Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Δ. Κούκουνα: Η ΚΡΗΤΗ ΥΠΟ ΚΑΤΟΧΗ

Για πρώτη φορά τα πράγματα με το όνομά τους. Αποκαλυπτικές σελίδες για την κατεχόμενη Κρήτη επί τη βάσει αδιαμφισβήτητων ντοκουμέντων. Τι, ποιοι και πώς...



«Η Κρήτη υπό Κατοχή – Η Μάχη της Κρήτης και η Εθνική Αντίσταση, Κατοχή και δοσιλογισμός» του ιστορικού συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα
(Εκδόσεις Ariston Books, τιμή 24 euro)

Ένα βιβλίο αποκλειστικά για την Κρήτη, για τον αγώνα και τις αγωνίες της, για τις θυσίες και τις καταστροφές που βίωσαν οι Κρητικοί σε όλα τα χρόνια της δουλείας, από την άνοιξη του ’41 μέχρι το καλοκαίρι του ’45. Ο αγγλογερμανικός ανταγωνισμός σε ένα από τα πιο σημαντικά γεωστρατηγικά σημεία της Μεσογείου που οδήγησε στο ολοκαύτωμα της μεγαλονήσου. Η ελλιπής οχύρωση της Κρήτης που προηγήθηκε της μεγάλης μάχης και της ηρωικής αντίστασης για να ακολουθήσει η εσπευσμένη εγκατάλειψή της από τις συμμαχικές δυνάμεις. Ο κατακτητής έδειξε μια από τις σκληρότερες συμπεριφορές σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη με ομαδικές εκτελέσεις και απερίγραπτες καταστροφές, υλικές και ανθρωπιστικές, που όμως δεν σίγασαν τη διάθεση των Κρητικών για αγώνα. Το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, η καθημερινή ζωή στην Κρήτη, η πολιτική ατμόσφαιρα στα αστικά κέντρα της μεγαλονήσου, τα κυριότερα δραματικά γεγονότα, αλλά και αποκαλυπτικές σελίδες για την πολιτική και οικονομική συνεργασία ορισμένων Κρητικών που αμαύρωσαν τη συνολική εικόνα…

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Ο ΚΩΝ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ



Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Η περίφημη φωτογραφία του Κων. Μητσοτάκη με τους δύο Γερμανούς αξιωματικούς μπροστά από το γερμανικό στρατοδικείο Χανίων, όπου ο ίδιος ως γερμανομαθής ήταν διαπιστευμένος συνήγορος. Αρχικά η δημοσίευσή της από την "Αυριανή" το 1985 έκανε αίσθηση, αμέσως όμως αμβλύνθηκαν οι εντυπώσεις όταν έγινε γνωστό ότι οι δύο Γερμανοί ήταν αντιχιτλερικοί.



25 Μαρτίου 1944: Η απελευθέρωση των φυλακισμένων στην Αγυιά. Δεξιά ο Ιω. Πασσαδάκης, κατοχικός υπουργός Κρήτης και στενός φίλος του πατέρα Μητσοτάκη. Δίπλα του ο Κων. Μητσοτάκης και οι υπόλοιποι αποφυλακισθέντες. Κάποιοι χαιρετούν χιτλερικά για να φανούν αρεστοί, όχι όμως ο νεαρός Μητσοτάκης.

Του Δημοσθένη Κούκουνα*

Έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και μαύρες μέθοδοι για να θιγεί η ανάμιξη του Κων. Μητσοτάκη στην Εθνική Αντίσταση επί Κατοχής, που επιχειρήθηκε να αμαυρωθεί. Αλλά η θετική συμβολή του κατά την περίοδο εκείνη στην Κρήτη έχει αναγνωρισθεί από όλες τις πλευρές, αν και τα ιστορικά γεγονότα θα επαρκούσαν για να το επιβεβαιώσουν.
Είναι χαρακτηριστική η δημοσίευση το 1985 φωτογραφίας του Κ. Μητσοτάκη με δύο ένστολους Γερμανούς από την εφημερίδα Αυριανή. Αν και η φωτογραφία δεν ήταν προϊόν φωτομοντάζ, ωστόσο αφέθηκε να εννοηθεί ότι ήταν συνεργάτης των Γερμανών. Παρά τη δημοσιότητα που δόθηκε για πολιτικούς λόγους τότε, το γεγονός δεν μείωσε τη δημόσια εικόνα του, διότι διαπιστώθηκε ότι οι δύο εικονιζόμενοι Γερμανοί αξιωματικοί κάθε άλλο παρά χιτλερικοί ήταν. Στο πλαίσιο της ίδιας σκοπιμότητας, εκδόθηκαν δύο βιβλία, που έγραψαν δημοσιογράφοι, δεδηλωμένοι φανατικοί έως εμπαθείς πολιτικοί αντίπαλοί του (Νίκος Κακαουνάκης, Βίος και Πολιτεία του Μητσοτάκη, Κάκτος, Αθήνα 1985 και Χάρη Πασβαντίδη, Ο Εφιάλτης, Αθήνα 1991). Δεν ήταν αυτά τα μόνα που έχουν δει το φως της δημοσιότητος κατά το παρελθόν για το ίδιο θέμα, ενώ μια σειρά άλλων δημοσιευμάτων σε εφημερίδες κατά το παρελθόν, κυρίως υποκινούμενα από πολιτικούς ή εσωκομματικούς αντιπάλους του, επιχειρούσαν τον ίδιο στόχο. Το ζήτημα δεν είναι να κριθεί το μέγεθος της αξιοπιστίας των συγγραφέων, που δεν μας αφορά, αλλά να διακριβωθούν τα ιστορικά γεγονότα, τα οποία μέσα στις σελίδες των προαναφερθέντων βιβλίων κακοποιούνται βάναυσα και κυρίως κακόπιστα.
Υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στο Αλβανικό Μέτωπο και στη συνέχεια, μετά τη συνθηκολόγηση, παρέμεινε υποχρεωτικά για περισσότερο από ένα χρόνο στην Αθήνα μέχρι να εξασφαλίσει άδεια για να επιστρέψει στα Χανιά. Ο πατέρας του, σεβαστή προσωπικότητα της πόλης, είχε την άποψη ότι το εθνικό συμφέρον επέβαλε ο τόπος να περάσει ειρηνικά την περίοδο αυτή, αφού μετά τη λήξη της Μάχης της Κρήτης ο κατακτητής είχε επιβληθεί με μια σειρά ομαδικών εκτελέσεων, γι’ αυτό και πρωταγωνίστησε σε κάθε ευκαιρία – μαζί με άλλους επιφανείς πολίτες της Κρήτης – να διασφαλισθεί η ησυχία στην τοπική κοινωνία.
Ούτε καν 25χρονος δεν ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης όταν επέστρεψε στην κατεχόμενη Κρήτη και ως γερμανομαθής άρχισε να δικηγορεί ενώπιον του γερμανικού στρατοδικείου που λειτουργούσε στην έδρα του Φρουρίου Κρήτης. Αμέσως όμως διασυνδέθηκε με τοπικές αντιστασιακές κινήσεις και με τις συμμαχικές μυστικές υπηρεσίες που λειτουργούσαν, παρέχοντας υπηρεσίες στην Εθνική Αντίσταση.
Ο Μητσοτάκης πήρε μέρος στην πρώτη συμφωνία του Θερίσου (7 Νοεμβρίου 1943), κατά την οποία επιτεύχθηκε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των οργανώσεων ΕΟΚ και ΕΑΜ. Εκ μέρους της πρώτης είχαν παραστεί οι Νικ. Σκουλάς, Μ. Σπανουδάκης, Κων. Μητσοτάκης και Μιχ. Μποτωνάκης και εκ μέρους του ΕΑΜ οι Εμμ. Μάντακας, Αντ. Μαρής, Εμμ. Ζεβελάκης και Στ. Σφακιωτάκης, ενώ ήταν παρών ο Μιλτ. Πορφυρογένης, καθώς και ως εκπρόσωπος του Συμμαχικού Στρατηγείου ο «Αλέκος» (Γιαν Φίλντινγκ). Ο Κ. Μητσοτάκης, ακριβώς λόγω της διάθεσης που είχε επιδείξει για συνεργασία με την «άλλη» πλευρά, τους αριστερούς, είχε προκαλέσει την εχθρότητα του αρχηγού της ΕΟΚ Νικ. Σκουλά, ο οποίος μέχρι τότε δύο φορές είχε αρνηθεί να τον δεχθεί στη διοίκηση της οργάνωσης. Μετά από τη συμφωνία αυτή, ο Μάντακας και ο Πορφυρογένης έφυγαν για την ηπειρωτική Ελλάδα, όπου πήραν μέρος στην ΠΕΕΑ.
Περισσότερο καθοριστικός ήταν ο ρόλος του στη νεώτερη συμφωνία, στην οποία κατέληξαν οι εκπρόσωποι των δύο κυρίων παρατάξεων στην Τρομάρισσα των Λευκών Ορέων (15 Σεπτεμβρίου 1944). Επρόκειτο, θα μπορούσε να πει κανείς, για μια μικρή Καζέρτα χωρίς ξένους επιδιαιτητές όμως. Προβλεπόταν η ίδρυση πενταμελούς κοινής διοικητικής επιτροπής με αντικείμενο την περαιτέρω διεξαγωγή του αγώνα στον Νομό Χανίων μέχρι την πλήρη απελευθέρωση και την άφιξη της εθνικής κυβέρνησης, αποκηρυσσόταν το Τάγμα Χωροφυλακής Παπαγιαννάκη και αναλαμβανόταν η συγκρότηση τοπικού εθνικού στρατού, στον οποίο θα εντάσσονταν οι ένοπλοι αντάρτες υπό καθεστώς ισοτιμίας και με διοικητή κοινής εμπιστοσύνης. Το συμφωνητικό υπογραφόταν για λογαριασμό της Παγκρήτιας Επιτροπής ΕΑΜ από τους Ν. Γαλάνη (Μανουσάκη), Ν. Σακλαμπάνη, Γρ. Κοντεκάκη και Κυρ. Κολοκυθά, για δε την ΕΟΚ από τους Ν. Σκουλά, Ιωσ. Βολουδάκη, Μιχ. Μποτωνάκη, Εμμ. Νικολούδη και Κων. Μητσοτάκη.
Με συμπληρωματικό πρωτόκολλο, εννέα ημέρες αργότερα, ορίσθηκε ως διοικητής του 14ου Συντάγματος και φρούραρχος Χανίων ο συνταγματάρχης Στυλ. Σφακιωτάκης με υποδιοικητή τον ταγματάρχη Εμμ. Νικολούδη, ενώ εγκρινόταν η διαδοχή του Ιω. Πασσαδάκη από τον Επίσκοπο Αγαθάγγελο, που θα έχει δύο συμβούλους, έναν από την κάθε οργάνωση (ορίστηκαν ο συνταγματάρχης π.δ. Γ. Παπουτσάκης από το ΕΑΜ και ο δικηγόρος Στ. Κελαϊδής από την ΕΟΚ). Επίσης ορίστηκαν τα μέλη της κοινής διοικητικής επιτροπής: Ν. Μανουσάκης ή Γαλάνης (πέθανε σε λίγες μέρες και αντικαταστάθηκε από τον Δ. Βλαντά) και Ιωσ. Μαυριγιαννάκης για το ΕΑΜ, Νικ. Σκουλάς και Ιωσ. Βολουδάκης για την ΕΟΚ.
Ο Κων. Μητσοτάκης εθεωρείτο συμπαθής και από τον Βλαντά και τον Πορφυρογένη, αλλά και από τον Πασσαδάκη, ο οποίος μεσολάβησε για τη διάσωσή του.

* Από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα «Η ΚΡΗΤΗ ΥΠΟ ΚΑΤΟΧΗ – Η Μάχη της Κρήτης και η Εθνική Αντίσταση, Κατοχή και δοσιλογισμός στην Κρήτη», έκδοση Ariston Books (2017).





Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Δ. Κούκουνα: ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Κυκλοφορεί η νέα έκδοση
της ιστορικής βιογραφίας
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
του Δημοσθένη Κούκουνα



Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ARISTON BOOKS η τρίτη έκδοση του βιβλίου του Δημοσθένη Κούκουνα "ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ".

Μια ολοκληρωμένη ιστορική βιογραφία του ιεράρχη που κατά τη διάρκεια της Κατοχής προωθήθηκε σε ρόλο εθνάρχη και η προσωπικότητά του κυριάρχησε στις κρίσιμες εξελίξεις της εποχής. Πώς από ένα φτωχό χωριατόπαιδο της ορεινής Ναυπακτίας έφτασε στα ύπατα αξιώματα της Εκκλησίας και της Πολιτείας και πρωταγωνίστησε σε κομβικά σημεία της σύγχρονης ιστορίας. Ο Δαμασκηνός βιογραφείται με αντικειμενικότητα και η ζωή του αναδεικνύεται μέσα από αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση και μαρτυρίες, καθώς επηρεάζει θετικά την πορεία του τόπου. Η εκκλησιαστική δράση του από νεαρής ηλικίας τόσο στη Μητρόπολη Κορίνθου όσο και στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής, η επεισοδιακή εκλογή του στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών επί Μεταξά και η τελική ενθρόνισή του επί Τσολάκογλου, αλλά και το πολυκύμαντο φιλανθρωπικό του έργο επί Κατοχής. Αναλύονται οι σχέσεις του με άλλες ιστορικές προσωπικότητες της εποχής, καθώς και η γενικότερη προσφορά του στον τόπο όταν στο αποκορύφωμα των Δεκεμβριανών αναλαμβάνει την αντιβασιλεία και αργότερα την πρωθυπουργία, ενώ στη συνέχεια ο Δαμασκηνός καθορίζει τα πολιτικά γεγονότα μέχρι τον Εμφύλιο. Ένα έργο που στηρίζει την ιστορική αλήθεια για όσα διαδραματίστηκαν κατά την κρίσιμη δεκαετία 1940.



Διαβάστε επίσης: ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

ΚΥΝΣΜΠΕΡΓΚ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕΛΜΠΟΥΡΥ





Φωτογραφία από την επίμαχη εποχή (1941): Ο Τζων Πεντέλμπουρυ (στο κέντρο με το ποτήρι στο χέρι) απολαμβάνει την παραδοσιακή κρητική φιλοξενία.

MAXH THΣ ΚΡΗΤΗΣ:
H ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΥΝΣΜΠΕΡΓΚ
ΚΑΙ Ο ΤΖΩΝ ΠΕΝΤΕΛΜΠΟΥΡΥ

Του Δημοσθένη Κούκουνα*

Μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδος και ενώ προετοιμαζόταν η Μάχη της Κρήτης, το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών έδωσε εντολή στην Ειδική Μονάδα Κύνσμπεργκ να αναζητήσει τα απόρρητα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και μια άλλη σειρά πληροφοριών. Ο επικεφαλής της Ειδικής Μονάδας παρέμεινε για περισσότερο από ένα μήνα στην Κρήτη, διενεργώντας εξονυχιστικές έρευνες για την ευσυνείδητη εκτέλεση της αποστολής του. Τα πορίσματα των ερευνών του τα μετέδιδε τακτικά απευθείας προς τον προϊστάμενό του, που δεν ήταν άλλος από τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών Ρίμπεντροπ. Οι περισσότερες από τις αναφορές του διασώθηκαν στα αρχεία του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών και μέσα απ’ αυτές αναδύεται η δράση ενός αγνώστου για το ευρύ ελληνικό κοινό Βρετανού, ο οποίος θα μπορούσε να γίνει ο «Λώρενς της Κρήτης», όπως επισημαίνει ο ιπποτικός Γερμανός αντίπαλός του.
Πρόκειται για τον μονόφθαλμο αρχαιολόγο - κατάσκοπο Τζων Πεντέλμπουρυ, ο οποίος έδρασε στην Κρήτη μέχρι να βρει τον θάνατο από τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές τον Μάιο του 1941. Πριν καν καταλαγιάσει η Μάχη της Κρήτης, ο Γερμανός Κύνσμπεργκ κατόρθωσε να εντοπίσει και να ερευνήσει το κρησφύγετό του, περιγράφοντας με θαυμασμό τη δράση του. Δεν έκρυψε ότι είχε εντυπωσιασθεί από τη δράση του αριστοκρατικής καταγωγής Άγγλου αρχαιολόγου, ο οποίος ταυτόχρονα με τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα ήταν επίσημα τοποθετημένος ως υποπρόξενος της χώρας του στο Ηράκλειο και παράλληλα έφερε τον βαθμό του λοχαγού. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε μια άλλη ιδιότητα πολύ πιο ουσιαστική: ήταν ο υπεύθυνος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών για την Κεντρική Κρήτη. Αυτό ήταν το πρωταρχικό αντικείμενό του.
Τον Μάιο του 1941, που βρήκε τον θάνατο κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης, ο Τζων Πεντέλμπουρυ ήταν ηλικίας 37 ετών. Είχε γεννηθεί το 1904 στο Λονδίνο και σπούδασε στο περίφημο Γουίντσεστερ και στο Καίμπριτζ, του οποίου έγινε υπότροφος. Εκτός από την εξαιρετική επίδοσή του στις κλασικές σπουδές, ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και εκπροσώπησε το πανεπιστήμιό του σε εθνικές και διεθνείς συναντήσεις ως άλτης.
Το 1927 επιλέχθηκε από το Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ για να φοιτήσει στη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και κατά τη διάρκεια του 1928 είχε την πρώτη πραγματική εμπειρία του ως αρχαιολόγου στην Αίγυπτο. Υπήρξε υπεύθυνος ανασκαφών στην περιοχή Τελ-ελ-Αμάρνα, ενώ παράλληλα συμμετείχε υπό την εποπτεία του σερ Άρθουρ Έβανς στις ανασκαφές που διεξάγονταν στην Κνωσό στο παλάτι του Μίνωα. Υπήρξε μέχρι το 1935 επιμελητής του μουσείου της Κνωσού, ενώ στα προηγούμενα και στα επόμενα χρόνια διέθετε την εξαιρετική ζωτικότητά του σε περιηγήσεις στην Κρήτη, επισκεπτόμενος αρχαιολογικές περιοχές που του προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Με παρόμοια ζέση ήθελε να γνωρίσει και την πιο ασήμαντη περιοχή του νησιού, περιτρέχοντάς του από τη μια μέχρι την άλλη άκρη. Λέγεται ότι είχε διασχίζει πεζοπορώντας περισσότερα από χίλια μίλια στην Κρήτη, όπου σε διάφορα απίθανα χωριά είχε αποκτήσει καρδιακούς φίλους που δεν είχαν απαραιτήτως ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα. Με την ίδια άνεση έκανε παρέα με τσοπάνηδες και ανώνυμους χωρικούς, γλεντούσε μαζί τους, μιλούσε με άνεση τη γλώσσα και τη διάλεκτό τους.
Προφανώς ήταν ο μόνος που ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον Άγγλο κάθε γωνιά της Κρήτης. Από το 1935, που παραιτήθηκε από τη θέση του επιμελητή της Κνωσού μέχρι το 1939 πραγματοποίησε στο Λασήθι ιδιαίτερες ανασκαφές. Ήδη από το 1938 ο ίδιος, όπως και πολλοί άλλοι νεαροί συνάδελφοί του, είχε στρατολογηθεί από μια ειδική υπηρεσία που υπαγόταν στο βρετανικό υπουργείο Πολέμου.
Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, κατά μία δεκαετία νεώτερός του, υπήρξε συνεργάτης και φίλος του, ενώ μαζί του είχαν μοιραστεί κοινά όνειρα για την Κρήτη. Ο σήμερα επιζών σε βαθύ γήρας Πάτρικ Λη Φέρμορ διατηρούσε, όπως και ο Τζων Πεντέλμπουρυ, μια βαθιά αγάπη για την Ελλάδα με τον δικό τους ίσως ρομαντικό τρόπο. Ο Πάτρικ, που η παρουσία του στη χώρα μας συνδέεται από το 1935, όταν ως αλλοδαπός εθελοντής είχε συμμετάσχει στο ...κίνημα του Μαρτίου, είχε έντονη δράση στην Κρήτη ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Κατοχής. Το 2001, μιλώντας στην Κνωσό σε εκδηλώσεις για τα 60χρονα της Μάχης της Κρήτης, θυμήθηκε τον παλιό του φίλο και συνεργάτη, τον Πεντέλμπουρυ. Τον χαρακτήρισε ως μυθική φιγούρα και εξήρε τον ρομαντισμό του.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΚΥΝΣΜΠΕΡΓΚ;

Τον Τζων Πεντέλμπουρυ ουσιαστικά διασώζει στην ιστορική μνήμη μάλλον ένας Γερμανός αξιωματούχος, παρά οι ομοεθνείς συνεργάτες του. Οι Έλληνες έχουν μια δικαιολογημένη προκατάληψη κατά της Ιντέλιτζενς Σέρβις ή οποιωνδήποτε άλλων μυστικών βρετανικών υπηρεσιών, ώστε ο προϊστάμενος του κλιμακίου Ηρακλείου την εποχή του πολέμου δεν θα αποκτούσε καμιά συμπάθεια, όσο δημοφιλής και αν πράγματι ήταν μεταξύ των συγχρόνων του χωρικών της Κρήτης, με τους οποίους τσούγκριζε το ποτήρι του και αντάλλασσε εύθυμα πειράγματα.
Ο Νίκολας Χάμοντ, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ και πολλοί άλλοι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών καμιά ιδιαίτερη εκτίμηση δεν θα είχαν κερδίσει στην Ελλάδα αν είχαν δράσει μόνον ως πράκτορες. Κέρδισαν πόντους και αναγνώριση από την ελληνική κοινή γνώμη λόγω της μεταγενέστερης συμμετοχής τους στην Εθνική Αντίσταση. Η ατυχία του Πεντέλμπουρυ είναι ότι δεν επέζησε του τέλους της Μάχης της Κρήτης, ώστε να δραστηριοποιηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής στα κρητικά βουνά, όπως άλλωστε ήταν και η επιθυμία του. Παρά τις όποιες προθέσεις του, έμεινε μόνον η πρακτορική θητεία του και σχεδόν ποτέ δεν έγιναν γνωστές οι φιλοδοξίες του να διαδραματίσει ρόλο «Λώρενς της Κρήτης».
Την ιδιότητα και το προσωνύμιό του αυτό καταγράφεται ιστορικά από έναν Γερμανό αντίπαλό του, τον Κύνσμπεργκ. Αλλά ποιος ήταν ο επικεφαλής της ομώνυμης Ειδικής Μονάδας, που στην ιστορία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου το όνομά του συνδέθηκε ασφαλώς περισσότερο με την απαλλοτρίωση πολιτιστικών θησαυρών στις κατεχόμενες χώρες της Σοβιετικής Ένωσης, παρά με τη γενικότερη φύση των αρμοδιοτήτων του, ενώ είναι εντελώς άγνωστη η δραστηριότητά του στην Ελλάδα;
Προσπαθήσαμε να συνθέσουμε ένα σύντομο βιογραφικό του, ορισμένα σημεία του οποίου τα δίνουμε με επιφύλαξη, καθώς η έρευνα υπήρξε εξαιρετικά δυσχερής.
Ο Κύνσμπεργκ εντάχθηκε το 1940 στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, αναλαμβάνοντας τη συγκρότηση μιας ειδικής μονάδας, στην οποία ανατέθηκαν εντελώς ασυνήθιστα καθήκοντα που για να τα αντιληφθούμε θα πρέπει να τα συνδυάσουμε με την εμμονή του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και των φανατικών ιδεολόγων εθνικοσοσιαλιστών να περιφρουρήσουν τις πολιτιστικές παραδόσεις της Ευρώπης. Η ειδική αυτή μονάδα ιδρύθηκε στις 17 Ιουλίου 1940 με αρχική αποστολή να χρησιμεύσει σε μια ενδεχόμενη κατάληψη της Μεγάλης Βρετανίας, ώστε να συγκεντρώσει και να διασφαλίσει κάθε είδους σημαντικό αρχειακό υλικό. Στην περίπτωση, λοιπόν, που θα καταλαμβανόταν η Αγγλία, τα μέλη της ειδικής αυτής μονάδας θα αναζητούσαν πρωταρχικά τα μυστικά κρατικά αρχεία, δυσεύρετα βιβλία, σπάνια χειρόγραφα, χάρτες, πολιτιστικούς θησαυρούς κ.ά.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ακριβώς την εποχή που στο Βερολίνο ο Κύνσμπεργκ ονομαζόταν επικεφαλής της ομώνυμης ειδικής μονάδας που συστάθηκε, ο αδελφός του στο Εδιμβούργο συλλαμβανόταν ως ξένος υπήκοος και φυλακιζόταν.
Αφού η μονάδα του δεν μπορούσε να εκτελέσει τα ειδικά καθήκοντά της στην Αγγλία, η κατάληψη της οποίας δεν πραγματοποιήθηκε, στάλθηκε στο Παρίσι για παρόμοιες δραστηριότητες. Δεν είναι βεβαιωμένο ότι περιόδευσε αυτή η πολυμελής ειδική μονάδα όλες τις κατεχόμενες χώρες, συλλέγοντας αρχειακό και πολιτιστικό υλικό, αλλά η εμφάνισή της στην Κρήτη το 1941 ενισχύει την άποψη ότι μπορεί και στις άλλες κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες να είχε εκτελέσει αποστολές προηγουμένως. Γεγονός είναι ότι το καλοκαίρι του 1941, μετά τη λήξη της αποστολής της στην Κρήτη, γρήγορα θα ανασυνταχθεί, θα αποσπασθεί από τη δικαιοδοσία του υπουργείου Εξωτερικών και θα υπαχθεί στα Ες-Ες. Η νέα της αποστολή είναι να ακολουθεί τα βήματα του γερμανικού στρατού στη Σοβιετική Ένωση, συλλέγοντας αρχεία, σπάνια χειρόγραφα και βιβλία, πολιτιστικά κειμήλια και χάρτες.
Η δραστηριότητα αυτή του Κύνσμπεργκ και του σχεδόν 100μελούς επιτελείου του θα κρατήσει μέχρι το φθινόπωρο του 1943, οπότε πλέον ο ίδιος θα επιστρέψει στο Βερολίνο, θα παρασημοφορηθεί και θα του απονεμηθεί ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη των Ες-Ες.

* Από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "Η Κρήτη υπό Κατοχή - Η Μάχη της Κρήτης και η Εθνική Αντίσταση, Κατοχή και δοσιλογισμός", έκδοση 2017 (Ariston Books)


Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Η ΣΥΜΜΑΧΙΚΗ ΝΙΚΗ



Η συμμαχική νίκη
και η Ελλάδα

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Περίληψη της εισαγωγής που είχε κάνει ο ιστορικός συγγραφέας Δημοσθένης Κούκουνας στο Διεθνές Ελληνορωσικό Επιστημονικό Συνέδριο "70 χρόνια από τη Μεγάλη Νίκη: εξαιρετική επικαιρότητα του θριάμβου του 1945" (Αθήνα, ξενοδοχείο Κάραβελ, 23 Απριλίου 2015):


Αναμφίβολα είναι πολυσήμαντης αξίας η εμπλοκή της Ελλάδος στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Υποχρεώθηκε ακούσια να λάβει μέρος σ’ αυτόν εξαιτίας της ιταλικής επιθετικότητας απέναντί της, αντιστάθηκε και αντιμετώπισε με επιτυχία τον πρώτο εισβολέα, τον Ιταλό, με τρόπο που προκάλεσε τον παγκόσμιο θαυμασμό τότε. Έχουν γραφεί και λεχθεί πολλά για το περίφημο ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940. Η άρνηση αυτή να αποδεχθεί την καταρράκωση της εθνικής κυριαρχίας δεν αποτελούσε έναν απλό συμβολισμό, όπως αρχικά νομίστηκε από τη διεθνή κοινή γνώμη σε μια φάση που οι αξονικές δυνάμεις κυριαρχούσαν στην Ευρώπη. Τα γεγονότα που ακολούθησαν διατράνωσαν την πεποίθηση για την πολεμική ικανότητα του Έλληνα στρατιώτη, εις πείσμα των υπερτέρων τεχνικών και ποσοτικών πλεονεκτημάτων του εισβολέα.
Αλλά το συναισθηματικό στοιχείο δεν διαμορφώνει την ιστορική αλήθεια, παρά μόνο στο μέτρο που αντιστοιχεί στα γεγονότα. Και εν προκειμένω, δηλαδή στην ελληνική αντίσταση που προβλήθηκε κατά την ιταλική επίθεση, τα γεγονότα είναι αυταπόδεικτα. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 με τη βούληση ενός ανθρώπου ελέχθη αποφασιστικά το ΟΧΙ, που το είπε ένας δικτάτορας, ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος μάλιστα είχε εγκαθιδρύσει πολιτικά ένα ολοκληρωτικό καθεστώς με σαφή φασιστικά χαρακτηριστικά. Το βέβαιο είναι ότι ο ελληνικός λαός εκθύμως ενστερνίστηκε και ακολούθησε αυτή την απόφαση, χωρίς να χρειάζεται να αναρωτηθούμε πώς θα είχε αντιδράσει αν εκείνος ο δικτάτορας είχε απαντήσει στο ιταλικό τελεσίγραφο με μια κατάφαση. Και επίσης το βέβαιο είναι ότι υπήρχε και επιτελικός σχεδιασμός και πρόνοια για το ενδεχόμενο της ιταλικής απόπειρας εισβολής. Υπήρξε όμως, αυτό πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα, και η πρωτοβουλία ορισμένων στρατιωτικών ηγητόρων που αγνόησαν τις πάγιες επιτελικές διαταγές για προνοητική σύμπτυξη των δυνάμεων, σπεύδοντας να αντεπιτεθούν και να ανατρέψουν τα δεδομένα. Κάποιοι απ’ αυτούς τους ηρωικούς ηγήτορες συνέπεσε να γίνουν κατοχικοί υπουργοί, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.
Από την έκρηξη της ιταλικής επίθεσης μέχρι την εκδήλωση και της γερμανικής, δηλαδή στις 6 Απριλίου 1941, η Ελλάδα πολεμά αταλάντευτα και ακούραστα, καταγράφοντας αλλεπάλληλες στρατιωτικές νίκες που βεβαιωμένα προκαλούν τον διεθνή θαυμασμό. Έχουν επανειλημμένα καταγραφεί όλα αυτά, ώστε δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Σημασία έχει να έχουμε υπόψη μας τι προηγήθηκε.
Η ιταλική επίθεση δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, τουλάχιστον για τον τότε πρωθυπουργό. Είχε αρκούντως προετοιμασθεί από πολύ νωρίτερα, πριν καν εκραγεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, και ειδικότερα από τον Απρίλιο 1939 όταν η Ιταλία κατέλαβε στρατιωτικά την Αλβανία. Παρά την επιφανειακή ουδετερότητά της η Ελλάδα είχε εξωτερική πολιτική που ήταν προσανατολισμένη προς τη βρετανική. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί από χρόνια, όταν ο Μεταξάς αθόρυβα επέλεξε τη βρετανική επιρροή στη Μεσόγειο από την ιταλική.
Το ιδανικό θα ήταν να αποφύγει τη στρατιωτική εμπλοκή μας στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επιτυγχάνοντας ρόλο «επιτηδείου ουδετέρου», κάπως ανάλογο με εκείνον της Τουρκίας, αλλά δεν είχε τέτοιες δυνατότητες. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι ο Μεταξάς κινήθηκε προς κάθε κατεύθυνση, όχι μόνο προς τη Γερμανία (η οποία είχε εκχωρήσει τη σφαίρα επιρροής των Βαλκανίων στην Ιταλία), αλλά ακόμη και προς τη Σοβιετική Ένωση. Επιχείρησε το καλοκαίρι του 1940, λίγο πριν από τη διαφαινόμενη ιταλική επίθεση, να χρησιμοποιήσει ακόμη και τον φυλακισμένο αρχηγό του ΚΚΕ, τον Νίκο Ζαχαριάδη, ώστε να επικοινωνήσει με τη Μόσχα, σε μια εποχή που εκείνη διατηρούσε συμβατικές φιλικές σχέσεις με τον Άξονα, αλλά συνάντησε παγερό τείχος αδιαφορίας.
Τον έφερε ο Μανιαδάκης από την Κέρκυρα στην Αθήνα και του υποδείχθηκε επίμονα να καλέσει τη γυναίκα του που εργαζόταν στα γραφεία της Κομινφόρμ στη Μόσχα για να έρθει κι αυτή στην Αθήνα. Αλλά προφανώς το σοβιετικό καθεστώς δεν θέλησε με κανένα τρόπο να εκτεθεί σε κάτι τέτοιο. Μάταια η ελληνική πρεσβεία Μόσχας ανέμενε να της δώσει βίζα για να φτάσει στην Αθήνα, ώστε να ζητηθεί η έμμεση άσκηση πίεσης προς τον Άξονα. Όσο επίσης μάταια η ελληνική κυβέρνηση, μετά τις 28 Οκτωβρίου, περίμενε να διευκολυνθεί η μέσω του σοβιετικού εδάφους άφιξη των αμερικανικών αεροπλάνων στην Ελλάδα.
Όπως είναι γνωστό η Σοβιετική Ένωση ήδη από τις παραμονές της έκρηξης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μέχρι τις 22 Ιουνίου 1941, οπότε υπέστη τη γερμανική επίθεση, ακολουθούσε μια σταθερή εξωτερική πολιτική που κάθε άλλο παρά φιλική ήταν προς τη συμμαχική υπόθεση. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα έχουμε και την πικρή μνήμη της εκδίωξης του Έλληνα πρεσβευτή στη Μόσχα Διαμαντόπουλου στα τέλη Μαΐου 1941, όταν χάθηκε η Μάχη της Κρήτης, με το αιτιολογικό ότι εκπροσωπούσε μια κυβέρνηση, την κυβέρνηση Τσουδερού, που ήταν ντε γιούρε πλέον.
Ωστόσο η ίδια η Μάχη της Κρήτης και γενικότερα ο ελληνογερμανικός πόλεμος την άνοιξη του 1941, θεωρείται ότι υπήρξε η αιτία της αναβολής της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης που ανέτρεψε τα δεδομένα. Με την ίδια λογική ερμηνεύεται και η επιτυχής ελληνική αντίσταση κατά του Μουσολίνι επί έξι ολόκληρους μήνες, η οποία προκάλεσε τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα.
Πέρα από τους διεθνοπολιτικούς συσχετισμούς, η ελληνική αντίσταση κατά της ιταλικής εισβολής απέκτησε ιδιαίτερο συμβολισμό καθώς η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στην ηπειρωτική Ευρώπη που εκείνη την εποχή πολεμούσε κατά των δυνάμεων του Άξονα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν εισέλθει στον πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση τηρούσε με επιμέλεια τη φιλική συμβατική της σχέση και η Βρετανία ήταν η μόνη συμμαχική δύναμη που στήριζε τη χώρα μας, χωρίς βεβαίως να αγνοεί τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί η επιμονή της να διευρύνει το βαλκανικό μέτωπο, φέρνοντας στην Ελλάδα στρατιωτικές ενισχύσεις που δεν μπορούσαν να είναι αποτελεσματικές σε περίπτωση γερμανικής ανάμιξης τοπικά. Ειδικότερα μάλιστα το επίμονο αίτημα άφιξης βρετανικής αεροπορικής δύναμης στη Θεσσαλονίκη, που μοιραία θα προκαλούσε την άμεση γερμανική επέμβαση, στο οποίο αντιδρούσε ο Ιωάννης Μεταξάς, συνδέεται τουλάχιστον χρονικά με τον μυστηριώδη θάνατό του μερικές μέρες αργότερα τον Ιανουάριο 1941.
Αλλά, ανεξάρτητα από όλα αυτά, η ελληνική νίκη στο Αλβανικό Μέτωπο αποτελεί έναν ακρογωνιαίο λίθο στην τελική συμμαχική νίκη, αν και πολύ φοβάμαι ότι τελικά έχει υποεκτιμηθεί διεθνώς, όταν από ορισμένους ιστορικούς αμφισβητείται και αυτή η αξία της ως προς την κρισιμότητα του χρόνου με την κατά πέντε εβδομάδες καθυστέρηση έναρξης του γερμανορωσικού πολέμου. Εκείνο όμως που δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί είναι η πνοή που έδωσε η επιτυχής ελληνική στρατιωτική αντίσταση κατά των δυνάμεων του Άξονα και η αναπτέρωση του ηθικού της διεθνούς κοινής γνώμης.
Σ’ αυτή τη φάση, το σθένος και ο ηρωισμός του Έλληνα στρατιώτη εκτιμήθηκε αρκούντως όχι μόνο από τα συμμαχικά έθνη και τα ουδέτερα, αλλά ακόμα και από τον ίδιο τον εχθρό με προεξάρχοντα τον ίδιο τον Χίτλερ που δημοσίως έπλεξε το εγκώμιό του.
Οπωσδήποτε η αλληλουχία των πολεμικών γεγονότων στα τόσο κρίσιμα εκείνα χρόνια δεν μπορεί να εκτιμηθεί με τοπικά περιορισμένα κριτήρια, παρά μόνο ως ένα σύνολο. Και το βέβαιο είναι ότι η ελληνική συμμετοχή υπήρξε όχι μόνο καθοριστικής σημασίας στη συγκεκριμένη περίοδο, δηλαδή από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι τον Μάιο του 1941, αλλά και σε μεταγενέστερες φάσεις. Η έξαρση της Εθνικής Αντίστασης στο επόμενο διάστημα της Κατοχής είναι πολυθρύλητη, παρά τις όποιες ιδιαιτερότητες ή αδυναμίες της.
Το γεγονός ότι έχουν ήδη περάσει εβδομήντα χρόνια από τότε βοήθησε στο να δούμε πιο νηφάλια τα ιστορικά γεγονότα που μας αφορούν, προφανώς όχι σε απόλυτο βαθμό. Εδώ και μερικά χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται σε νέο Γολγοθά, είναι εγκλωβισμένη σε μια νέα περίοδο οξύτατης κρίσης, αυτή τη φορά οικονομικοκοινωνικής κρίσης με έντονα καταστροφικά χαρακτηριστικά. Τώρα έχουμε το φαινόμενο οι ηττημένοι του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στα εβδομήντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει να δημιουργήσουν ένα νέο μοντέλο οικονομικού ηγεμονισμού που μας πλήττει ευθέως. Δικαίως αναρωτιούνται πολλοί πόσο ωμή μπορεί να είναι η συμπεριφορά του γερμανικού κράτους απέναντί μας ακόμα και σήμερα, καθώς πεισματικά αρνούνται να καταβάλουν το γερμανικό χρέος που έρχεται από τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και κατά τις δικές μου εκτιμήσεις, όπως τις έχω δημοσιοποιήσει κάθε άλλο παρά άκοπα και επιπόλαια, υπερβαίνουν το σύνολο του εξωτερικού μας χρέους. Ομιλώ για το κατοχικό δάνειο, όχι για τις πολεμικές αποζημιώσεις ή επανορθώσεις.
Τελικά, το μεγάλο ηθικό ερώτημα είναι πιο απλοϊκό: Ο όλος αγώνας μας στα χρόνια του πολέμου τόσο μάταιος ήταν;

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΟ ΡΑΪΧΣΤΑΓΚ (4 ΜΑΪΟΥ 1941)


Ο Χίτλερ εξυμνεί τον Έλληνα στρατιώτη
και διατάζει την απελευθέρωση
όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ


Στις 6 μ.μ. της 4 Μαΐου 1941 συνεδρίασε η ολομέλεια του Ράιχσταγκ στην Όπερα Κρολ του Βερολίνου, όπου πλην των βουλευτών είχε συρρεύσει πλήθος κόσμου. Στους δρόμους οι κομματικές οργανώσεις είχαν σχηματίσει ζώνες γύρω από την καγκελαρία μέχρι το Τίεργκαρτεν. Ο στρατάρχης Γκαίριγκ, πρόεδρος του Ράιχσταγκ, κήρυξε την έναρξη της συνεδρίασης και στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο Χίτλερ, ο οποίος ανέγνωσε δήλωση της κυβέρνησης του Ράιχ αναφορικά με τη βαλκανική εκστρατεία. Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του:

«Βουλευτές! Άνδρες του Γερμανικού Ράιχσταγκ!
Σε εποχή που οι πράξεις είναι το παν και οι λόγοι έχουν ελάχιστη αξία, δεν σκοπεύω να εμφανίζομαι συχνότερα από όσο είναι απαραίτητο ενώπιόν σας, των αιρετών αντιπροσώπων του γερμανικού λαού. Σας μίλησα για πρώτη φορά όταν άρχιζε ο πόλεμος, τη στιγμή που λόγω της αγγλογαλλικής συνωμοσίας εναντίον της ειρήνης, είχε αποτύχει κάθε απόπειρα πραγματοποίησης μιας συμφωνίας, που άλλωστε ήταν οπωσδήποτε εφικτή με την Πολωνία. Όλες μου οι προσπάθειες για να πραγματοποιηθεί μια συνεργασία και μάλιστα μια μόνιμη και φιλική συνεργασία ακριβώς με την Αγγλία απέτυχαν λόγω της επιθυμίας και της θέλησης μιας μικρής κλίκας, η οποία απέκρουσε κάθε γερμανική πρόταση για συνεννόηση, είτε λόγω μίσους, είτε λόγω υλικών συμφερόντων, χωρίς να κρύβει την απόφασή της να φθάσει σε πόλεμο με κάθε τρόπο. Το κίνητρο του φανατικού αυτού και καταχθόνιου σχεδίου για να προκληθεί πόλεμος με κάθε τρόπο, ήταν ήδη τότε ο μίστερ Τσώρτσιλ και οι συνένοχοί του, ήταν οι άνθρωποι που αποτελούν σήμερα τη βρετανική κυβέρνηση. Οι βλέψεις αυτές ενθαρρύνθηκαν δημοσίως από τις αυτοκαλούμενες μεγάλες δημοκρατίες ένθεν και εκείθεν του ωκεανού. Σε μια εποχή αυξανόμενης δυσαρέσκειας των λαών εναντίον των ανεπιτυχών κυβερνητικών τεχνασμάτων, οι υπεύθυνοι άνδρες έκριναν ότι τα προβλήματα αν δεν ήταν δυνατό να υπερνικηθούν, θα λύνονταν γρήγορα με έναν πόλεμο. Πίσω απ’ αυτά βρισκόταν το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο των τραπεζών, των χρηματιστηρίων και των εξοπλισμών, που πίστευε να επιτύχει, όπως και άλλοτε, μια μεγάλη επιχείρηση, μολονότι αυτή δεν ήταν ξεκάθαρη. Όπως και άλλοτε, ήταν διατεθειμένοι με ασυνειδησία να θυσιάσουν το αίμα των λαών χάριν του χρυσού. Έτσι άρχισε ο πόλεμος.

Η δεύτερη έκκληση

Μερικές εβδομάδες αργότερα, το κράτος που με ελαφρότητα αφέθηκε να παρασυρθεί χάριν των καπιταλιστικής μορφής οικονομικών συμφερόντων αυτών των εμπρηστών, ηττήθηκε και διαλύθηκε. Με τις συνθήκες αυτές αισθάνθηκα ότι ήμουν υποχρεωμένος απέναντι στον γερμανικό μας λαό και απέναντι σε μεγάλο αριθμό τιμίων και αθώων ανθρώπων να απευθύνω μια νέα έκκληση στην κατανόηση και την ευσυνειδησία των άλλων πολιτικών ανδρών. Στις 6 Οκτωβρίου 1939 δήλωσα και πάλι ότι η Γερμανία δεν ζητεί τίποτε από την Αγγλία και από τη Γαλλία, ότι ήταν παραφροσύνη να συνεχισθεί ο πόλεμος και, προ πάντων, ότι η φρίκη ενός πολέμου που διεξάγεται με τη βοήθεια των νεωτέρων όπλων θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή μεγάλων περιφερειών. Αναγνώρισα και προειδοποίησα ότι οι επιθέσεις των βαρέων πυροβόλων μεγάλου βεληνεκούς εναντίον κατοικημένων περιφερειών θα προξενπούσαν αμοιβαία καταστροφές μεγάλων περιοχών. Προ παντός τόνισα ότι η δράση της αεροπορίας θα προκαλούσε, με την ενέργειά της σε μεγάλη ακτίνα, την καταστροφή όλων όσων είχαν δημιουργηθεί με επίπονη εργασία επί αιώνες, την καταστροφή των έργων του πολιτισμού στην Ευρώπη. Η δεύτερη έκκλησή μου, όπως και εκείνη του Σεπτεμβρίου 1939, έγινε επί ματαίω και απορρίφθηκε με απόλυτη αγανάκτηση. Οι Βρετανοί υποκινητές του πολέμου και οι άνθρωποί τους στα παρασκήνια, οι Εβραίοι καπιταλιστές, δεν ερμήνευσαν την έκκλησή μου προς την ανθρωπότητα παρά ως γερμανική αδυναμία.

Οι σκευωρίες στη Νορβηγία

Ήδη εκείνη την εποχή η νορβηγική κυβέρνηση, που είχε τυφλωθεί από τις προφητείες του μίστερ Τσώρτσιλ που είχαν εκφρασθεί με μεγάλη βεβαιότητα, άρχισε να εξοικειώνεται με την ιδέα βρετανικής εισβολής στο έδαφός της, μιας εισβολής που θα της επέτρεπε να συμβάλει στην εκμηδένιση της Γερμανίας με το να ανεχθεί την κατοχή των νορβηγικών λιμανιών και τη σουηδική περιοχή των μεταλλείων σιδήρου. Οι κ.κ. Τσώρτσιλ και Ρενώ κατέληξαν να είναι βέβαιοι για την επιτυχία του νέου ανοσιουργήματός τους, έτσι ώστε, είτε λόγω επιπολαιότητας, είτε υπό την επίδραση οινοπνευματωδών ποτών, νόμισαν ότι δεν πρέπει πια να κρατούν μυστικές τις προθέσεις τους. Ακριβώς στην ακριτομύθια των δύο αυτών κυρίων η γερμανική κυβέρνηση όφειλε εκείνη την εποχή το ότι γνώριζε τα σχέδια που καταστρώθηκαν εναντίον του γερμανικού λαού, πράγμα που υπήρξε το αποτελεσματικότερο όπλο της σ’ αυτόν τον πόλεμο, διότι η βρετανική απόπειρα εναντίον της Νορβηγίας υπήρξε αναμφισβήτητα η πιο επικίνδυνη ενέργεια εναντίον του Ράιχ. Μετά από μερικές εβδομάδες ο κίνδυνος αυτός ξεπεράστηκε. Η εξαιρετικά αποτελεσματική γερμανική άμυνα οδήγησε σε τέτοια ενίσχυση της θέσης μας στην Ευρώπη, που κανείς ίσως δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει πλήρως.

Η νίκη στη Δύση

Αμέσως μετά την αποτυχία των σχεδίων αυτών παρουσιάστηκε μια νέα, ισχυρότερη, πίεση από μέρους των Βρετανών υποκινητών του πολέμου εναντίον του Βελγίου και της Ολλανδίας. Αυτή τη φορά σκοπός της ήταν, μετά την αποτυχία της επιχείρησης εναντίον του ανεφοδιασμού μας σε μετάλλευμα, να προωθηθεί το μέτωπο μέχρι τον Ρήνο, με το να παρασυρθούν το Βέλγιο και η Ολλανδία και έτσι να εξουδετερωθούν οι περιοχές κατεργασίας των μεταλλευμάτων. Στις 10 Μαΐου του περασμένου χρόνου, άρχισε ο αγώνας, ο οποίος μάλλον είναι ο πιο αξιομνημόνευτος στη γερμανική ιστορία. Μέσα σε μερικές μέρες τα εχθρικά μέτωπα διασπάστηκαν και δημιουργήθηκαν οι αρχικές συνθήκες για την επιχείρηση, που υπήρξε η αρχή της μεγαλύτερης από τις πιο καταστρεπτικές μάχες της παγκόσμιας ιστορίας. Το Βέλγιο και η Ολλανδία καταλήφθηκαν, ενώ τα βρετανικά στρατεύματα έφυγαν ηττημένα και χωρίς όπλα. Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε καταερειπωθεί.
Στις 19 Ιουλίου 1940 συγκάλεσα για τρίτη φορά το γερμανικό Ράιχσταγκ, ενώ επωφελήθηκα επίσης από τη συνεδρίαση εκείνη για να καλέσω τον κόσμο να ειρηνεύσει. Δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι οι ελπίδες μου προς την κατεύθυνση αυτή ήταν ελάχιστες, λόγω της πείρας μου, διότι οι άνθρωποι εκείνοι που ήθελαν τον πόλεμο δεν δρούσαν για χάρη κάποιου ιδανικού. Πίσω απ’ αυτά υπήρχε ως κινητήρια δύναμη ο εβραιοδημοκρατικός καπιταλισμός, από τον οποίο είχαν αποκλειστική εξάρτηση. Η προσφορά μου για την ειρήνη ερμηνεύθηκε ως σημείο φόβου και ανανδρίας. Οι υποκινητές του πολέμου, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, επέτυχαν να περιπλέξουν την υγιά λογική των μαζών, οι οποίες τίποτε δεν είχαν να κερδίσουν από ένα πόλεμο, δίνοντας σ’ αυτές νέες ελπίδες για μια απατηλή εικόνα της κατάστασης και υποχρεώνοντας και πάλι τους λαούς να συνεχίσουν τον αγώνα, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό την κατευθυνόμενη από τον Τύπο δημόσια γνώμη. Επίσης, οι προειδοποιήσεις μου εναντίον της εφαρμογής του νυκτερινού πολέμου βομβών ερμηνεύθηκαν ως γερμανική αδυναμία.

Οι ευθύνες του Τσώρτσιλ

Ο Τσώρτσιλ, ο πιο αιμοδιψής ερασιτέχνης όλων των αιώνων της ιστορίας, νόμισε πράγματι ότι η για ολόκληρους μήνες επιφυλακτική στάση του γερμανικού εναέριου όπλου δεν ήταν παρά μια απόδειξη της ανικανότητάς του να ενεργεί νυκτερινές επιδρομές. Γι’ αυτό τον λόγο, αυτός ο άνθρωπος υποχρέωσε επί μήνες πληρωμένους δημοσιογράφους να ψεύδονται για να διηγούνται στον αγγλικό λόγο ότι η βρετανική αεροπορία ήταν μόνη της σε θέση να διεξαγάγει τον πόλεμο και ότι έτσι θα βρισκόταν ο τρόπος για να νικηθεί η Γερμανία με έναν χωρίς οίκτο αγώνα της αγγλικής αεροπορίας εναντίον του αστικού πληθυσμού της Γερμανίας, μαζί με τον θαλάσσιο αποκλεισμό. Και πάλι επέστησα την προσοχή τους επί τρισήμισι ολόκληρους μήνες, αλλά δεν με εκπλήσσει αν οι προειδοποιήσεις μου εκείνες δεν προξένησαν καμιά εντύπωση στον κ. Τσώρτσιλ. Ο άνθρωπος αυτός δεν ενδιαφέρεται για τη ζωή των άλλων. Δεν ενδιαφέρεται για τον πολιτισμό και για τα αρχιτεκτονικά μνημεία. Ήδη από τις αρχές του πολέμου είχε τονίσει ότι εννοεί να κάνει τον πόλεμό του και αν ακόμη οι πόλεις της Αγγλίας μετατρέπονταν σε ερείπια. Τον πόλεμο αυτόν τον έχει τώρα. Η βεβαίωσή μου ότι απέναντι σε κάθε βόμβα που ριχνόταν θα απαντούσα αναγκαστικά με πολλές άλλες, δεν κατάφερε να πείσει τον άνθρωπο αυτόν να σκεφθεί έστω και μια μόνο φορά αυτές τις εγκληματικές του ενέργειες. Δήλωσε πως αυτό δεν τον συγκινεί, μάλιστα βεβαίωσε ακόμη ότι και ο βρετανικός λαός επίσης τον βλέπει με πρόσωπα που ακτινοβολούν, έπειτα από τέτοιου είδους βομβαρδισμούς, έτσι ώστε επέστρεφε πάντοτε στο Λονδίνο με την ψυχή ενισχυμένη. Είναι πιθανό, επομένως, ότι ο κ. Τσώρτσιλ είναι διατεθειμένος περισσότερο από ποτέ άλλοτε να συνεχίσει έτσι τον πόλεμο. Δεν είμαστε όμως και εμείς λιγότερο διατεθειμένοι να ρίξουμε στο μέλλον εκατό βόμβες εν ανάγκη για κάθε δική του βόμβα και ιδίως επί τόσο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου ο βρετανικός λαός να απαλλαγεί απ’ αυτόν τον εγκληματία και τις μεθόδους του. Και αν ο κ. Τσώρτσιλ πιστεύει από καιρού σε καιρό ότι μπορεί με την προπαγάνδα να αυξήσει τη δύναμη και την αποτελεσματικότητα του πολέμου του, τότε και εμείς είμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε τον πόλεμο ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο. Η έκκληση αυτού του παράφρονα και των οπαδών του προς τον γερμανικό λαό με την ευκαιρία της Πρωτομαγιάς, ζητώντας να με εγκατελείψει ο λαός, δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνον ως προερχόμενη από μια ασθένεια παραλυτική ή από την παραφροσύνη ενός μέθυσου.

Πώς έβαλε φωτιά στα Βαλκάνια

Η παθολογική αυτή διανοητική του κατάσταση είναι υπεύθυνη επίσης και για την απόφασή του να μετατρέψει τα Βαλκάνια σε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων. Ο άνθρωπος αυτός διατρέχει ως τρελός την Ευρώπη εδώ και πέντε χρόνια, αναζητώντας και την πιο ασήμαντη εύφλεκτη ύλη. Δυστυχώς βρίσκονται πάντοτε στοιχεία πληρωμένα, που ανοίγουν τις πύλες της πατρίδας τους σ’ αυτόν τον διεθνή εμπρηστή. Αφού επέτυχε κατά τον τελευταίο χειμώνα να πείσει τον βρετανικό λαό με τη διάδοση νεφελωδών διαβεβαιώσεων και ψευδών ότι ο γερμανικός λαός, εξαντλημένος από την εκστρατεία του περασμένου χρόνου, είχε χάσει τελείως τις δυνάμεις του, βρέθηκε τώρα υποχρεωμένος, προκειμένου να προλάβει μια αφύπνιση του βρετανικού λαού, να δημιουργήσει μια νέα εστία πυρκαγιάς στην Ευρώπη. Έτσι έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο που σκεπτόταν ήδη από το φθινόπωρο του 1939 και την άνοιξη του 1940. Θυμάστε, κύριοι, τα έγγραφα που βρέθηκαν στη «Σαριτέ» και δόθηκαν στη δημοσιότητα και στα οποία αποκαλυπτόταν η απόπειρα να γίνουν τα Βαλκάνια, ήδη από τον χειμώνα του 1939-40, ευρωπαϊκό θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων. Και οι κυριότεροι οργανωτές της επιχείρησης αυτής υπήρξαν τότε οι κ.κ. Τσώρτσιλ, Χάλιφαξ, Νταλαντιέ, Πωλ Ρενώ και οι στρατηγοί Βεϋγκάν και Γκαμελέν. Από τα έγγραφα εκείνα προκύπτει ότι στηρίζονταν στη δυνατότητα να κινητοποιήσουν 100 περίπου μεραρχίες υπέρ των συμφερόντων της Αγγλίας, αν η απόπειρα αυτή εναντίον της ειρήνης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης επετύγχανε. Μετά την αιφνίδια κατάρρευση του Μαΐου και του Ιουνίου του περασμένου χρόνου, τα σχέδια αυτά είχαν και πάλι τεθεί κατά μέρος. Το περασμένο φθινόπωρο όμως ο κ. Τσώρτσιλ άρχισε και πάλι να τα ανασύρει. Αν η απόπειρα αυτή παρουσίασε μεγαλύτερες δυσκολίες, αυτό προήλθε από το γεγονός ότι είχε επέλθει μια αλλαγή στα Βαλκάνια, και η Ρουμανία δεν μπορούσε πια να υπολογίζεται στα σχέδια της Αγγλίας, λόγω των μεταβολών που είχαν σημειωθεί στο εσωτερικό της χώρας αυτής. Η νέα Ρουμανία, υπό την ηγεσία του στρατηγού Αντονέσκο, άρχισε να ακολουθεί μια πολιτική καθαρά ρουμανική, αγνοώντας τις ελπίδες των ενδιαφερομένων για τον πόλεμο Άγγλων. Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί και η στάση της Γερμανίας.

Ράιχ και Βαλκάνια

Θα δώσω αρχικά μια σύντομη περίληψη των σκοπών και της πολιτικής της Γερμανίας στα Βαλκάνια. Το Ράιχ ποτέ δεν είχε στα Βαλκάνια, ούτε εδαφικά συμφέροντα, ούτε όμως και εγωιστικά. Δηλαδή το Ράιχ καθόλου δεν ενδιαφέρθηκε εγωιστικά για τα εδαφικά προβλήματα ή και για τα ζητήματα εσωτερικής τάξης στα βαλκανικά κράτη. Το Ράιχ όμως προσπάθησε να συνάψει βαθύτατες και στενές οικονομικές σχέσεις με τα κράτη αυτά, όχι μόνο για το συμφέρον του Ράιχ, αλλά και για το συμφέρον αυτών των ίδιων των εν λόγω κρατών. Μεταξύ δηλαδή της Γερμανίας και των βαλκανικών κρατών αλληλοσυμπληρώθηκαν κατά τρόπο λογικό οι εθνικές οικονομίες των δύο συνεταίρων στο εμπόριο. Η Γερμανία είναι κράτος βιομηχανικό, που έχει ανάγκη τροφίμων και πρώτων υλών. Τα βαλκανικά κράτη είναι περιοχές γεωργικές, που παράγουν και πρώτες ύλες και έχουν ανάγκη βιομηχανικών προϊόντων. Επομένως γινόταν φυσικό το ενδεχόμενο μιας εξαιρετικά ευνοϊκής ανάπτυξης αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων. Αν οι αγγλικοί, ή και οι αμερικανικοί κύκλοι θέλησαν να δουν σ’ αυτό μια παράνομη διείσδυση της Γερμανίας στα Βαλκάνια, η σκέψη τους αυτή υπήρξε ηλίθια, όσο και αυθάδης, διότι κάθε κράτος αναπτύσσει την οικονομική του πολιτική ανάλογα με τα εθνικά του συμφέροντα και όχι σύμφωνα με τα συμφέροντα μερικών ξένων καπιταλιστών και εβραιοδημοκρατών που ξεριζώθηκαν. Άλλωστε τόσο η Αγγλία όσο και η Αμερική μπορούν να εμφανίζονται στις περιοχές αυτές ως πωλητές, ποτέ όμως ως αγοραστές. Αλλά η Γερμανία δεν πώλησε μόνο στα Βαλκάνια, αλλά υπήρξε και ο κυριότερος αγοραστής. Και υπήρξε αγοραστής μόνιμος και σοβαρός, ο οποίος πλήρωνε τα προϊόντα των χωρικών των Βαλκανίων με την εργασία του εργάτη της γερμανικής βιομηχανίας και όχι με χρήματα και νομίσματα φανταστικής αξίας, τα οποία ήδη από ετών είχαν μία χρόνια υποτίμηση. Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη ότι η Γερμανία έγινε ο μεγαλύτερος από τους εμπορικούς συνεταίρους των βαλκανικών κρατών. Αυτό δεν ήταν μόνο προς το συμφέρον των λαών των Βαλκανίων. Και μόνο οι εγκέφαλοι, οι ποτισμένοι αποκλειστικά από την καπιταλιστική ιδέα των εβραϊκών δημοκρατιών μας, μπορούν να διαβεβαιώνουν ότι όταν ένα κράτος προμηθεύει μηχανήματα σε ένα άλλο, κυριαρχεί σ’ αυτό. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια κυριαρχία δεν μπορεί παρά να είναι αμοιβαία, δεδομένου ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα να μην χρειάζεται μηχανήματα, ενώ θα χρειάζεται τρόφιμα και πρώτες ύλες. Έτσι ώστε ο συνεταίρος, ο οποίος σε αντάλλαγμα των μηχανών του παίρνει τρόφιμα και πρώτες ύλες, βρίσκεται περισσότερο εξαρτημένος από εκείνον που προμηθεύεται προϊόντα βιομηχανικά. Όχι, στην υπόθεση αυτή δεν υπήρξαν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι, αλλά υπήρξαν μόνο σύντροφοι, το δε Γερμανικό Ράιχ της εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης εργάστηκε φιλότιμα για να γίνει καλός συνεταίρος, δηλαδή να πληρώνει με προϊόντα πρώτης ποιότητας και όχι με τα άνευ αξίας νομίσματα των δημοκρατιών.

Η εγγύηση προς τη Ρουμανία

Βάσει όλων αυτών το Ράιχ, αν επιμένει κανείς να κάνει λόγο περί πολιτικών συμφερόντων, ένα μόνο είχε συμφέρον. Να δει τον συνεταίρο του στις εμπορικές συναλλαγές ισχυρό ως προς τις εσωτερικές του συνθήκες. Επομένως το Ράιχ έπραξε το παν για να έλθει σε βοήθεια των κρατών αυτών, χρησιμοποιώντας την επιρροή του, προκειμένου να τους παράσχει την υποστήριξή του με λόγια και με έργα και να τα βοηθήσει να σταθεροποιήσουν την ίδια τους την ύπαρξη και την εσωτερική τους τάξη, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τα εσωτερικά τους καθεστώτα. Η εφαρμογή αυτών των αρχών είχε πράγματι ως αποτέλεσμα όχι μόνο να αυξήσει την ευημερία σ’ αυτές τις χώρες, αλλά και να δημιουργήσει μεταξύ αυτών και της Γερμανίας αμοιβαία εμπιστοσύνη, η οποία βαθμηδόν ενισχυόταν και περισσότερο. Όσο πιο πολύ διαγράφονταν οι τάσεις αυτές, τόσο περισσότερο ο δημιουργός του Παγκοσμίου Πολέμου Τσώρτσιλ προσπάθησε να σταματήσει την ειρηνική αυτή εξέλιξη και να μεταφέρει σ’ αυτή την ειρηνική ευρωπαϊκή περιοχή τα στοιχεία της ανησυχίας, της αβεβαιότητας, της δυσπιστίας και τέλος και της διχόνοιας, παρέχοντας αναίσχυντες υποσχέσεις βρετανικής βοήθειας, βρετανικές εγγυήσεις στερημένες οποιασδήποτε αξίας. Αρχικά το ρουμανικό κράτος εξαπατήθηκε από τις εγγυήσεις αυτές, στη συνέχεια δε ιδιαίτερα το ελληνικό κράτος. Από τότε φαίνεται να έχει αποδειχθεί με αρκετή σαφήνεια ότι οι εγγυήσεις αυτές δεν υποστηρίζονταν από καμιά δύναμη, ικανή να κάνει αποτελεσματική τη βοήθεια που είχαν υποσχεθεί. Η Ρουμανία αναγκάστηκε να πληρώσει ακριβά την εγγύηση, που ήταν εσκεμμένα προορισμένη να κάνει εχθρικές της τις δυνάμεις του Άξονα.

Πώς παρασύρθηκε η Ελλάδα

Η Ελλάδα, η οποία περισσότερο από κάθε άλλη χώρα δεν είχε ανάγκη μιας τέτοιας εγγύησης, ήταν έτοιμη και αυτή επίσης, υποχωρώντας μπροστά στη γοητεία των βρετανικών σειρήνων, να συνδέσει την τύχη της με την τύχη του χρηματοδότη και του εντολοδότη του βασιλικού της κυρίαρχου. Διότι και σήμερα ακόμη είμαι υποχρεωμένος – και νομίζω ότι οφείλω αυτό να το πω προς το συμφέρον της ιστορικής αλήθειας – να κάνω διάκριση μεταξύ του ελληνικού λαού και του λεπτού εκείνου στρώματος, που σχημάτιζε μια διεφθαρμένη διοικούσα κλίκα, η οποία εμπνεόμενη από ένα βασιλιά για τη συμμαχία της Αγγλίας, φρόντιζε λιγότερο για το αληθινό καθήκον, που επέβαλλε η διοίκηση του ελληνικού κράτους και περισσότερο για τους σκοπούς της πολεμικής πολιτικής της Αγγλίας, που ψυχή τε και σώματι την ασπαζόταν. Λυπήθηκα ειλικρινά γι’ αυτό. Ήταν θλιβερό για μένα, πολύ θλιβερό και πικρό, διότι ως Γερμανός με τη μόρφωσή μου κατά τη νεότητά μου, αλλά και λόγω του επαγγέλματός μου αργότερα, κατεχόμουν από βαθύτατο σεβασμό για τον πολιτισμό και τις τέχνες μιας χώρας, που ήταν η κοιτίδα του κάλλους και του ανθρώπινου μεγαλείου, υπήρξε – λέω – θλιβερό για μένα να βλέπω την εξέλιξη αυτη και να μην μπορώ να την αλλάξω. Είχαμε πληροφορηθεί από τα έγγραφα της «Σαριτέ» για τις μηχανορραφίες των στοιχείων εκείνων που αργά ή γρήγορα θα οδηγούσαν το ελληνικό κράτος σε μια δυστυχία χωρίς όρια. Στο τέλος του περασμένου καλοκαιριού, ο Τσώρτσιλ είχε κατορθώσει να κάνει να πιστέψουν μερικά πνεύματα και κύκλοι ελληνικοί τις υποσχέσεις της πλατωνικής εγγύησης, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να αντιληφθεί μια μεγάλη σειρά διαρκών παραβιάσεων της ουδετερότητας.

Οι ιταλικές προτάσεις

Πρώτη εθίγη η Ιταλία και γι’ αυτό υποχρεώθηκε να υποβάλει τον Οκτώβριο του 1940 προς την ελληνική κυβέρνηση προτάσεις και να αξιώσει εγγυήσεις, που φαίνονταν αρκετές για να θέσουν τέρμα στα ανυπόφορα αυτά για την Ιταλία γεγονότα. Κάτω από την επιρροή όμως των Βρετανών ταραχοποιών γα πόλεμο, η αίτηση εκείνη απορρίφθηκε απότομα, οπότε από το γεγονός αυτό έληξε η ειρήνη στα Βαλκάνια. Οι κακοκαιρίες, το χιόνι, οι θύελλες και η βροχή μαζί με μια ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών – οφείλω να το βεβαιώσω αυτό για να αποδώσω δικαιοσύνη στην ιστορία – έδωσαν στην κυβέρνηση των Αθηνών αρκετό χρόνο, ώστε να σκεφθεί για τις συνέπειες της ατυχούς απόφασής της και να εξετάσει τις δυνατότητες μια λογικής λύσης της κατάστασης. Διατηρούσα ακόμη μια αμυδρή ελπίδαότι ίσως θα μπορούσε να συμβάλει με οποιονδήποτε τρόπο στο ξεκαθάρισμα της κατάστασης η Γερμανία, η οποία δεν είχε ακόμη διακόψεις τις διπλωματικές σχέσεις της με την Ελλάδα. Αλλά από τότε υποχρεώθηκα, όπως ήταν το καθήκον μου, να τονίσω ενώπιον ολόκληρου του κόσμου ότι δεν θα μέναμε αδρανείς σε επανάληψη της ιδέας μιας απόβασης στη Θεσσαλονίκη, παρόμοιας με εκείνη που είχε γίνει κατά τον Μεγάλο Πόλεμο.

Οι αγγλικές ετοιμασίες

Δυστυχώς, η προειδοποίησή μου ότι από τη στιγμή που οι Άγγλοι θα εγκαθιδρύονταν στην Ευρώπη, σε οποιοδήποτε μέρος, θα ήμασταν υποχρεωμένοι να τους αποκρούσουμε αμέσως προς τη θάλασσα, δεν ελήφθη σοβαρά υπ’ όψιν. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, είδαμε κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα, ότι η Αγγλία άρχιζε σε συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό να εγκαθιστά και να ενισχύει βάσεις, που μπορούσαν να της χρησιμεύσουν ως αφετηρίες για τον σχηματισμό μιας νέας στρατιάς της Θεσσαλονίκης. Άρχισαν να δημιουργούν αεροδρόμια, να σχηματίζουν τον αναγκαίο εσωτερικό σκελετό, έχοντας την πεποίθηση ότι η κατάληψη των θέσεων θα γινόταν γρήγορα. Τέλος, γίνονταν συνεχώς μεταφορές υλικού και εφοδίων για ένα στρατό, που κατά την άποψη και τις προβλέψεις του κ. Τσώρτσιλ, επρόκειτο να αποβιβασθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες στην Ελλάδα. Αυτό δεν μας το έκρυψαν. Υπήρξαμε επί ολόκληρους μήνες οι προσεκτικοί παρατηρητές αυτού του τρόπου εργασίας, αν και δείχναμε κάποια επιφύλαξη. Ο δυσάρεστος αντίκτυπος για τον ιταλικό στρατό στη Βόρειο Αφρική, λόγω μιας κατωτερότητας τεχνικής μορφής, της αντιαρματικής άμυνας και του τεθωρακισμένου όπλου, έπεισε τελικά τον κ. Τσώρτσιλ ότι είχε φτάσει η στιγμή για να μεταφέρει το θέατρο του πολέμου από τη Λιβύη στην Ελλάδα. Διέταξε τη μεταφορά των τεθωρακισμένων αρμάτων, που του απέμεναν ακόμη, καθώς και μεραρχιών πεζικού, που τις αποτελούσαν κυρίως Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, έχοντας την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να εξαπολύσει τελικά το νέο πλήγμα του, που θα άναβε την πυρκαγιά στα Βαλκάνια. Ο κ. Τσώρτσιλ διέπραξε έτσι ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά σφάλματα αυτού του πολέμου.

Τουρκία και Γιουγκοσλαβία

Αμέσως μόλις έπαψα πια να αμφιβάλω ως προς τις προθέσεις της Αγγλίας να εγκατασταθεί στα Βαλκάνια, προχώρησα στα αναγκαία διαβήματα ώστε να θέσω στη διάθεση της Γερμανίας στα ζωτικά αυτά και σημαντικά εδάφη τις αναγκαίες δυνάμεις, προς άμεση απόκρουση της ενδεχόμενης ανοησίας του κυρίου αυτού. Οφείλω να δηλώσω επεξηγηματικά ότι τα μέτρα αυτά δεν στρέφονταν κατά της Ελλάδος. Ο Ντούτσε ποτέ δεν μου ζήτησε να θέσω στη διάθεσή του ούτε μία γερμανική μεραρχία. Ήταν πεπεισμένος ότι μόλις ερχόταν η καλή εποχή, ο αγώνας εναντίον της της Ελλάδος θα ολοκληρωνόταν οπωσδήποτε με μια πλήρη επιτυχία και εγώ ο ίδιος την ίδια γνώμη είχα. Επομένως η συγκέντρωση των γερμανικών δυνάμεων δεν έγινε για να παρασχεθεί βοήθεια στην Ιταλία εναντίον της Ελλάδος. Αντίθετα, η συγκέντρωση αυτή ήταν μάλλον μέτρο για να προλάβει τη βρετανική απόπειρα μυστικής εγκατάστασης υπό τη σκέπη του θορύβου του ιταλοελληνικού πολέμου στα Βαλκάνια, με τον σκοπό να προκαλέσουν εκεί, κατά το παράδειγμα του στρατού της Θεσσαλονίκης στον Μεγάλο Πόλεμο, μια απόφαση οριστική και ακόμη περισσότερο για να παρασύρουν έτσι και νέες δυνάμεις στη δίνη του πολέμου. Η ελπίδα αυτή στηρίχθηκε κυρίως πάνω σε δύο κράτη, την Τουρκία και τη Γιουγκοσλαβία, τα δύο ακριβώς κράτη με τα οποία προσπάθησα από την άνοδό μου στην εξουσία να επιτύχω στενή συνεργασία, που να στηρίζεται σε προοπτικές οικονομικής ωφέλειας.

Επιθυμία συνεργασίας

Η Γιουγκοσλαβία, ειδικά ως προς τον σερβικό πυρήνα της, ήταν αντίπαλός μας κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, ο οποίος άλλωστε και από το Βελιγράδι εξαπολύθηκε. Παρ’ όλα αυτά, ωστόσο, ο γερμανικός λαός, που δεν γνωρίζει την εκδίκηση, δεν έτρεφε κανένα μίσος. Η Τουρκία ήταν σύμμαχός μας κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, του οποίου μάλιστα η τραγική λύση είχε επιβαρύνει τη χώρα αυτή, όσο και τη δική μας. Ο μέγας και μεγαλοφυής δημιουργός της Νέας Τουρκίας έδωσε πρώτος το λαμπρό παράδειγμα, ως προς την ανόρθωση των συμμάχων που μέχρι τότε είχε εγκαταλείψει η τύχη και είχε τρομερά κατανικήσει η μοίρα. Ενώ δε η Τουρκία σήμερα, χάρη στη ρεαλιστική στάση των ηγετών της, διατηρούσε την ανεξαρτησία να παίρνει τις δικές της αποφάσεις, η Γιουγκοσλαβία έγινε το θύμα των βρετανικών μηχανορραφιών. Προσπάθησα να αποκαταστήσω ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία ειλικρινείς σχέσεις αμοιβαίας κατανόησης, ακόμη δε και φιλίας. Εργάσθηκε επί χρόνια για να επιτύχω αυτόν τον σκοπό. Πίστευα ότι με συνδράμουν μερικοί εκπρόσωποι της χώρας αυτής που – όπως εγώ νόμιζα – διέβλεπαν το συμφέρον τους μόνο μέσα από μια στενή συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες μας. Όταν επομένως, λόγω των βρετανικών μηχανορραφιών, ο κίνδυνος πλησίαζε να παρασύρει τα Βαλκάνια στον πόλεμο, εγώ ανανέωσα τις προσπάθειές μου, κάνοντας το παν για να διαφυλάξω τη Γιουγκοσλαβία από την επικίνδυνη αυτή περιπέτεια. Ο επί των Εξωτερικών υπουργός μας και μέλος του κόμματος Ρίμπεντροπ δεν έπαψε να επιμένει επί του σημείου αυτού, με την υπομονή και τη μεγαλόψυχη επιμονή, που τον διακρίνουν, κατά τη διάρκεια πολυάριθμων συσκέψεων και συνομιλιών, επιμένοντας να υπογραμμίζει την ανάγκη ώστε αυτό το μέρος της Ευρώπης να διατηρηθεί μακριά απ’ αυτόν τον καταστρεπτικό πόλεμο. Με το πνεύμα αυτό, υπέβαλε στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση προτάσεις τόσο θαυμάσιες και τόσο ειλικρινείς, που είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθούν πολύ περισσότερο σ’ αυτό το γιουγκοσλαβικό κράτος οι ψήφοι υπέρ μιας τέτοιας στενής συνεργασίας.

Παραχωρήσεις του Ράιχ

Είναι επομένως πολύ σωστό εκείνο που είπε ο κ. Χάλιφαξ, δηλώνοντας ότι η Γερμανία δεν είχε καθόλου την πρόθεση να φέρει τον πόλεμο στα Βαλκάνια. Είναι μάλιστα σωστό ότι αυτό έγινε, παρά την ειλικρινή επιθυμία μας να ακολουθήσουμε την οδό της στενότερης συνεργασίας με τη Γιουγκοσλαβία για να μπορέσουμε ίσως να ανακόψουμε τη σύρραξη με την Ελλάδα, αφού θα θα λαμβάνονταν δεόντως υπ’ όψιν οι δικαιολογημένες επιθυμίες της Ιταλίας. Ο Ντούτσε, όχι μόνο δεν αποδοκίμασε την απόπειρά μας να προσελκύσουμε τη Γιουγκοσλαβία στη σφαίρα των συμφερόντων μας μέσα από μια στενή συνεργασία, αλλά και την υποστήριξε με όλα τα μέσα. Υπήρξε τελικά εφικτό να φέρουμε τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση στο να προσχωρήσει στο τριμερές σύμφωνο, το οποίο δεν απαιτούσε αξιώσεις από τη Γιουγκοσλαβία, αλλά πρόσφερε πλεονεκτήματα σ’ αυτή τη χώρα. Μπορώ πράγματι να διαβεβαιώσω σήμερα, για την ιστορική αλήθεια, ότι με το σύμφωνο εκείνο και τα προσαρτημένα πρωτόκολλα, η Γιουγκοσλαβία δεν αναλάμβανε καμιά υποχρέωση να βοηθήσει. Αντίθετα μάλιστα, έπαιρνε από τις δυνάμεις του τριμερούς συμφώνου την επίσημη διαβεβαίωση ότι δεν θα αξιωνόταν απ’ αυτήν ως καθήκον το να υποχρεωθεί να παράσχει βοήθεια. Ήμασταν διατεθειμένοι από την αρχή να παραιτηθούμε από το δικαίωμα οποιασδήποτε μεταφοράς πολεμικού υλικού μέσω της χώρας. Αλλά ακόμη περισσότερο, η Γιουγκοσλαβία είχε λάβει τη διαβεβαίωση, με τη σαφή διεκδίκηση της κυβέρνησής της, ότι αν θα γίνονταν εδαφικές μεταβολές στα Βαλκάνια, θα της δινόταν διέξοδος στο Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένης μεταξύ άλλων και της πόλης της Θεσσαλονίκης. Στις 25 Μαρτίου υπογράφηκε στη Βιέννη ένα σύμφωνο, το οποίο πρόσφερε στο γιουγκοσλαβικό κράτος ευρύτατο μέλλον, και που διασφάλιζε στα Βαλκάνια την ειρήνη. Έφυγα εκείνη την ημέρα από τη μητρόπολη του Δούναβη, πραγματικά ευτυχής, όχι μόνο διότι οι προσπάθειες της εξωτερικής πολιτικής έπειτα από οκτώ σχεδόν χρόνια απέδιδαν τους καρπούς τους, αλλά και διότι πίστευα ότι το γεγονός εκείνο καθιστούσε ίσως περιττή την τελευταία στιγμή κάθε γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια.

Το σερβικό πραξικόπημα

Δύο μέρες αργότερα ταραχθήκαμε όλοι με την είδηση του πραξικοπήματος που επιχείρησε μια δράκα πληρωμένων επαναστατών, οι οποίοι κατάφεραν μια πράξη που επέπρωτο να αποσπάσει από τον πρωθυπουργό της Αγγλίας την κραυγή του θριάμβου, που τελικά είχε να αναγγείλει μια καλή είδηση. Έδωσα αμέσως λοιπόν τη διαταγή της επίθεσης, διότι δεν επιτρέπεται κανείς να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο απέναντι στο Ράιχ. Δεν επιτρέπεται να ζητά κανείς επί χρόνια φιλία και δεν μπορεί να υπογράφει μια συνθήκη, από την οποία ο ένας συμβαλλόμενος έχει όλα τα πλεονεκτήματα, και έπειτα όχι μόνο να καταγγέλλει τη συνθήκη αυτή μέσα σε μια νύχτα, αλλά να προσβάλλει και τον εκπρόσωπο του Ράιχ, να απειλεί τον στρατιωτικό ακόλουθο, να τραυματίζει τον βοηθό του, να κακομεταχειρίζεται πολλούς Γερμανούς της παροικίας, να κατεδαφίζει γραφεία, σχολεία, αίθουσες εκθέσεων και να καταστρέφει οικίες Γερμανών της εθνικής μειονότητας, καταδιώκοντας στο τέλος και φονεύοντας, έξω από κάθε νόμο, τους Γερμανούς. Μάρτυς μου ο Θεός ότι θέλησα την ειρήνη, αλλά ο Χάλιφαξ δηλώνει ειρωνικά ότι τα ήξεραν όλα αυτά πολύ καλά, και ότι ακριβώς γι’ αυτό μας εξανάγκαζαν να πολεμήσουμε, λες κι αυτό ήταν ένας ξεχωριστός θρίαμβος της τέχνης του κυβερνάν εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας, οπότε απέναντι σε μια τέτοια μοχθηρία δεν μπορώ να πράξω κάτι διαφορετικό από το να αναλάβω να προστατεύσω τα συμφέροντα του Ράιχ, με τα μέσα που – δόξα τω Θεώ – υπάρχουν στη διάθεσή μας. Τη στιγμή εκείνη μπορούσα να πάρω αυτή την απόφαση, πολύ πιο ήσυχος μάλιστα, καθώς γνώριζα ότι ενεργούσα σε συμφωνία: α) Με τη Βουλγαρία, της οποίας το πνεύμα και η στάση είχαν μείνει αμετακίνητα πιστά στο Γερμανικό Ράιχ, και β) Με την Ουγγαρία, η οποία είχε επίσης αγανακτήσει – και δικαίως. Οι δύο παλαιοί μας σύμμαχοι του Μεγάλου Πολέμου κατανόησαν την πράξη αυτή ως πρόκληση από ένα κράτος, το οποίο είχε ήδη φέρει την Ευρώπη να περάσει μια φορά διά πυρός και σιδήρου και που συνεπώς είχε στη συνείδησή του το βάρος της απίστευτα μεγάλης δυστυχίας για τη Γερμανία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία.

Διαταγή για επιχειρήσεις

Οι γενικές διαταγές που στις 27 Μαρτίου έδωσα ο ίδιος για τις επιχειρήσεις διά της Ανώτατης Διοίκησης Ενόπλων Δυνάμεων, έθεσαν τον στρατό και την αεροπορία μπροστά σε ένα από τα βαρύτερα έργα. Εδέησε πράγματι να γίνει εκ του προχείρου μια νέα μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων, μαζί με άλλες, εδέησε να οργανωθούν από τη μια μέρα στην άλλη μετακινήσεις σχηματισμών που είχαν ήδη φθάσει επί τόπου, να εξασφαλισθεί ο ανεφοδιασμός σε υλικό, να εγκατασταθεί η αεροπορία σε πολλά αεροδρόμια που διαρρυθμίσθηκαν προχείρως, γεγονός που δεν μπορούσε παρά να εκτελεσθεί με δυσκολία, αν δεν είχαμε την πλήρη κατανόηση της Ουγγαρίας και την ιδιαίτερα νομιμόφρονα στάση της Ρουμανίας. Έτσι οι διαταγές εκτελέσθηκαν μέσα στη συντομότερη προθεσμία που προβλεπόταν. Η επίθεση είχε ορισθεί από εμένα  και αποφασίσθηκε να αρχίσει στις 6 Απριλίου. Την ημέρα εκείνη η ομάδα των στρατευμάτων του Νότου, που βρισκόταν στη Βουλγαρία, ήταν έτοιμη να αναλάβει την επίθεση. Οι άλλες στρατιές θα παρατάσσονταν αμέσως μόλις θα ολοκληρώνονταν οι απαραίτητες προπαρασκευές. Οι ημερομηνίες, κατά τις οποίες οι στρατιές αυτές θα άρχιζαν τις επιχειρήσεις, είχαν προβλεφθεί για τις 8, 10 και 11 Απριλίου.

Το γενικό σχέδιο επιχειρήσεων

Το γενικό σχέδιο των επιχειρήσεων ήταν το εξής: α) Μία στρατιά, που προερχόταν από τη Βουλγαρία, θα προέλαυνε εναντίον της ελληνικής Θράκης, με κατεύθυνση προς το Αιγαίο Πέλαγος. Το βάρος της ενέργειας αυτής, θα το υποστήριζε κυρίως η δεξιά πτέρυγα, η οποία παρατάσσοντας τις μεραρχίες των αλπινιστών και μία τεθωρακισμένη μεραρχία, θα επέφερε ρήγμα προς τη Θεσσαλονίκη. β) Δεύτερη στρατιά θα προέλαυνε με κατεύθυνση προς τα Σκόπια, έχοντας ως αντικειμενικό σκοπό να αποκαταστήσει όσο γινόταν ταχύτερο σύνδεσμο με τις ευρισκόμενες στην Αλβανία ιταλικές δυνάμεις. Οι δύο αυτές επιχειρήσεις θα έπρεπε να αρχίσουν στις 6 Απριλίου. γ) Η νέα επιχείρηση, που θα άρχιζε στις 8 του μηνός θα πραγματοποιούσε την προέλαση της στρατιάς, η οποία προερχόταν από τη Βουλγαρία, με γενική κατεύθυνση τη Νις, με στόχο να φθάσει στην περιοχή του Βελιγραδίου. Ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με την ενέργεια αυτή ένα γερμανικό σώμα στρατού θα καταλάμβανε το διαμέρισμα στις 10 του μηνός και θα έφθανε έτσι από τον βορρά στα περίχωρα του Βελιγραδίου. δ) Στις 11 του μηνός μία στρατιά, συγκεντρωμένη στην Καρινθία και στη Στυρία, καθώς και στη Δυτική Ουγγαρία θα άρχιζε την επίθεση με γενική κατεύθυνση προς Ζάγκρεμπ, Σεράγεβο και Βελιγράδι. Σχετικά με τις επιχειρήσεις αυτές, είχαν γίνει ελεύθερες συμφωνίες με τους συμμάχους μας Ιταλούς και Ούγγρους. Οι ένοπλες ιταλικές δυνάμεις επρόκειτο να προελάσουν με γενική κατεύθυνση από την Αλβανία κατά μήκος της ακτής, ξεκινώντας από το μέτωπο, που κρατούσαν στις Ιουλιανές Άλπεις, οδεύοντας από την Αλβανία διά της Σκόδρας, ώστε να δώσουν χείρα στους ανωτέρω σχηματισμούς και να εισχωρήσουν στις γιουγκοσλαβικές θέσεις της γιουγκοσλαβικής μεθορίου στο ύψος των Σκοπίων, προκειμένου να αποκαταστήσουν έτσι επαφή με τον γερμανικό στρατό που θα προέλαυνε σ’ αυτή την περιοχή, να διασπάσουν το ελληνικό μέτωπο στην Αλβανία και να απωθήσουν, αν ήταν δυνατό, τους Έλληνες προς τη θάλασσα με κυκλωτικό ελιγμό. Σχετικά με τις επιχειρήσεις αυτές, είχε προβλεφθεί ότι τα δαλματικά νησιά και τα Ιόνια θα καταλαμβάνονταν, καθώς και όλα τα ερείσματα. Οι δύο αεροπορίες θα συμφωνούσαν ως προς τις λεπτομέρειες της συνεργασίας τους.
Οι γερμανικές στρατιές, οι παραταγμένες για δράση στη Μακεδονία και Ελλάδα, τελούσαν υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Λιστ και είχαν ήδη αποδείξει με τι εξαιρετικό τρόπο διεξήγαγαν τις προηγούμενες εκστρατείες. Οι δυνάμεις που προέλαυναν κατά της Γιουγκοσλαβίας με αφετηρία από τα νοτιοδυτικά του Ράιχ και της Ουγγαρίας, τελούσαν υπό τη διοίκηση του στρατηγού φον Κλάισε. Οι λοιπές στρατιές και τα τάγματα εφόδου, που δρούσαν υπό τη διοίκηση του αρχιστράτηγου φον Μπράουχιτς και του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου στρατηγού Χάλντερ, εξανάγκασαν τον ελληνικό στρατό της Θράκης να παραδοθεί. Μετά από πέντε μόλις μέρες, έγινε επαφή με τις ιταλικές δυνάμεις που προέλαυναν από την Αλβανία, καταλαμβανόταν σταθερά η Θεσσαλονίκη και εξαναγκαζόταν μετά 12 μέρες να παραδοθεί η Σερβία. Έτσι δημιουργήθηκαν οι γενικές συνθήκες, που επέτρεψαν την τόσο σκληρή, όσο και ένδοξη εξόρμηση προς την Αθήνα μέσω Λάρισας. Η επιχείρηση αυτή επιστέφθηκε με την κατάληψη της Πελοποννήσου και πολλών ελληνικών νησιών. Η Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων, της οποίας οι αρχηγοί στρατάρχης Κάιτελ και στρατηγός Λάουτερ διευθύνουν, όπως πάντοτε, τις επιχειρήσεις κατά εξαιρετικό τρόπο, θα εκθέσει λεπτομερώς τα πράγματι ιστορικά κατορθώματα, που επιτελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αυτής. Η αεροπορία, υπό την προσωπική διοίκηση του στρατάρχη της αυτοκρατορίας και του στρατηγού Γέχονεκ, αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, κατανεμήθηκε σε δύο μεγάλες ομάδες που διοικούσαν ο στρατηγος Λερ και ο στρατηγός φον Ριχτχόφεν. Αντικειμενικός σκοπός ήταν: α) Να εκμηδενισθεί η εχθρική αεροπορία και να καταστραφεί η εσωτερική συνοχή της. β) Να γίνει επίθεση κατά του Βελιγραδίου, κέντρου των συνωμοτών, να πληγούν όλοι οι αξιόλογοι στρατιωτικοί στόχοι και να αρθεί έτσι από τη μέση κάθε στρατιωτικός παράγοντας. γ) Αντικειμενικός σκοπός των επιχειρήσεων της αεροπορίας ήταν να βοηθήσει παντού τα μαχόμενα γερμανικά στρατεύματα με το να επιτίθεται ενεργώς, να αμύνεται κατά των αεροπλάνων, συντρίβοντας την αντίσταση του εχθρού, καθιστώντας δυσχερέστερη τη διαφυγή του και εμποδίζοντάς τον, κατά το δυνατόν, να επιβιβασθεί σε ατμόπλοια. Έργο της ήταν επίσης να υποστηρίξει με αποτελεσματικό τρόπο τη δράση των στρατιωτικών αποσπασμάτων των μεταφερομένων με αεροπλάνα και των αλεξιπτωτιστών, καθώς και κάθε άλλη αποστολή του στρατού.

Οι Γερμανοί και οι Έλληνες

Σ’ αυτόν τον πόλεμο ο γερμανικός στρατός υπερέβη πράγματι κάθε προηγούμενο. Η εξόρμηση αυτή προς τη νίκη, κατέπνιξε την πολεμική εστία εντός δύο κρατών, σε χρονικό διάστημα μόλις τριών εβδομάδων. Αντιλαμβανόμαστε απόλυτα ότι μεγάλομέρος αυτών των επιτυχιών θα πρέπει να αποδοθεί στους συμμάχους μας και ότι όχι μόνο ο αγώνας, που η Ιταλία εξακολούθησε επί έξι μήνες κατά της Ελλάδος, υπό τις δυσχερέστερες συνθήκες συγκράτησε το μεγαλύτερο μέρος των σχηματισμών του ελληνικού στρατού, αλλά και τον είχε εξασθενήσει μέχρι σημείου που η ήττα του ήταν αναπόφευκτη. Ο ουγγρικός στρατός επίσης έδωσε νέα δείγματα της δόξας των παλαιών του όπλων. Κατέλαβε την Πάτσκα και πέρασε τον Σάβο με μηχανοκίνητους σχηματισμούς. Η ιστορική δικαιοσύνη μού επιβάλλει να διαπιστώσω ότι μεταξύ των εχθρών, που βρίσκονταν απέναντί μας, ο Έλληνας στρατιώτης προ πάντων πολέμησε με το μεγαλύτερο θάρρος. Συνθηκολόγησε μόνον όταν η εξακολούθηση της αντίστασης ήταν πλέον αδύνατη και δεν είχε πια κανένα λόγο.

Οι ισχυρισμοί του Τσώρτσιλ

Είμαι υποχρεωμένος να μιλήσω για τον εχθρό, ο οποίος είναι η αιτία που έδωσε την ευκαιρία αυτού του αγώνα. Κρίνω ανάξιο για ένα Γερμανό και για ένα στρατιώτη να περιφρονεί ποτέ έναν εχθρό γενναίο και θαρραλέο. Αλλά μου φαίνεται πως είναι απαραίτητο να πω την αλήθεια, σε σχέση με τους φανφαρονισμούς ενός ανθρώπου, ο οποίος ως στρατιώτης είναι ένας άθλιος πολιτικός και ως πολιτικός ομοίως ένας άθλιος στρατιώτης. Ο κ. Τσώρτσιλ, ο οποίος άρχισε αυτόν τον αγώνα, προσπαθεί, απαράλλακτα όπως στη Νορβηγία ή στη Δουνκέρκη, να φλυαρεί και να λέει ότι μπορεί, αργά ή γρήγορα, να μεταβληθεί μια πραγματικότητα σε απατηλή επιτυχία. Δεν βρίσκω ότι κάτι τέτοιο συμβιβάζεται με την τιμή, αλλά τελικά το εννοώ για έναν τέτοιο άνθρωπο. Ανποτέ ένας άλλος πολιτικός είχε υποστεί τόσες ήττες και ως στρατιώτης τόσες καταστροφές, δεν θα έμενε ούτε έξι μήνες υπουργός, με εξαίρεση τις ιδιότητες που διακρίνουν τον κ. Τσώρτσιλ, τις ιδιότητες κυρίως του να ψεύδεται αποφεύγοντας να στρέψει το πρόσωπο στον Θεό και επιζητώντας να διαστρέφει την αλήθεια, έτσι ώστε να θέλει να παραστήσει τις τρομερότερες ήττες σε ένδοξες νίκες. Ο Τσώρτσιλ δηλώνει με θρασύτητα και αδιακρισία ότι ο πόλεμος αυτός μας στοίχισε 75.000 νεκρούς, διπλάσιους δηλαδή της εκστρατείας στη Δύση. Θα σας απαριθμήσω τώρα τα αποτελέσματα της εκστρατείας αυτής με συνοπτικούς αριθμούς.

Οι Έλληνες αιχμάλωτοι

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Γιουγκοσλαβία, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι στρατιώτες της γερμανικής εθνικής ομάδας, καθώς και των Κροατών και των Μακεδόνων, οι οποίοι ως επί το πλείστον αφέθηκαν αμέσως ελεύθεροι, συνελήφθησαν αιχμάλωτοι καθαρά Σέρβοι 6.298 αξιωματικοί και 337.864 άνδρες. Οι αριθμοί αυτοί είναι πρόχειροι. Οι αριθμός των Ελλήνων αιχμαλώτων 8.000 αξιωματικών και 210.000 στρατιωτών δεν μπορεί να κριθεί και να εκτιμηθεί με το ίδιο μέτρο, δεδομένου ότι πρόκειται περί του ελληνικού μακεδονικού και ηπειρωτικού στρατου, ο οποίος περικυκλώθηκε και υποχρεώθηκε να καταθέσει τα όπλα, λόγω των γερμανοϊταλικών επιχειρήσεων. Έτσι οι αιχμάλωτοι Έλληνες απολύθηκαν ή θα απολυθούν αμέσως, λαμβανομένης υπ’ όψιν της ηρωικής στάσης αυτών των στρατιωτών. Ο αριθμός των Άγγλων αιχμαλώτων, Νεοζηλανδών και Αυστραλών ανέρχεται σε 9.000 αξιωματικούς και στρατιώτες.

Τα λάφυρα πολέμου

Τα λάφυρα πολέμου δεν είναι δυνατό να εκτιμηθούν. Ούτε κατά προσέγγιση επί του παρόντος. Τα λάφυρα που περιήλθαν στη Γερμανία ως κυριευθέντα λόγω των επιτυχιών που τα γερμανικά όπλα κατήγαγαν φθάνουν εκ πρώτης όψεως, σύμφωνα με τους αριθμούς που τώρα είναι πρόχειροι, στις εξής αναλογίες: Κυριεύθηκαν δηλαδή πάνω από μισό εκατομμύριο τουφέκια, πάνω από 1000 πυροβόλα, πολλές χιλιάδες πολυβόλα, αντιαεροπορικά πυροβόλα και οβιδοβόλα, πολλά οχήματα και μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών και στρατιωτικών ειδών. Τα αποτελέσματα αυτά επιτεύχθηκαν από τις ακόλουθες γερμανικές δυνάμεις, που συνολικά είχαν ορισθεί για τις επιχειρήσεις προς τα νοτιοανατολικά: 31 πλήρεις μεραρχίες και 3 ημιμεραρχίες. Η συγκέντρωσή τους προετοιμάσθηκε μέσα σε επτά ημέρες. Από τις δυνάμεις αυτές έλαβαν ενεργό μέρος στις μάχες 11 μεραρχίες πεζικού και αλπινιστών, 6 μεραρχίες τεθωρακισμένες, 3 πλήρεις μηχανοκίνητες μεραρχίες τακτικού στρατού και ταγμάτων εφόδου, καθώς και 2 μηχανοκίνητες ημιμεραρχίες. Στον αγώνα εναντίον των Άγγλων, Νεοζηλανδών και Αυστραλών δεν πήραν μέρος ουσιαστικό παρά 2 τεθωρακισμένες μεραρχίες, 1 μεραρχία ορεινής δράσης και η σωματοφυλακή.

Ελάχιστες απώλειες

Οι απώλειες του γερμανικού στρατού και της γερμανικής αεροπορίας, καθώς και των ταγμάτων εφόδου σ’ αυτή την εκστρατεία είναι οι πιο ελάχιστες από όσες υποστήκαμε μέχρι τώρα. Οι ένοπλες γερμανικές δυνάμεις έχασαν σ’ αυτόν τον αγώνα εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδος και αντίστοιχα εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα, από τον τακτικό στρατό και τα τάγματα εφόδου 57 αξιωματικούς και 142 υπαξιωματικούς και άνδρες νεκρούς, 181 αξιωματικούς 3.571 υπαξιωματικούς και άνδρες τραυματίες, 15 αξιωματικούς και 372 υπαξιωματικούς και άνδρες εξαφανισθέντες. Από το αεροπορικό όπλο φονεύθηκαν 1 αξιωματικός και 42 υπαξιωματικοί και άνδρες και αγνοείται η τύχη 35 αξιωματικών και 104 υπαξιωματικών και ανδρών. Αυτό το ιστορικό και πράγματι αποφασιστικό αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με τόσο λίγες θυσίες, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ταυτόχρονα οι δύο σύμμαχες δυνάμεις του Άξονα εδέησε να εκμηδενίσουν επίσης στη Βόρειο Αφρική μέσα σε λίγες εβδομάδες τη δήθεν επιτυχία των εκεί βρετανικών δυνάμεων. Διότι δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις ενέργειες αυτές στα Βαλκάνια από τις ενέργειες του Άφρικα Κορπς υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ρόμελ και των ιταλικών δυνάμεων στον αγώνα για την Κυρηναϊκή. Ένας από τους πιο ερασιτέχνες στρατηγούς έχασε με το πρώτο δύο θέατρα πολέμου. Το ότι ο άνθρωπος που σε κάθε άλλα χώρα θα έπρεπε να λογοδοτήσει ενώπιον στρατοδικείου, εξακολουθεί να θαυμάζεται ως πρωθυπουργός στη χώρα αυτή, είναι απόδειξη της αιώνιας τύφλωσης, με την οποία οι θεοί τιμωρούν εκείνους που θέλουν να εξουθενώσουν.
Οι συνέπειες της εκστρατείας αυτής είναι εξαιρετικές, δεδομένου ότι – όπως απέδειξαν τα γεγονότα – η δυνατότητα για μια μικρή σπείρα συνωμοτών να δημιουργήσει ανά πάσα στιγμή στο Βελιγράδι μια εστία πυρκαγιάς, για να εξυπηρετήσει αλλότρια συμφέροντα, αποτελούσε κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός ξεπεράστηκε οριστικά και αυτό αποτελεί μια ύφεση για ολόκληρη την Ευρώπη. Η σημαντική οδός επικοινωνίας, όπως είναι ο Δούναβης, βρίσκεται έτσι προστατευμένη για πάντα από νέες πράξεις δολιοφθοράς. Η ναυσιπλοΐα αποκαταστάθηκε πλήρως πια. Το Γερμανικό Ράιχ, με εξαίρεση μια μέτρια διόρθωση των συνόρων της Θράκης, που παραβιάσθηκαν με την έκβαση του Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει ιδιαίτερα εδαφικά συμφέροντα στις περιοχές αυτές. Από πολιτική άποψη δεν ενδιαφερόμαστε παρά να εξασφαλίσουμε την ειρήνη στην περιοχή. Οικονομικά έχουμε την πρόθεση να αποκαταστήσουμε μια τάξη πραγμάτων που να εγγυάται την ανάπτυξη της παραγωγής εις όφελος όλων και την επανάληψη των εμπορικών συναλλαγών.

Εδαφικές συνέπειες

Αλλά με την έννοια της δικαιοσύνης πρόκειται αυτά να συντελεσθούν, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των συμφερόντων που βασίζονται σε δεδομένα εθνογραφικής τάξης, ιστορικής, ακόμη και οικονομικής. Η Γερμανία θα είναι μόνον ενδιαφερόμενος παρατηρητής σε ό,τι αφορά αυτή την εξέλιξη. Είμαστε ευχαριστημένοι που διαπιστώνουμε ότι οι σύμμαχοί μας θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν τις δίκαιες εθνικές και πολιτικές φιλοδοξίες τους. Είμαστε ικανοποιημένοι που ιδρύεται ένα ανεξάρτητο κροατικό κράτος, με το οποίο ελπίζουμε ότι θα συνεργασθούμε με πνεύμα φιλίας και εμπιστοσύνης στο μέλλον. Ιδίως στη σφαίρα των οικονομικών συμφερόντων μια τέτοια συνεργασία θα παρείχε πλεονεκτήματα και για τις δύο χώρες. Είμαστε ευτυχείς που ο ουγγρικός λαός έκανε ένα ακόμη βήμα προς την αναθεώρηση των άδικων συνθηκών ειρήνης που του επιβλήθηκαν. Είμεθα όμως πρωτίστως συγκινημένοι που η αδικία, που έγινε στη Βουλγαρία, μπόρεσε να επανορθωθεί, καθώς αν ο γερμανικός λαός μπόρεσε να επιτύχει αυτή την αναθεώρηση με τα όπλα του, πιστεύουμε ότι έτσι εξοφλήσαμε ένα ιστορικό και ηθικό χρέος προς τους πιστούς εν όπλοις αδελφούς μας κατά τον Μεγάλο Πόλεμο. Αλλά η σύμμαχή μας Ιταλία ας πάρει από εδαφική και πολιτική άποψη την επίδραση στον ζωτικό χώρο που της ανήκει. Μπορώ να πω ότι το αξίζει, λόγω της βαριάς συμβολής εις αίμα που έδωσε από τον περασμένο Οκτώβριο για το μέλλον του Άξονα.

Συμπάθεια για τους Έλληνες

Τρέφουμε ειλικρινή συμπάθεια για τον φτωχό ελληνικό λαό, ο οποίος ηττήθηκε. Είναι το θύμα του βασιλιά του και μιας ολιγάριθμης κλίκας ιθυνόντων. Ωστόσο πολέμησε τόσο γενναία, ώστε και οι εχθροί τους δεν μπορούν να τους αρνηθούν την εκτίμησή τους. Όσον αφορά τον σερβικό λαό, θα τον εξαγάγει ίσως μια μέρα από την καταστροφή που υφίσταται, το μάθημα που του επιβλήθηκε, για να μάθει ότι οι κινηματίες αξιωματικοί αποτελούν δυστύχημα για τη χώρα αυτή. Από μέρους τους, όλοι εκείνοι που είχαν το δυστύχημα να δοκιμασθούν από τα γεγονότα, δεν θα ξεχάσουν τόσο γρήγορα πια τον τρόπο, τον τόσο ευγενικό, με τον οποίο είχαν την τιμή να θυσιασθούν, ακολουθώντας την ίδια ωραία αρχή ότι ο κόσμος πληρώνει την αγνωμοσύνη […]
Ο γερμανικός λαός δεν θα ξαναζήσει το έτος 1918, αλλά αντίθετα θα ανυψωθεί περισσότερο στην πραγματοποίηση των ιδανικών του σε όλες τις σφαίρες της εθνικής αντίστασης. Με τον μεγαλύτερο φανατισμό πάντοτε θα ταχθεί υπέρ της αλήθειας, την οποία ούτε ο χρόνος ούτε η δύναμη των όπλων θα μπορέσουν ποτέ να κάμψουν και πολύ λιγότερο να την συντρίψουν. Γι’ αυτό θα διατηρήσει την υπεροχή της ένοπλης δύναμής του και επ’ ουδενί λόγω θα επιτρέψει να ελαχιστοποιηθούν τα οφέλη που κτήθηκαν στον τομέα αυτόν. Αν ο Γερμανός στρατιώτης έχει πια τον καλύτερο εξοπλισμό του κόσμου, κατά το παρόν έτος και κατά το επόμενο θα έχει ακόμη καλύτερο εξοπλισμό. Είμαστε υποχρεωμένοι να προσαρμόσουμε τις δυνάμεις όλου του έθνους στις μεθόδους των τρομερότερων εξοπλισμών της παγκόσμιας ιστορίας. Σας βεβαιώνω ότι προσβλέπω στο μέλλον με πλήρη αταραξία και με τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Το Γερμανικό Ράιχ και οι σύμμαχοί του αντιπροσωπεύουν από στρατιωτική, οικονομική και προ πάντων ηθική άποψη, δύναμη πολύ υπέρτερη προς τη δύναμη οποιουδήποτε συνασπισμού που ενδεχομένως μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου. Ο γερμανικός στρατός θα είναι πάντοτε έτοιμος να αναλάβει δράση, οπουδήποτε υπάρξει ανάγκη. Ο γερμανικός λαός γνωρίζει ότι ο πόλεμος του κόσμου αυτού δεν είναι παρά η συνέπεια της αρπακτικότητας μερικών υποκινητών του πολέμου, οι οποίοι έχουν διεθνή χαρακτήρα, και του μίσους των εβραϊκών δημοκρατιών. Δεν μαχόμαστε σήμερα για τη δική μας πατρίδα και μόνο, αλλά για την απελευθέρωση ενός κόσμου, που βρίσκεται υπό καθεστώς συνωμοσίας, μιας συνωμοσίας που υπέταξε με τον πιο ασυνείδητο τρόπο την ευτυχία των λαών και των ανθρώπων, μέσα στον σαταντικό εγωισμό της. Το έτος 1941 θα αναγραφεί στην ιστορία ως το σπουδαιότερο έτος της αναγέννησής μας. Όταν ατενίζουμε τον παντοδύναμο Κύριο των τυχών μας, θέλουμε να είμαστε πρωτίστως ευγνώμονες, διότι κατέστησε εφικτή την πραγματοποίηση αυτών των μεγάλων επιτυχιών με τόσο λίγο αίμα. Δεν θα εγκαταλείψουμε τον λαό μας μελλοντικά. Θα πράξουμε το παν, ανάλογα με τη δύναμή μας, για να μας σέβονται οι εχθροί μας. Στην εποχή της μανίας του χρυσού, της σπατάλης και των εβραιοκεφαλαιοκρατικών τάξεων, το λαϊκό εθνικοσοσιαλιστικό κράτος παρουσιάζεται ως το χάλκινο μνημείο κοινωνικής δικαιοσύνης και ξεκάθαρης σκέψης. Θα επιζήσει όχι μόνον από τον σημερινό πόλεμο, αλλά και πολλών ακόμη χιλιετιών στο μέλλον».
Στη συνέχεια πήρε ο στρατάρχης Γκαίριγκ τον λόγο και μεταξύ άλλων είπε: «Φύρερ, μας καλύψατε με εγκώμια και ευγνωμοσύνη εμάς τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Αναγνωρίζουμε ότι ο μεγαλύτερος έπαινος είναι και πάντοτε θα είναι ο έπαινος στην αξία του Φύρερ, του μεγάλου αρχηγέτη, κυρίου και οδηγού των στρατευμάτων του, ο οποίος δείχνει σ’ αυτά τον δρόμο προς τη νίκη. Γνωρίζουμε ότι μόνον η νίκη θα μας επιστέψει στο μέλλον, διότι η από εσάς διεύθυνση των επιχειρήσεων, ο ηρωισμός των στρατευμάτων και οι προσπάθειες, η διάθεση και η πίστη του λαού μας είναι η χάλκινη και γρανιτώδης βάση, πάνω στην οποία η νίκη αυτή θα μετατραπεί σε τελική νίκη».