Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β΄



1947: Ο θάνατος του βασιλιά Γεωργίου Β΄

Του Δημοσθένη Κούκουνα



Πρωταπριλιά του 1947, πριν από εβδομήντα τρία χρόνια. Μια παραπάνω δραματική χρονιά, καθώς για την Ελλάδα δεν είχε τελειώσει ακόμη ο πόλεμος. Ο ανταρτοπόλεμος ήταν σε έξαρση και μόλις πριν λίγες μέρες είχε διατυπωθεί στην Ουάσιγκτον το περίφημο «Δόγμα Τρούμαν».
Το μεσημέρι εκείνης της Πρωταπριλιάς μια φήμη διέτρεξε με αστραπιαία ταχύτητα την Αθήνα και προς στιγμήν θεωρήθηκε ως κακόγουστο πρωταπριλιάτικο ψέμα: «Τα μάθατε; Πέθανε ο βασιλιάς!»
Η είδηση όμως αμέσως επιβεβαιώθηκε επίσημα και το ραδιόφωνο άρχισε να μεταδίδει πένθιμα εμβατήρια. Πράγματι, ο Γεώργιος Β΄ ήταν νεκρός. Μόλις έξι μήνες είχαν περάσει από την επιστροφή του από το Λονδίνο, έπειτα από ένα δημοψήφισμα και αφού είχαν προηγηθεί οι εκλογές στις 31 Μαρτίου 1946.
Στις παραμονές του θανάτου του Γεωργίου Β΄ είχε μεσολαβήσει και ένα ευχάριστο εθνικό γεγονός, η επίσημη ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στον εθνικό κορμό. Ήταν το μόνο όφελος της χώρας από την εμπλοκή της στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μάλιστα δυο μέρες πριν από τον θάνατό του, είχε εγκατασταθεί στη Ρόδο και αναλάβει τα καθήκοντά του ως στρατιωτικός διοικητής ο απόστρατος ναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης. Ο ναύαρχος αυτός ήταν …θείος του Γεωργίου Β΄, καθώς ήταν ο χήρος της πριγκίπισσας Μαρίας, αδελφής του πατέρα του, του βασιλιά Κωνσταντίνου.
Σύμφωνα με τον Σπύρο Μελά,  που είχε παραστεί στην επίσημη τελετή της Ρόδου, δύο οιωνοί προοιώνιζαν ότι κάτι τρομερό θα συνέβαινε. Το ένα ήταν η ασυνήθιστα βαριά ομίχλη που επικρατούσε στη Ρόδο και το άλλο ήταν που η ελληνική σημαία κατά την επίσημη πρώτη έπαρση μπερδεύτηκε στον κοντό! Αλλά αυτές οι προληπτικές ενδείξεις δεν ήταν παρά ελάχιστες μπροστά σε μια ξεκάθαρη «προφητεία» που είχε προηγηθεί έξι μήνες νωρίτερα. Και μάλιστα υπό τύπον «απειλής»! Προερχόταν από ένα μέντιουμ της εποχής, τη γερόντισσα Δέσποινα, που σ' ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα του Κολωνακίου δεχόταν γνωστά πρόσωπα της αθηναϊκής κοινωνίας (όπως τον Μποδοσάκη ή τον Τσουδερό) για να τους προβλέψει το μέλλον...
Την προφητεία την έχει καταγράψει ο Σπύρος Μαρκεζίνης σε ένα από τα ιστορικά βιβλία του, καθώς είχε περιέλθει σε γνώση του πολύ πριν από τον θάνατο του Γεωργίου Β΄, με τον οποίο τότε συνδεόταν στενά. Σύμφωνα μ’ αυτήν, αν κατά την επιστροφή του από την εξορία δεν περνούσε πρώτα από την Τήνο για να προσκυνήσει τη Μεγαλόχαρη θα πέθαινε μέσα σε έξι μήνες. Και έτσι έγινε! (Αναλυτικότερα για την προφητεία, βλ. στο τέλος του παρόντος).
Όπως και αν έχει το πράγμα, όταν το μεσημέρι της μοιραίας εκείνης ημέρας κυκλοφόρησε αστραπιαία η είδηση ότι ο βασιλιάς είχε πεθάνει, όποιος το άκουγε το έπαιρνε σαν ένα κρύο πρωταπριλιάτικο αστείο. Κανείς δεν το πίστευε μέχρι να του το επιβεβαιώσουν ξανά και ξανά, ώσπου το θλιβερό νέο ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο και άρχισαν να κυκλοφορούν έκτακτα παραρτήματα των εφημερίδων, ενώ οι σημαίες των δημοσίων κτιρίων κατέβαιναν επί των κοντών μεσίστιες.
Την επόμενη μέρα χρειάστηκε να εκδοθεί μια επίσημη ανακοίνωση από το Πολιτικό Γραφείο του Βασιλέως, δίνοντας λεπτομέρειες για τον βασιλικό θάνατο:
«Περί την 1.15 μ.μ. εις το Υπασπιστήριον των Ανακτόρων ευρίσκοντο πλην του υπασπιστού της υπηρεσίας συνταγματάρχου κ. Πάλλη, ο Μέγας Τελετάρχης της Α.Μ. κ. Λεβίδης και ο Ίππαρχος Στρατηγός Μελάς, οι οποίοι και ανέμενον να γίνουν δεκτοί υπό της Α.Μ. του Βασιλέως.
»Η Α.Μ. ο Βασιλεύς Γεώργιος όλως ιδιαιτέρως χθες δεν είχε κατέλθει ενωρίς εκ των ιδιαιτέρων διαμερισμάτων Του. Κατελθών περί την 1.30 μ.μ. εζήτησε να ίδη τον Μέγαν Τελετάρχην μετά του οποίου και συνεζήτησε τρέχοντα υπηρεσιακά ζητήματα. Ανερχόμενος την κλίμακα διά να προγευματίση εσταμάτησεν ως ενίοτε εσυνήθιζε εις το μέσον της κλίμακος διά να αναπαυθή. Συνεχίζων την άνοδον είπεν εις τον κ. Λεβίδην να ανακοινώση εις τον Στρατηγόν Μελάν, (ο οποίος επίσης ανέμενε να γίνη δεκτός παρ’ Αυτού) ότι θα τον εδέχετο το απόγευμα.
»Εισελθών εις την τραπεζαρίαν Του διά να προγευματίση είπεν εις τον θαλαμηπόλον Του ότι είχε πολύ όρεξιν και ότι δεν θα επρογευμάτιζεν. Εζήτησε δε να του φέρουν ένα “κοσωμμέ”. Όταν επανήλθεν ο θαλαμηπόλος εύρεν Αυτόν εξηπλωμένον εις ένα καναπέ αναπνέοντα με δυσκολίαν. Ειδοποιηθέντες παρά του θαλαμηπόλου οι ευρισκόμενοι εις το υπασπιστήριον συνταγματάρχης Πάλλης και στρατηγός Μελάς έσπευσαν αμέσως εις την αίθουσαν όπου ευρίσκετο ο Βασιλεύς και ευρόντες Αυτόν εις την ιδίαν θέσιν μετά μεγίστης δυσκολίας αναπνέοντα, τους οφθαλμούς ημικλείστους και τας χείρας εσταυρωμένας επί του στομάχου Του έλυσαν τον λαιμοδέτην Του και ηλευθέρωσαν το στήθος από τα ενδύματά Του ίνα τον διευκολύνουν εις την αναπνοήν Του. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς έφερε πολιτικήν ενδυμασίαν.
»Αμέσως ο Στρατηγός Μελάς επεκοινώνησε τηλεφωνικώς μετά της οικίας του ιατρού της Αυλής κ. Αναστασοπούλου, όστις όμως απουσίαζεν. Επιβάς αυτοκινήτου μετέβη εις το νοσοκομείον «Ο Ευαγγελισμός», χωρίς όμως και πάλιν να δυνηθή να εύρη ιατρόν.
»Τελικώς αναζητήσας τον ιατρόν κ. Οικονομόπουλον εύρεν αυτόν προγευματίζοντα εις την οικίαν του και μετ’ αυτού μετέβη αμέσως εις τα Ανάκτορα. Αλλά το μοιραίον είχε πλέον επέλθει. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς Γεώργιος είχεν εκπνεύσει. Παρ’ Αυτόν ευρίσκετο η Α.Β.Υ. η Πριγκίπισσα Αικατερίνη.
»Ειδοποιηθείς αμέσως η Α.Β.Υ. ο Διάδοχος Παύλος εις τα Ανάκτορα Ψυχικού, κατήρχετο μετ’ ολίγον μετά της συζύγου του Α.Β.Υ. Πριγκιπίσσης Φρειδερίκης εις τα Ανάκτορα, όπου εύρε τον Βασιλέα αδελφόν του Νεκρόν».
Έτσι περιγράφηκε επίσημα το τέλος του Γεωργίου Β΄, ο οποίος σημειωτέον το περασμένο βράδυ είχε παρακολουθήσει, συνοδευόμενος από τον Παύλο, τη Φρειδερίκη και τις άλλες πριγκίπισσες, στον κινηματογράφο «Παλλάς» της οδού Βουκουρεστίου μια αγγλική ταινία. Προηγουμένως, το απόγευμα εκείνο είχε ζητήσει από τον Παναγιώτη Πιπινέλη να κάνει παρέα για να πιουν μαζί ένα τσάι. Ο Πιπινέλης, που τότε ήταν αρχηγός του Πολιτικού Οίκου του Βασιλέως, περιγράφει για τη συνάντηση εκείνη στο βιβλίο του «Γεώργιος Β΄»:
«Από τα δύο μεγάλα ανάκλιντρα εγγύς εις την πυράν, ο Βασιλεύς μοι παρεχώρησε την εσπέραν εκείνην, το κάθισμα επί του οποίου εκάθητο συνήθως ο ίδιος. Είχον ούτω ενώπιόν μου την ήρεμον μαγείαν των δένδρων του βασιλικού κήπου, όπου ήρχιζεν ήδη να βυθίζηται εις τον ύπνον μία από τας απαλοτέρας αττικάς ανοίξεις. Οι πέπλοι της εσπέρας εκυλίοντο ανεπαισθήτως ο εις μετά τον άλλον επάνω εις τον χρυσούν ουρανόν και τα πυκνά φυλλώματα των μεγάλων πεύκων, ενώ ό,τι υπήρχε ζωντανόν εις τον κόσμον των πτηνών και των αρωμάτων επανελάμβανε τα χαρωπά τελευταία τραγούδια. Από παντού ήρχοντο αι χαρωπαί προσκλήσεις διά τον πολύηχον ύπνον της ανοίξεως και εις το κέντρον της ανοίξεως αυτής η βαρεία σκιά του Βασιλέως, ο οποίος έμενεν ακίνητος ως αν ήκουε και αυτός το χαρωπόν εκείνο προσκλητήριον διά τον άλλον, τον αιώνιον ύπνον.
»Δεν ηδυνάμην να έχω κανέν είδος προαισθήματος διά το επικείμενον τέλος. Αλλ’ ο Βασιλεύς εφαίνετο ιδιαιτέρως μελαγχολικός και κουρασμένος. Μου ωμίλησε διά τον πόνον τον οποίον ησθάνετο εις την ωμοπλάτην και διά την εξέτασιν εις την οποίαν τον είχεν υποβάλει ο ιατρός της Αυλής, διά την έλλειψιν κινήσεως και καθαρού αέρος, διά το Τατόι, το οποίον δεν ηδύνατο ακόμη να κατοικήση.
»Προσεπάθησα να φέρω την συνομιλίαν προς άλλας πλέον ενθαρρυντικάς σκέψεις, προς την επίσκεψιν του Μεσολογγίου, άλλων πόλεων της Ελλάδος και προς αυτά τα πολιτικά θέματα διά να διεγείρω έστω και μίαν τεχνητήν ζωηρότητα εις τας σκέψεις του.
»Αλλ’ η συνομιλία κατέπιπτε διαρκώς κουρασμένη, ως ένα πληγωμένο πουλί, ανίσχυρον πλέον διά τον υψηλόν ουρανόν. Αλλ’ ο Βασιλεύς δεν ήθελε να διακόψη την συνομιλίαν. Η ώρα επροχώρει και το βασιλικόν γραφείον είχε σχεδόν βυθισθή εις το σκότος. Εν αίσθημα βαθυτάτης μελαγχολίας με εκράτει ακίνητον, όταν αιφνιδίως ο Βασιλεύς ετινάχθη όρθιος:
»–Είναι αργά, είπε. Και έχω να μεταβώ εις την παράστασιν της αγγλικής ταινίας. Πόσον θα ήθελον να το αποφύγω. Αλλά το υπεσχέθην και είναι τώρα αργά διά να τους ειδοποιήσω!»
Πράγματι, πήγε και παρακολούθησε την ταινία «Ερρίκος Ε’», αλλά δεν αισθανόταν καλά. Στη Φρειδερίκη, που καθόταν δίπλα του, σε μια στιγμή τής εκμυστηρεύτηκε ότι δεν αισθανόταν καλά. Άλλωστε, και την προηγούμενη μέρα, που συνήθως κάθε Κυριακή πήγαινε στο ανάκτορο του Ψυχικού για φαγητό, είχε ειδοποιήσει ότι δεν θα πήγαινε γιατί δεν αισθανόταν καλά.
Από τα πρώτα χρόνια της εξορίας του στο Λονδίνο, ο Γεώργιος Β΄ είχε συνδεθεί με μια ωραία ξανθιά Αγγλίδα, την κ. Μπρίτον Τζόουνς. Την είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στις Ινδίες, όπου ήταν προσκεκλημένος του αντιβασιλέως. Τότε εκείνη ήταν σύζυγος ενός Άγγλου αξιωματούχου, τον οποίο αργότερα διαζεύχθηκε. Πριν από την παλινόρθωση του 1935, ο δεσμός είχε εξελιχθεί πολύ σοβαρός και το ζεύγος ήταν καθημερινά μαζί, ενώ συχνά έκαναν συντροφιά με το αντίστοιχο ζεύγος Εδουάρδου-Γουόλις Σίμσον. Αντίθετα από τον Εδουάρδο, που προτίμησε να θυσιάσει τον θρόνο για την αγαπημένη του, ο Γεώργιος Β΄ όταν επανήλθε στην Ελλάδα το 1935 απέφυγε να δώσει λαβές. Ωστόσο, υπήρξε τότε μια έντονη φημολογία, που έφθασε και στις στήλες των εφημερίδων, ότι ο Γεώργιος Β΄ είχε αποκτήσει ένα παιδί μαζί της, γεγονός που ήταν εντελώς φανταστικό.
Το 1941, μετά τη Μάχη της Κρήτης, ο Γεώργιος Β΄ επέλεξε να ζήσει και πάλι στο Λονδίνο. Όπως ήταν επόμενο, ο δεσμός του αναζωπυρώθηκε, αν και στην προηγούμενη περίοδο 1935-41 δεν είχε ατονήσει, καθώς γίνονταν συχνές επισκέψεις του Γεωργίου στο Λονδίνο ή της Αγγλίδας στην Αθήνα και στην Κέρκυρα. Με την επανεγκατάστασή του στο Λονδίνο όμως, το ζεύγος άρχισε πλέον να ζει συνέχεια μαζί, προτιμώντας να κατευθύνεται σε βρετανικές εξοχές για εκδρομές.
Μετά την Απελευθέρωση ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ήταν σε αναμονή, αλλά είχε πλέον αποφασίσει να κάνει μεγαλύτερα βήματα στη σχέση του με την ξανθιά Αγγλίδα. Αγόρασε στις αρχές του 1946 μια ωραία κατοικία στην αριστοκρατική συνοικία Μπελγκράβια του Λονδίνου και άρχισαν από κοινού να την επιπλώνουν και να την διακοσμούν, αγοράζοντας πίνακες και άλλα αντικείμενα τέχνης. Ο Γεώργιος είχε αρχίσει να έχει εντονότερες ενοχλήσεις στην υγεία του και προσανατολιζόταν ώστε, αφού δεν είχε άμεσους επιγόνους, να παραιτηθεί αργότερα υπέρ του αδελφού του και ο ίδιος να μείνει μόνιμα στο Λονδίνο.
Τον Σεπτέμβριο 1946, μετά την επιτυχή έκβαση του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ η κ. Μπρίτον Τζόουνς παρέμεινε στο Λονδίνο. Αλληλογραφούσαν τακτικά μεταξύ τους και σε μια επιστολή του, ένα εικοσαήμερο πριν από τον θάνατό του, στις 11 Μαρτίου 1947, παραπονιόταν για τα προβλήματα υγείας που είχε. Της έγραφε μεταξύ άλλων:
«Αυτά τα καταραμένα γηρασμένα νεύρα μου ήρχισαν να θέλουν να με υποτάξουν! Και αυτοί οι ανόητοι πόνοι εις το στήθος, αι σκοτοδίναι και οι πονοκέφαλοι! Απελπισμένος εκάλεσα τον γέρον Αναστασόπουλον, ο οποίος απλώς μου επανέλαβεν ό,τι όλοι οι ιατροί του Λονδίνου μού είχον είπει προηγουμένως. Τίποτε το οργανικόν δεν υπάρχει, μόνον ζήτημα νεύρων εξαντληθέντων από υπερκόπωσιν! Εννοείται ότι η ζωή μου δεν είναι ό,τι χρειάζεται διά να βελτιώσω αυτήν την κατάστασιν. Μόλις και μετά βίας εξέρχομαι. Ακατάστατος δίαιτα και φροντίδες διά να τρελλαθή κανείς!»
Αλλά και την προπαραμονή του θανάτου του, 30 Μαρτίου, της έγραψε και πάλι ένα γράμμα, που όμως δεν ολοκληρώθηκε και βεβαίως δεν στάλθηκε ποτέ. Έγραφε μεταξύ άλλων:
«...Αλλά δεν γνωρίζω πόσα από όλα αυτά θα ημπορέσω να κάμω, διότι αισθάνομαι τόσον τελείως εξηντλημένος! Τας τελευταίας 4 ή 5 ημέρας είχον περισσοτέρους και σφοδροτέρους πόνους, οι οποίοι με εξήντλησαν και με απεθάρρυναν τόσον πολύ. Εκάλεσα τον Αναστασόπουλον χθες. Αρχίζει αύριον ενέσεις. Επανέλαβε την παλαιάν ιστορίαν του ότι δεν πρόκειται περί οιασδήποτε οργανικής ανωμαλίας: μόνον νεύρα! Φοβούμαι ότι υπήρξα ολίγον ξηρός με αυτόν, διότι δεν με μέλλει τι είναι. Θέλω μόνον κάτι τι να με ανακουφίση, να αισθανθώ και πάλιν εν ανθρώπινον ον. Σήμερον δεν είχον πόνους, αλλά αισθάνομαι τόσον αδύνατος, ώστε δεν θα ημπορούσα να κάνω το παραμικρόν».
Οι συχνές ενοχλήσεις και τα παράπονα που εξέφραζε, λογικά θα έπρεπε να είχαν προβληματίσει περισσότερο τον γιατρό του, ο οποίος αρκούνταν να τον καθησυχάζει αποδίδοντας σε υπερκόπωση τα συμπτώματα. Η αιτία στο πιστοποιητικό θανάτου, που υπέγραψε ο ίδιος ο γιατρός του, αναφέρει συγκοπή καρδίας, αλλά και αρτηριακή στένωση.
Μόλις βεβαιώθηκε ο θάνατος του Γεωργίου Β΄, στις 2 το μεσημέρι, κλήθηκε στα ανάκτορα της Ηρώδου Αττικού ο αδελφός του, που βρισκόταν στο Ψυχικό, και φυσικά ενημερώθηκε ο πρωθυπουργός Δημ. Μάξιμος. Στις 3.30 μ.μ. συνεδρίασε εκτάκτως το υπουργικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Παύλου. Η συνεδρίαση κράτησε επί μία ώρα και αποφασίστηκαν οι διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν. Έγινε γνωστό τότε ότι η Φρειδερίκη είχε ασπασθεί την Ορθοδοξία ένα εικοσαήμερο νωρίτερα από τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, που της είχε κάνει την κατήχηση.
Επιτροχάδην οργανώθηκε για τις 8 μ.μ. στα ανάκτορα, στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου, μια τελετή ορκωμοσίας που θα έπρεπε να γίνει την ίδια μέρα, ώστε η χώρα να μην στερείται ανωτάτου άρχοντος. Κλήθηκαν επειγόντως όλοι οι υπουργοί, οι πολιτικοί αρχηγοί, οι βουλευτές, η στρατιωτική και η δικαστική ηγεσία, οι ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι, οι διοικητές των μεγάλων τραπεζών και άλλοι παράγοντες. Παρόντα ήταν και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας που βρίσκονταν στην Ελλάδα, μαυροντυμένες οι πριγκίπισσες Αικατερίνη, Ελένη Νικολάου και Αλίκη, καθώς και ο μικρός μέχρι τότε επίδοξος διάδοχος Κωνσταντίνος. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, συνοδευόμενος από πέντε συνοδικούς, όρκισε τον νέο βασιλέα Παύλο, ο οποίος έφερε στολή ναυάρχου.
Στις 8 μ.μ. ακριβώς ο πρωθυπουργός Μάξιμος ανήγγειλε επίσημα στους παρισταμένους τον θάνατο του Γεωργίου Β΄ και μετά ο Παύλος ορκίστηκε:
«Ομνύω εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να προστατεύω την επικρατούσαν θρησκείαν των Ελλήνων, να φυλάττω το Σύνταγμα και τους Νόμους του Ελληνικού Κράτους και να διατηρώ και υπερασπίζω την Εθνικήν Ανεξαρτησίαν και ακεραιότητα του Ελληνικού Κράτους».
Μισή ώρα νωρίτερα, ο Βρετανός πρεσβευτής Νόρτον επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό και είχε μια σύντομη συνομιλία. Κατά την επίσημη εκδοχή, μετέφερε τα συλλυπητήρια του πρωθυπουργού του, Κλήμεντ Άττλη. Μετά τη σύντομη τελετή, που έληξε με ζητωκραυγή όλων των παρισταμένων υπέρ του νέου βασιλιά, ακολούθησε υπουργικό συμβούλιο και ύστερα το πρώτο διάγγελμα του Παύλου Α’:
«Έλληνες,
Με ραγισμένην την καρδίαν σάς αναγγέλλω τον πρόωρον θάνατον του αγαπημένου μου αδελφού, του Βασιλέως μας Γεωργίου Β΄. Αφήνει τον κόσμον αυτόν με την συνείδησιν ήρεμον ότι δεν υπήρξε θυσία ανθρωπίνη την οποίαν δεν προσέφερεν εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος. Καλούμενος σήμερον να συνεχίσω το έργον Του θα αφοσιώσω όλην την δύναμιν της ψυχής μου διά το καλόν του Έθνους. Η αιωνία μας Πατρίς μάς καλεί σήμερον εις ένα αγώνα υπάρξεως διά την ανεξαρτησίαν της και τας ελευθερίας της. Ηνωμένοι θα τον φέρωμεν εις πέρας.
Ζήτω η Ελλάς!»
Η κηδεία του Γεωργίου Β΄ ορίστηκε να γίνει την επομένη Κυριακή, 6 Απριλίου 1947. Η ημερομηνία συνέπιπτε με την έναρξη του ελληνογερμανικού πολέμου, έξι χρόνια νωρίτερα. Έγινε με επισημότητα στη Μητρόπολη Αθηνών, όπου από τριημέρου είχε μεταφερθεί η σορός του, ενώ η ταφή του έγινε στους βασιλικούς τάφους της Δεκέλειας, όπου ο ίδιος ο Γεώργιος είχε υποδείξει σε ανύποπτο χρόνο σε ποιο σημείο ήθελε να ταφεί. Για την κηδεία του είχαν φθάσει όλα σχεδόν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, καθώς και η Αγγλίδα Μπρίτον Τζόουνς, που είχε φθάσει από το Λονδίνο αθόρυβα, συνοδευόμενη από την δούκισσα του Κεντ Μαρίνα, που ήταν κόρη του πρίγκιπα Νικολάου.
Ο Στέλιος Χουρμούζιος, που υπήρξε αργότερα προσωπικός γραμματέας του βασιλιά Παύλου, στο βιβλίο του «No Ordinary Crown» (Λονδίνο 1972), κάνει μνεία μιας ενδιαφέρουσας λεπτομέρειας. Ενώ τα μέλη της κυβερνήσεως Μαξίμου και οι στενοί συγγενείς του εκλιπόντος παρίσταντο στην ταφή, η νέα βασίλισσα έριξε μια ματιά και διαπίστωσε ότι η ξανθιά Αγγλίδα, τηρώντας το πρωτόκολλο, βρισκόταν απόμερα. Κατευθύνθηκε προς εκείνη, την τράβηξε από τους ώμους και την έφερε μπροστά από τον βασιλικό τάφο, ενώ αναπέμπονταν οι επικήδειες ευχές. Ήταν μια καθαρά ανθρώπινη στιγμή...


Η ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ...


Η τεκμηρίωση της "προφητείας" του μέντιουμ ξεκινά από τον Παναγιώτη Σιφναίο, ο οποίος τον Απρίλιο 1946 - αμέσως μετά τις εκλογές και τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη - ανέλαβε τη διοίκηση του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Λίγο καιρό αργότερα τον επισκέφθηκε στο γραφείο του μια καλοντυμένη τριαντάχρονη κυρία, η οποία του συστήθηκε ως Έλλη Δίελλα και του δήλωσε ότι ερχόταν εκ μέρους μιας "γερόντισσας" ονόματι Δέσποινας, που ήθελε επειγόντως να τον δει για να του δώσει ένα προσωπικό μήνυμα για να φθάσει απευθειας στον βασιλιά Γεώργιο Β΄. Εκείνη την εποχή ο τελευταίος βρισκόταν ακόμη στο Λονδίνο και ήταν αβέβαιο αν και πότε θα επέστρεφε στην Ελλάδα και στον θρόνο του, καθώς δεν είχε ακόμη προσδιορισθεί πότε θα γινόταν το δημοψήφισμα, ούτε βέβαια το αποτέλεσμά του.
Πράγματι, ο Σιφναίος ανταποκρίθηκε στην πρόταση και την επομένη ημέρα συναντήθηκε με τη Δίελλα και πήγαν μαζί στο διαμέρισμά της "γερόντισσας", που δεν ήταν παρά ένα μέντιουμ. Το σπίτι βρισκόταν στη γωνία των οδών Πατριάρχου Ιωακείμ και Πλουτάρχου, σε μια ημιυπόγεια γκαρσονιέρα. Μπαίνοντας στην πολυκατοικία, ο Σιφναίος συνάντησε έκπληκτος τον μεγαλοβιομήχανο Μποδοσάκη, που μόλις έβγαινε από το μικρό διαμέρισμα του μέντιουμ. Κανένα σοβαρό επιχειρηματικό βήμα δεν έκανε προφανώς χωρίς την προηγούμενη απόφανση της "γερόντισσας". Και είναι γεγονός ότι ποτέ ο περίφημος Μποδοσάκης δεν ζημιώθηκε από τις επενδύσεις του, είτε επειδή ήταν καλά μελετημένες είτε επειδή είχε πάρει τη γνώμη της Δέσποινας!
Ο Παναγιώτης Σιφναίος διηγόταν πολλά χρόνια αργότερα για την εμπειρία του εκείνη, περιγράφοντας τι βίωσε κατά την επίσκεψή του: "Το διαμέρισμα, εξ όσων ενθυμούμαι, είχε δύο κύρια δωμάτια, ένα υπνοδωμάτιον και ένα σαλονάκι, συνεχόμενα. Εις το σαλονάκι με υπεδέχθη μία γυναίκα περίπου 60 ετών, ντυμένη μαύρα, αδύνατη, με ομαλά χαρακτηριστικά και μίαν παράδοξον ηρεμίαν εις το πρόσωπον και όλας τας κινήσεις. Ελέγετο Δέσποινα. Αφού μου προσέφερε καφέ και γλυκό, με εκάλεσε να σταθώ παραπλεύρως της ενώπιον ενός εικονίσματος της Θεοτόκου, εις το βάθος του δωματίου, όπου ήτο αναμμένο ένα κερί. Προσηυχήθη ενώπιον του εικονίσματος επί 15 λεπτά περίπου, εν απολύτω σιωπή. Ενόσω προσηύχετο, το πρόσωπόν της εγίνετο ωχρόν, μέχρις ότου έχασε κάθε χρώμα εντελώς. Συγχρόνως σταγόνες ιδρώτος ενεφανίσθησαν εις το μέτωπόν της. Μόλις συνήλθεν από την κατάστασιν αυτήν, την οποίαν θα ωνόμαζα έκστασιν, με εκάλεσε και εντελώς ήρεμος πλέον και με τελείως ομαλήν φωνήν μού είπε τα εξής: "Η Παναγία επιθυμεί να διαβιβάσης εσύ το μήνυμα που θα σου πω στον Βασιλέα, διότι ξεύρομεν ότι αληθώς τον αγαπάς".
Η γερόντισσα συνέχισε αποκαλύπτοντας στον Σιφναίο, παρά το γεγονός ότι ακόμη ήταν άγνωστο αν και πότε θα επανερχόταν ο Γεώργιος Β΄, αφού δεν είχε καν προγραμματισθεί η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, ότι τελικά ο βασιλιάς θα επανερχόταν. Αλλά του τόνισε αυτό, που άλλωστε ήταν η ουσία του μηνύματός της και το οποίο έπρεπε να φτάσει στο Λονδίνο: "Πριν αποβιβασθή όμως στας Αθήνας, πρέπει απαραιτήτως να περάση από την Τήνον και να προσκυνήση την Μεγαλόχαρην". Και πρόσθεσε στον έκπληκτο Σιφναίο το σημαντικότερο: "Αν παραλείψη να το κάμη, θα αποθάνη εξ μήνας μετά την επάνοδόν του. Να του μεταδώσης το μήνυμα αμέσως".
Προφανώς θα βρέθηκε σε αμηχανία με το τελευταίο αυτό ο τότε γενικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Η απειλή ήταν παραπάνω από σαφής, αν και είχε την έννοια της υπόδειξης. Και σημειωτέον ότι ούτε λίγο ούτε πολύ, επρόκειτο περί θανατικής απειλής και μάλιστα εις βάρος του ανωτάτου άρχοντος!
Μην ξέροντας πώς έπρεπε να χειρισθεί το ζήτημα, ο Σιφναίος έσπευσε στον Σπύρο Μαρκεζίνη, ο οποίος διατηρούσε άμεση και στενή επαφή με το περιβάλλον του Γεωργίου Β΄ στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, έπειτα από σύσταση του Μαρκεζίνη, έστειλε μια επιστολή απευθείας στον Ραούλ Ρωσέττη, διπλωμάτη που είχε τα καθήκοντα του αρχηγού του Πολιτικού Γραφείου του Βασιλέως. Γνωρίζονταν από παλαιότερα, από την εποχή της εξορίας στο Κάιρο στα χρόνια του πολέμου. Ο Ρωσέττης τού απάντησε ότι το μήνυμα μεταδόθηκε στον βασιλιά και τον ευχαριστούσε. Ωστόσο η απάντηση ήταν μάλλον τυπική.
Παρ' όλα αυτά, η τριαντάχρονη απεσταλμένη της "γερόντισσας" επισκέφθηκε και πάλι τον Σιφναίο στο γραφείο του, αγωνιώντας να μάθει όχι τόσο αν μεταδόθηκε το μήνυμα, αλλά αν ο βασιλιάς θα το ακολουθήσει. Η Έλλη Δίελλα (ή Δίελα) φαινόταν να έχει ιδιαίτερο σύνδεσμο με τη γερόντισσα Δέσποινα, τις υποδείξεις της οποίας ακολουθούσε κατά γράμμα. Και προφανώς σε ανταμοιβή, ήταν εκείνη που της είχε παραχωρήσει το διαμέρισμα για να μένει και να δέχεται. Σύμφωνα με την περιγραφή του Σιφναίου, η τριαντάχρονη ήταν μελαχροινή και "ελαφρώς χωλαίνουσα", ήταν δε πολύ καλοντυμένη για τα δεδομένα της εποχής. Πάντως μετά από ελάχιστα χρόνια θα παντρευτεί έναν ώριμης ηλικίας γόνο πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας από τη Θεσσαλονίκη, τον επιχειρηματία Ντέμη Πεσνικίδη, ο οποίος μάλιστα είχε καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και ήταν θεατρικός συγγραφέας.
Η Έλλη αυτή επέμενε πολύ στον Σιφναίο, ώστε ξανεπισκέφτηκαν μαζί τη γερόντισσα.  Ήταν πολλαπλές οι πιέσεις που ασκήθηκαν όχι μόνο προς αυτόν, αλλά και άλλους, ακόμα και προς τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο! Θα περίμενε κανείς ότι ένας αρχιεπίσκοπος αυτού του επιπέδου και αυτής της μόρφωσης θα ήταν αρνητικός σε μια τέτοια περίπτωση. Αλλά εκείνος τελικά ήταν και ο πιο αποτελεσματικός.
Τον Χρύσανθο επισκέφτηκε η ίδια η Δέσποινα - αυτοπροσώπως. Τον έπεισε ότι έπρεπε το "απειλητικό" μήνυμα προς τον Γεώργιο Β΄ να μεταδοθεί επειγόντως και μάλιστα απευθείας στον ίδιο από την "προστατευομένη" της, την Έλλη Δίελλα. Είναι προφανές ότι η μετάβασή της στο Λονδίνο και δη στο βασιλικό περιβάλλον θα αποτελούσε μια ισχυρή "προίκα" γνωριμιών για την ευκατάστατη κόρη μιας οικογένειας απλοϊκών γαιοκτημόνων στα αρβανιτοχώρια της Αττικής που είχε μετεγκατασταθεί στον Πειραιά.
Όντως η γερόντισσα επιστράτευσε όλη την πειθώ της και ο ασκητικός πρωθιεράρχης, που όταν άρχιζε η ξενική κατοχή είχε προθύμως θυσιάσει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο για να απομονωθεί σ' ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Κυψέλης, δεν δίστασε να ενεργήσει αποτελεσματικά για να την ικανοποιήσει. Κατόπιν αυτού κάλεσε στο ταπεινό σπίτι του τον Μαρκεζίνη και του ζήτησε να κάνει τα πάντα ώστε να πάει πάση θυσία η Έλλη Δίελλα στο Λονδίνο και μάλιστα να γίνει δεκτή από τον ίδιο τον βασιλιά. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης έχει καταγράψει τι του είπε επ' αυτού ο Χρύσανθος, αποφεύγοντας να τον δει στα μάτια και με φωνή χαμηλωμένη: "Υπάρχουν πράγματα, τα οποία ουδείς άλλος είναι βέβαιος ότι δύναται να τα αποκλείσει". Η "προφητεία" του μέντιουμ έπρεπε να μεταδοθεί από το στόμα της Δίελλα στον Γεώργιο Β΄, αφού η μεσολάβηση του Ρωσέττη πιστευόταν ότι δεν είχε φέρει αποτέλεσμα.
Και πράγματι έτσι έγινε. Με βρετανικό στρατιωτικό αεροσκάφος η Έλλη Δίελλα μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, έγινε αμέσως δεκτή από τον Έλληνα βασιλιά, στον οποίο γνωστοποιήθηκε ο χρησμός της γερόντισσας Δέσποινας του Κολωνακίου. Εν τω μεταξύ είχε περάσει αρκετό διάστημα από την πρώτη γραπτή επικοινωνία του Σιφναίου με τον Ρωσέττη και ήδη ήταν επικείμενη η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό. Η έκβασή του ήταν θετική για τον Γεώργιο Β΄, ο οποίος επέστρεψε θριαμβευτικά στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 1946. Πλην όμως αγνόησε το μήνυμα του μέντιουμ και δεν θέλησε να περάσει προηγουμένως από την Τήνο.
Γεγονός είναι ότι μετά πάροδο ακριβώς έξι μηνών και τεσσάρων ημερών από την επιστροφή του στην Ελλάδα πέθανε...









Κυριακή 2 Απριλίου 2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄ ΚΑΙ 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ




Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄
ΚΑΙ Η 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Του Δημοσθένη Κούκουνα
  
Σήμερα είναι κοινός τόπος ότι η επάνοδος του βασιλιά Γεωργίου Β’ στην Ελλάδα το 1935 εξασφάλιζε για τα επόμενα χρόνια μια σταθερή φιλοβρετανική πολιτική. Την εποχή εκείνη όμως, δηλαδή το φθινόπωρο του 1935, τίποτε δεν ήταν βέβαιο. Οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες που προκάλεσαν ή διευκόλυναν την πολιτειακή μεταβολή δεν ήταν απαραιτήτως αγγλόφιλοι. Μάλιστα οι δύο ισχυρότεροι εξ αυτών, εκείνοι στους οποίους οφείλεται τελικά η παλινόρθωση, δεν είχαν τέτοια τάση καν. Ο μεν Γεώργιος Κονδύλης ήταν γαλλόφιλος, ο δε Ιωάννης Θεοτόκης γερμανόφιλος. Ως γνωστόν, και οι δύο, παρά τις δεδομένες υπηρεσίες τους στην παλινόρθωση, δεν θα χρησιμοποιηθούν περαιτέρω.
Οι αρμόδιες αγγλικές υπηρεσίες θα πρέπει να ήταν ικανοποιημένες, αφού ύστερα από το αποτυχόν κίνημα του Μαρτίου 1935 έβλεπαν να παλινορθώνεται η μοναρχία στην Ελλάδα. Φυσικά για εκείνες το θέμα δεν ήταν ποιοι καλύτεροι θα διοικούσαν τη χώρα, αλλά πόσο πιο αποτελεσματικοί θα αποδεικνύονταν με το να εφαρμόσουν μια πολιτική που θα εξυπηρετούσε τη Μεγάλη Βρετανία.
Μια σειρά θανάτων πολιτικών ηγετών κατά τη διάρκεια του 1936 ξεκαθαρίζει την ατμόσφαιρα και εδραιώνει ένα δικτατορικό καθεστώς. Τον Ιανουάριο 1936 πεθαίνει ο Γεώργιος Κονδύλης, τον Μάρτιο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τον Απρίλιο ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής και τον επόμενο μήνα ο Παναγής Τσαλδάρης (τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο 1936 θα πεθάνουν αντίστοιχα οι Αλ. Ζαΐμης και Αλ. Παπαναστασίου). Είναι προφανές ότι ένα νέο πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται με απόντες τους αρχηγούς των δύο μεγάλων παρατάξεων και ενώ ταυτόχρονα γίνονται διεργασίες και ανταγωνισμοί για την ανάδειξη των διαδόχων ηγεσιών. Ταυτόχρονα στερεώνεται η βασιλική εύνοια προς τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος από υπουργός Στρατιωτικών (με συγκεκριμένη δέσμευση να επιτύχει την αποτροπή νέου στρατιωτικού πραξικοπήματος από δεξιούς αξιωματικούς) στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση Δεμερτζή προάγεται σε αντιπρόεδρο και τελικά τον αντικαθιστά, όταν εκείνος πεθαίνει.
Στις 4 Αυγούστου 1936 η κοινοβουλευτική κυβέρνηση Μεταξά μετατρέπεται σε δικτατορική. Ουσιαστικά δεν θα εκφράζει πλέον αποκλειστικά την καθαυτό δεξιά, αλλά θα είναι υπερκομματική, αφού βεβαίως θα είναι αντι-κομματική και αντι-κοινοβουλευτική. Ήδη στο πρώτο 24ωρο από τη μεταβολή, προσλαμβάνεται ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του Ελευθ. Βενιζέλου στο παρελθόν (θα παραμείνει για λίγους μόνο μήνες στη θέση του, μέχρι τον Ιανουάριο 1937, όταν διαφώνησε με τον Μεταξά αναφορικά με τις ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις). Αλλά και στα προηγηθέντα 24ωρα, ο Μεταξάς είχε κατορθώσει να πείσει τον Σοφοκλή Βενιζέλο για την αναγκαιότητα της δικτατορίας. Ο γιος του ιδρυτή του Κόμματος Φιλελευθέρων, εν δυνάμει διάδοχος και μέλος της νέας ηγεσίας του κόμματος, είχε συμφωνήσει με τον Μεταξά και είχε εξασφαλίσει την αντιπροεδρία όταν θα κηρυσσόταν η δικτατορία. Τελικά ο Μεταξάς θα τον αγνοήσει, προκρίνοντας τον ομογάλακτο Ζαβιτσιάνο.
Αλλά η δικτατορία δεν ήταν κάτι το απεχθές τότε. Υπήρχαν πολλές φωνές στην παραδοσιακή δεξιά που την ζητούσαν, αλλά και στον βενιζελικό και βενιζελογενή χώρο υπήρχαν επίσης πολλές. Ο κοινοβουλευτισμός και οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν ήταν προϋπόθεση της πολιτικής ζωής, π.χ. για τον Αλ. Παπαναστασίου ή τον Νικ. Πλαστήρα, αλλά και για πολλούς άλλους δευτερότερους ηγέτες. Οι πλέον φανατικοί υπέρμαχοι της δημοκρατίας, τουλάχιστον κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, δεν θεωρούσαν απαραιτήτως απεχθή τη δικτατορία, όσο τη μοναρχία. Άλλωστε όταν μιλούσαν για δημοκρατία εννοούσαν την πολιτειακή και μόνο μορφή ενός αβασίλευτου πολιτεύματος και όχι τις αυτονόητες σταθερές διαδικασίες ενός δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, είτε θα ήταν βασιλευόμενο είτε όχι.
Η έλευση του Γεωργίου Β’ τον Νοέμβριο 1935 έχει μια μακρά προϊστορία και δεν είναι το αποτέλεσμα μιας αιφνιδιαστικής ενέργειας κάποιων. Η βρετανική ηγεσία με προσεκτικούς χειρισμούς έχει καλλιεργήσει καταστάσεις και προϋποθέσεις, ενώ έχει πεισθεί ότι η επάνοδός του θα σταθεροποιήσει ευμενώς προς αυτήν την ελληνική εξωτερική πολιτική. Ας μην ξεχνάμε ότι δύο μήνες μετά την επιστροφή του Γεωργίου, τον Ιανουάριο του 1936, στον βρετανικό θρόνο ανέρχεται ο Εδουάρδος Η’. Οι δύο βασιλείς, ανεξαρτήτως της συγγενείας τους, είναι εκ παραλλήλου στενότατοι φίλοι από πολλών ετών, η δε Γουόλις Σίμπσον (που την εποχή εκείνη επηρεάζει, ανησυχητικά για τις βρετανικές υπηρεσίες, τον Εδουάρδο, αλλά δεν είναι ακόμη γνωστός δημοσίως ο δεσμός της μαζί του) συμπαθεί τον Γεώργιο, καθώς και μια Αγγλίδα κυρία με την οποία συνδεόταν ο τελευταίος. Οι δύο βασιλείς έχουν συνδεθεί στενότατα, διότι έχουν κάποια κοινά στοιχεία στον εσωστρεφή χαρακτήρα τους, ενώ επιπροσθέτως και οι δύο συνδέονται αισθηματικά με εν διαστάσει κυρίες και βεβαίως αποφεύγουν την ανοικτή ζωή. Στα τελευταία χρόνια έχουν περάσει μαζί όλο τον ελεύθερο χρόνο τους και σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο.
Δεν πρέπει να μας διαφύγει της προσοχής ότι μόλις δύο εβδομάδες μετά την κήρυξη της δικτατορίας, ο νέος βασιλιάς της Μεγ. Βρετανίας είχε επισκεφθεί ανεπίσημα την Ελλάδα, όπου παρέμεινε αρκετές μέρες. Μαζί με προσωπικούς φίλους και φυσικά με την κ. Σίμπσον επισκέφθηκαν στην Κέρκυρα τον Γεώργιο και την Αγγλίδα κ. Τζόουνς που συζούσε μαζί του παρασκηνιακά. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Εδουάρδος βρισκόταν στην Αθήνα και δέχθηκε στην πρεσβεία του τον Ιωάννη Μεταξά, με τον οποίο συζήτησαν επί δύο ώρες.
 Ακόμη και η μεταβολή της 4ης Αυγούστου θα συμβάλει αποτελεσματικότερα σ’ αυτό. Μέσα σε λίγους μήνες, οι δύο νέοι ηγέτες της χώρας, ο Γεώργιος Β’ και ο Ι. Μεταξάς, είναι εκείνοι που θα εγγυώνται εφεξής τη σταθερότητα αυτής της νέας πολιτικής, ενώ τη σταθερότητα του νέου καθεστώτος εγγυάται με τη σειρά του ο νέος αρχηγός ΓΕΣ Αλέξανδρος Παπάγος, ο βασικός πρωταγωνιστής της επιτάχυνσης των διαδικασιών της παλινόρθωσης.
Το επιβληθέν καθεστώς συγκεντρώνει την επιδοκιμασία πολλών. Η Βρετανία, όπως και η Γαλλία, το αποδέχονται και το στηρίζουν. Από την άλλη μεριά, η Γερμανία και η Ιταλία δεν έχουν κανένα λόγο να αρνηθούν να δουν με καλό μάτι την ύπαρξη ενός δικτατορικού καθεστώτος, το οποίο στα επόμενα χρόνια θα επιβεβαιώσει πολλές κοινές αντιλήψεις.
Βεβαίως στη συνέχεια θα διαπιστωθεί ότι η δικτατορία Μεταξά δεν είχε καμιά σχέση με τον ιταλικό φασισμό ή τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ούτε με την ισπανική ή την πορτογαλική δικτατορία ή με άλλου είδους παρόμοια καθεστώτα. Μπορεί να έχουμε και στη χώρα μας την έλλειψη του κοινοβουλίου και των ατομικών ελευθεριών, αλλά ένα βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί είναι η μη ύπαρξη μονοκομματικού κράτους. Και ούτε κατά διάνοια λόγος περί επανάστασης, που θα εξέφραζε ένα τμήμα του λαού.
Ανάμεσα στις 3 και στις 5 Αυγούστου τίποτε δεν είχε αλλάξει, εξαιρέσει των μεταβολών στους θεσμούς. Κανείς δεν αντέδρασε, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε την ημέρα που κηρύχθηκε η δικτατορία. Φυσικά από την επόμενη ημέρα θα εκδηλωθούν κάποιες διαμαρτυρίες των πολιτικών αρχηγών, όχι όλων όμως. Σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας, καμιά απολύτως ανησυχία ή αντίδραση δεν υπήρξε ούτε στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, ούτε στα Βαλκάνια.
Τόσο ο βασιλιάς, όσο και ο νέος δικτάτορας, είχαν ήδη εκδηλώσει την προσήλωσή τους σε μια φιλοβρετανική πολιτική, στηριζόμενη στο δόγμα ότι ως θαλασσινή δύναμη η Αγγλία είναι εκείνη που μπορεί καλύτερα να προστατεύσει τα ελληνικά συμφέροντα. Στον στενότερο ορίζοντα της Βαλκανικής, η Ελλάδα ήταν μόνιμα προσανατολισμένη στη διατήρηση φιλικών σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία, ενώ έναντι της Βουλγαρίας διατηρούσε πάντα μια επιφυλακτική στάση, αφού η τελευταία δεν έπαυε να οραματίζεται την έξοδό της στο Αιγαίο.
Με τη Βρετανία οι σχέσεις της Ελλάδος ήταν μεν πάντα θερμές, αλλά η αδυναμία της πρώτης να απορροφήσει την εξαγώγιμη παραγωγή της δεύτερης, ιδίως τα καπνά της, οδήγησε σε μια σταδιακή παράλληλη αύξηση της γερμανικής επιρροής, λόγω του ελληνογερμανικού κλήριγκ που αυξήθηκε.

Όπως είναι ευνόητο, με την εδραίωση της δικτατορίας Μεταξά, ενισχύθηκε η βρετανική διείσδυση στην ελληνική οικονομία. Ένας σκοτεινός Βρετανός που έπαιζε ρόλο οικονομικού δικτάτορα στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας 1920, ο Τζέραλντ Τάλμποτ, άλλοτε πλωτάρχης και προϊστάμενος των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών την εποχή του Διχασμού, ο οποίος ξαφνικά βρέθηκε να είναι ο μεγαλομέτοχος τεραστίων οικονομικών συγκροτημάτων στην Αγγλία και παράλληλα να έχει στην Αθήνα το μονοπώλιο της ενέργειας (ηλεκτρισμός και πετρέλαια) και της συγκοινωνίας (τραμ, λεωφορεία, ηλεκτρικός κ.ά.), αλλά και τον έλεγχο πολλών άλλων επιχειρήσεων, μετά την 4η Αυγούστου έκανε νέες επωφελείς συμφωνίες. Το 1937, σε κάποια φάση των διαπραγματεύσεων που διεξήγαγε ο Τάλμποτ με την κυβέρνηση Μεταξά, ο αρμόδιος υπουργός αντέδρασε για τις υπερβολικές αξιώσεις του. Το αποτέλεσμα ήταν ο υπουργός εκείνος (Γ. Σπυρίδωνος) να λάβει «άδεια» 15 ημερών, στο διάστημα αυτό να αναπληρωθεί από άλλον υπουργό (Ανδρ. Αποστολίδης), ο οποίος όμως προηγουμένως ήταν έμμισθος υπάλληλος του Τάλμποτ, και το θέμα να «ρυθμισθεί»...


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Η ΔΙΚΗ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΡΑΛΛΗ

H ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ
ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΡΑΛΛΗ κλπ.

Επειδή κάποια στιγμή η Ελληνική Δικαιοσύνη θα πρέπει να ενεργοποιηθεί και να ασχοληθεί με την τιμωρία των υπευθύνων της σύγχρονης οικονομικής καταστροφής και της ποικιλόμορφης εθνικής προδοσίας που συντελέσθηκε κατά τα τελευταία χρόνια, είναι εξαιρετικά χρήσιμο και επίκαιρο να γνωρίζουμε τη μεγάλη δίκη των δοσιλόγων υπουργών του 1945. Κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο "Η ΔΙΚΗ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά" (Εκδόσεις Historia), με επιμέλεια του ιστορικού συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα, ο οποίος σημειώνει στον πρόλογό του:

Για πρώτη φορά έρχονται στη δημοσιότητα τα επίσημα πρακτικά μιας από τις πιο ιστορικές και κρίσιμες δίκες της νεώτερης Ελλάδος, στη διάρκεια της οποίας εξετάστηκε όχι μόνο η πολιτεία των κατοχικών υπουργών, αλλά και η σύναψη της Συνθηκολόγησης του Απριλίου 1941. Μέσα από την ακροαματική διαδικασία και τις καταθέσεις των (επωνύμων και μη) μαρτύρων αναδεικνύεται η όλη ιστορική αλήθεια όπως ακριβώς καταγράφηκε στις εκατό εκείνες μέρες που διεξήχθη η δίκη στα δικαστήρια της οδού Σανταρόζα (21 Φεβρουαρίου έως 31 Μαΐου 1945), λίγους μόλις μήνες μετά την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά. Όταν ακόμη η τραγωδία της Κατοχής ήταν νωπή και κανείς δεν μπορούσε να επικαλεσθεί ότι είχε ξεχάσει… Όλοι οι παράγοντες της δίκης, όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, καθώς και οι απολογίες των κατηγορουμένων. Το πλήρες κείμενο της δικαστικής ετυμηγορίας. Λέξη προς λέξη…
Αναμφίβολα η διεξαγωγή της δίκης οφειλόταν σε μια βασική σκοπιμότητα, εξ ου και επισπεύσθηκε. Η απελευθερωμένη Ελλάδα βιαζόταν να αποδείξει στους Συμμάχους ότι τιμωρεί όσους συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, ιδίως όσους ανέλαβαν κυβερνητικά καθήκοντα και δη κατ’ εντολήν του, αντλώντας δηλαδή την ισχύ τους απ’ αυτόν. Επρόκειτο σαφώς για ένα τυπικό αδίκημα, αφού ο νομοθέτης καθιστούσε εκ προοιμίου ενόχους όσους ανέλαβαν υπουργικό αξίωμα, ανεξάρτητα από το αν ουσιαστικά βοήθησαν ή έβλαψαν. Ταυτόχρονα υπήρχαν ζητήματα ως προς την αναδρομικότητα του αδικήματος και της ποινής ή τους φυσικούς δικαστές. Αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις όλα έχουν θεωρητική υπόσταση και μόνο.
Οπωσδήποτε όμως οι ποινές που επιβλήθηκαν θα ήταν ομολογουμένως βαρύτερες αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα Δεκεμβριανά. Έχει λεχθεί επανειλημμένα αυτό και είναι όντως έτσι, όχι τόσο για τους κατοχικούς υπουργούς, όσο για τους υπόλοιπους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Ο δοσιλογισμός όντως δεν διώχθηκε στο μέτρο που επιζητούσε τότε η κοινή γνώμη, αλλά η αιτία δεν ήταν απλώς η άμβλυνση των αισθημάτων της. Είναι παραπλανητική και μονόπλευρη μια τέτοια απλούστευση. Ότι δηλαδή το μεταπελευθερωτικό κράτος επιδίωξε να αθωώσει τους δοσιλόγους είτε «επειδή το ζήτησαν οι Άγγλοι» είτε για άλλους συνωμοσιολογικούς λόγους.
Από πολλά χρόνια θα έπρεπε να έχουν δοθεί στη δημοσιότητα αυτά τα επίσημα πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης των κατοχικών υπουργών, όσο – κατά την προσωπική γνώμη μου – θα είχαν επίσης μεγάλο ενδιαφέρον και τα στενογραφημένα πρακτικά. Αυτά τα τελευταία είναι παντελώς άγνωστο αν και πού υπάρχουν. Θα είχαν όμως μια πρόσθετη αξία, διότι η ακροαματική διαδικασία – όπως την παρακολουθούμε μέσα από τα πρακτικά – θα έπαυε να έχει ξύλινη μορφή και ο αναγνώστης θα μπορούσε να διαβάσει μέσα από τις λεπτομέρειες και να έχει μια πιστότερη εικόνα της ατμόσφαιρας της δίκης και κυρίως του περιεχομένου της.
Αλλά τα κατά λέξη στενογραφημένα πρακτικά ας τα ξεχάσουμε επί του παρόντος, αφού ποτέ δεν έγινε λόγος γι’ αυτά αφότου έληξε η συγκεκριμένη δίκη. Θα ήταν ενδιαφέρον αυτού του είδους η μαρτυρία να αποκατασταθεί μέσα από μια προσεκτική και υπεύθυνη παρουσίαση των όσων γράφτηκαν τότε στις εφημερίδες, ώστε να αποτυπωθεί το κλίμα που υπήρχε και ιδίως μέσα από τους διαλόγους και τις προσλήψεις του ακροατηρίου. Ήδη ένας τέτοιος τόμος ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει εν καιρώ ως συνέχεια του παρόντος, χωρίς να στηρίζεται στα επίσημα πρακτικά, που ούτως ή άλλως είναι περιληπτικά.
Ο επίμονος ιστορικός ερευνητής ματαίως επί χρόνια αναζητούσε τα επίσημα πρακτικά της δίκης. Για τον απλό λόγο ότι ήταν ολωσδιόλου χαμένα. Όσο και αν ήταν τόσο βαρύνουσα η ιστορική και πολιτική σημασία τους, δεν διαφυλάχθηκαν αποτελεσματικά.
Στην αποκατάσταση αυτής της έλλειψης άλλωστε οφείλεται και η πρωτοβουλία μας να δημοσιευθούν, έστω και μετά από εβδομήντα και πλέον χρόνια. Ένα μεγάλο τμήμα τους βρισκόταν στη διάθεσή μας ήδη από πολλών ετών. Ένας ανώτατος δικαστικός, κατ’ ευθείαν γόνος ενός εκ των μελών του δικαστηρίου που αργότερα έφθασε στο ύπατο αξίωμα της Ελληνικής Δικαιοσύνης ως πρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε την καλοσύνη να μας προσφέρει αντίγραφό τους. Τότε, μέσα από μια ιστορική επιθεώρηση που διευθύναμε, δημοσιεύσαμε το πλήρες κείμενο της ιστορικής απόφασης (σχεδόν πενήντα δακτυλόγραφα).
Τώρα δίνουμε εδώ το σύνολο των επισήμων πρακτικών της δίκης, θεωρώντας το ως αμιγώς ιστορική πηγή. Με υπευθυνότητα και τη μεγίστη δυνατή πληρότητα, αφού αφαιρέθηκαν τα τεχνικά τμήματα της διαδικασίας, που βεβαίως δεν ενδιαφέρουν τον μέσο αναγνώστη και του είναι κουραστικά, δίνεται στη δημοσιότητα.
Στη διάρκεια των εκατό ημερών που κράτησε η δίκη των κατοχικών υπουργών, ανεξάρτητα από το θεωρητικό νομικό μέρος της, που πιθανόν να έχει μια ουσιαστική σημασία για τους ειδικούς, από ιστορικής πλευράς τέθηκαν πολλά κρίσιμα γεγονότα που επηρέασαν τον τόπο μας. Στα εδώλια των κατηγορουμένων κάθισαν όσοι εκ των κατηγορουμένων ήταν παρόντες. Στρατηγοί όπως ο Τσολάκογλου, ο Κατσιμήτρος και ο Μουτούσης που είχαν διακριθεί στον Πόλεμο 1940-41, ή άλλοι παλαιότερα όπως ο στρατηγός Διαλέτης και ο ναύαρχος Γέροντας. Πολιτικοί όπως ο Ιωάννης Ράλλης και ο Αντώνιος Λιβιεράτος, που είχαν αναδειχθεί σε πολιτικά αξιώματα σε προγενέστερες εποχές, στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Και προσωπικότητες με πανελλήνιο και διεθνές κύρος, όπως ο καθηγητής Νικόλαος Λούβαρις.
Κάποιοι άλλοι ήταν απόντες και δικάζονταν ερήμην. Ο καθηγητής γυναικολογίας, που «είχε ξεγεννήσει τη μισή Αθήνα», όπως χαρακτηριστικά λεγόταν τότε, Κων. Λογοθετόπουλος, βρισκόταν στη Γερμανία. Είχε διαφύγει εκεί διαρκούσης της Κατοχής. Μέσα από τα δικά του υποκειμενικά κριτήρια για να …διασωθεί ίσως; Ομοίως στη Γερμανία βρισκόταν εκούσια και ο (κατά σύμπτωση επίσης γυναικολόγος) Σωτήριος Γκοτζαμάνης, που παρά την επιστημονική ειδίκευσή του είχε επί Κατοχής χρέη …οικονομικού δικτάτορα. Υπό διαφορετικές συνθήκες είχε βρεθεί επίσης τότε στην καταρρέουσα χιτλερική Γερμανία και ο παγκαλικός Αναστάσιος Ταβουλάρης, άλλοτε βουλευτής και υπουργός. Ακούσια αυτός και, αφού επέζησε της καταστροφής και του τέλους του πολέμου, δεν πρόλαβε να επιστρέψει στην Ελλάδα, υποκύπτοντας σε μολυσματική ασθένεια. Ο Ταβουλάρης ήταν υπουργός Ασφάλειας της κυβέρνησης Ράλλης όταν αποφασίστηκε η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Στους ερήμην που δικάστηκαν περιλαμβάνονταν και ο Έκτωρ Τσιρονίκος, ομογενής από την τσαρική Ρωσία, όπου είχε χάσει τη μεγάλη περιουσία του με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ήταν εκείνος που στη Βιέννη, όπου εγκαταστάθηκε λίγες εβδομάδες πριν από την Απελευθέρωση, σχημάτισε τον Ιανουάριο 1945 μια υποτυπώδη αυτοεξόριστη ελληνική κυβέρνηση υπό τη σκέπη των Γερμανών! Μαζί του ήταν και ο Ιωάννης Πασσαδάκης, ο τελευταίος κατοχικός υπουργός Κρήτης, προπολεμικός βουλευτής και νομάρχης του Ελ. Βενιζέλου, που επίσης δικάστηκε ερήμην.
Ανάμεσα στους μάρτυρες που παρέλασαν, κληθέντες κυρίως για να ενισχύσουν το κατηγορητήριο, ήταν πολλοί πολιτικοί που είχαν διατελέσει πρωθυπουργοί, αρχηγοί κομμάτων κλπ., όπως οι Θ. Σοφούλης, Θ. Πάγκαλος, Στ. Γονατάς, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλος κ.ά. Κάποιων απ’ αυτούς οι μαρτυρίες κατέληξαν σε υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Αξίζει κανείς να τα διαβάσει όλα αυτά για να αποκτήσει προσωπική γνώμη.
Ιδιαίτερης σημασίας ήταν οι συζητήσεις ενώπιον του δικαστηρίου για το θέμα της στρατιωτικής συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς. Αποτελούσε άλλωστε ένα τμήμα του κατηγορητηρίου εναντίον του Τσολάκογλου και των άλλων στρατηγών του Μετώπου που εκδηλώθηκαν υπέρ της ανακωχής. Ο στρατηγός Τσολάκογλου ήταν εκείνος που την είχε υπογράψει και βεβαίως δεν απέφυγε να πάρει την ευθύνη. Για το θέμα αυτό κατέθεσαν άλλοι στρατηγοί και στρατιωτικοί και στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο, ούτως ή άλλως ειδικό και εξαιρετικό, λειτούργησε ως στρατοδικείο ανατέμνοντας τη στρατιωτική ποινική νομοθεσία. Η ποινή που επιβλήθηκε στον Τσολάκογλου για την ανακωχή ήταν θανατική, αν και στην απόφαση που αναγνώσθηκε γίνεται η ευχή να μην εκτελεσθεί. Με την ασφαλή χρονική απόσταση από τότε, σήμερα μπορεί να κρίνει κανείς ότι η ανακωχή αυτή καθεαυτή ήταν επωφελής, αφού ο Ελληνικός Στρατός είχε εξαντλήσει τα όρια και τις δυνατότητές του έναντι των Γερμανών, ενώ ο πιο σημαντικός όρος που είχε θέσει ο Τσολάκογλου είχε γίνει δεκτός: Η απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων πολέμου – γεγονός μοναδικό σε όλη τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και μάλιστα παράλληλα με την εκ μέρους του εχθρού εξύμνηση του ελληνικού ηρωισμού διά χειλέων Χίτλερ ενώπιον του Ράιχσταγκ.
Οι απολογίες των κατηγορουμένων αποδίδονται στο κείμενο των επισήμων πρακτικών με περιληπτικό τρόπο, όπως άλλωστε όλες οι καταθέσεις. Οι κυριότεροι εκ των κατηγορουμένων όμως αργότερα δημοσίευσαν τις εκδοχές του υπό μορφή απομνημονευμάτων, στα οποία προσφεύγοντας  ο αναγνώστης μπορεί να λάβει γνώση της άλλης πλευράς. Τέτοια μακροσκελή κείμενα έγραψαν οι Γεώργιος Τσολάκογλου, Ιωάννης Ράλλης, Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, Νικόλαος Λούβαρις, Αντώνιος Λιβιεράτος κ.ά. Εκ τεκμηρίου υποκειμενικές και πρωτίστως απολογητικές οι εκδοχές τους, δεν παύουν να περιέχουν πολλά χρήσιμα στοιχεία για τον ιστορικό ερευνητή και τον αναγνώστη, καθώς αναφέρονται σε κατ’ εξοχήν κρίσιμα γεγονότα.


ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ


Σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών: Πρόεδρος: Χρήστος Καλλέλης, αρεοπαγίτης. Τακτικά μέλη: Αντώνιος Χαμάρτος, πρόεδρος εφετών, Αθανάσιος Παπαναστασίου, Παναγιώτης Πετρέας, Κωνσταντίνος Καυκάς, Θεόδωρος Γιαννόπουλος, εφέτες. Αναπληρωτικά μέλη: Ι. Πίκουλας και Ν. Κάτελας, εφέτες. Επίτροπος: Νικόλαος Παπαδάκης, αντεισαγγελέας εφετών. Γραμματέας: Γεώργιος Οικονομίδης. Λαϊκά μέλη: Αριστομένης Κωνσταντίνου, φαρμακοποιός, Μαρίνος Βαλλιάνος, ιατρός, Ευάγγελος Δανόπουλος, ιατρός, αναπληρωτές οι Νικόλαος Γερολυμάτος, φαρμακοποιός, Θεόδωρος Δασκαρόλης, δικηγόρος.
Συνήγοροι κατηγορουμένων: Για τον Γ. Τσολάκογλου: Δ. Μπαμπάκος, Σ. Μπαμπάκος, Β. Μεϊμαράκης. Για τον Αντ. Λιβιεράτο: Κ. Τσουκαλάς, Π. Κλαπέας, Κ. Καλκάνης. Για τον Πλ. Χατζημιχάλη: Μ. Αργυρόπουλος, Α. Παππάς. Για τον Π. Δεμέστιχα: Κ. Τσουκαλάς, Ι. Σταματάκης, Ν. Καμπάνης. Για τον Σ. Μουτούση: Κ. Θεοφανόπουλος, Μ. Βολονάκης. Για τον Χ. Κατσιμήτρο: Γ. Μπακόπουλος, Μ. Στούπης. Για τον Ν. Μάρκου: Π. Μαγιάκος, Κ. Μάρκου. Για τον Δ. Πολύζο: Α. Αποστολίδης, Γ. Ζυμάρης, Θ. Τουρκοβασίλης. Για τον Α. Ρουσσόπουλο: Π. Σπηλιώτης. Για τον Ι. Παπαδόπουλο: Γ. Τσίληθρας, Γ. Μπακόπουλος, Ν. Λουμάκος. Για τον Ν. Ραγκαβή: Θ. Τραπεζούντιος, Π. Ντουσόπουλος. Για τον Λ. Τσιριγώτη: Μ. Βαρβιτσιώτης. Για τον Εμμ. Λουλακάκη: Κ. Φωτάκης, Γ. Μπάμιας. Για τον Ι. Καραμάνο: Κ. Φωτάκης, Γ. Καραμάνος. Για τον Ι. Ράλλη: Κ. Τσουκαλάς, Γ. Πωπ, Γ. Ράλλης. Για τον Κ. Πουρναρά: Γ. Πωπ, Σ. Τριανταφύλλου, Γ. Μπουρίκος. Για τον Ν. Λούβαρη: Γ. Κακομανώλης, Ε. Μπιτσαξής, Κ. Κάρναβος. Για τον Αγ. Γέροντα: Δ. Βελλίνης, Κ. Παυλόπουλος, Ι. Ράντος. Για τον Ι. Γρηγοράκη: Ε. Κουλουμβάκης, Π. Σπηλιάδης. Για τον Γ. Παμπούκα: Γ. Πωπ. Για τον Β. Καραπάνο: Κ. Τσουκαλάς, Ξ. Οικονομόπουλος, Κ. Οικονόμου. Για τον Ε. Κανακουσάκη: Π. Κλαπέας, Γ. Πάλλας, Δ. Ρουτσάκος. Για τον Δ. Μπακογιάννη: Γ. Μπακόπουλος, Α. Γεννηματάς. Για τον Β. Σιμωνίδη: Β. Κανταρές, Δ. Μπαμπάκος, Ν. Πάικος.
Κατηγορούμενοι: 1) Γεώργιος Κωνσταντίνου Τσολάκογλου, γεν. στη Ρεντίνα Καρδίτσης, κάτ. Αθηνών, 55 ετών, αντιστράτηγος, έγγαμος με την Καίτη Ανδρ. Θεοδώρου, άτεκνος, 2) Αντώνιος Ανδρέα Λιβιεράτος, γεν. στο Ληξούρι Κεφαλληνίας, κάτ. Αθηνών, 49 ετών, δικηγόρος, έγγαμος με τη Λέλα Σωτ. Μιχαλοπούλου, πατέρας δύο θηλέων τέκνων, 3) Πλάτων Θεοδώρου Χατζημιχάλης, γεν. στη Σμύρνη Μικράς Ασίας, κάτ. Αθηνών, 60 ετών, έμπορος, έγγαμος με την Αγγελική Αλ. Κολυβά, πατέρας ενός άρρενος τέκνου, 4) Παναγιώτης Πέτρου Δεμέστιχας, γεν. στο Γύθειο, κάτ. Αθηνών, 60 ετών, αντιστράτηγος, έγγαμος με την Αικατερίνη Γρηγ. Καμπάνη, πατέρας δύο αρρένων και ενός θήλεος τέκνων, 5) Σωτήριος Νικολάου Μουτούσης, γεν. στην Πάτρα, κάτ. Αθηνών, 55 ετών, υποστράτηγος, έγγαμος με τη Μαρία Αγγ. Πυρρή, πατέρας ενός θήλεος τέκνου, 6) Χαράλαμπος Γεωργίου Κατσιμήτρος, γεν. στο Καρπενήσι, κάτ. Αθηνών, 58 ετών, υποστράτηγος, έγγαμος με την Ελένη Ιωάν. Στούπη, πατέρας ενός άρρενος και ενός θήλεος τέκνων, 7) Νικόλαος Μιχαήλ Μάρκου, γεν. στη Λεβάδεια, κάτ. Αθηνών, 51 ετών, υποστράτηγος, έγγαμος με τη Νίτσα Ιωάν. Μπινιάρη, άτεκνος, 8) Δημήτριος Διονυσίου Πολύζος, γεν. στο Καρπενήσι, κάτ. Αθηνών, 51 ετών, συνταγματάρχης, έγγαμος με την Κασσάνδρα Γ. Χατζοπούλου, πατέρας δύο θηλέων και ενός άρρενος τέκνων, 9) Αναστάσιος Ιωάννη Ρουσσόπουλος, γεν. στο Άργος, κάτ. Αθηνών, 54 ετών, υποστράτηγος, έγγαμος με την Αδριανή Γεωργ. Πετροπούλου, πατέρας δύο αρρένων τέκνων, 10) Ιάσων Αποστόλου Παπαδόπουλος, γεν. στην Αθήνα, κάτ. Αθηνών, 49 ετών, πλοίαρχος Πολεμικού Ναυτικού, άγαμος, 11) Νικόλαος Αλεξάνδρου Ραγκαβής, γεν. στην Αθήνα, κάτ. Αθηνών, 55 ετών, αντιστράτηγος, έγγαμος με την Ελισάβετ Όθ. Τσαν, άτεκνος, 12) Λεωνίδας Νικολάου Τσιριγώτης, γεν. στη Σπάρτη, κάτ. Αθηνών, 55 ετών, ιατρός, άγαμος, 13) Εμμανουήλ Ιωάννη Λουλακάκης, γεν. στο Ηράκλειο Κρήτης, κάτ. Αθηνών, 49 ετών, δικηγόρος, έγγαμος με την Καλλιόπη Γ. Βασιλάκη, άτεκνος, 14) Ιωάννης Σταύρου Καραμάνος, γεν. στη Μυτιλήνη, κάτ. Αθηνών, 50 ετών, γεωπόνος, έγγαμος με τη Φωφώ Α. Νεφελούδη, πατέρας ενός άρρενος και ενός θήλεος τέκνων, 15) Ιωάννης Δημητρίου Ράλλης, γεν. στην Αθήνα, κάτ. Αθηνών, 67 ετών, πολιτευτής, έγγαμος με την Ειρήνη Λατσένκο, πατέρας τριών αρρένων και ενός θήλεος τέκνων, 16) Κωνσταντίνος Δημητρίου Πουρναράς, γεν. στη Δημητσάνα, κάτ. Αθηνών, 65 ετών, αρεοπαγίτης, έγγαμος με την Ευαγγελία Διον. Οικονομοπούλου, άτεκνος, 17) Νικόλαος Ιωάννη Λούβαρης, γεν. στην Αθήνα, κάτ. Αθηνών, 50 ετών, καθηγητής πανεπιστημίου, έγγαμος με την Ειρήνη Δημ. Μεσσηνέζη, πατέρας ενός άρρενος τέκνου, 18) Αγησίλαος Παναγιώτη Γέροντας, γεν. στην Αθήνα, κάτ. Αθηνών, 71 ετών, αντιναύαρχος, έγγαμος με την Αγγελική Δημ. Παπαγεωργίου, άτεκνος, 19) Ιωάννης Παναγιώτη Γρηγοράκης, γεν. στο Γύθειο, κάτ. Αθηνών, 54 ετών, υποστράτηγος, έγγαμος με την Πετρούλα Ευαγγ. Καναβαρώτου, πατέρας ενός θήλεος τέκνου, 20) Γεώργιος Βλασίου Παμπούκας, γεν. στο Κιάτο, κάτ. Αθηνών, 50 ετών, δικηγόρος, 21) Βασίλειος Γεωργίου Καραπάνος, γεν. στην Αμφιλοχία, κάτ. Αθηνών, 51 ετών, δικηγόρος, έγγαμος με την Ελένη Ιωάν. Αντωνοπούλου, πατέρας ενός θήλεος τέκνου, 22) Εμμανουήλ Γεωργίου Κανακουσάκης, γεν. στην Παναγία Κρήτης, κάτ. Αθηνών, 45 ετών, φορτοεκφορτωτής, έγγαμος με την Ευγενία Νικ. Κοντοπούλου, πατέρας ενός άρρενος και δύο θηλέων τέκνων, 23) Δημήτριος Κωνσταντίνου Μπακογιάννης, γεν. στην Αθήνα, κάτ. Αθηνών, 57 ετών, αντισυνταγματάρχης, έγγαμος με την Άννα Δημ. Τριβέλλα, πατέρας ενός θήλεος τέκνου, 24) Βασίλειος Κ. Συμεωνίδης, γεν. στις Σέρρες, κάτ. Αθηνών, 49 ετών, υπάλληλος υπουργείου Οικονομικών, έγγαμος με την Καλλιόπη Συμεωνίδου, πατέρας δύο τέκνων.
Απόντες κατηγορούμενοι: Γεώργιος Μπάκος [θανών], Σωτήριος Γκοτζαμάνης, Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, Αναστάσιος Ταβουλάρης, Έκτωρ Τσιρονίκος, Νικόλαος Καλύβας [θανών], Ιωάννης Πασσαδάκης, Γεώργιος Πειρουνάκης [θανών].
Μάρτυρες κατηγορίας: Άγις Ταμπακόπουλος, Θεμιστοκλής Τσάτσος, Θεμιστοκλής Σοφούλης, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Αλέξανδρος Διομήδης, Νίκος Ασκούτσης, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, Γεώργιος Μπαλής, Παράσχος Μελισσινός, Ιωάννης Στρίμπερ, Σέργιος Γυαλίστρας, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Αντώνιος Δελμούζος, Αθανάσιος Σμπαρούνης, Δημήτριος Μαγκριώτης, Αριστοτέλης Πέππας, Εμμαναουήλ Δαλαμάγκας, Οδυσσεύς Μολυνός, Αχιλλεύς Κύρου, Λάζαρος Πηνιάτογλου, Πάνος Κόκκας, Αθανάσιος Τριανταφύλλου, Στυλιανός Γρηγορίου, Χαράλαμπος Θεοδωρόπουλος, Κωνσταντίνος Καλφαρέντζος, Ανδρέας Παπαδημητρίου, Γεώργιος Βακαλόπουλος, Μιχαήλ Οικονόμου, Αλβέρτος Ρωμανός, Ιωάννης Παρασκευόπουλος.
Μάρτυρες υπεράσπισης (προταθέντες): Κωνσταντίνος Γράψας, Στυλιανός Γονατάς, Λεωνίδας Σπαής, Κωνσταντίνος Ρέντης, Φώτιος Πάλλας, Γεώργιος Φαρμακίδης, Δημήτριος Βασιλόπουλος, Αρχιεπίσκοπος Ιωαννίνων Σπυρίδων, Αλέξανδρος Μερεντίτης, Κωνταντίνος Βλάχος, Δημ. Δημακόπουλος, Νικόλαος Μπαλής, Παναγιώτης Παναγάκος, Δημήτριος Γαργαρόπουλος, Νικόλαος Κοταρίδης, Μιχαήλ Νικολαΐδης, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Ευάγγελος Τρεπεκλής, Ιωάννης Νάσκος, Κωνσταντίνος Σούρλος, Αθανάσιος Χρυσοχόου, Βασίλειος Γρανίτσας, Ευστ. Λιόσης, Θρασύβουλος Τσακαλώτος, Πελοπίδας Κιτσικόπουλος, Ιωάννης Σταθάκης, Σωτήριος Δημάρατος, Κλεάνθης Μπουλαλάς, Κωνσταντίνος Πλατής, Ιωάννης Αιλιανός, Γεώργιος Λαγάς (Τσολάκογλου), Μητροπολίτης Παροναξίας Χερουβείμ, Ιωάννης Καμινόπετρος, Παναγιώτης Παυλάκης, Νικόλαος Προβιαδάκης, Γεώργιος Λαμπρινάκος, Σταύρος Χαλκιαδάκης, Γεώργιος Τερμεντζής, Γεώργιος Δραβίλλας, Γεώργιος Μερτίκας, Αθανάσιος Ρουσσόπουλος, Πάνος Αναστασόπουλος, Χρήστος Αγαλόπουλος, Τηλέμαχος Κοντός, Κωνσταντίνος Σιφναίος, Λυκούργος Σπεράντζας, Χρήστος Παναγιωτίδης, Κωνσταντίνος Ρόκος, Κίμων Σκορδίλης, Στάθης Μαργετίδης, Αναστάσιος Μορίκης, Δημοσθένης Νικολαΐδης (Λιβιεράτου), Στράτος Πανάς, Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος, Επαμεινώνδας Χαρίλαος, Αναστάσιος Μπακάλμπασης, Αντώνιος Αθηνογένης, Δημήτριος Γυαλίστρας, Γεώργιος Κουρής, Σπύρος Μαυρομμάτης, Νικόλαος Οικονομόπουλος, Μιχαήλ Οικονόμου, Δημήτριος Απέργης (Χατζημιχάλη), Παυσανίας Κατσώτας, Ηρακλής Ζουμπουλάκης, Λεωνίδας Στεργιόπουλος, Κωνσταντίνος Γεωργαντάς, Παναγιώτης Βαρελάς, Νικόλαος Καπαράκος, Νικόλαος Αντωνάκος, Κυριάκος Μουσούρος, Γεώργιος Φιντικάκης, Δημήτριος Κουμουντούρος, Ιωάννης Μπεγέτης, Σωκράτης Σπυριδάκος, Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος, Λαζαρίδης, Θεόδωρος Πάγκαλος (Δεμέστιχα), Ιωάννης Εμμανουήλ, Ευστάθιος Λιώσης, Σωτήριος Μανούσος, Σωτήριος Αναγνωστόπουλος, Σπυρίδων Σακελλαρόπουλος, Κωνσταντίνος Σύριος, Αθανάσιος Στυμφαλιάδης, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Κωνσταντίνος Σαμαράς, Χρήστος Βοσυνιώτης, Αναστάσιος Λεμπέσης, Πέτρος Βακκάς, Παναγιώτης Καλογερόπουλος, Σπυρίδων Ζερβός, Δημήτριος Βασιλείου, Ιωάννης Λυμπρίτης, Μιλτιάδης Αργυρόπουλος, Αλέξανδρος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Δροσόπουλος, Δημήτριος Καρακάσης, Γρηγοράκης, Β. Σκαρπέτας, Ν. Θαλασσινός, Γεώργιος Καλλέργης, Δημήτριος Πετρίδης, Γεώργιος Φεσσόπουλος, Ιωάννης Σαμαρτζής, Κ. Οικονομίδης, Κωνσταντίνος Καλφαρέντζος, Γεώργιος Σταματόπουλος, Ιωάννης Φιλίππου (Μουτούση), Κωνσταντίνος Μητρομελέτης, Αντώνιος Χριστοδουλόπουλος, Κωνσταντίνος Λεοντίδης, Δημήτριος Γιατζής, Γεώργιος Ανδρουλακάκης, Γεώργιος Κυριαζής, Παναγιώτης Πετρουτσόπουλος, Κωνσταντίνος Βαΐδης, Αλέξανδρος Τσουκανέλης, Κωνσταντίνος Ντάκος (Κατσιμήτρου), Δημήτριος Λάιος, Ιωάννης Βουργουράκης, Σπυρίδων Βυζάς, Γεώργιος Καγκούρης, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Άγγελος Έβερτ, Κυριάκος Λαμπρίας, Ιωάννης Γιαννούτσος, Γ. Καπετανάκης, Απόστολος Σκούρας, Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος, Αναστάσιος Παπαθεοδώρου, Αργύριος Παπαργύρης, Αρχιμήδης Αργυρόπουλος, Βασίλειος Μαρούδας (Μάρκου), Γρηγόριος Καρύδης, Δημήτριος Μπούας, Μιχαήλ Τσουκάτος, Αθανάσιος Καπιτσίνης, Νικόλαος Καπετανάκης, Δημήτριος Πουλάκος, Περικλής Κάβδας, Ευστάθιος Λιώσης, Ιωάννης Τσίγγανος (Πολύζου), Θρασύβουλος Τσακαλώτος, Γεράσιμος Λάμαρης, Παναγιώτης Καραδήμας, Παναγιώτης Παυλάκης, Ευάγγελος Καλαντζής, Ιωάννης Βαβούρης, Χρήστος Μπουκάρας (Ρουσόπουλου), Ναπολέων Ζέρβας, Μιλτιάδης Χριστοφής, Θεόδωρος Κουντουριώτης, Νικόλαος Θαλασσινός, Γεώργιος Ντάκος, Θεόδωρος Ρακιντζής, Άγγελος Έβερτ, Κωνσταντίνος Νεόφυτος, Αντώνιος Μπαχάς, Βασίλειος Παγώνης, Ιωάννης Βασιλόπουλος, Ποθητός Ποδότας, Νικόλαος Τσαγκλής, Δημήτριος Κυριακού, Γεώργιος Στυμφαλιάδης, Ι. Λαζαρίδης, Μηνάς Διακάκης, Δ. Γραικός, Κωνσταντίνος Πιπινέλης, Απόστολος Παπαγεωργίου, Νικόλαος Παπαδόπουλος (Παπαδόπουλου), Γεώργιος Θεμελής, Τάκης Μπαρλάς, Καίτη Ζήκα, Αντώνιος Καμάρας, Βασίλειος Σιμωνίδης (Ραγκαβή), Ιω. Λαζαρίδης, Ιωάννης Δελήμπασας, Σπ. Τριαντάφυλλος, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, Στέφανος Στεφανόπουλος, Παπακυριακού, Ιωάννης Κοφτερός (Τσιριγώτη), Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος, Νικόλαος Τζερμιάς, Πόπη Ι. Κουνδούρου, Αθανάσιος Ρουσόπουλος, Πολυχρόνης Πολυχρονίδης, Ιωάννης Βαρδινογιάννης, Ιωάννης Πυκαίος, Εμμανουήλ Κοθρής, Νότης Κριάρης, Τηλέμαχος Παγκάρας, Ιωάννης Παΐζης, Εμμανουήλ Καμινόπετρος, Ιωάννης Μητσοτάκης, Γεώργιος Ανδρουλικάκης, Ιωάννης Βουργουράκης, Γεώργιος Μεταξάς, Γεώργιος Ζερβέας, Μιχαήλ Νοταράς, Χαράλαμπος Θεοδωρόπουλος, Αχιλλεύς Περδικάρης, Γεώργιος Ηγουμενάκης, Παρασκευάς Ζερβέας, Ηλίας Σκαβέντζος, Νικόλαος Κρασαδάκης, Ιωάννης Λαζαρίδης (Λουλακάκη), Δημήτριος Φιλάρετος, Δ. Αβράσογλου, Νικόλαος Ζαρίφης, Χρ. Βαφέας, Φωκίων Δημητριάδης, Ι. Μαυρομμάτης, Κ. Ζάννος, Αντώνιος Καμάρας, Κοσμάς Πανούτσος, Ε. Χοχόλης, Στ. Ραφτόπουλος, Λ. Κυριακός, Γ. Φιλικόπουλος, Α. Μουστρούφης, Ι. Βυζάς, Ν. Γυαλιάς, Μ. Παπαδόπουλος, Α. Παπαδάκης, Ι. Καλογερόπουλος, Σ. Πετρόπουλος, Τάκης Βασιλικόπουλος, Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος (Καραμάνου), Στυλιανός Γονατάς, Δημήτριος Μάξιμος, Γεώργιος Στράτος, Δημήτριος Γιαννόπουλος, Πέτρος Ι. Μαυρομιχάλης, Πέτρος Εξαρχάκης, Δημήτριος Φιλάρετος, Γεώργιος Τσάκωνας, Χαράλαμπος Ψαρρός, Γεώργιος Κολλίτσας, Ναπολέων Αντωνάδος, Αναστάσιος Μιχαλακόπουλος, Χαράλαμπος Βουζουναράς, Θεόδωρος Κώης, Δημήτριος Παπαδόπουλος, Χαρ. Αντωνάτος, Κωνσταντίνος Μητρομελέτης, Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης, Γεώργιος Σίδερης, Κωνσταντίνος Γράψας, Απόστολος Παπαγεωργίου, Νικόλαος Παπαδόπουλος, Ε. Μπάρδης, Ιωάννης Θεοτόκης, Αθανάσιος Φίλων, Β. Ευριπαίος, Βασίλειος Κονταράκος, Λουκάς Σακελλαρόπουλος, Δημήτριος Χατζίσκος, Θεόδωρος Κουντουριώτης, Μικές Μαυρογορδάτος (Ράλλη), Ζαχαρίας Καψοκαβάδης, Δημήτριος Γιαννόπουλος, Μιχαήλ Πεσμαζόγλου, Κ. Ματθαιόπουλος, Καζάκος, Παναγιώτης Πουλίτσας, Νικόλαος Χαλκιόπουλος (Πουρναρά), Μικές Μαυρογορδάτος, Βερ. Παπαδόπουλος, Ιωάννης Κούρρας, Λώρης Μαργαρίτης, Μάριος Μητσάκης, Χριστόπουλος, Παντελής Θεοδώρου, Παναγιώτης Σώχος, Μητροπολίτης Κορινθίας Μιχαήλ, Μιχαήλ Βολονάκης, Νικόλαος Τζερμιάς, Ιωάννης Χατζημίχος, Ιουλία Τερέντσιο, Τάσος Εμμανουήλ, Βασίλειος Πετρόπουλος, Γεώργιος Καράντζας, Σπυρίδων Μαρτζώκος, Δημ. Τζερετζούλιας, Κλέαρχος Μιμίκος, Πέτρος Χάρης, Αθανάσιος Φίλων, Παναγιώτης Ζερβός, Αλκ. Ζαφειρόπουλος, Ανδρέας Στεργιάκης, Κίμων Θεοδωρόπουλος, Πάρις Λιαρούτσος, Σταύρος Παπαδάκης, Μητροπολίτης Γυθείου Δασκαλάκης, Κυριάκος Καραμάνος, Δημήτριος Μπάλφουρ, Μιχαήλ Μαντούδης (Λούβαρη), Σ. Βένης, Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης, Γεώργιος Σκαρπέτης, Ιωάννης Φρακάκης, Στέφανος Ελευθερίου, Χρήστος Βοσυνιώτης, Παναγιώτης Καλογερόπουλος, Πέτρος Άννινος, Δημήτριος Σμυρνιώτης, Αθανάσιος Παπαναστασόπουλος, Ανδρέας Γεωργακόπουλος, Κίμων Πανταζής, Γ. Διαφωνίδης, Νικόλαος Σιγανός, Δημήτριος Παπαδημητρίου, Δημήτριος Κουσουρής, Γεώργιος Νίκολης, Κωνσταντίνος Αναγνωστιάδης, Θεόδωρος Φραγκούλης (Γέροντα), Βασίλειος Σκουρλέτης, Κωνσταντίνος Μητσόπουλος, Γεώργιος Τρίμης, Σπυρίδων Μπαμπαβέας (Γρηγοράκη), Κωνσταντίνος Τσάκωνας, Γεώργιος Καφαντάρης, Κωνσταντίνος Ρέντης, Φωκίων Κοπανάρης, Ηλίας Μπουκουβάλας, Μιχαήλ Ντεντιδάκης, Χαράλαμπος Ρήγας, Αλέξανδρος Τσιτώνης, Ιωάννης Σακελλίων, Μάνος Καρζής, Δημοσθένης Σταματόπουλος, Νικόλαος Χρηστέας, Παναγοώτης Νέμπαρης, Κωνσταντίνος Δημητρακάκης, Α. Καραμερτζάνης. Ιωάννης Θεοτόκης, Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, Ηλίας Μαυρουλίδης, Γεώργιος Χριστόπουλος (Καραπάνου), Δημήτριος Κατσαλίδης, Βασίλειος Ζερβάκος, Κωνσταντίνος Αμδάρης, Παναγιώτης Παυλάκης, Βασίλειος Ζώτος, Αναστάσιος Τσάκος, Πολύδωρος Ν. Κουρτζίδης, Βασίλειος Λυγουριώτης, Σπύρος Γκίκας, Ευάγγελος Ευαγγέλου, Κωνσταντίνος Διαμαντόπουλος, Νικόλαος Νικολαΐδης, Αριστ. Μπαλάσκας, Γεώργιος Τρίμης, Γεώργιος Κατωπόδης, Στέλιος Δασκαλάκης, Ελευθέριος Σταμπέλος, Γεώργιος Αγαδάκης, Δημήτριος Κούτσιας, Γεώργιος Στρουσάκης, Ιωάννης Καλαϊτζής, Ευρ. Κοκκινάκης, Γεώργιος Καλαμίτσης, Λέανδρος Πολυχρόνης, Βασίλειος Ιωάννου, Χρήστος Σταμπέλος, Ιάκωνος Πολυκράτης, Βασίλειος Ράλλης, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Σπύρος Αγγελόπουλος, Εμμ. Πασπαλιάρης (Κανακουσάκη), Παρ. Ζερβέας, Παναγιώτης Παναγάκος, Γεώργιος Οικονόμου, Αθανάσιος Σαμπάνης, Αργύρης Παπαργύρης, Μιχαήλ Παπαδάκος, Αντώνιος Τσιρογιάννης, Καλλιόπη Κότσιφα, Ευάγγελος Κιβωτός, Νικόλαος Νέρης, Αναστάσιος Γεωργίου, Αλέξανδρος Κοντεστάνος, Ηλίας Αλεξόπουλος, Γεώργιος Ντάκος, Αναστάσιος Πατέρης (Μπακογιάννη).