανδάλη ενάντια σε Έλληνες που μόνο τους έγκλημα ήταν ότι ήθελαν την πατρίδα τους ελεύθερη από το ναζιστικό ζυγό. Εμείς στο όνομα αυτών των νεκρών μιλήσαμε, στο όνομα αυτών των νεκρών συνεχίζουμε να διεκδικούμε. Οι θαυμαστές του Χίτλερ μιλάνε σήμερα για λεφτά. Εμείς μιλάμε για ανθρώπους".

Από τον συγγραφέα Δ. Κούκουνα παρακληθήκαμε να δημοσιεύσουμε την ακόλουθη δήλωσή του:

"Χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον να εμπλακώ στην προεκλογική αντιπαράθεση, θα ήθελα να σημειώσω ότι εξεπλάγην από την αρνητική τοποθέτηση του επιζώντος ήρωα από την κατοχική περίοδο. Ούτε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της κ. Μέρκελ δεν θα αποτολμούσε να αρνηθεί έτσι αβασάνιστα τη διεκδίκηση μιας τέτοιας μεγάλης διακρατικής οφειλής. Εκπλήσσομαι διότι πάντοτε έτρεφα μια εκτίμηση και μια συμπάθεια προς τον κ. Γλέζο και δεν μπορώ να κατανοήσω πώς παίρνει προσωπικά την ευθύνη να πείσει την ελληνική κοινή γνώμη ότι δήθεν τα κατοχικά δάνεια έχουν επιστραφεί διαρκούσης της Κατοχής. Ειλικρινά δεν μπορώ να το κατανοήσω και επί πλέον αδυνατώ να ερμηνεύσω τη στάση του αυτή επί της ουσίας του θέματος.
Η υπόσταση της οφειλής είναι αδιαμφισβήτητη, ανεξάρτητα από τι λέει ο κ. Γλέζος. Δεν μπορώ να φαντασθώ πώς ένας πολιτικός με τόσο μακρά πολιτική εμπειρία, αδιάφορο από τις σημαίες υπό τις οποίες κατά καιρούς έχει εκλεγεί, άλλες μνημονιακές και άλλες αντιμνημονιακές, αποτάσσεται την είσπραξη της γερμανικής οφειλής. Πιθανόν να μην τα γνωρίζει καλά τα πράγματα.
Πέραν πολλών άλλων, θα σταθώ σ' ένα γεγονός. Τον Ιούλιο 1964, όταν προέκυψε και τότε ζήτημα είσπραξης του κατοχικού δανείου, ο επί κατοχής πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα Γκύντερ Άλτενμπουργκ κλήθηκε ως έχων άμεση γνώση να γνωμοδοτήσει στην κυβέρνησή του αν ευσταθεί η απαίτηση. Ο παλαιός εκείνος διπλωμάτης, που το όνομά του συνδέθηκε με τραγικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας, ένας εξ εκείνων που είχαν προσυπογράψει τις αντίστοιχες δανειακές συμβάσεις, ανεπιφύλακτα έλαβε θέση καταφατική. Για λόγους που δεν είναι γνωστοί, πλην όμως δεν είναι και αναγκαίο να τους ψάξουμε σήμερα, το ελληνικό κράτος δεν επανήλθε στην αξίωσή του αυτή, χωρίς όμως αυτό να στοιχειοθετεί την εντύπωση ότι παραγράφηκε ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ρυθμίστηκε.
Τα κατοχικά δάνεια είναι πλήρως απαιτητά. Έστω και τώρα, οπότε κατά τις εκτιμήσεις το ύψος τους υπερβαίνει τα 500 δισεκ. ευρώ, συνεπώς υπερκαλύπτει το ελληνικό δημόσιο χρέος, θα έπρεπε να γίνει κάθε ενέργεια για να αξιωθεί η εξόφλησή τους. Όποιος παραγνωρίζει το ρεαλιστικό του πράγματος και, μάλιστα με τέτοια κατηγορηματικότητα, αποποιείται την εθνική αυτή αξίωση, θα έλεγα ότι ούτε λίγο ούτε πολύ αγγίζει τα όρια της εθνικής μειοδοσίας.
Μου φαίνεται βαρύ να απευθύνω τέτοιο χαρακτηρισμό στον κ. Μανώλη Γλέζο. Ωστόσο μου προκαλεί, ως Έλληνα πολίτη, οδυνηρή έκπληξη η στάση του αυτή, ως οιονεί απολογητή της σημερινής Γερμανίας, πολύ δε περισσότερο που επικαλείται την ιδιότητα του "προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα", που μπορεί μεν να είναι αθεσμοθέτητο όργανο, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν έχει προβεί σε καμιά ουσιαστική πράξη διεκδίκησης των δεδομένων γερμανικών οφειλών από τα κατοχικά δάνεια.
Δεν είμαι πολιτικός και δεν θα κρίνω τη στάση αυτή του κ. Γλέζου, πέρα από την επισήμανση ότι τέτοιες πρόχειρες και αστήρικτες τοποθετήσεις αδυνατίζουν την ευρύτερη εθνική θέση για την ικανοποίηση της Ελλάδος από τα κατοχικά δάνεια, που όμως ήταν η αιτία για να υπάρξουν πολλές χιλιάδες νεκρών Ελλήνων από την πείνα και τις στερήσεις, αλλά και η αιτία για την οικονομική καταβαράθρωση της χώρας και τη μιζέρια του ελληνικού λαού από τότε μέχρι τις μέρες μας. Λυπάμαι και αισιοδοξώ ότι ο κ. Γλέζος αιρόμενος στο ύψος των περιστάσεων θα αναθεωρήσει την πλημμελή στάση του".



ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Δ. ΚΟΥΚΟΥΝΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ



Στον πρωθυπουργό Α. Σαμαρά ο ιστορικός συγγραφέας Δ. Κούκουνας έστειλε την ακόλουθη επιστολή, παροτρύνοντάς τον να επιδιώξει την άμεση διεκδίκηση των κατοχικών δανείων που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα από την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Μέχρι τώρα δεν έγινε γνωστή η αντίδρασή του.

"Αθήνα, 17 Ιουλίου 2012

Προς τον Κύριο
Αντώνη Σαμαρά
Πρωθυπουργό της Ελλάδος
Μέγαρο Μαξίμου
Ενταύθα

Αγαπητέ Κύριε Πρόεδρε, 

Θεώρησα χρέος μου να σας προσφέρω τιμητικά ένα από τα πρώτα αντίτυπα του νέου βιβλίου μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια», που μόλις κυκλοφόρησε, αφ’ ενός λόγω της μακράς προσωπικής γνωριμίας μας, αφ’ ετέρου διότι πιστεύω ότι θα πρέπει να είσθε ενήμερος υπό τη θεσμική σας ιδιότητα των όσων αναφέρονται σ’ αυτό.

Αν ένας νηφάλιος παρατηρητής θα επιχειρούσε να αναζητήσει πού ακριβώς οφείλεται η σημερινή ελληνική τραγωδία, θα διαπίστωνε ότι είναι μια μετεξέλιξη της τραγωδίας που βίωσε σε τόσο δραματικούς τόνους ο Ελληνικός Λαός κατά την κατοχική περίοδο 1941-44. Διότι η περίοδος εκείνη στην πραγματικότητα δεν έκλεισε, ως προς τις συνέπειές της, ούτε με το τέλος του Εμφυλίου, ούτε με τις ανασυγκροτήσεις και αναδιαρθρώσεις που επιχειρήθηκαν σε διάφορες επόμενες φάσεις, ούτε καν με τη Μεταπολίτευση και ό,τι ακολούθησε.

Και δεν έκλεισε διότι την εποχή εκείνη απομυζήθηκε από τον κατακτητή, εξίσου βάναυσα όπως και στο ανθρωπιστικό πεδίο, κάθε ικμάδα της ελληνικής οικονομίας μέχρι ολικής ξηρασίας. Δεν ήταν ο πόλεμος και οι συνθήκες του, ήταν ο συγκεκριμένος εχθρός που έτσι απάνθρωπα αποστράγγισε το παν από τη χώρα μας. Διαρκούσης της σκληρότατης αυτής κατοχής ο λαός μας άντεξε προσβλέποντας στην ελπίδα ότι σύντομα θα τελείωνε αυτή η φάση και έπειτα θα δικαιωνόταν. Βεβαίως εδώ δεν έχει θέση να κριθεί πώς και κατά πόσο ικανοποιηθήκαμε με το Συνέδριο Ειρήνης, αλλά είναι αλήθεια πως δόθηκαν επανορθώσεις και αποζημιώσεις.

Δεν ρυθμίστηκαν όμως τα αναγκαστικά κατοχικά δάνεια, τα οποία ο κατακτητής συστηματικά απαίτησε και έλαβε ποικιλοτρόπως από την ελληνική οικονομία, γεγονός που αυτομάτως επιδείνωσε μέχρις εξαντλήσεως την πείνα, τη δυστυχία, τον αφανισμό. Αυτά τα κατοχικά δάνεια, ύψους 100 δις ευρώ ως προς το κεφάλαιό τους τότε, αν είχαν αποδοθεί τότε θα αποτελούσαν για την Ελλάδα το ουσιαστικό κεφάλαιό της για την επανεκκίνηση της οικονομίας της. Αλλά μη διαθέτοντας αυτό το κεφάλαιο, εξαναγκάστηκε επανειλημμένα από τότε να προσφεύγει σε διάφορους δανειστές και ποικίλες διαδικασίες για να το αναπληρώνει.

Λίγο ώς πολύ, ως οικονομολόγος και πολιτικός, θα γνωρίζετε τι απέγινε μέχρι σήμερα. Με διάφορα προσχήματα, οσάκις εθίγη το θέμα, ουδέποτε ικανοποιήθηκε η χώρα μας εκ μέρους της Γερμανίας (σε αντίθεση με ό,τι έγινε με την Ιταλία) με την επιστροφή των κατοχικών δανείων, τα οποία είχαν μορφή διακρατικής δανειακής σύμβασης. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει καμιά αξία να αποδοθούν ευθύνες στους Έλληνες υπεύθυνους ηγέτες που κατά το παρελθόν παρέλειψαν το καθήκον τους και αδιαφόρησαν να διεκδικήσουν την εξόφληση αυτών των δανείων, διότι δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπήρχε δόλος. Ούτε είναι το ζητούμενο στην παρούσα συγκυρία.

Όταν όμως ο Λαός μας φθάνει σ’ αυτό το σημείο εξαθλίωσης τα πράγματα αλλάζουν. Το ζήτημα των κατοχικών δανείων θα πρέπει να λήξει οριστικά και ικανοποιητικά. Και επειδή, Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε πόσο σας εκτιμώ προσωπικά, δεν θα ήθελα να προστεθεί και η κυβέρνησή σας στο σύνολο των μεταπολεμικών πολιτικών ηγεσιών που αδιαφόρησαν για τη συγκεκριμένη γερμανική οφειλή, η οποία κατά την εκτίμησή μου υπερβαίνει τα 510 δις ευρώ, κατά την εκτίμηση άλλων μεγαλύτερη ή μικρότερη.

Έχω την πεποίθηση ότι επί των ημερών σας το ζήτημα των κατοχικών δανείων μπορεί να λήξει, οπότε η Ελλάδα θα ξεπεράσει το αδιέξοδό της, συμψηφίζοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το εξωτερικό χρέος της έναντι της γερμανικής οφειλής. Σας καλώ και σας προτείνω να σχηματίσετε μια επιτροπή ειδικών που με επείγουσες διαδικασίες, αφού επιβεβαιώσει την τυπική υπόσταση των κατοχικών δανείων και επαληθεύσει το σημερινό ύψος τους, να σας εισηγηθεί τον τρόπο αποτελεσματικού χειρισμού του ζητήματος. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αν δεν επαρκούν τα όσα υπάρχουν στις αρμόδιες αρχές ή τα όσα αναφέρονται στο εν προκειμένω εξειδικευμένο βιβλίο, εννοείται ότι είμαι στην απόλυτη διάθεσή σας να συμβάλω ως Έλληνας πολίτης, παρέχοντας κάθε επιπρόσθετη πληροφορία που τυχόν γνωρίζω ή κάθε στοιχείο που βρίσκεται στο προσωπικό μου αρχείο από τη μακρόχρονη ιστορική έρευνα που έχω διεξαγάγει για τα κατοχικά θέματα.

Με θερμές ευχές, πάντοτε στη διάθεσή σας και

Με εξαίρετη τιμή

Δημοσθένης Κούκουνας"