Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ (1944)


Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
(12 Οκτωβρίου 1944)


Του Δημοσθένη Κούκουνα

Τσιρονίκος, Φέλμυ, Νοϊμπάχερ, Χάμπε. Ονόματα ολωσδιόλου άγνωστα στον μέσο Έλληνα. Σ’ αυτούς όμως, έναν Έλληνα και τρεις Γερμανούς, οφείλεται μια πράξη που εκ πρώτης όψεως φαίνεται αυτονόητη: η διάσωση της Αθήνας τον Οκτώβριο του 1944. Την εποχή εκείνη όμως τίποτε δεν ήταν αυτονόητο και, αντιθέτως, όλα ήταν πιθανά. Ακόμη και η καταστροφή της ιστορικότερης πόλης του κόσμου, της Αθήνας!
Το ενδεχόμενο αυτό όχι μόνο δεν ήταν αόριστο, αλλά είχαν εκδοθεί συγκεκριμένες γερμανικές διαταγές που προέβλεπαν ορισμένες καταστροφές, κυρίως σε ζωτικές εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, όταν θα αποχωρούσαν τα στρατεύματα κατοχής. Πώς από το σημείο εκείνο φθάσαμε στο να θεωρούμε ότι είχε κηρυχθεί μονομερώς από τους Γερμανούς η Αθήνα ως ανοχύρωτη πόλη, είναι ένα θέμα που ελάχιστα γνωστό έχει γίνει σε όλες (και πρωτίστως, στις πραγματικές) διαστάσεις του.
Το καλοκαίρι του 1944, η κατάρρευση της Ρουμανίας και στη συνέχεια της Βουλγαρίας, εξανάγκασε τη Γερμανία να αποφασίσει τη σύμπτυξη των δυνάμεών της στη Ν.Α. Ευρώπη. Τον Αύγουστο του 1944 είχε πλέον διαταχθεί η εκκένωση της Ελλάδος και πράγματι από τον επόμενο μήνα άρχισε η σταδιακή αποχώρηση του γερμανικού στρατού από τα νότια. Η πιθανότητα να αποβιβασθούν συμμαχικά στρατεύματα για να παρενοχλήσουν (και να επιταχύνουν) τη γερμανική υποχώρηση δεν είχε αποκλεισθεί και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση το επιζητούσε με επιμονή. Στην περίπτωση όμως που θα γίνονταν μάχες κατά την αποχώρηση των Γερμανών, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα είχαμε πολλαπλές καταστροφές.
Ανεξαρτήτως αυτού του ενδεχομένου, οι γερμανικές διαταγές, πέρα από τις καταστροφές συγκοινωνιακού δικτύου, αεροδρομίων, στρατιωτικών και λιμενικών εγκαταστάσεων, που συνήθως προβλέπουν οι διαταγές σύμπτυξης, αναφέρονταν και σε ανατινάξεις ζωτικών εγκαταστάσεων κοινής ωφελείας, όπως συγκεκριμένα το φράγμα Μαραθώνα και η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος.

Τις εβδομάδες που προηγήθηκαν της Απελευθέρωσης, σημειώθηκε εξαιρετική κινητικότητα σε όλες τις πλευρές, σε όλους τους παράγοντες. Γερμανοί και Άγγλοι, ΕΛΑΣ και εθνικιστικές αντιστασιακές οργανώσεις, η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και η κατοχική, πολιτικοί ηγέτες που εκπροσωπούσαν μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα της κοινής γνώμης, όλοι είχαν κάποιον διαφορετικό στόχο, που όμως συνέπιπτε στο ίδιο χρονικό σημείο: στην ώρα της Απελευθέρωσης. Ο καθένας απ’ όλους αυτούς είχε επενδύσει πάνω σ’ αυτήν την ώρα και ενόσω λοιπόν αυτή πλησίαζε, όφειλε να κάνει πράξη τις προσδοκίες του.
Στον ευρύτερο χώρο του λεκανοπεδίου, ο ΕΛΑΣ είχε συγκροτήσει μια ισχυρότατη δύναμη εφέδρων ανταρτών ήδη από την αρχή του καλοκαιριού. Τα στελέχη του θεωρούσαν δεδομένο τον έλεγχο που θα μπορούσαν να ασκήσουν στην Αττική, όταν οι Γερμανοί θα έφευγαν. Η συμμετοχή όμως των εαμικών υπουργών στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος του Γ. Παπανδρέου και αμέσως μετά η Συμφωνία της Καζέρτας ανέτρεπε αυτόν τον στόχο. Πλην όμως κανείς από τα κατώτερα στελέχη δεν ήταν προετοιμασμένος για να αποδεχθεί τη νέα κατάσταση.
Από την άλλη μεριά, ο κίνδυνος να καταληφθεί από τον ΕΛΑΣ η Αθήνα μετά την Απελευθέρωση, φανάτιζε τους παράγοντες των εθνικιστικών αντιστασιακών οργανώσεων. Όσο μικρές και αν ήταν αριθμητικά, συγκρινόμενες με το ΕΑΜ, στην πραγματικότητα αντιπροσώπευαν ένα μεγαλύτερο τμήμα Αθηναίων πολιτών, οι οποίοι δεν ήθελαν μεν να ανήκουν σε αντιστασιακές οργανώσεις, όμως δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι η εξουσία θα περνούσε στα χέρια της αριστεράς. Άλλωστε, η καθαυτό δύναμη αυτών των μικρών οργανώσεων, συμποσούμενη, μπορούσε να παραλληλισθεί και αριθμητικά με εκείνη του ΕΑΜ.
Παράπλευρα σ’ αυτές τις μικρές ποικίλες εθνικιστικές οργανώσεις, υπήρχε και μια άλλη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη που δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί: τα Τάγματα Ασφαλείας. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει μια ρεαλιστική και αντικειμενική αποτίμηση του τι αντιπροσώπευαν, αλλά εκείνη την ώρα ήταν για τον ΕΛΑΣ ένα υπαρκτό αντίπαλο δέος. Για μεγάλο διάστημα τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν ανεκτά από τους Συμμάχους, παρά το γεγονός ότι είχαν εξοπλισθεί από τους Γερμανούς, ενώ δεν θα είναι λάθος να πούμε ότι στην ύπαρξή τους είχαν επενδύσει κάποιες συμμαχικές υπηρεσίες. Πάντως για όσους εμπνεύσθηκαν και στη συνέχεια καθοδήγησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, η παρουσία τους την ώρα της Απελευθέρωσης κύριο στόχο είχε να εξασφαλίσει την διαδοχή της εξουσίας από τους Γερμανούς στην εξόριστη ελληνική ηγεσία της Μέσης Ανατολής και όχι στο ΕΑΜ.
Το Συμμαχικό Στρατηγείο, μέσω της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, είχε ορίσει ως στρατιωτικό διοικητή Αττικής τον ικανό συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, ο οποίος, υπό τον άμεσο έλεγχο του Βρετανού συνταγματάρχη Σέπαρντ, ήταν ο «αόρατος» κυβερνήτης μέχρι να έλθει στην Αθήνα το κλιμάκιο των υπουργών της κυβέρνησης Παπανδρέου και να παραλάβει τον κρατικό μηχανισμό πριν καν οι Γερμανοί να έχουν φύγει. Κάθε άλλο παρά διπλωμάτης, ωστόσο κατόρθωσε να τηρήσει τις ισορροπίες ο Σπηλιωτόπουλος και ολοκλήρωσε την αποστολή του, παρά τις μοιραίες (και ευεξήγητες) αντιδράσεις του ΕΑΜ.
Αυτές τις ώρες η κατοχική κυβέρνηση στην Αθήνα ήθελε να διαδραματίσει κάποιον ρόλο που θα δικαίωνε την ύπαρξή της όλα αυτά τα χρόνια. Τοποθετημένη στο αντι-εαμικό μπλοκ, με τα Τάγματα Ασφαλείας ως αιχμή θα επεδίωκε να εμποδισθεί το ΕΑΜ να πάρει την εξουσία, ενώ από την άλλη μεριά δήλωνε πως ήταν πρόθυμη να παραδώσει ανέγγιχτο τον κρατικό μηχανισμό στους Συμμάχους. Ο Ιωάννης Ράλλης, ο κατοχικός πρωθυπουργός, μέχρι την τελευταία στιγμή που βρίσκονταν Γερμανοί στην Αθήνα, παρέμενε στη θέση του παρά τις αντιξοότητες.
Ο ιδιόρρυθμος στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, ο άλλοτε δικτάτορας, επανειλημμένα εκδηλωμένος ως γερμανόφιλος, ήταν ένας από εκείνους που επηρέαζαν τα Τάγματα Ασφαλείας. Αντλώντας απ’ αυτά αντίστοιχη ισχύ, εμπνεύσθηκε μια μεθόδευση για να επανέλθει στην εξουσία μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια. Τις παραμονές της Απελευθέρωσης είχε επιδιώξει να ανατρέψει την κυβέρνηση Ράλλη, φυσικά με την ανοχή των Γερμανών, ώστε να σχηματίσει ο ίδιος μια μεταβατική κυβέρνηση που θα παρέδιδε υπό όρους την εξουσία όταν θα ελευθερωνόταν η χώρα. Οι δύο βασικοί όροι ήταν: α) το ΕΑΜ δεν θα συμμετείχε στη μεταπελευθερωτική κυβέρνηση, β) το νέο πολίτευμα θα ήταν αβασίλευτη δημοκρατία και βεβαίως θα εμποδιζόταν η επάνοδος του Γεωργίου Β’ στην Ελλάδα. Όσο κι αν φανεί παράξενο, η νέα «μεταβατική» δικτατορία Πάγκαλου δεν έγινε πραγματικότητα, διότι ο Γερμανός στρατηγός Φέλμυ, στον οποίο το είχε προτείνει ο Πάγκαλος, θεώρησε ότι αυτό θα ήταν μια πρόκληση για τους αντάρτες του ΕΑΜ που θα αντιδρούσαν κατά τέτοιο τρόπο που θα δυσκόλευαν με περιττές εχθροπραξίες την ανενόχλητη αποχώρηση των Γερμανών.
Αυτές τις ίδιες έντονες μέρες, ο Γερμανός στρατηγός Χέλμουτ Φέλμυ, η ανώτερη γερμανική αρχή που παρέμενε στην Αθήνα, είχε μαζί με έναν νεαρό αρχαιολόγο, τον Ρόλαντ Χάμπε, αποδυθεί σε έναν μαραθώνιο παρασκηνιακών διαβουλεύσεων με πολιτικούς και αντιστασιακούς παράγοντες. Επιδίωξή του ήταν φυσικά να επιτύχει την ανεμπόδιστη αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, αλλά για να γίνει αυτό προϋπέθετε να μην γίνουν μάχες στην Αττική. Απευθύνθηκε, μέσω του Χάμπε, που ουσιαστικά ενεργούσε ως πολιτικός σύμβουλός του, προς διάφορες προσωπικότητες για να τους ζητήσει συνδρομή στο να μην θιγεί η Αθήνα με τα ιστορικά μνημεία της. Μεταπολεμικά και οι δύο αυτοί Γερμανοί θα επικαλεσθούν αυτές τις ενέργειές τους για να υποστηρίξουν ότι εκείνοι ήταν που έσωσαν την Αθήνα.
Αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα και θα έπρεπε να τους αναγνωρισθεί, χωρίς να επιμείνουμε να διερευνήσουμε τα κίνητρά τους, αν δηλ. προείχε η σωτηρία της ιστορικής Αθήνας ή η ανεμπόδιστη γερμανική υποχώρηση. Οι διαταγές που είχε μόλις λάβει ο Φέλμυ ήταν ότι έπρεπε να οπισθοχωρήσουν τα στρατεύματα προς Βελιγράδι όσο το δυνατόν ασφαλέστερα και ταχύτερα, αλλά αν λόγω ραγδαίων εξελίξεων αποκοπτόταν είχε εξουσιοδοτηθεί να παραδοθεί. Σ’ εκείνες λοιπόν τις παρασκηνιακές επαφές του, έθετε το θέμα να βολιδοσκοπηθούν οι Σύμμαχοι υπό ποίους όρους θα δέχονταν συνθηκολόγησή του, αν χρειαζόταν να το πράξει.
Το 1955 έδωσε στη δημοσιότητα τη μαρτυρία ο Ρόλαντ Χάμπε, αναφορικά με όλες αυτές τις επαφές που είχε πραγματοποιήσει τις τελευταίες κατοχικές μέρες για λογαριασμό του στρατηγού Φέλμυ. Μόλις το 1994 εκδόθηκε στα ελληνικά αυτό το κείμενο του Χάμπε («Η διάσωση της Αθήνας τον Οκτώβριο του 1944», εκδόσεις Πορεία).

Το παρασκήνιο

Τον Σεπτέμβριο του 1944, ακριβώς για να εξέλθει ακέραιη η Αθήνα από την αναμενόμενη αποχώρηση των Γερμανών, ο κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης, ανάμεσα σε άλλες επαφές επεδίωξε και συναντήθηκε με τον Γεώργιο Καφαντάρη, προκειμένου να του ζητήσει να μεταδώσει στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής τις πληροφορίες που είχε για το θέμα των επικειμένων καταστροφών σε μεγάλα τεχνικά έργα και καίριες εγκαταστάσεις της πρωτεύουσας.
Η μυστική συνάντηση των δύο ανδρών πραγματοποιήθηκε με τη μεσολάβηση του Γεωργ. Αθανασιάδη-Νόβα στο δωμάτιο του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», όπου νοσηλευόταν υπό φρούρηση ο Καφαντάρης, έχοντας μεταφερθεί εκεί από το Χαϊδάρι. Ο Ράλλης του ζήτησε να διαβιβασθούν αυτές οι πληροφορίες και να βρεθεί τρόπος να αποσοβηθούν οι καταστροφές, αλλά το τι ακριβώς διημείφθη δεν έγινε γνωστό, διότι στη συζήτηση ήταν μόνοι τους. Έξω από το δωμάτιο βρισκόταν ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας, στον οποίον προηγουμένως είχε πει ο Ράλλης:
«Η μόνη μου επιθυμία την στιγμήν αυτήν είναι ν’ αποφευχθή η καταστροφή των Αθηνών και να επιτευχθή η αναίμακτος απελευθέρωσις. Αποτελεί ευτύχημα ότι παραμένει επί κεφαλής των Γερμανικών Δυνάμεων ο Φέλμυ, διά τον οποίον είμαι βέβαιος ότι εμπνέεται από αισθήματα ανθρωπιστικά και φιλελληνικά. Προ ημερών που είχα πάει να τον επισκεφθώ εις το Ψυχικό, καθίσαμε εις την βεράντα του σπιτιού του και μου έδειχνε πλήρης συγκινήσεως την άποψιν των Αθηνών εις το βάθος, και μου έλεγεν ότι θα ήτο έγκλημα διά τον πολιτισμόν να καταστραφούν τα αθάνατα μνημεία της ωραίας πόλεως».
Η τελευταία φράση που αποδίδεται στον Φέλμυ, είναι άγνωστο αν ήταν ειλικρινής, διότι ήδη γνώριζε από τον Νοϊμπάχερ (υπό συνθήκες που αναφέρονται πιο κάτω) ότι η Αθήνα είχε κηρυχθεί ως ανοχύρωτη πόλη. Αυτό σήμαινε, συνεπώς, ότι δεν κινδύνευαν τα ιστορικά μνημεία να καταστραφούν. Προφανώς όμως ήθελε ο Φέλμυ να υπογραμμίσει ότι σε περίπτωση στρατιωτικών παρενοχλήσεων κατά την αποχώρηση των δυνάμεών του ο κίνδυνος αυτός τότε θα ήταν υπαρκτός.
Λίγο νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου 1944, ο Έκτωρ Τσιρονίκος, αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Ράλλη, ενήμερος φυσικά και αυτός για τη γερμανική απόφαση αποχώρησης, αλλά και για τις προγραμματισμένες καταστροφές, αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα για να επισκεφθεί τον Νοϊμπάχερ, που τότε βρισκόταν στο Βελιγράδι. Σκοπός του ήταν να του ζητήσει να ενεργήσει για την ανάκληση αυτών των διαταγών περί καταστροφών και για την κήρυξη της ιστορικής ελληνικής πρωτεύουσας ως ανοχύρωτης πόλης.
Το ταξίδι αυτό είχε γίνει σκέψη να το πραγματοποιήσει ο ίδιος ο Ιωάννης Ράλλης. Θα ήταν η πρώτη φορά που κατοχικός πρωθυπουργός θα διέσχιζε τα όρια του ελληνικού κράτους. Σημειωτέον ότι σε όλο το διάστημα από την πρώτη ημέρα της Κατοχής, ο κατοχικός πρωθυπουργός συγκέντρωνε και την ιδιότητα του αρχηγού κράτους, αλλά είχε καταργηθεί το υπουργείο Εξωτερικών, αφού η χώρα ήταν κατεχόμενη και συνεπώς η εθνική της ανεξαρτησία ήταν υπό αναστολή. Μέχρι τότε ταξίδια εκτός των ελληνικών συνόρων για τον πρόεδρο ή τα μέλη τη κατοχικής κυβέρνησης δεν είχαν πραγματοποιηθεί, με εξαίρεση εκείνο του Σωτ. Γκοτζαμάνη στο Βερολίνο και τη Ρώμη το φθινόπωρο του 1942, όταν υπογράφηκαν οι γνωστές οικονομικές συμφωνίες.
Δεν είναι γνωστό αν είχε τότε αντιμετωπίσει σοβαρά το ενδεχόμενο να ταξιδέψει στο εξωτερικό ο Ι. Ράλλης και με τι σκοπούς. Πάντως την εποχή εκείνη, εν όψει της απελευθέρωσης, όντως πήρε την απόφαση και έφυγε από την Ελλάδα ο προκάτοχός του καθηγητής Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (με προορισμό το Μόναχο, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση ενός γερμανικού νοσοκομείου). Παρόμοιες κινήσεις έγιναν και από άλλους κατοχικούς υπουργούς, αλλά και από τους ομόλογους άλλων κατοχικών κυβερνήσεων διαφόρων κρατών, οι οποίοι βρέθηκαν στα συνεχώς συρρικνούμενα όρια που ήλεγχε το Ράιχ. Όσον αφορά τον ίδιο τον Ράλλη, το βέβαιο είναι ότι τελικά θα παραμείνει στο γραφείο του μέχρι και αφού θα έχουν αποχωρήσει οι Γερμανοί.
Για τα θέματα αυτά, ο Τσιρονίκος ελάμβανε την ακόλουθη επιστολή του κατοχικού πρωθυπουργού:
«ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
Εν Αθήναις τη 28η Αυγούστου 1944
Αξιότιμε κύριε Συνάδελφε,
Εν συνεχεία της από 20ής τρέχ. επιστολής μου, δι’ ης επανελάμβανον υμίν την ην και προφορικώς σας είχον εκθέσει γνώμην μου, περί ανάγκης αναχωρήσεως υμών, διά Βελιγράδιον, ίνα αυτόθι συναντηθήτε μετά του Πρεσβευτού κ. Νοϊμπάχερ προς επίλυσιν επειγούσης φύσεως οικονομικών ζητημάτων, εκκρεμούντων επί ζημία του λαού μας, έρχομαι σήμερον διά της παρούσης να επιμείνω όπως αποφασίσητε τάχιστα ν’ αναχωρήσητε.
Ων, δυστυχώς, σφόδρα απησχολημένος και μη έχων ουδέ στιγμήν να διαθέσω σήμερον το απόγευμα όπως συναντηθώμεν, αναγκάζομαι να εκθέσω Υμίν εγγράφως τους λόγους οίτινες με ωθούν εις την εμμονήν μου και οίτινες είναι οι κάτωθι:
Η δημιουργηθείσα πολεμική κατάστασις των τελευταίων ημερών νομίζω ότι δεν παρέχει το ενδόσημον να δύναταί τις να πιστεύη ότι οι εν Ελλάδι ευρισκόμενοι γερμανικοί στρατιωτικοί σχηματισμοί θα δυνηθούν ν’ αποσυρθούν εγκαίρως εκ της χώρας μας. Εάν το ενδεχόμενον τούτο ήθελε πραγματοποιηθή, θα ήτο επιβεβλημένον εν τούτοις να μη μεταβληθή η Ελλάς, και μάλιστα η πρωτεύουσα αυτής, εις θέατρον απεγνωσμένων πολεμικών επιχειρήσεων, διότι τοιούτου γεγονότος αι συνέπειαι θα είναι, ως ευκόλως πας τις κατανοεί, τρομακτικαί.
Θα επεθύμουν, λοιπόν, να δυνηθήτε να εκθέσητε ταύτα σθεναρώς εκ μέρους της Κυβερνήσεώς μας εις τον κ. Νοϊμπάχερ, ίνα ούτος πειθόμενος περί του ορθού της γνώμης μας, χρησιμοποιήση όπου δει αμέσως το κύρος του προς αποφυγήν του ολέθρου, ο οποίος θα ηπείλει την Πατρίδα μας την εις τοσαύτας μέχρι τούδε εκτεθείσαν άνευ λόγου καταστροφάς. Επί τη ευκαιρία ταύτη θα δυνηθήτε ωσαύτως να ζητήσητε παρά του κ. Νοϊμπάχερ, ίνα αξιώση να παύση η ενταύθα γερμανική αστυνομία τας αδικαιολογήτους κατά νομιμοφρόνων πολιτών διώξεις, διότι, ως άριστα γνωρίζετε, υμείς όστις πάντοτε προθύμως ενισχύσατε τας σχετικάς διαμαρτυρίας μου, εάν αι δώξεις αύται συνεχισθούν, θα καταστή αδύνατον εις την Κυβέρνησίν μας να παραμείνη εις την αρχήν, διότι θα χάση, δικαίως, παν κύρος.
Δεχθήτε, αξιότιμε συνάδελφε και φίλε, την έκφρασιν της εξαιρέτου υπολήψεως και φιλίας μου.
Ι.Δ. ΡΑΛΛΗΣ
Υ.Γ.: Την στιγμήν ακριβώς, καθ’ ην είχον ετοίμην την παρούσαν διά να σας την αποστείλω, μοι ανεκοινώθη παρά του κ. Φον Γκραίβενιτς ότι, κατά περίεργον σύμπτωσιν, ο κ. Νοϊμπάχερ ετηλεφώνησεν εκ Βελιγραδίου, ότι μη δυνάμενος να έλθη ενταύθα, παρακαλεί να σας επιτραπή να μεταβήτε αμέσως αυτόθι, διά να συνεννοηθή μεθ’ υμών επί των εκκρεμούντων ζητημάτων. Ούτω καθίσταται και εκ τούτου του λόγου απαραίτητος η απόφασις της ταχίστης αναχωρήσεώς σας και ελπίζω ότι θα συντελέση η σύμπτωσις αύτη εις το να υπερνικηθή και η τελευταία σας επιφύλαξις.
Ι.Δ. ΡΑΛΛΗΣ»
Στην επιστολή αυτή απάντησε αμέσως ο Τσιρονίκος με μια δική του:
«Εν Ψυχικώ τη 28η Αυγούστου 1944
Αγαπητέ μοι κ. Πρόεδρε,
Ταύτην την στιγμήν λαμβάνω την υπό σημερινήν ημερομηνίαν επιστολήν Σας προς το περιεχόμενον της οποίας, όπως είναι φυσικόν είμαι απολύτως σύμφωνος.
Οι ενδοιασμοί, ους διετύπωσα διά την μετάβασίν μου εις Βελιγράδιον, ωφείλοντο εις την σκέψιν μήπως η μετάβασίς μου αύτη ερμηνευθή ως φυγή και η ενδεχομένη τυχόν εκ της καταστάσεως διακοπή συγκοινωνιών, εμποδίζουσά με να επανέλθω, εκληφθή ως φόβος λογοδοσίας διά την υπό της Κυβερνήσεώς μας ασκηθείσαν πολιτικήν. Η ήδη όμως διαμορφωθείσα κατάστασις και οι σοβαρώτατοι κίνδυνοι συμπληρώσεως της καταστροφής της Πατρίδος μας, εξήλειψαν, ως επόμενον, πάντα ενδοιασμόν. Το προς την Πατρίδα καθήκον παραμερίζει την στιγμήν ταύτην πάσαν άλλην προσωπικήν σκέψιν. Ως εκ τούτου δεν διστάζω να προσφέρω την υστάτην ταύτην υπηρεσίαν.
Λυπούμαι διότι θα απουσιάσω από το πλευρόν Σας εις τόσον δυσκόλους ημέρας, είμαι όμως απολύτως πεπεισμένος ότι θα φέρετε εις ευτυχές τέρμα τα δεινά της Πατρίδος μας, δι’ ον σκοπόν θα διαθέσω και εγώ όλας μου τας δυνάμεις διά την επιτυχίαν της αποστολής μου. Παρήγορος είναι δι’ εμέ η διαβεβαίωσις των Γερμανικών Αρχών, ότι εφ’ όσον δεν προκληθούν δι’ απερισκέπτων πράξεων των ημετέρων, δεν θα προβούν εις αφοπλισμόν των ενόπλων δυνάμεων, ας διαθέτετε διά την τήρησιν της τάξεως.
Λόγω των περιστάσεων και δι’ ην περίπτωσιν δεν ηθέλομεν επανιδωθή ταχέως επιθυμώ κ. Πρόεδρε, να Σας διαβεβαιώσω ότι θα παραμείνη αλησμόνητος εις εμέ η στενή και φιλική συνεργασία μας. ως και αι τεράστιαι προσπάθειαι τας οποίας Υμείς κατεβάλατε διά ν’ ανακουφίσητε εκ των παντοίων δυσχερειών τον Ελληνικόν Λαόν κατά το άνευ προηγουμένου τραγικόν χρονικόν διάστημα της υφ’ Υμών διακυβερνήσεως της χώρας. Εάν σήμερον ο λαός δεν δύναται να κρίνη αμερολήπτως το έργον μας, είμαι βέβαιος ότι η Ιστορία θα αναγνωρίση ότι ολίγαι Κυβερνήσεις έπραξαν όσα η ιδική μας, ήτις μετά πλήρους αυταπαρνήσεως ειργάσθη διά την ανακούφισιν της δυστυχίας του λαού.
Παρακαλώ, αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε, να δεχθήτε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης προς Υμάς αγάπης, φιλίας και τιμής.
ΕΚΤΩΡ ΤΣΙΡΟΝΙΚΟΣ»
Οι δύο αυτές επιστολές που ανταλλάχθηκαν δίνουν την εικόνα ότι ο Τσιρονίκος επιστρατεύεται για να ενεργήσει στο Βελιγράδι υπέρ της σωτηρίας της ελληνικής πρωτεύουσας. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα όμως. Το προέχον για τον κατοχικό αντιπρόεδρο ήταν να φύγει πριν από την απελευθέρωση και δευτερεύον ήταν να προσπαθήσει στο Βελιγράδι για την αποσόβηση των προσχεδιασμένων γερμανικών καταστροφών. Είναι πολύ πιθανόν ότι αυτές οι επιστολές συντάχθηκαν κάτω από μια μεθύστερη σκοπιμότητα, ώστε να δικαιολογηθεί το ταξίδι Τσιρονίκου. Άλλωστε, στις επιστολές ήδη εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι είναι οριστική η αποχώρησή του.
Άλλωστε, ο Έκτωρ Τσιρονίκος θα πραγματοποιήσει μετά τέσσερις ημέρες το ταξίδι αυτό, συνοδευόμενος και από τους οικείους του. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι λίγους μήνες αργότερα και αφού θα έχει γίνει η απελευθέρωση, θα ηγηθεί της εξόριστης κυβέρνησης των Ελλήνων γερμανοφίλων που σχηματίσθηκε στη Βιέννη τον Ιανουάριο του 1945. Άμεσος συνεργάτης του σ’ αυτό το εγχείρημα θα είναι ένας άλλος υπουργός της κατοχικής κυβέρνησης, ο Ιωάννης Πασσαδάκης. Μέχρι τότε υπουργός-γενικός διοικητής Κρήτης, θα εγκαταλείψει και αυτός τη θέση του για να ταξιδέψει στη Γερμανία πριν από την απελευθέρωση, αυτός όμως χωρίς να θεωρεί ότι ενεργεί κάποια κρατική αποστολή.
Γεγονός είναι ότι ο Τσιρονίκος πράγματι πήγε στο Βελιγράδι και πράγματι συνάντησε τον Χέρμαν Νοϊμπάχερ για να υποβάλει το ελληνικό αίτημα. Εξάλλου Τσιρονίκος και Νοϊμπάχερ είχαν φιλικό σύνδεσμο από την προπολεμική περίοδο και η γνωριμία τους δεν ήταν κατοχική.
Η εν προκειμένω παρέμβαση Τσιρονίκου δεν θα έπρεπε ούτε να αμφισβητηθεί, ανεξάρτητα από τα μετέπειτα γεγονότα, ούτε να υποτιμηθεί ως προς την αποτελεσματικότητά της για τη σωτηρία της Αθήνας. Ωστόσο, θα έπρεπε να διευκρινισθούν ορισμένα σημεία και να αποκατασταθεί η αληθινή διάσταση των γεγονότων.
Στις 28 Αυγούστου, που γίνεται η ανταλλαγή των δημοσιευομένων επιστολών, ο Τσιρονίκος πραγματοποιεί μιαν άλλη συνάντηση. Τον επισκέπτονται οι Σπύρος Μαρκεζίνης και Χρήστος Ζαλοκώστας. Με τον τελευταίο έχει ιδιαίτερο φιλικό δεσμό από 15ετίας ήδη, όπως αναφέρει στο «Χρονικό της Σκλαβιάς» (σελ. 262), όπου αφηγείται πώς τον είχε γνωρίσει στις Βρυξέλλες «...σ’ ένα γεύμα του κοινού φίλου De Roover που τον ήξερε από το Κίεβο, όταν ο Τσιρονίκος ήταν πλούσιος τραπεζίτης, πρόξενος της Αγγλίας και πρόεδρος των Ελλήνων της Ρωσίας. Ο Λογοθετόπουλος τον εκάλεσε ν’ αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών και ήρθε νύχτα σπίτι μου ο Τσιρονίκος να ζητήσει τη γνώμη μου. Του σύστησα ν’ αρνηθεί το υπουργιλίκι γιατί θα καιγόταν, ενώ με τις ικανότητες που είχε θα ήταν χρήσιμος στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτός επέμενε και φιλονικήσαμε. Ενώ παραδεχόταν πως θα χάσει τον πόλεμο ο Χίτλερ, ήθελε να μπει στην Κυβέρνηση από αντικομμουνισμό. Είχε καταστραφεί από τους Μπολσεβίκους κι ήθελε να τους εκδικηθεί».
Μερικές μέρες νωρίτερα από τη συνάντηση Τσιρονίκου με τον Χρήστο Ζαλοκώστα στα τέλη Αυγούστου, από το Κάιρο είχαν ζητηθεί πληροφορίες αναφορικά με τις προθέσεις των Γερμανών για τις καταστροφές που ετοίμαζαν πριν αποχωρήσουν. Ο Παν. Σπηλιωτόπουλος, ο οποίος ήδη είχε διορισθεί από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ως στρατιωτικός διοικητής Αττικής, ανέθεσε στον Ζαλοκώστα να έρθει σε επαφή με τον Τσιρονίκο για να αντλήσει πληροφορίες και αφού έτσι τις εξασφάλισε τηλεγραφούσε προς τον Γ. Παπανδρέου, που βρισκόταν ακόμη στο Κάιρο:
«Από Άρατον (Σπηλιωτόπουλον) προς Πάριν (Παπανδρέου) και Βέργαν (Βεντήρην). Απολύτως εξηκριβωμέναι πληροφορίαι Κυβέρνησις ειδοποιήθη προσεχή αποχώρησιν Γερμανών. Απεφασίσθη κρατηθή πάση θυσία γραμμή Αθηνών-Βελιγραδίου προς διευκόλυνσιν φυγής. Φοβούνται εμποδισθή ολική αποχώρησις ένεκα ραγδαίας εξελίξεως γεγονότων, οπότε εδόθη εντολή εφ’ όσον κυκλωθούν να παραδοθώσι. Κατόπιν ανωτέρω προτείνομεν ενέργεια συμμαχική, εάν προβλέπεται, γίνη όσον βορειότερον Αθηνών προς αποφυγήν ανατινάξεως εγκαταστάσεων λεκανοπεδίου Αττικής. Ήρξατο αναχώρησις Γερμανίδων. Στερούνται μεταγωγικών αεροπλάνων».
Από την επικοινωνία Τσιρονίκου-Ζαλοκώστα είχε προκύψει ότι ο πρώτος ετοιμαζόταν για ένα ταξίδι στο Βελιγράδι, όπου θα συναντούσε τον Νοϊμπάχερ και είχε σκοπό να του ζητήσει να συμβάλει στην αποσόβηση καταστροφών στην Αθήνα. Θέλησε όμως να ξέρει αν μπορούσε να βοηθήσει σε πιο συγκεκριμένα θέματα. Ο Σπηλιωτόπουλος υπαγόρευσε στον Ζαλοκώστα τι θα έπρεπε να ζητηθούν από τον Νοϊμπάχερ:
«α. Να διαταχθή ο στρατός, ιδίως δε τα Ες-Ες να μη φέρουν αντίστασιν εντός των Αθηνών.
β. Παραλλήλως ν’ απομακρυνθή ο Λάμπου, ως ανυπάκουος και αβέβαιος, από την Ειδικήν Ασφάλειαν.
γ. Να ειδοποιηθούν ότι πιθανώς από του Σαββάτου το ΕΑΜ θα αρχίση “προβοκάτσιες” κατά των Γερμανών, με τμήματά του ντυμένα ως ευζώνους ή χωροφύλακες, και τούτο διά να προκαλέση τον αφοπλισμόν των οργάνων της τάξεως.
δ. Να μη γίνουν καταστροφαί, ιδίως του Κεντρικού Εργοστασίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας και του φράγματος Μαραθώνος. Θα προκαλέσουν μίσος μακροχρόνιον, ενώ Γερμανία και Ελλάς πάλιν θα συνεργασθούν, ως μη σλαβικά έθνη, με εθνικάς οικονομίας αλληλοσυμπληρουμένας μάλιστα».
Στο «Χρονικό της Σκλαβιάς» του Χρ. Ζαλοκώστα, όπως και στη «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος» του Σπ. Μαρκεζίνη (τ. 2 1944-1951, σελ. 9), η διατύπωση των αιτημάτων είναι διαφορετική αλλά ουσιαστικά δεν διαφέρουν, ενώ κατά την εκδοχή Ζαλοκώστα υπήρχε και πέμπτο αίτημα (Σ.Σ. πρόκειται για την κήρυξη της Αθήνας ως ανοχύρωτης πόλης, δηλ. το πρωτεύον αίτημα). Ο Ζαλοκώστας διηγείται (σελ. 264) τι ακολούθησε:
«Αφού διάβασε το χειρόγραφο, υποσχέθηκε να μεσολαβήσει στον παντοδύναμο Νοϊμπάχερ για να ικανοποιηθούν και τα πέντε αιτήματά μας. Αν δεν κατόρθωνε τίποτα, θα μου παράγγελνε πως “το ταξίδι του ήταν πολύ καλό”. Αν όλα, πως “ήταν εξαίρετο”. Ύστερα από μέρες κάποιος με ζήτησε στο τηλέφωνο μιλώντας γερμανικά: -Είσθε ο κύριος Ζαλοκώστας; -Μάλιστα. -Εδώ von Graewenitz, σύμβουλος της Γερμανικής Πρεσβείας. Από μέρους του κ. Τσιρονίκου έχω να σας ανακοινώσω ότι το ταξίδι του ήταν πολύ καλό».
Τελικά, η μεσολάβηση του Τσιρονίκου επέφερε κάποια αποτελέσματα: τα εκρηκτικά, με τα οποία είχε υπονομευθεί το φράγμα του Μαραθώνα (80 τόννοι περίπου), αφαιρέθηκαν και ματαιώθηκε η ανατίναξή του. Ο διοικητής των Ες-Ες Σιμάνα ανακλήθηκε στο Βερολίνο. Ο διοικητής της Ειδικής Ασφαλείας Λάμπου θα απομακρυνθεί από τη θέση του και θα αντικατασταθεί από τον συνταγματάρχη Ραπτοδήμο.
Ο Σπ. Μαρκεζίνης επιλέγει για τον Έκτορα Τσιρονίκο: «Κατά τις τελευταίες ώρες της ισχύος του, έκρινε ότι έπρεπε να προσφέρει στην πατρίδα του τις υπηρεσίες που τη συγκεκριμένη στιγμή του εζητήθησαν. Υπήρξε μία πράξη εθνικής εξιλεώσεως ίσως που πρέπει να καταγραφεί χάριν της Ιστορίας της περιόδου αυτής και ανξαρτήτως της αξιόμεμπτης συνεργασίας του με τις κατοχικές κυβερνήσεις, για την οποία ο άλλοτε ισχυρός τραπεζίτης του Κιέβου και σφοδρός αντικομμουνιστής θα καταδικασθεί ερήμην εις θάνατον μετά την Απελευθέρωση».
Αλλά ενώ είχε μ’ αυτόν τον τρόπο αποτραπεί η καταστροφή του φράγματος του Μαραθώνα, μοναδικής τότε πηγής ύδατος για τους Αθηναίους, δεν είχε γίνει τίποτα για το εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας του Πειραιά, από όπου γινόταν η τροφοδοσία όλου του λεκανοπεδίου. Εκ των άνω δεν είχε αποτραπεί η καταστροφή του και πριν φύγουν οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει με μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών. Τελικά και αυτό θα κατορθωθεί να διασωθεί, αν και μέχρι τώρα είναι γνωστός ένας διαφορετικός τρόπος για το πώς επιτεύχθηκε από ό,τι πραγματικά έγινε. Σε όλα σχεδόν τα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει και αναφέρονται στο θέμα, δίνεται η εντύπωση ότι αυτό μπόρεσε να γίνει, μόνον ύστερα από τη μάχη που έδωσαν εκεί ανταρτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ.
Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική και την κατέγραψε ο Σπ. Μαρκεζίνης στο προαναφερθέν βιβλίο του (σελ. 10-11):
«Ο Γερμανός γενικός διευθυντής της Ηλεκτρικής Εταιρείας Έντγκαρ Τομασχάουζεν είχε πολλαπλώς βοηθήσει Έλληνες πατριώτες που εδιώκοντο ή ευρίσκοντο εν κινδύνω. Ανετέθη στον Γ. Λάβδα, από τα ανώτερα τεχνικά στελέχη της Πάουερ, να βολιδοσκοπήσει τον Τομασχάουζεν για την εφαρμογή ενός σχεδίου εικονικής καταστροφής που ο Λάβδας είχε εκπονήσει και το οποίο προέβλεπε την αφαίρεση όλων των ποσοτήτων δυναμίτη που είχαν τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις και τη στρέβλωση των αντλιών στις τουρμπίνες. Η επαφή του Λάβδα απέβη άκαρπη, διότι ο Τομασχάουζεν εζήτησε απευθείας επαφή με αρμόδιο Βρεταννό υπεύθυνο, πράγμα το οποίο δεν απεδέχθη ο Σέππαρντ.
Τότε απεφασίσθη να χρησιμοποιηθεί, χωρίς την έγκριση του Σέππαρντ, αλλά και χωρίς την αντίδρασή του, ο Γεώργιος Τρυπάνης, στέλεχος επίσης της Εταιρείας. Ο Τομασχάουζεν τη φορά αυτή επείσθη και με εντολή του ο Λίντερμαν, υπεύθυνος για την ασφάλεια του εργοστασίου, θα αφαιρέσει, την υστάτη ώρα, τα εκρηκτικά, θα τα απορρίψει στη θάλασσα και θα “στραβώσει” τις τουρμπίνες.
Έτσι η μάχη που θα ακολουθήσει μεταξύ της γερμανικής φρουράς του εργοστασίου και των ανδρών του ΕΑΜ θα γίνει χωρίς την άμεση απειλή της ανατινάξεως. Και το Στρατηγείο της Μ. Ανατολής θα δώσει εντολή να ματαιωθεί η αποστολή των δύο πολεμικών με γεννήτριες που εσχεδίαζε να στείλει για τις πρώτες ανάγκες των Αθηνών».

Η μαρτυρία Νοϊμπάχερ

Επανειλημμένα έχει αναφερθεί και συζητηθεί η μονομερής από τους Γερμανούς κήρυξη της Αθήνας ως ανοχύρωτης πόλης. Πράγματι όμως συνέβη αυτό και πώς;
Την αυθεντικότητα της ιστορικής αυτής πτυχής δίνει από τη μεριά του ο Χέρμαν Νοϊμπάχερ, ο προσωπικός απεσταλμένος του Χίτλερ στη Ν.Α. Ευρώπη. Και μας εξηγεί ότι, ύστερα από την τελευταία συνάντηση που είχε τον Αύγουστο του 1944 με τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, αλλά κυρίως μετά τη συνάντησή του με τον Έκτορα Τσιρονίκο στο Βελιγράδι, πείσθηκε ο ίδιος να ενδιαφερθεί για να αποφευχθεί η καταστροφή των ιστορικών μνημείων και της πόλης. Υπέβαλε στο Γενικό Στρατηγείο του Φύρερ την εισήγηση για να κηρυχθεί η Αθήνα ανοχύρωτη και επειδή τα γεγονότα έτρεχαν, μόλις πληροφορήθηκε αορίστως ότι θα υπάρξει θετική ανταπόκριση τηλεγράφησε στον Γκρέβενιτς, τον ανώτερο Γερμανό διπλωμάτη που παρέμενε ακόμη στην Ελλάδα, να ενεργήσει τα δέοντα.
Η πραγματική απάντηση στην εισήγηση του Νοϊμπάχερ ήρθε καθυστερημένα και αφού είχε συντελεσθεί η εκκένωση της ελληνικής πρωτεύουσας: παραδόξως ήταν αρνητική! Κατά τον Νοϊμπάχερ, λοιπόν, ποτέ η Αθήνα δεν κηρύχθηκε ανοχύρωτη πόλη, παρά την εισήγηση που ο ίδιος είχε κάνει. Δίνεται έτσι ένα τέλος στη σχετική φιλολογία και διευκρινίζεται ότι πράγματι συνέτρεξαν όλες οι συνθήκες που θα προέκυπταν αν η Αθήνα είχε κηρυχθεί ως ανοχύρωτη πόλη, αλλά ποτέ το Βερολίνο δεν πήρε τέτοια απόφαση, αντιθέτως μάλιστα. Σ’ ένα βιβλίο του, που είχε κυκλοφορήσει το 1957, αναφέρεται διεξοδικά στο θέμα:
«Η Αθήνα κηρύχθηκε ανοχύρωτη πόλη πάνω στη βιασύνη της υποχωρήσεώς μας. Να πώς έγινε: Τον Αύγουστο του 1944 προσπάθησε ο Δήμαρχος της πόλεως κατά την τελευταία επίσκεψή μου με κάθε μέσο να κηρυχθεί η ελληνική μητρόπολη σε ανοχύρωτη πόλη. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό γιατί δεν είχε εκκενωθεί ακόμη η Πελοπόννησος. Όταν όμως άρχισε η εκκένωση της Αττικής με επισκέφθηκε στο Βελιγράδι ο υπουργός Τσιρονίκος για να επιτύχει μεταξύ άλλων και την κήρυξη των Αθηνών σε ανοχύρωτη πόλη. Όταν υπέβαλα την αίτηση αυτή στο Γενικό Στρατηγείο, το μυαλό μου πήγε στον αλησμόνητο δάσκαλό μου των Ελληνικών, τον πάτερ Ρόμπερτ Χουέμερ στο Γυμνάσιο του Κρεμσμύνστερ, που η φωνή του σε ωραίους στίχους του Ομήρου άρχιζε να τρέμει από συγκίνηση. Επί μερικές ημέρες δεν έπαιρνα καμιά απάντηση. Όταν όμως σε κύκλους της στρατιάς του Βελιγραδίου άκουσα να λένε ότι το Γερμανικό Αρχηγείο έπαιρνε στο ζήτημα αυτό μια θετική στάση, δεν περίμενα πια περισσότερα και ραδιοτηλεγράφησα στον γενικό πρόξενο φον Γκραίβενιτς ότι η Αθήνα είναι ανοχύρωτη πόλη και ότι σχετικά με τα αναγκαία μέτρα να συνεννοηθεί με τον στρατιωτικό διοικητή Αττικής στρατηγό Φέλμυ.
Αφού λοιπόν είχαν εκπληρωθεί όλα κατά τον καλύτερο τρόπο: η πολεμική σημαία στην Ακρόπολη κατέβηκε πανηγυρικά, έγινε κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Αγνώστου Έλληνα Στρατιώτη και είχαν αποχωρήσει οι στρατιωτικές υπηρεσίες, παίρνω ένα ραδιογράφημα του Ρίμπεντροπ ότι ο Φύρερ απέρριψε την πρότασή μου. Αυτό βέβαια δεν ήταν καθόλου ευχάριστο αλλά έκανα τον πεθαμένο ενώ η θορυβώδης συρροή των γεγονότων σε όλα τα μέτωπα σκέπασε το λάθος μου. Λυπούμαι ότι ένα διάβημα που γεννήθηκε από ανυπομονησία και πλάνη δεν μπορώ να το περάσω στο ενεργητικό μου. Πάντως είχα την καλή θέληση».

Το διάγγελμα του Ι. Ράλλη

Με την Απελευθέρωση τελειώνει και το ιδιότυπο καθεστώς των κατοχικών κυβερνήσεων. Ο Ιωάννης Ράλλης, ο τελευταίος κατοχικός πρωθυπουργός, από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας έχει μαζέψει τα χαρτιά του, έχει γράψει το αποχαιρετιστήριο διάγγελμά του και έχει γυρίσει σπίτι του, ενώ μέσω του Έβερτ είχε ειδοποιήσει τους τρεις υπουργούς της κυβέρνησης Παπανδρέου ότι από την επομένη θα είναι στη διάθεσή τους. Γνωρίζει ότι το επόμενο βήμα θα είναι η σύλληψη και η παραπομπή του σε δικαστήριο, αλλά ο ίδιος προφανώς αισθάνεται ότι είναι δικαιωμένος, αφού αποφεύχθηκε ό,τι εκείνος ονόμαζε αναρχία.
Η περίπτωσή του δεν θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με επιπολαιότητα. Ήταν ένας από τους πιο αποδεκτούς πολιτικούς ηγέτες της δεξιάς, γόνος ιστορικής βυζαντινής οικογένειας και γιος πρωθυπουργού. Θα μπορούσε να είχε αποφύγει την εμπλοκή του στην κατοχική περιπέτεια και κανείς δεν αμφέβαλλε ότι κάποια στιγμή στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα θα γινόταν πρωταγωνιστικός παράγων και πιθανότατα κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός.
Ποιο ήταν το κίνητρό του όταν ανελάμβανε την πρωθυπουργία τον Απρίλιο του 1943, σε μια εποχή δηλαδή που οποιοσδήποτε εχέφρων πολιτικός θεωρούσε βέβαιη τη συμμαχική νίκη; Δεν είναι δυνατόν να το γνωρίζουμε. Το βέβαιο είναι ότι την ανάληψη της πρωθυπουργίας την συνδύαζε ως προϋπόθεση με τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης από τον κατακτητή ελληνικής στρατιωτικής δύναμης που θα είχε ως αποστολή να αντιπαραταχθεί στον ΕΛΑΣ. Και μόνον όταν ο όρος του αυτός έγινε δεκτός από τους Γερμανούς, από τους οποίους προσδοκούσε όχι μόνο την έγκριση αλλά και τον εξοπλισμό, ανήλθε στην εξουσία και μετά από λίγο συγκρότησε τα Τάγματα Ασφαλείας, κατά κανόνα στελεχωμένα από παλαιοβενιζελικούς απότακτους αξιωματικούς.
Στο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως δημοσιεύεται στις 12 Οκτωβρίου 1944 το τελευταίο διάγγελμα του κατοχικού πρωθυπουργού Ιω. Ράλλη προς τον ελληνικό λαό:
«Την 7ην Απριλίου 1943 εθεώρησα ότι είχον επιβεβλημένον καθήκον να καταλάβω την Αρχήν, μη υπαρχούσης κυβερνήσεως και συνεπώς μη υφισταμένου ουδενός δυναμένου να αγωνίζηται έναντι των αρχών κατοχής διά την μείωσιν της δυστυχίας του Ελληνικού Λαού. Απηύθυνα τότε διάγγελμα προς τον Λαόν, προς ον εξήγουν, εφ’ όσον τούτο ήτο επιτετραμμένον εκ της υπαρχούσης πραγματικής καταστάσεως, ήτοι της κατοχής της Χώρας μας υπό της Γερμανίας και Ιταλίας και ελληνικωτάτων και σπουδαιοτάτων τμημάτων της Βορείου Ελλάδος, αναποσπάστως συνδεδεμένων μετά της Ελληνικής ιστορίας και του αίματος του Ελληνικού Γένους υπό του βουλγαρικού στρατού, τους λόγους δι’ ους εθεώρησα καθήκον ιερόν έναντι της Πατρίδος να πράξω τούτο.
Υπισχνούμην συνάμα ότι η κυβέρνησίς μου θα περιέβαλε δι’ αληθούς πατρικής στοργής άπαντας τους πειθαρχούντας πολίτας εις την δυσχερεστάτην προσπάθειαν της κυβερνήσεως προς παγίωσιν της τάξεως και βελτίωσιν των βιωτικών συνθηκών των Ελλήνων, της δυστυχίας και των πόνων των οποίων είχον, ως έλεγον, σαφεστάτην επίγνωσιν.
Υπισχνούμην επί πλέον προς τους δημοσίους υπαλλήλους, ως αποτελούντας αυτήν ταύτην την κρατικήν μηχανήν και προς τους αναπήρους των πολέμων, οίτινες όντως είναι εθνικόν κόσμημα, ότι δεν θα εδίσταζον να υποβάλω το Κράτος εις πάσαν δυνατήν θυσίαν προς βελτίωσιν της θέσεως αυτών.
Τας υποσχέσεις μου αυτάς, ετήρησα απαρεγκλίτως εν τω μέτρω των δυνατοτήτων κυβερνήτου κατά το διάστημα ξενικής κατοχής, πάντως όμως όχι κυβερνήτου της κατοχής, διότι ποτέ δεν εδέχθην να συγκροτήσω κυβέρνησιν της κατοχής.
Εν τω διαγγέλματί μου εκείνω εξέφραζον την πεποίθησιν ότι η Ελληνική Φυλή, διά της διακρινούσης αυτήν συνέσεως και φιλοπατρίας ήθελεν επιτύχει μίαν ημέραν να οδηγήση εις υπήνεμον λιμένα την εθνικήν κιβωτόν. Η πρόρρησίς μου αύτη, την οποίαν πας Έλλην γνωρίζων την ένδοξον ιστορίαν μας θα ηδύνατο να κάμη ασφαλώς, εισήλθε πλέον εις την οδόν της πραγματοποιήσεως. Τα ζοφεράν νέφη της δουλείας ήρχισαν να διαλύωνται υπό του ανατέλλοντος ηλίου της ελευθερίας.
Ευτυχής διότι υπό αισίους οιωνούς λήγει η μαρτυρική αποστολή μου και με ήσυχον την συνείδησιν ότι εξετέλεσα πιστώς το καθήκον μου, επανέρχομαι εις τον ιδιωτικόν βίον, έτοιμος να λογοδοτήσω ενώπιον παντός αρμοδίου.
ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ»
Η επόμενη μέρα δεν θα είναι διαφορετική από ό,τι θα περίμενε κανείς. Ο ίδιος συλλαμβάνεται από τον μέχρι χθες συνεργαζόμενο (και) μαζί του αστυνομικό διευθυντή Άγγελο Έβερτ και ύστερα από διαταγή της κυβερνητικής επιτροπής προφυλακίζεται για να δικασθεί αργότερα και να καταδικασθεί. Όπως έχει σημειώσει ο ίδιος ο γιος του, ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, «η επιθυμία του όπως λογοδοτήση προς τον Λαόν, είτε ποινικώς διά αρμοδίου δικαστηρίου, είτε πολιτικώς ενώπιον του Εκλογικού Σώματος, δεν κατέστη δυνατόν να εκπληρωθή, της ενώπιον του δικαστηρίου δοσιλόγων διαδικασίας αποτελεσάσης παρωδίαν δίκης».

Η πόλη παραδίδεται

Η γερμανική κατοχή κράτησε τρισήμισι χρόνια, ή για έναν επίμονο ακριβολόγο 1337 ημέρες. Με ένα λιγόλογο επίσημο έγγραφο, ο στρατηγός Φέλμυ έχει ενημερώσει από την προηγουμένη τον κατοχικό δήμαρχο, με εμφανές το άγχος του:
«Προς τον Δήμαρχον της πόλεως των Αθηνών Κύριον Γεωργάτον
Ο γερμανικός στρατός εκήρυξε την πόλιν των Αθηνών ανοχύρωτον.
Εξυπακούεται η αποχώρησις των γερμανικών στρατευμάτων από την περιοχήν της πόλεως.
Το μέτρον τούτο λαμβάνεται επί τη προσδοκία ότι θέλει ισχύσει επίσης και διά τον εχθρόν.
Υπογρ. Φέλμυ, Στρατηγός της Αεροπορίας».
Και πράγματι έτσι έγινε. Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου μια γερμανική αντιπροσωπεία, παρουσία αναλόγου στρατιωτικού αγήματος, παραδίδει την πόλη στον κατοχικό δήμαρχο Άγγελο Γεωργάτο. Έχει προηγηθεί, στις 8 π.μ., μια συμβολική κατάθεση ενός στεφάνου στο Μνημείο Αγνώστου Στρατιώτου από τον στρατηγό Φέλμυ (ο οποίος από ημερών είχε εγκαταλείψει για λόγους ασφαλείας το ανάκτορο Ψυχικού όπου διέμενε και είχε εγκατασταθεί σε μια μονοκατοικία του Κολωνακίου), ασυνήθιστη πράγματι χειρονομία, που επιβεβαιώνει το τέλος της Κατοχής. Σχεδόν ταυτόχρονα, στην Ακρόπολη ένα άλλο στρατιωτικό τμήμα της γερμανικής αεροπορίας έχει διαταχθεί να υποστείλει τη σημαία τους. Τώρα, στον διπλανό ιστό παραμένει πλέον μόνη της η ελληνική, επιτέλους απόλυτη κυρίαρχος.
Μια αυτόπτης μάρτυρας δίνει πολύ παραστατικά την ατμόσφαιρα. Πρόκειται για την Ιωάννα Τσάτσου, που είχε σημειώσει εκείνη την ημέρα στο ημερολόγιό της («Φύλλα κατοχής»):
«Η μακρυά σκοτεινή ματωμένη πορεία μας έφερε στην κορυφή.
Ο Θεός είναι εκεί και τώρα θα ευλογήσει τα δάκρυα της λαχτάρας μας και της πίκρας μας.
Ανοίγω διάπλατα το παράθυρο. Φως, ήλιος, ο γαλανός ουρανός. Μαζί με τα παιδιά μου παρακολουθούμε με κατάνυξη θρησκευτική ένα σημείο απέναντι στην Ακρόπολη. Αυτό είναι ο κόσμος όλος.
Και βλέπουμε τη γερμανική σημαία σιγά σιγά να υποστέλλεται, να εξαφανίζεται σαν να την κατάπιε ο Ιερός Βράχος. Και ν’ αρχίζει ν’ ανεβαίνει στον ιστό το αγαπημένο χρώμα του ουρανού μας. Τα θολωμένα μάτια μου δεν μπορούν πια να δουν. Όταν έχω στεγνώσει βιαστικά τα δάκρυα, η γαλανόλευκη ανεμίζει περήφανα.
Η Ελλάδα είναι πάλι δική μας, δική μας.
Την έχομε καταχτήσει με το αίμα μας, με το μόχθο μας, με την καθημερινή στέρηση, μα προπάντων με το σκοτάδι της οδύνης όλων των χρόνων της σκλαβιάς.
Η Ελλάδα είναι πάλι δική μας.
Αυτό είναι η δικαιοσύνη. Αυτό είναι η τάξη.
Δεν ξέρω καλά καλά τι να κάνω. Αγκαλιάζω τις συμμαχικές σημαιούλες που μου είχαν φέρει και βγαίνω στους δρόμους.
Τρέχω προς την Αρχιεπισκοπή. Θέλω να δω τον Frank Macaskey. Μου τηλεφώνησαν πως έφτασε.
Ο λαός είναι τρελλός από αγαλλίαση. Φιλιούνται, κλαίνε, περιμένουν εγγλέζους.
Στην Πλατεία Συντάγματος συναντώ γερμανικό λόχο που προχωρεί να καταθέσει στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη. Ο αξιωματικός προσέχει τις σημαίες που κρατώ και με κοιτάζει βλοσυρά. Μα εγώ τρέχω προς την Αρχιεπισκοπή.
Εκεί έχει φτάσει ο Macaskey με πολιτικά και με μια μικρή βαλίτσα στα χέρια του. Ο Δεσπότης τον δέχεται με συγκίνηση.
-«Είσαι άγγλος αξιωματικός», του λέει με χιούμορ, «πού είναι η στολή σου;»
-«Εδώ», απαντά ο Frank, δείχνοντας τη βαλίτσα.
-«Φόρεσέ την», διατάσσει ο Αρχιεπίσκοπος.
O Macaskey πηγαίνει στο πλαϊνό δωμάτιο και γυρίζει σε λίγο επίσημος άγγλος αξιωματικός.
Και έπειτα οι δυο τους μπαίνουν στο ανοιχτό αυτοκίνητο και προχωρούν ανάμεσα στα πλήθη.
Ο λαός αλαλάζει από ενθουσιασμό. «Άγγλος» φωνάζουν και σηκώνουν το αυτοκίνητο στα χέρια. Προσπαθούν ν’ αγγίξουν τον Macaskey, κι αυτός τους χαμογελά μ’ αγάπη. Με όλη την απέραντη αγάπη που έχει για την Ελλάδα.
Όταν από το μπαλκόνι της οδού Δημοκρίτου ο Αρχιεπίσκοπος και ο Macaskey βγήκαν να χαιρετήσουν, σαν να σχίστηκαν τα στήθια του κόσμου. Τέτοια ήταν η λαχτάρα της φωνής των ανθρώπων».

Η νέα εξουσία

Την ημέρα που έφευγαν και οι τελευταίοι Γερμανοί, στις 12 Οκτωβρίου 1944, η εξουσία περιερχόταν και τυπικά στην τριμελή κυβερνητική επιτροπή που βρισκόταν ήδη στην Αθήνα και αντιπροσώπευε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου: Φ. Μανουηλίδης, Ι. Ζέβγος, Θ. Τσάτσος.
Ήδη από δεκαπενθημέρου είχαν φθάσει σε ελληνικό έδαφος, προερχόμενοι από την Ιταλία, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης Παπανδρέου, οι τρεις υπουργοί που θα την εκπροσωπούσαν: Μανουηλίδης, Ζέβγος και Τσάτσος. Με ένα διάγγελμά τους προς τον αθηναϊκό λαό, που κυκλοφόρησε παράνομα βεβαίως σε φέιγ-βολάν και τοιχοκολλήθηκε, τόνιζαν:
«Σαν εντολοδόχοι της Ελληνικής Κυβερνήσεως, που ενώνει τους εκπροσώπους ολοκλήρου του έθνους, χαιρετίζουμε τον Ελληνικό Λαό, που δε δέχτηκε την υποδούλωση σα γεγονός τετελεσμένο και αγωνίστηκε με ακατάβλητη γενναιότητα για την Ελευθερία. Σκοπός μας είναι να εξασφαλίσομε απόλυτη τάξη και ομαλή μετάβαση από την περίοδο του αγώνα στην περίοδο της ανασυγκροτήσεως.
Υπάρχουν πολλοί νοσταλγοί δικτατοριών, που εύχονται την αταξία για να μπορέσουν υπό το πρόσχημα της διασφαλίσεως της τάξεως να καταλάβουν την εξουσία. Γι’ αυτό πρέπει η πειθαρχία στην Εθνική Κυβέρνηση και η τήρηση της τάξεως να γίνουν συνθήματά μας, συνθήματα πανελλήνια. Είμαστε βέβαιοι - και στηρίζομε τη βεβαιότητά μας αυτή στις αποφασιστικές συνομιλίες, που είχαμε με τους ηγέτες του μαχομένου λαού - πως κανένας κίνδυνος δεν υπάρχει να διασαλευθεί η τάξη απ’ το λαό. Συνιστούμε μόνο κανένας να μη παρασυρθεί απ’ τη δικαιότατη απαίτηση της τιμωρίας των προδοτών και αυτοδικήσει. Η τιμωρία θα επιβληθεί αμείλικτα, αλλ’ από την Κυβέρνηση. Αυτή και μόνο, που υπεύθυνα εκπροσωπεί τον Ελληνικό Λαό, έχει δικαίωμα κααι υποχρέωση να επιβάλει δίκαιες κυρώσεις. Και θα τις επιβάλει με όλη την τάξη που αρμόζει και όλη την αυστηρότητα που επιβάλλεται.
Στα Τάγματα και την Ειδική Ασφάλεια, που έγιναν όργανα του εχθρού και προδώσανε το λαό μας, δίνουμε για τελευταία φορά την ευκαιρία να σωθούν από την οργή του Έθνους, ακολουθώντας τις οδηγίες μας. Αν δε συμμορφωθούν προς τους όρους της Κυβερνητικής διακηρύξεως, η τιμωρία τους απ’ την Κυβέρνηση θα είναι αμείλικτη.
Μας έχει ανατεθεί: Η μέρα της απελευθερώσεως να είναι μέρα χαράς. Και το έργο μας αυτό θα το φέρομε εις πέρας με ολόψυχη τη βοήθεια του ενωμένου Ελληνικού Λαού».
Και πλέον η «μέρα της χαράς» έχει φθάσει. Τα μέλη της κυβερνητικής επιτροπής από μέρες βρίσκονται στην Αθήνα. Από το κτίριο στο οποίο μυστικά μέχρι τότε ήταν εγκατεστημένοι, μαζί με τον στρατηγό Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο, τον επιτελάρχη του ταξίαρχο Παυσανία Κατσώτα, άλλους Έλληνες και Βρετανούς αξιωματικούς κατευθύνονται με αυτοκίνητα, λίγο μετά τις 10 π.μ., στα Παλαιά Ανάκτορα. Εν μέσω κωδωνοκρουσιών και με ενθουσιασμό και ζητωκραυγές συρρεόντων πολιτών, ενώ βγαίνουν από τα μπαούλα και αναρτώνται στα μπαλκόνια των σπιτιών ελληνικές σημαίες.
Την ίδια στιγμή, χωρίς κανείς να ενοχλείται ή να αντιδρά, εξακολουθούν να κυκλοφορούν έμφορτα γερμανικά αυτοκίνητα. Ωστόσο, ο Πειραιάς δεν έχει εκκενωθεί την ίδια μέρα, ενώ, με την ανοχή της ελληνικής-συμμαχικής πλευράς, έχει παραμείνει στον Λυκαβηττό για ένα 24ωρο μια γερμανική δύναμη με ισχυρό πυροβολικό και εκρηκτικά για παν ενδεχόμενο και προκειμένου να καλύπτει τα νώτα της αποχώρησης.
Πριν καν η κυβερνητική επιτροπή εγκατασταθεί επίσημα στα Παλαιά Ανάκτορα, είχε εκδώσει τις πρώτες γενικές διαταγές της. Με την υπ’ αριθ. 1 απαγορευόταν η παροχή ασύλου σε πρόσωπα που είχαν συμμετάσχει σε κατοχικές κυβερνήσεις ή είχαν αναλάβει αξιώματα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Με την υπ’ αριθ. 2 καθοριζόταν ότι ό,τι εγκαταλείπεται από τον εχθρό ανήκει στο ελληνικό κράτος και όσοι το διαρπάζουν, εν ονόματι οποιασδήποτε οργάνωσης, διαπράττουν βαρύ ποινικό αδίκημα και θα διώκονται.
Η υπ’ αριθ. 3 γενική διαταγή ήταν λιτή και σαφής: «Απαγορεύομεν την έκδοσιν πολιτικών εφημερίδων υπό τίτλους χρησιμοποιηθέντας εγκρίσει των αρχών διαρκούσης της δικτατορίας ή διαρκούσης της Κατοχής. Διατάσσομεν την κατάσχεσιν παντός εντύπου εκδοθησομένου τυχόν παρά την ανωτέρω απαγορευτικήν διαταγήν». Θεωρητικά θα άλλαζε το σκηνικό στον Τύπο και σήμαινε ότι διακόπτουν την έκδοσή τους όλες οι εφημερίδες που εκδίδονταν επί Κατοχής, ή ακόμη και επί 4ης Αυγούστου. Σύντομα όμως όλες αυτές οι εφημερίδες θα κατορθώσουν να επανεμφανισθούν, όσο και αν είχε τύχει να έχουν συνδεθεί στενά με τους Γερμανούς ή τους Ιταλούς, μερικές εκ των οποίων εξακολουθούν και σήμερα να εκδίδονται.
Με μια σειρά άλλων διαταγών διευκρινιζόταν το νέο διοικητικό καθεστώς και λαμβάνονταν επείγοντα μέτρα, ενώ διοριζόταν προσωρινός δήμαρχος Αθηναίων ο Αριστείδης Σκληρός.
Αλλά η Απελευθέρωση και μαζί μ’ αυτήν η κυβερνητική αλλαγή έχει πλέον πραγματοποιηθεί. Ένα λιγόλογο τηλεγράφημα προς την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, που βρίσκεται στην Ιταλία, αναγγέλλει:
«Ο βραχνάς της σκλαβιάς ετελείωσε την Αθήνα. Με το αναφιλητό μιας ανέκφραστης χαράς χαιρετάμε την Εθνική Κυβέρνηση. Ο Λαός, ο ηρωικός Λαός των Αθηνών, γιορτάζει αδελφωμένος τη λευτεριά του. Η τριμελής κυβερνητική επιτροπή: Φ. Μανουηλίδης, Ι. Ζέβγος, Θ. Τσάτσος».
Αυτό είναι το ελπιδοφόρο αναστάσιμο μήνυμα που εκπέμπεται από την ελεύθερη ελληνική πρωτεύουσα. Ωστόσο, την άλλη μέρα μια άλλη ανακοίνωση δίνει το μέτρο της σκληρής πραγματικότητας:
«Η τριμελής κυβερνητική επιτροπή ανακοινοί ότι λόγω της προσωρινής διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος έχει αποβή αδύνατος η λειτουργία των εργοστασίων εκτυπώσεως χαρτονομίσματος.
Ως εκ τούτου και δοθέντος ότι η Τράπεζα της Ελλάδος στερείται παντελώς χαρτονομίσματος, διετάχθη αύτη να παραμείνη κλειστή.
Καταβάλλεται πάσα προσπάθεια προς άμεσον επανάληψιν της λειτουργίας των άνω εργοστασίων. Άμα ως καταστή τούτο δυνατόν, η Τράπεζα θα ανοίξη αμέσως διά να ικανοποιήση τας ανάγκας του κοινού και κατ’ απόλυτον προτεραιότητα τας ανάγκας των υπαλλήλων και των εργατών.
Συνιστάται να συνεχισθώσιν αι ανταλλαγαί με το υπάρχον χαρτονόμισμα».

Μετά την απελευθέρωση τι;

Στις 9 Οκτωβρίου 1944, μόλις τρεις μέρες πριν από την Απελευθέρωση της Αθήνας, πραγματοποιήθηκε μια σύσκεψη στη Μόσχα ανάμεσα στον Στάλιν, τον Τσώρτσιλ και τους συνεργάτες τους, που επρόκειτο να είναι καθοριστική για τη μεταπολεμική Ευρώπη. Σε ό,τι μας αφορά, ο Τσώρτσιλ είχε ζητήσει από τον Στάλιν «η Βρετανία να έχει τον πρώτο λόγο στην Ελλάδα». Χωρίς την παραμικρή δυσκολία ο Στάλιν συμφώνησε. Είναι η περίφημη σύσκεψη με το «χαρτάκι», στο οποίο αναγράφονταν τα ποσοστά επιρροής καθεμιάς από τις υπερδυνάμεις στα Βαλκάνια. Η περιγραφή της ιστορικής εκείνης στιγμής ανήκει στον ίδιο τον Τσώρτσιλ:
«Η στιγμή ήταν κατάλληλη για μπίζνες και έτσι είπα: “Ας κανονίσουμε τις υποθέσεις μας στα Βαλκάνια. Τα στρατεύματά σας είναι στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Εκεί εμείς έχουμε συμφέροντα, αποστολές και πράκτορες. Ας μην μπλεχτούμε σε μικροαντιθέσεις. Σε ό,τι αφορά τη Βρετανία και τη Ρωσία, πώς θα πήγαινε να έχετε ενενήντα εκατοστά υπεροχή στη Ρουμανία, να έχουμε ενενήντα εκατοστά του λέγειν στην Ελλάδα και για τη Γιουγκοσλαβία να πάει πενήντα-πενήντα;”»
Με το «χαρτάκι» εκείνο η Ελλάδα περνούσε κατά 90% στη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Άλλωστε, τρεις μέρες μετά, ακριβώς την ημέρα που απελευθερωνόταν η Αθήνα, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ διευκρίνιζε στον υπουργό του επί των Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν το πνεύμα της συμφωνίας που είχε κάνει με τον Στάλιν:
«Το σύστημα των ποσοστών δεν έχει σκοπό να προσδιορίσει τον αριθμό αυτών που θα συμμετάσχουν στις επιτροπές για τις διάφορες βαλκανικές χώρες, αλλά να εκφράσει το πνεύμα με το οποίο η βρετανική και η σοβιετική κυβέρνηση προσεγγίζουν τα προβλήματα αυτών των χωρών, έτσι ώστε να αποκαλύψουν κατά ένα κατανοητό τρόπο τις σκέψεις τους ο ένας στον άλλον. Δεν έχει σκοπό να είναι τίποτε περισσότερο από ένας οδηγός και, βεβαίως, δεν εκθέτει με κανένα τρόπο τις Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε επιχειρεί να δημιουργήσει κανένα άκαμπτο σύστημα σφαιρών επιρροής. Μπορεί, πάντως, να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιληφθούν πώς νιώθουν οι δύο κύριοι σύμμαχοί τους γι’ αυτές τις περιοχές, όταν θα τους δοθεί η εικόνα στο σύνολό της.
2. Φαίνεται, λοιπόν, ότι πολύ φυσικά η Σοβιετική Ρωσία έχει ζωτικά συμφέροντα στις χώρες που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα, μια από τις οποίες, η Ρουμανία, έχει επιτεθεί κατά τον πιο αχαλίνωτο τρόπο εναντίον της με 26 μεραρχίες, και η άλλη, η Βουλγαρία, έχει μαζί της παλαιούς δεσμούς. Η Μεγάλη Βρετανία αισθάνεται ότι είναι σωστό να επιδείξει ιδιαίτερο σεβασμό για τις ρωσικές απόψεις επί των χωρών αυτών και για τη σοβιετική επιθυμία να έχει πρωταρχικά την ευθύνη της καθοδηγήσεώς τους, εξ ονόματος του κοινού αγώνος.
3. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Μεγάλη Βρετανία έχει μακρά παράδοση φιλίας με την Ελλάδα και άμεσο ενδιαφέρον, σαν μεσογειακή χώρα, για το μέλλον της. Σ’ αυτόν τον πόλεμο η Μεγάλη Βρετανία έχασε 30.000 άνδρες προσπαθώντας να αντισταθεί στη γερμανο-ιταλική εισβολή κατά της Ελλάδος και επιθυμεί να παίξει ηγετικό ρόλο στον δρόμο της χώρας αυτής προς την έξοδο από τις σημερινές ταραχές, διατηρώντας εκείνη τη στενή σχέση και συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες που χαρακτήριζε την αγγλο-αμερικανική πολιτική σε τούτο το τέταρτο του αιώνα. Εδώ γίνεται κατανοητό, ότι η Μεγάλη Βρετανία θα ηγηθεί με στρατιωτική έννοια και θα προσπαθήσει να βοηθήσει τη σημερινή βασιλική ελληνική κυβέρνηση να εγκατασταθεί στην Αθήνα, βασιζόμενη σε μια όσο γίνεται πλατύτερη και ενωμένη βάση. Η Σοβιετική Ρωσία θα ήταν έτοιμη να παραχωρήσει αυτή τη θέση και λειτουργία στη Μεγάλη Βρετανία κατά τον ίδιο τρόπο που η Βρετανία θα αναγνώριζε τη στενή σχέση μεταξύ Ρωσίας και Ρουμανίας. Αυτό θα εμποδίσει την ανάπτυξη στην Ελλάδα αλληλομισούμενων κομματικών ομάδων, που θα εξαπέλυαν πόλεμο η μία εναντίον της άλλης και θα έμπλεκαν τη βρετανική και τη ρωσική κυβέρνηση σε ενοχλητικές συζητήσεις και σε σύγκρουση πολιτικής.
[...] 6. Πρέπει να τονιστεί, ότι αυτή η ευρεία αποκάλυψη των βρετανικών και των σοβιετικών αντιλήψεων για τις χώρες που αναφέρονται παραπάνω είναι μόνο ένας προσωρινός οδηγός για το άμεσο μέλλον, δηλ. για όσο διάστημα διαρκεί ο πόλεμος, και ότι το θέμα θα επανεξεταστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις όταν θα συναντηθούν στην τράπεζα της ανακωχής ή της ειρήνης για να κάνουν τη γενική ρύθμιση των πραγμάτων στην Ευρώπη».

Αν με το ίδιο πνεύμα, που ο Τσώρτσιλ απευθύνθηκε στον Ήντεν την ημέρα που συμπτωματικά απελευθερωνόταν η Αθήνα, είχε φροντίσει να απευθυνθεί και ο Στάλιν στους ηγέτες του ΚΚΕ, αποκαλύπτοντάς τους την καθοριστική μυστική συμφωνία που είχε επιτευχθεί ανάμεσα στους δύο Μεγάλους, ίσως να είχαν αποφευχθεί τα Δεκεμβριανά και ο συνεπακόλουθος εμφύλιος πόλεμος...

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΔΕΝΔΙΑ-ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ


Υπάρχει πρακτικό της συνομιλίας
Δένδια-Τσολάκογλου?


Σκέφθηκα πολύ πριν δώσω για ανάρτηση το παρόν κείμενο. Τα όσα καταγράφονται τις τελευταίες μέρες, που για μένα ηχούν ως μια βάναυση καταστρατήγηση των δημοκρατικών διαδικασιών, με αλλεπάλληλες παράνομες και αντισυνταγματικές ενέργειες, αδιάφορο αν σήμερα πλήττουν τη "Χρυσή Αυγή" και αύριο το ΚΚΕ ή τον ΣΥΡΙΖΑ, με ευαισθητοποιούν ως Έλληνα πολίτη. Και επειδή πληροφορήθηκα ότι στο διαδίκτυο διακινείται ένα μήνυμα απ' αυτά που κατά κόρον ανταλλάσσονται στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, θεώρησα χρέος μου να τοποθετηθώ.
Αν ιδιωτικώς με ερωτήσετε ποια είναι η γνώμη μου για τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη κ. Νίκο Δένδια, δεν θα έχω το παραμικρό πρόβλημα να σας την πω ευθαρσώς. Αλλά δεν είμαι δημόσιο πρόσωπο για να υποχρεούμαι να την καταθέσω. Ωστόσο κατά συνείδηση και επειδή έχω ασχοληθεί επί μακρόν με την ιστορική έρευνα για την κατοχική περίοδο, δεν θα ήθελα να αποκρύψω τι γνωρίζω επί ενός συγκεκριμένου θέματος.
Υπήρξε ή δεν υπήρξε συνάντηση και συνομιλία του πάλαι ποτέ καθηγητή Μιχαήλ Δένδια με τον πρώτο κατοχικό πρωθυπουργό στρατηγό Τσολάκογλου; Πράγματι συναντήθηκαν και συνομίλησαν, μόλις οι Γερμανοί εγκατέστησαν τον τελευταίο στην εξουσία τον Μάιο 1941. Τι είπαν δεν είναι καταγεγραμμένο, πέραν μιας ανακοινώσεως που δόθηκε προς δημοσίευση στις αθηναϊκές εφημερίδες της επομένης. Αυτό είναι όλο που γνωρίζω. Τα περί "πρακτικού" και τι ακριβώς περιείχε αυτό και γενικότερα τι συζήτησαν δεν είναι καταγεγραμμένο, τουλάχιστον σε γνώση μου. Και επειδή φυσικά δεν είμαι παντογνώστης, δεν ξέρω καν να υπάρχει ένα τέτοιο πρακτικό. Αν και όποιος το κατέχει ας το φέρει στη δημοσιότητα, ώστε να εμπλουτισθεί η ιστορική γνώση.
Βεβαίως και αν υπήρχε τέτοιο πρακτικό, ακόμη και αν σ' αυτό περιέχεται μια συνομιλία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιλήψιμη, δεν αντιλαμβάνομαι σε τι θα τον συνέδεε με τον σημερινό συνεπώνυμο πολιτικό. Βρισκόμαστε άραγε στην εποχή που αναγνωρίζεται η οικογενειακή ευθύνη και βάσει του DNA αποδίδουμε μομφή; Πού μας οδηγεί μια τέτοια γενικευμένη αντίληψη;
Αν δηλαδή ο σημερινός υπουργός, που κάθε άλλο παρά κατεχόμενος από πνεύμα συνεργασίας με τους Γερμανούς κατακτητές διακατέχεται (λαμβάνοντας υπόψη τη σθεναρή στάση του να διαλύσει ολοκληρωτικά τη Χρυσή Αυγή και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει), τυχαίνει όντως να είναι ανιψιός ενός συνομιλητή του κατοχικού Τσολάκογλου, κατά τι συνδέεται;
Παρόμοια είναι η άποψή μου και για τον σημερινό υπουργό Σίμο Κεδίκογλου, του οποίου ο συνονόματος παππούς υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής διερμηνέας των Γερμανών. Όταν προ ημερών, αλλά και παλαιότερα, ρωτήθηκα επιμόνως περί αυτού, απλώς επιβεβαίωσα το γεγονός, τονίζοντας όμως ότι δεν καταδικάσθηκε μεταπολεμικά από τα αρμόδια δικαστήρια δοσιλόγων και προσθέτοντας ότι τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής είχε συνδεθεί με το τοπικό ΕΑΜ. Πώς μπορούμε να κακοχαρακτηρίζουμε κάποιον ως συνεργάτη των Γερμανών, αφού δεν καταδικάσθηκε ως δοσίλογος, απλώς και μόνον επειδή υπηρέτησε ως διερμηνέας τους;
Με την ίδια λογική θα έπρεπε να κατηγορήσουμε και άλλους σημερινούς υπουργούς, ή ακόμη και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά (του οποίου ένας μακρινός συγγενής Ζάννας μπορεί να έδρασε ως κατάσκοπος των Γερμανών αμέσως μετά την Απελευθέρωση, συλληφθείς τον Φεβρουάριο 1945), ότι πρόγονοι ή συγγενείς τους είχαν κάποια ανάμιξη με κατοχικές δραστηριότητες. Αυτό είναι όμως απαράδεκτο, ενόσω τα θιγόμενα πρόσωπα της σημερινής πολιτικής σκηνής αποστασιοποιούνται από την οποιαδήποτε δράση συγγενών τους.
Δημοσθένης Κούκουνας

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ - ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΟΡΣΙΚΗΣ





Ποια ήταν πραγματικά
η «Τερέζα» της Κορσικής
που έζησε τον μεγάλο
έρωτα με τον Δραγούμη


Του Δημοσθένη Κούκουνα

Εκείνοι που ασχολούνται με την ιστορική έρευνα, συχνά έρχονται αντιμέτωποι με ένα μεγάλο δίλημμα: Πρέπει να αποκαλύπτουν ορισμένα μυστικά, που μπορεί να έχουν προσωπικό χαρακτήρα, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να έχουν συντελέσει στη διαμόρφωση της ιστορίας, έστω και σε παράπλευρο δρόμο ή έστω μόνο για να κριθεί το ιστορικό πρόσωπο περί ου ο λόγος;
Ίων Δραγούμης
Αυτό το δίλημμα υπήρξε για πολλά χρόνια σε ό,τι αφορά τον Ίωνα Δραγούμη και την ερωτική του ζωή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της εξορίας του στην Κορσική. Όπως είναι γνωστό, ο μεγάλος Έλληνας διανοούμενος και πολιτικός, που τόσο αποτρόπαια και πρόσκαιρα χάθηκε, κάτω από τα δολοφονικά πυρά του «παράφρονα» Σαρτζετάκη και των Γυπαραίων του, είχε συλληφθεί και εξορισθεί ως ...επικίνδυνος για το Έθνος όταν εκθρονίσθηκε ο Κωνσταντίνος τον Ιούνιο του 1917. Ως εξ ίσου ...επικίνδυνοι είχαν εξορισθεί στη μακρινή και απομονωμένη Κορσική και ορισμένοι άλλοι επιφανείς πολιτικοί και στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων ο πρώην πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς κ.ά.
Για τις συνθήκες της εξορίας αυτής της ομάδας των Ελλήνων εξορίστων αντιβενιζελικών έχουν γραφεί πολλά βιβλία ή άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Το θέμα αναφορικά με την προσωπική ζωή του Ίωνος Δραγούμη, ειδικά στην Κορσική, προέκυψε όταν ο Φρέντυ Γερμανός αποφάσισε, λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του, να διαπλάσει τρία ιστορικά μυθιστορήματα που γνώρισαν και σημαντική εκδοτική επιτυχία. Πρόκειται για τα «Ερωτικά της Κορσικής», την «Τερέζα» και το προγενέστερο «Η Εκτέλεση», το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ως τηλεοπτική σειρά. Το κεντρικό πρόσωπο στην ερωτική ζωή του Δραγούμη στα χρόνια εκείνα της εξορίας ήταν η «Τερέζα».

Ο Φρέντυ Γερμανός διευκρίνισε ότι αυτό δεν ήταν το αληθινό της όνομα και ότι επρόκειτο για μια νεαρή σύζυγο Έλληνα συνεξορίστου του Δραγούμη, η οποία επανήλθε στον σύζυγό της ύστερα από τις αταξίες της, απέκτησε παιδιά, συνέχισε να ζει στο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Αθήνας και πέθανε σε μεγάλη ηλικία, αφού ξεχάστηκαν οι νεανικές περιπέτειές της, που ούτως ή άλλως ήταν γνωστές μόνο σε πολύ περιορισμένο κύκλο. Στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, εμφανίζει την «Τερέζα» ως ηρωίδα σειράς άλλων σχέσεών της με μυθικά πρόσωπα της εποχής, μεταξύ των οποίων ο Έρνεστ Χέμινγουαιη, ο Πάμπλο Πικάσο κ.ά.
Οπωσδήποτε τα στοιχεία για την «Τερέζα» είναι μυθιστορηματικά και λογικά θα έπρεπε να έπρεπε να αναζητήσουμε την ασφαλή διασταύρωσή τους στο μέτρο που αφορούν τη σχέση της με τον Ίωνα Δραγούμη. Η ίδια η ερωτική ζωή του είναι ένα ζητούμενο, καθώς πέραν της «Τερέζας», έχουν καταγραφεί (αυτή τη φορά χωρίς καμιά επιφύλαξη) δύο θυελλώδεις έρωτές του με άλλα ιστορικά πρόσωπα, όπως η Πηνελόπη Δέλτα και η Μαρίκα Κοτοπούλη. Παράλληλα έχουν αναφερθεί σχέσεις του και με άλλες ωραίες γυναίκες της εποχής εκείνης, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν διάσημες. Συνήθως επρόκειτο για ξένες, ίσως και έγγαμες, των οποίων άλλωστε η αναφορά γίνεται στο ημερολόγιό του, που κατά μεγάλο μέρος έχει ήδη δοθεί στη δημοσιότητα.
Για την επίμαχη περίοδο της εξορίας της Κορσικής, το αντίστοιχο χειρόγραφό του έχει «χαθεί» και μάλλον υπεύθυνη φέρεται η ίδια η ενδιαφερόμενη, δηλαδή η «Τερέζα», η οποία είχε αναλάβει να φέρει στην Αθήνα τα χειρόγραφα ημερολόγιά του, αλλά το συγκεκριμένο τετράδιο το εξαφάνισε. Έτσι άλλωστε αποφεύχθηκε και η δημοσιοποίησή του, που μοιραία θα προκαλούσε την αποκάλυψη της ίδιας.
Η ύπαρξη του συγκεκριμένου ερωτικού δεσμού με την «Τερέζα» δεν αμφισβητείται ιστορικά. Έχει επιβεβαιωθεί πολλαπλώς από διάφορες μεριές, ακόμη και από την οικογένεια Δραγούμη. Άλλωστε ο Φρέντυ Γερμανός στα εισαγωγικά σημειώματα των μυθιστορημάτων του κάνει εκτενείς αναφορές. Ωστόσο, όμως, αμφισβητούνται τα υπόλοιπα στοιχεία που την αφορούν, όπως και μια σωρεία ερωτικών ή άλλων σκηνών, τις οποίες με λογοτεχνική έμπνευση είχε πλάσει ο συγγραφέας.
Η Ειρήνη Πεσμαζόγλου
στην Κηφισιά το 1935.
Αφότου κυκλοφόρησαν τα μυθιστορήματα του Φρ. Γερμανού, ο οποίος, αν και βεβαίως γνώριζε, ούτε στους πλέον έμπιστους φίλους του δεν αποκάλυπτε την πραγματική ταυτότητα της «Τερέζας», έγιναν διάφορες εικασίες για το αληθινό της όνομα. Η αλήθεια είναι πως, προφανώς επίτηδες και επιμελώς, είχε περιλάβει και ορισμένα στοιχεία που θόλωναν όποιον επιχειρούσε να το αναζητήσει. Όσοι είχαν ερευνήσει τα περιστατικά, κατέληγαν σε δύο «ύποπτες». Η μία ήταν η Ουρανία Δ., σύζυγος άλλοτε αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, και η άλλη ήταν η Ειρήνη Π., σύζυγος πολιτικού και οικονομολόγου. Μήπως άραγε και οι δύο;
Η δημοσιοποίηση του αρχείου του Ίωνος Δραγούμη, που βρίσκεται κατατεθειμένο από το 1960 στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ξεκαθαρίζει ποια ήταν πραγματικά η «Τερέζα» της Κορσικής. Και έτσι, για να απαντήσουμε στο αρχικό μας δίλημμα, αφήνουμε την ιστορία να γνωρίζει το αληθινό πρόσωπο της ηρωίδας που είχε εμπνεύσει έναν τόσο έντονο έρωτα στον εξόριστο Ίωνα Δραγούμη.


Οι Έλληνες εξόριστοι της Κορσικής στο ξενοδοχείο που έμεναν στο Αιάκιο (1917).




Η Ειρήνη Πεσμαζόγλου ανάμεσα στον Δραγούμη και τον Γούναρη.





Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ



KATOXIKO ΔΑΝΕΙΟ
Μια "υπενθύμιση" στον Σόιμπλε
η παραδοχή του Γερμανού πρέσβη
και οι ευθύνες
της ελληνικής κυβέρνησης

Άρθρο του Δημοσθένη Κούκουνα στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ (25.7.2013)


Αρκετοί ασφαλώς στην Ελλάδα θα αιφνιδιάσθηκαν από την αναφορά του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Σόιμπλε κατά το πρόσφατο ταξίδι του, όταν ασχολήθηκε με το θέμα των κατοχικών δανείων.
Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς ήρθε να πάρει από την ελληνική οικονομία, ούτε ό,τι ζήτησε πόσο πρόθυμα το πήρε από την πρόσχαρη ελληνική κυβέρνηση. Ο άνθρωπος όμως είναι τόσο πολύ κλασικός εκφραστής της γερμανικής realpolitik, ώστε όταν ρωτήθηκε περί γερμανικών οφειλών απάντησε με πολύ άνεση. Αποζημιώσεις και επανορθώσεις όχι, κατοχικά δάνεια ναι. Σαφέστατος στην άποψή του βέβαια.
Αλλά το ερώτημα είναι πώς κινείται η ελληνική κυβέρνηση επ’ αυτού. Γιατί ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι έχει κατά νου. Θα βιαστεί κανείς να πει ότι αυτό είναι θέμα εξωτερικής πολιτικής. Πρωτίστως όμως δεν είναι αυτό, είναι θέμα ιστορικό. Και πολύ φοβάμαι ότι δεν τείνει να ικανοποιηθεί, αλλά απλώς να «ρυθμιστεί», προφανώς μέσω κάποιου συμβιβασμού.
Η γερμανική πλευρά γνωρίζει πολύ καλά ότι το ζήτημα των κατοχικών δανείων είναι απαράγραπτο και κάποια στιγμή, θέλει δεν θέλει, πρέπει να κλείσει. Μέχρι σήμερα με ψυχρή λογική παρέτεινε αορίστως να ικανοποιήσει αυτή την αδιαμφισβήτητη ελληνική απαίτηση. Αλλά και σκοπίμως.
Ακούγεται φυσιολογικό να αποφεύγει κάποιος οφειλέτης να πληρώσει τα χρέη του. Καθόλου όμως φυσιολογικό δεν είναι ο πιστωτής να αδιαφορεί. Και δυστυχώς αυτό ακριβώς έπραξε η μεταπολεμική Ελλάδα επί εβδομήντα χρόνια αφότου αυτά τα κατοχικά δάνεια συνήφθησαν. Ας μην παραγνωρίσουμε ότι σ’ αυτή τη διαδρομή οσάκις το θέμα ήρθε στην επιφάνεια προβλήθηκαν αντιρρήσεις, όχι ως προς την ουσία του χρέους, αλλά ως προς τον τύπο. Αυτό είχε μια βάση μέχρι το 1990, οπότε επανενώθηκε η Γερμανία σε ενιαίο κράτος και τότε όφειλε να εξοφλήσει. Τυπικά τότε της δόθηκε μια πενταετής προθεσμία για να το πράξει αυτό. Από το 1995 συνεπώς είναι υπόλογη για το χρέος της προς την Ελλάδα ως προς τα κατοχικά δάνεια. Χρέος τιμής, όπως και άλλοτε το έχω χαρακτηρίσει.
Εδώ θα πρέπει να γίνει μια αποσαφήνιση. Η Ελλάδα για όσα φοβερά υπέστη κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και ειδικά της Κατοχής, είχε λαμβάνειν τρεις απαιτήσεις της, απόλυτα δικαιολογημένες: α) Αποζημιώσεις για ανθρωπιστικές καταστροφές, β) επανορθώσεις για υλικές καταστροφές, και γ) αποπληρωμή των κατοχικών δανείων που αναγκαστικά υποχρεώθηκε να παράσχει στους κατακτητές. Για τα πρώτα δύο κεφάλαια στη μεταπολεμική περίοδο έχει κατά καιρούς ικανοποιηθεί μερικώς. Για το τρίτο κεφάλαιο, δηλαδή εκείνο των κατοχικών δανείων, ουδέποτε έλαβε κάτι.
Η Γερμανία, με την τελευταία δήλωση Σόιμπλε, αλλά και άλλες προγενέστερες στο παρελθόν, δείχνει να το γνωρίζει και δεν το αρνείται. Το ερώτημα είναι τι πράττει η ελληνική κυβέρνηση. Εδώ είναι το πρόβλημα. Διότι ούτε καν επικοινωνιακά δεν το έχει προβάλει.
Με το θέμα των κατοχικών δανείων έχω ασχοληθεί επισταμένως στο πρόσφατο βιβλίο μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Ερωδιός, 2012), όπου παρουσιάζω έγγραφα κυρίως προερχόμενα από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών επί Χίτλερ, που περιγράφουν την υπόσταση αυτών των λεγόμενων κατοχικών δανείων. Πρόκειται για την πλήρη απομύζηση της ελληνικής οικονομίας την εποχή εκείνη, περιλαμβανομένου και μεγάλου τμήματος της γεωργικής παραγωγής, καθώς βεβαίως και του ορυκτού πλούτου.
Περί όλων αυτών υπάρχουν πίνακες και λοιπά στοιχεία για να συνειδητοποιήσει ο μέσος Έλληνας πολίτης τι καταλήστευση έγινε από τους κατακτητές. Το γεγονός ότι οι ίδιοι αναγνώρισαν πόσο δυσβάστακτο ήταν αυτό το χρέος προκύπτει και από την ασυνήθιστη για τη γερμανική πρακτική του χιτλερικού καθεστώτος να υποσχεθεί εν μέσω πολέμω προς την κατεχόμενη Ελλάδα ότι θα το εξοφλήσει ευθύς ως θα έληγε ο πόλεμος. Την άνοιξη του 1945 ο Χίτλερ αυτοκτόνησε, το Γ΄ Ράιχ κατέρρευσε και ο πόλεμος τελείωσε. Αλλά με διάφορα τεχνάσματα και υπό την ανοχή των Συμμάχων, το χρέος αυτό προς την Ελλάδα παραμερίστηκε και ουδέποτε μέχρι σήμερα αποδόθηκε.
Στο ερώτημα σε τι ποσόν ανέρχεται σε σημερινή αξία, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Ούτε ο γρίφος λύεται με αναγωγές σε σταθερές νομισματικές ισοτιμίες ή άλλους συνήθεις οικονομικούς κανόνες, απλώς διότι μέσα στις κρατικές εκείνες συμβάσεις που «δένουν» το κατοχικό δάνειο υπάρχει ο όρος περί τιμαριθμικής ρήτρας. Με δεδομένο ότι οι κατακτητές, πέραν των προβλεπομένων από το διεθνές δίκαιο εξόδων κατοχής, ελάμβαναν ποσά σε ελληνικό νόμισμα, υποκείμενα σε συνεχόμενο πληθωρισμό, καθώς και αγαθά που επίσης παρουσίαζαν άκρατες ανατιμήσεις, ενώ σε όλο το διάστημα της Κατοχής η ισοτιμία δραχμής-μάρκου και δραχμής-λιρέτας παρέμενε απολύτως σταθερή, οι αριθμοί είναι ιλιγγιώδεις. Και αν θέλουμε να αποτυπώσουμε το πραγματικό ύψος των κατοχικών δανείων, είναι λάθος να στηριχθούμε στις εκτιμήσεις νομίσματος της εποχής, όπως το μάρκο (ράιχσμαρκ) ή ακόμα και η χρυσή λίρα, ακόμα ακόμα και του δολαρίου ή της λίρας στερλίνας που συχνά λαμβάνονται για παρόμοιες εκτιμήσεις. Εφόσον υπάρχει σαφής πρόνοια περί τιμαριθμικής ρήτρας, ο υπολογισμός γίνεται στη βάση του πραγματικού τιμαρίθμου και όχι του επίσημου που είναι εικονικός.
Κατά τη δική μου εκτίμηση, πρόκειται για ένα κεφάλαιο της τάξεως των 100 δισεκατομμυρίων σημερινών ευρώ που αντιστοιχεί στο σύνολο της γερμανικής οφειλής μέχρι την ημέρα που αποχώρησαν από την Ελλάδα. Οι συμβάσεις έχουν μεν τον όρο ατόκου δανείου, αλλά νομικώς καθίστανται ληξιπρόθεσμα αφότου δεν εξοφλήθηκε κατά τον προβλεπόμενο χρόνο, δηλαδή κατά τη λήξη του πολέμου. Ο χρόνος αυτός λογίζεται με τον χρόνο διεξαγωγής του Συνεδρίου Ειρήνης στο Παρίσι το 1946. Συνεπώς από τότε καταμετράται ο τοκισμός του, οπότε με ετήσιο ανατοκισμό και επιτόκιο 2,5% το 2012 είχε υπερβεί το ποσόν των 510 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Έχουν γίνει κατά καιρούς διάφορες εκτιμήσεις ως προς το ύψος των κατοχικών δανείων, άλλοτε μεγαλύτερες και πολύ συχνά μικρότερες. Δυστυχώς στα τελευταία χρόνια ανεύθυνοι Έλληνες παράγοντες, έστω και αν εμφανίζονται ως ειδικοί, δίνουν αυθαίρετες εκτιμήσεις κυμαινόμενες από μόλις 3 έως και 50 δισεκατομμύρια (αναφέρομαι αμιγώς στα κατοχικά δάνεια και όχι στην αυθαίρετη ανάμιξή τους με ζητήματα αποζημιώσεων και επανορθώσεων). Η άποψή μου είναι ότι τέτοιοι αυθαίρετοι συλλογισμοί μειώνουν τη διαπραγματευτική ικανότητα του επίσημου κράτους.
Και εδώ ας έλθουμε στο άλλο κρίσιμο ζήτημα: Στην αδράνεια της ελληνικής πολιτείας. Κατά τους τελευταίους μήνες πράγματι εξαναγκάστηκε η κυβέρνηση να ασχοληθεί με το ζήτημα, το οποίο όμως και πάλι το εμφανίζει λανθασμένα, καθώς εξακολουθεί να συσχετίζει σε ενιαίο σύνολο κατοχικά δάνεια, αποζημιώσεις και επανορθώσεις. Και έτσι τα αρμόδια υπουργεία (πληροφορηθήκαμε ότι δημιουργήθηκε και ειδική επιτροπή) αδυνατούν να καταλήξουν σε ένα ορισμένο ποσόν.
Μέχρι πέρυσι, που εκδόθηκε το προαναφερθέν βιβλίο μου, υπήρχε ασάφεια αν μη άγνοια για το τι σημαίνουν τα κατοχικά δάνεια. Ακόμα και ένα επονομαζόμενο Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με το ζήτημα. Συνέπεσε τις ίδιες μέρες ο Αντώνης Σαμαράς να σχηματίζει την κυβέρνησή του και ευλόγως υπέθεσα ότι θα είχε κάθε λόγο να ενημερωθεί επί ενός τόσο σοβαρού θέματος, αφού το εκτιμηθέν ύψος των 510 δισεκατομμυρίων ευρώ υπερκαλύπτει το σύνολο του εξωτερικού μας χρέους. Μέσα στον ρομαντισμό μου διατηρούσα την ελπίδα ότι ένας καθαρός πολιτικός, που έγινε πρωθυπουργός για να ωφελήσει και όχι να ζημιώσει, θα ενδιαφερόταν να μάθει. Προσφέρθηκα να μεταφέρω στον ίδιο ή σε συνεργάτη του τα συμπεράσματά μου, αλλά έχει παρέλθει ένας ολόκληρος χρόνος και αδιαφόρησε πλήρως.
Μου θύμισε μια ανάλογη εμπειρία που είχα το 1995, όταν κάποιος προϊστάμενος αρμόδιας υπηρεσίας του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών θέλησε, σε συνέχεια ενός δημοσιεύματος στην «Καθημερινή» τότε, να παραδώσω αντίγραφα του αρχείου μου. Φυσικά δήλωσα πρόθυμος ως απλός πολίτης να ανταποκριθώ, αλλά ποτέ δεν εμφανίστηκε κανείς. Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν εκείνος ο Έλληνας διπλωμάτης αδιαφόρησε επειδή βαρέθηκε ή μήπως επειδή δεν το ενέκριναν οι ανώτεροί του, διότι πραγματικά δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να ασχοληθούν με την είσπραξη των κατοχικών δανείων. Και στη συνέχεια αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα ήταν η μοίρα μας αν είχαν διεκδικηθεί αυτά τα χρήματα εκείνα τα χρόνια, το 1995…
Και θα προσθέσω ότι πέρυσι είχα τη σκέψη να στείλω τιμής ένεκεν ένα αντίτυπο του βιβλίου μου στον πρεσβευτή της Γερμανίας στην Αθήνα, προκειμένου να το προωθήσει στο υπουργείο του ή στην καγκελαρία. Ας πούμε ότι είχα ακούσει ότι εκεί στο Βερολίνο ήταν τσιγκούνηδες και δεν θα έδιναν τριάντα ευρώ για να το αγοράσουν. Ή ας πούμε ότι ήθελα να τους αφαιρέσω το «άλλοθι» ότι αγνοούν το θέμα αυτό.
Και ενώ ο πρωθυπουργός της χώρας μου αγρόν ηγόρασε, ο Γερμανός πρέσβης είχε την καλοσύνη να μου στείλει ένα ευγενικό γράμμα, στο οποίο με συνέχαιρε για την εργασία μου και αναγνώριζε την ύπαρξη του ζητήματος των κατοχικών δανείων με κάποιες επιφυλάξεις. Δηλαδή περίπου ό,τι προ ημερών είπε και ο Σόιμπλε ευρισκόμενος στην Αθήνα.
Δεν θα προχωρήσω περισσότερο τη σκέψη μου, διότι εξακολουθώ αθεράπευτα να πιστεύω ότι το ελληνικό κράτος θα ξυπνήσει. Υπάρχουν ακόμα περιθώρια, έστω και αν για 300 δις ευρώ έχει ξεπουληθεί η χώρα μου και κυρίως στενάζουν όλοι οι φτωχοποιημένοι Έλληνες. Μπορεί να εξεγερθεί μια πατριωτική φωνή κάποιου πολιτικού ή ενός κρατικού στελέχους και να ενδιαφερθεί…
Και βεβαίως δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα που κατέχουν πολιτικά αξιώματα και ενδεχομένως έχουν συλλάβει την ιδέα να συμψηφίσουν «συμβιβαστικά» το χρέος των κατοχικών δανείων για να φανούν αρεστοί στους αδηφάγους δανειστές μας. Δηλαδή π.χ. να γίνει ένα «κούρεμα» για να μας αφαιρεθούν λίγα δις από το σημερινό χρέος μας και ταυτόχρονα έναντι ενός ευτελέστατου ποσού, που θα συμψηφιστεί με τις υπάρχουσες υποχρεώσεις μας προς τη Γερμανία, να κλείσει οριστικά το ζήτημα των κατοχικών δανείων. Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα υπάρξουν οπωσδήποτε κάποιοι για να αναρωτηθούν, ποιοι ήταν εντιμότεροι ειδικά ως προς τα ελληνικά κατοχικά δάνεια: Τα όργανα του Χίτλερ που υπέγραψαν τότε μια δανειακή σύμβαση και δεν επικαλέστηκαν το δίκαιο του ισχυροτέρου ή οι σημερινοί Μέρκελ και Σόιμπλε που, ενώ δεν μπορούν να μην τα αναγνωρίσουν, θα τα έχουν έτσι εκμηδενίσει;

Στο μέχρι στιγμής ρητορικό αυτό ερώτημα, ασφαλώς ο μέσος Έλληνας πολίτης θα πρέπει να συλλογισθεί και την εν γένει συμπεριφορά των πολιτικών του: Θα είναι τότε ή δεν θα είναι μειοδότες;

"Πολυπλοκότητα" αποδίδει στο ζήτημα των κατοχικών δανείων ο Γερμανός πρέσβης, χωρίς βεβαίως να αρνείται την ύπαρξή του επί της ουσίας. Στη διπλωματική γλώσσα αποδίδεται ως πλήρης παραδοχή... Κατά σύμπτωση η επιστολή αυτή στάλθηκε ακριβώς την ίδια μέρα που ο πάλαι ποτέ προκάτοχός του Γκραίβενιτς (1944) επέδιδε στον κατοχικό πρωθυπουργό Ιω. Ράλλη έγγραφο με το οποίο αναγνώριζε το κατοχικό δάνειο... Απλώς επισημαίνω ότι ουδέποτε στην Ελλάδα έχει διεξαχθεί μια δίκη για τις ευθύνες των Ελλήνων πολιτικών που δεν διεκδίκησαν την είσπραξή του...




Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Από την Πέμπτη 16 Μαΐου 2013 και κάθε Πέμπτη μαζί με το περιοδικό "Επίκαιρα" δωρεάν προσφορά σε τεύχη των 64 σελίδων η Ιστορία της Κατοχής γραμμένη από τον Δημοσθένη Κούκουνα.



Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ...

ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ
ΚΑΙ ΟΧΙ ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΘΟΥΝ...
Του Δημοσθένη Κούκουνα



Η αιφνίδια προβολή ζητήματος εθνικών απαιτήσεων της Ελλάδος εκ μέρους της Γερμανίας ίσως να αποτελεί ένα νέο ατελή χειρισμό από το ελληνικό κράτος, όπως έγινε τις τελευταίες ημέρες. Ελπίζω ότι μάλλον από άγνοια, παρά από πρόθεση, γίνεται συστηματικά λόγος περί πολεμικών αποζημιώσεων και επανορθώσεων και όχι ξεκάθαρα περί αποπληρωμής των κατοχικών δανείων. Η σύγχυση είναι πολύ επικίνδυνη εν προκειμένω.

Είναι αλήθεια ότι κατά περιόδους έχουν δοθεί στην Ελλάδα διάφορα ποσά για την ικανοποίηση επανορθώσεων και αποζημιώσεων, ανεξάρτητα αν δεν έχουν καλυφθεί οι απαιτήσεις μας. Αντίθετα, ως προς το θέμα των κατοχικών δανείων, δεν έχει υπάρξει ούτε κατ’ ελάχιστον κάποια μερική έστω καταβολή εκ μέρους της Γερμανίας από το τέλος του πολέμου μέχρι σήμερα. Αλλά, ακριβώς επειδή πρόκειται περί κρατικής δανειακής σύμβασης, η οφειλή αυτή ουδέποτε παραγράφεται και βεβαίως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Το μόνο ατυχές που μπορούσε να γίνει είναι αυτό που έγινε εκ μέρους του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Δηλαδή η ανάμιξη των τριών μορφών εθνικών απαιτήσεων, αντί να προβληθεί πρωτίστως το ξεκάθαρο ζήτημα των κατοχικών δανείων.

Στο τελευταίο βιβλίο μου, που έχει τον τίτλο «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Εκδόσεις Ερωδιός, Ιούνιος 2012), γίνεται εκτενής αναφορά στο θέμα και παρουσιάζονται εσωτερικά έγγραφα των υπουργείων Εξωτερικών της Γερμανίας και της Ιταλίας, βάσει των οποίων στοιχειοθετείται το ζήτημα των κατοχικών δανείων.

Βεβαίως, εβδομήντα χρόνια έπειτα από την ολοσχερή εκείνη αφαίμαξη του όλου εθνικού πλούτου από τους κατακτητές, προκύπτει ζήτημα ακριβούς αποτίμησης του ύψους του κατοχικού χρέους. Κατά την εκτίμησή μου, επί τη βάσει στοιχείων και έπειτα από μελέτη της τιμαριθμικής ρήτρας, το κεφάλαιο του δανείου κατά τη λήξη του πολέμου ανερχόταν σε 100 δισεκ. ευρώ, πλέον δε των τόκων υπερβαίνει σήμερα τα 510 δισεκ. ευρώ. Κατά την άποψη του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ ανέρχεται σήμερα σε 100 δισεκ. ευρώ, περιλαμβανομένων των τόκων και προφανώς με άλλη μέθοδο υπολογισμού. Προφανώς υπάρχουν και άλλες εκδοχές, αλλά το ζήτημα είναι πρωτίστως η ουσία.

Κάποια στιγμή οφείλει επί τέλους το ελληνικό κράτος να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ευθαρσώς και όχι με ενδοτικότητα. Με συναίσθηση εθνικού καθήκοντος και όχι απλώς για πομφόλυγες προς τέρψη της κοινής γνώμης. Ιδίως σε τέτοιες εποχές που ο ελληνικός λαός πένεται για να πληρώνει τους όποιους τοκογλύφους δανειστές, κυρίως δε τη Γερμανία…

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑ...




TA ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΣΤ ΡΑΪΧΕΝΜΠΑΧ!





Λύθηκε επιτέλους το μυστήριο γιατί είχαν αποκλειστεί ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στο Κολωνάκι και γιατί είχε διαταχθεί γενική επιφυλακή της Ελληνικής Αστυνομίας και ίσως του Ελληνικού Στρατού και όλου του κρατικού μηχανισμού, προφανώς δε και του ιδιωτικού μισθοφορικού στρατού που έχει προσληφθεί για τη φρούρηση της Βουλής των Ελλήνων!

Ο εντιμότατος κ. Χορστ Ράιχενμπαχ, ως γνωστόν ευρισκόμενος επί αποστολή στην Αθήνα, εόρτασε τα 68α γενέθλιά του σε ειδική τελετή που διοργανώθηκε στην εδώ γερμανική διπλωματική αντιπροσωπεία. Σημειωτέον ότι σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής 1941-44 κανένας τέτοιος εορτασμός γενεθλίων δεν πραγματοποιήθηκε ούτε για τον αείμνηστο "ειδικό πληρεξούσιο του Φύρερ" Γκύντερ Άλτενμπουργκ, ούτε για άλλους Γερμανούς διπλωμάτες, ούτε για τους εκάστοτε στρατιωτικούς διοικητές ή ακόμα και τον στρατάρχη Βίλελμ φον Λιστ! Ο μόνος εορτασμός γενεθλίων που γινόταν ήταν κάθε χρόνο στις 20 Απριλίου, που ήταν η επέτειος της γέννησης του Αδόλφου Χίτλερ! Με μόνη τη διαφορά ότι αυτή η ημερομηνία είχε οριστεί με διάταγμα ως επίσημη εθνική εορτή για τη Γερμανία.
Απομένει λοιπόν να εκδοθεί κάποιο διάταγμα για να οριστεί στην Ελλάδα ως εθνική εορτή η επέτειος των γενεθλίων του κ. Ράιχενμπαχ και φυσικά στη Γερμανία και την υπόλοιπη Ευρώπη των γενεθλίων της κ. Μέρκελ.
Το γεγονός ότι προθύμως προσήλθαν στη γερμανική πρεσβεία της οδού Λουκιανού για να υποβάλουν τα σέβη και τις ευχές τους Έλληνες μεγαλοσχήμονες παράγοντες, εν ενεργεία υπουργοί, ακόμα και ένας πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδος, κατά σύμπτωση υιός στενού συνεργάτη του Γκαίμπελς κατά την Κατοχή, κάθε άλλο παρά μας εκπλήσσει... Οι οργανωτές της απίθανης αυτής αποικιοκρατικής τελετής τι θα έχαναν να διοργάνωναν και ένα λαϊκό συλλαλητήριο για να τιμηθεί ο πολύς κ. Ράιχενμπαχ; Να ρισκάρουν τη λαϊκή αντίδραση για τα ευγνώμονα αισθήματα των Ελλήνων προς το πρόσωπό του; Και εν πάση περιπτώσει, αφού η γερμανική πρεσβεία ή η ελληνική κυβέρνηση δεν σκέφτηκαν να πάρουν μια τέτοια πρωτοβουλία, μήπως θα είχε αξία να γίνει μια τέτοια εκδήλωση ΑΥΘΟΡΜΗΤΑ;
Δ. Κούκουνας