Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανική επίθεση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανική επίθεση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΙΖΗΣ


Ο Έλληνας  τραπεζίτης
που δεν δίστασε
να πει το δεύτερο "ΟΧΙ"
στον Χίτλερ!



Του Δημοσθένη Κούκουνα

Ήταν ο πρωθυπουργός που επί 80 ημέρες διοίκησε τη μαχόμενη Ελλάδα στην πιο κρίσιμη φάση της, στους πρώτους μήνες του 1941. Ήταν εκείνος που αποφασιστικά είπε το «ΟΧΙ» στον Χίτλερ, στις 6 Απριλίου 1941, αλλά έπειτα από δώδεκα ημέρες έβαλε τέλος στη ζωή του. Ο Αλέξανδρος Κοριζής δεν ήταν μέχρι τότε παρά ένας επιτυχών τραπεζίτης, που όμως βρέθηκε μοιραία στο επίκεντρο της σύγχρονης ιστορίας ως διάδοχος του Ιωάννη Μεταξά. Δεν ήταν άγνωστο πρόσωπο στην αθηναϊκή κοινωνία και από τα νεανικά του χρόνια, αν και είχε αποφύγει να ασχοληθεί με την ενεργό πολιτική (τόσο ο πατέρας όσο και ο παππούς του είχαν εκλεγεί πολλές φορές βουλευτές Τροιζηνίας), είχε ακολουθήσει σταδιοδρομία οικονομολόγου. Υπήρξε ο οικονομικός σύμβουλος του Στεργιάδη στην υπάτη αρμοστεία Σμύρνης το 1920 και τον Μάρτιο 1933 για μερικά 24ωρα έγινε υπουργός Οικονομικών μετά το αποτυχόν κίνημα του στρατηγού Πλαστήρα.
Στις 29 Ιανουαρίου 1941, μόλις κενώθηκε η θέση του πρωθυπουργού με τον θάνατο του Μεταξά, αποδέχθηκε την ιστορική πρόκληση και ανέλαβε την πολιτική ηγεσία της χώρας. Δεν ήταν ο φυσικός διάδοχός του, δεν ήταν καν μέλος της κυβέρνησής του εκείνη την ώρα. Η συγκυρία τον είχε τοποθετήσει ως διοικητή της Εθνικής Τράπεζας από το 1939 που πέθανε ο Ιωάννης Δροσόπουλος και χάριν αυτής της θέσης εγκατέλειψε τη θέση του υπουργού Προνοίας που κατείχε μέχρι τότε (σημειωτέον ότι είχε ορκισθεί με την κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936). Και τώρα, στις 29 Ιανουαρίου, η νέα συγκυρία τον έφερνε απρόσμενα στη θέση του μέχρι τότε παντοδύναμου κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά.
O περίφημος "πατήρ Δημήτριος" Μπάλφουρ.
Η βασιλική προνομιακή επιλογή του Κοριζή οφειλόταν σε αντίστοιχη εισήγηση των Ιωάννη Διάκου και Κωνσταντίνου Μανιαδάκη προς τον βασιλιά Γεώργιο Β΄. Δεν είναι ακριβώς κατανοητό πού στηρίχθηκε αυτή η επιλογή, ούτε πόσο είχε επηρεάσει μια τέτοια εξέλιξη το γεγονός ότι διατηρούσε επί χρόνια ένα στενό προσωπικό σύνδεσμο με τον περιώνυμο Δημήτριο-Ντέιβιντ Μπάλφουρ, το βέβαιο όμως είναι ότι εκείνη την ώρα έγινε ασμένως αποδεκτή από τους βρετανικούς παράγοντες. Δεν εξετάσθηκαν άλλες υποψηφιότητες, ούτε υπήρξε οποιοσδήποτε ενδοιασμός. Αμέσως ορκίσθηκε και ανέλαβε τα πρωθυπουργικά καθήκοντα, αναλαμβάνοντας παράλληλα και τα πρόσθετα υπουργικά χαρτοφυλάκια που είχε ο αποθανών προκάτοχός του: Εξωτερικών, Παιδείας, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Η σύνθεση της κυβέρνησης παρέμεινε η ίδια ακριβώς και ο αγώνας στο Μέτωπο συνεχίστηκε με την ίδια αποφασιστικότητα.
Μόνο μία μεταβολή έγινε, όλως διόλου αφανής και ανεπαίσθητη για την ευρεία κοινή γνώμη. Αμέσως μετά την πρωθυπουργική αλλαγή, η ελληνική κυβέρνηση έκανε δεκτό το αίτημα του Λονδίνου για παρουσία περιορισμένων βρετανικών δυνάμεων στη Βόρειο Ελλάδα. Εκείνο δηλαδή που με σθένος ο Μεταξάς είχε αρνηθεί στις έσχατες μέρες της ζωής του, ο Κοριζής χωρίς δεύτερη κουβέντα το αποδέχθηκε. Η ρηματική διακοίνωση του αποθανόντος πρωθυπουργού προς τη βρετανική κυβέρνηση στάλθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1941 και έφερε την τελευταία υπογραφή που έβαλε στη ζωή του. Αφότου επιδόθηκε αυτή η διακοίνωση, ο Ιωάννης Μεταξάς ως εκ συμπτώσεως περιέπεσε σε μια ανελέητη βαριά ασθένεια και μετά από έντεκα ημέρες εξέπνευσε. Σ’ αυτό το «κίνητρο» στηρίζονται όσοι ισχυρίζονται ότι δολοφονήθηκε.
Ο Μεταξάς, όπως προκύπτει άλλωστε και από το ημερολόγιό του, ήταν ψυχικά προετοιμασμένος για την ενδεχόμενη γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας, ώστε δεν υπάρχει αμφιβολία ποια θα ήταν η στάση του αν εκδηλωνόταν επί των ημερών του. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε ευθέως να την προκαλέσει, αφού ήταν βέβαιο ότι δεν θα επαναλαμβανόταν πια το θαύμα των βορειοηπειρωτικών βουνών. Και εν προκειμένω η προτεινόμενη από τους Βρετανούς ανεπαρκέστατη στρατιωτική ενίσχυση απλώς θα επέφερε την άμεση ήττα – όπως και έγινε.
Αλλά ο διάδοχός του, που μέχρι εκείνες τις ιστορικές ώρες είχε επιδείξει το ταλέντο του ως ικανός τραπεζίτης, τις πρώτες ημέρες που ήταν πρωθυπουργός δεν αντέδρασε όπως ο προκάτοχός του, που αποδεδειγμένα είχε ταλέντα στρατηγού και διπλωμάτη. Το πρόβλημα το αντελήφθη μερικές εβδομάδες αργότερα και αφού είχε αποδεχθεί τη συγκεκριμένη βρετανική «βοήθεια». Η διαφαινόμενη πλέον γερμανική επίθεση εναντίον μας τον ώθησε σε νέες σκέψεις, σε σημείο που ενοχλήθηκαν οι Βρετανοί στην Αθήνα.
Η Σύνθια Όβερτον Πρέστον μετά τον
πόλεμο. Υπηρέτησε μεταξύ άλλων
στα χρόνια του αγώνα της ΕΟΚΑ ως
...πιλότος της RAF!
Είναι χαρακτηριστικό ότι μια νεαρή Αγγλίδα, ονόματι Σύνθια Όβερτον Πρέστον, που μόλις εικοσιπεντάχρονη το 1938 είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα και εργαζόταν απλώς ως καθηγήτρια αγγλικών, προφανώς όμως εκινείτο στο παρασκήνιο και είχε επιρροή, εμφανίστηκε στις 7 Μαρτίου 1941 στον πρίγκιπα Πέτρο (ο οποίος τότε κατείχε την κρίσιμη θέση του επικεφαλής του Γραφείου Συνδέσμου με τους Βρετανούς) και του ζήτησε να μεσολαβήσει στον εξάδελφό του, τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, για να …απολυθεί ο πρωθυπουργός Κοριζής! Η ίδια μέχρι τον θάνατό της το 2010 δεν έδωσε ποτέ κάποια εξήγηση, αν και το περιστατικό είχε πλέον δημοσιοποιηθεί στο πολεμικό ημερολόγιο του πρίγκιπα Πέτρου.
Επομένως ήδη ένα και πλέον μήνα πριν επιδοθεί το γερμανικό τελεσίγραφο, ο πρωθυπουργός Κοριζής δεν ήταν της βρετανικής αρεσκείας. Η στάση του στις 6 Απριλίου 1941 υπήρξε όμως σταθερή και σθεναρή. Είπε το δεύτερο ιστορικό «ΟΧΙ», αυτή τη φορά απέναντι στον τότε παντοδύναμο Χίτλερ, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Και αν στις 28 Οκτωβρίου 1940 το πρώτο «ΟΧΙ» του Μεταξά περιέκλειε αντικειμενικά κάποιες πιθανότητες στρατιωτικής επιτυχίας, όπως και συνέβη, το δεύτερο του Κοριζή δεν είχε σχεδόν καμιά. Αλλά το είπε, και μάλιστα ηχηρά.
Ο Αλέξανδρος Ανδρεάδης και η Χριστίνα
Ωνάση στον γάμο τους 
το 1975.
Επρόκειτο για την τιμή του Έθνους – για την τιμή των όπλων. Και όταν όμως εξαντλήθηκε κάθε όριο και ο αγώνας πλέον ήταν αδιαμφισβήτητα άπελπις, ο Κοριζής δεν είχε την παραμικρή ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα όφειλε να μην γίνει ερείπια. Αισθάνθηκε την ευθύνη του ηγέτη να διασώσει τους γενναίους στρατιώτες που είχαν κάνει το καθήκον τους με αυτοθυσία, χωρίς ταυτόχρονα να παραβλέψει την εθνική τιμή. Και ενώ κατά την κοινή αντίληψη φαινόταν άβουλος επειδή ήταν αθόρυβος, προκύπτει ότι επέδειξε στα πολιτικά παρασκήνια μια σταθερή βούληση. Μέχρι να βρεθεί ηγούμενος του μαχόμενου Έθνους υπήρξε αφανής, αλλά και η όλη ιστορική παρουσία του δεν έχει φωτισθεί ικανοποιητικά (έως που περισσότερο γνωστός είναι ο συνονόματος εγγονός του, γιος του Στρατή Ανδρεάδη, που παντρεύτηκε τη Χριστίνα Ωνάση…).
Ο αυτοπυροβοληθείς στις 3 Απριλίου
1941 Παλ Τελέκι, πρωθυπουργός της
Ουγγαρίας. Η μητέρα του ήταν αμιγώς
Ελληνίδα (Ελένη Μουράτη).
 
Στις 18 Απριλίου 1941, απεβίωσε – από καρδιακή προσβολή κατά την επίσημη εξήγηση που ανακοινώθηκε εκείνη την ημέρα. Στη συνέχεια έχει επικρατήσει η άποψη, πολλαπλώς προβεβλημένη, ότι αυτοκτόνησε έπειτα από κάποιες κρίσιμες συσκέψεις και ιδίως μία συνομιλία του με τον Γεώργιο Β΄, στην οποία δεν παρευρισκόταν κανένα άλλο πρόσωπο. Ωστόσο υπάρχουν διάφορες εκδοχές, όπως π.χ. αν αυτοπυροβολήθηκε μία ή δύο φορές στην καρδιά – ή ακόμη και αν δολοφονήθηκε. Πάντως, ακριβώς δεκαπέντε μέρες νωρίτερα είχε αυτοκτονήσει ένας άλλος πρωθυπουργός στην Ουγγαρία, ο Παλ Τελέκι, ο οποίος όμως ήταν κατά 50% ελληνικής καταγωγής. Αλλά αυτός άφησε αυτόγραφη επιστολή για την αιτία του διαβήματός του, η οποία αμυδρά σχετιζόταν με την Ελλάδα: Διαφωνούσε με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από το ουγγρικό έδαφος, τα οποία κατευθύνονταν εναντίον του γιουγκοσλαβικού εδάφους, μια κίνηση που (σε ό,τι μας αφορά) κατέληξε στην ταχεία κατάληψη της Θεσσαλονίκης!
Στον δεύτερο όροφο αυτής της πολυκατοικίας (Βασιλίσσης Σοφίας 51)
ήταν η κατοικία της οικογένειας Κοριζή.
Όπως και να έχει, λίγες ημέρες αργότερα άρχιζε η Κατοχή. Στην Αθήνα έφτασε μια ειδική αποστολή των Γερμανών υπό τον Κύνσμπεργκ, που μεταξύ άλλων αναζήτησε στοιχεία και πληροφορίες για το πώς ακριβώς επήλθε ο θάνατος του Κοριζή. Επισκέφθηκαν και την οικογένειά του, στο ίδιο σπίτι της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 51, όπου είχε απαντήσει «ΟΧΙ» στον Γερμανό πρεσβευτή Έρμπαχ τις πρωινές ώρες της 6ης Απριλίου 1941, και οι οικείοι του αρνήθηκαν να συνεργασθούν. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με την οικογένεια του Μεταξά, που επίσης την επισκέφθηκαν.

Και οι δύο αυτοί θάνατοι, διαρκούντος ενός τιτάνιου αγώνα που έδινε η Ελλάδα εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, όσο περίεργοι και αν υπήρξαν, ποτέ δεν ερευνήθηκαν όπως θα αντιστοιχούσε. Ούτε καν ιατροδικαστικές εκθέσεις δεν συντάχθηκαν…



Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Η ...ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΕΙΡΗΝΗ!




ΚΑΙ ΟΜΩΣ: ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ!



Ουσιαστικά σήμερα είναι μια ακόμα σημαντική εθνική επέτειος που εκφράζει την ηρωική αντίσταση στον Γερμανό εισβολέα. Τόσο ηρωική μάλιστα, ώστε εξαναγκάστηκε ο Χίτλερ να το ομολογήσει δημοσίως ενώπιον του Ράιχσταγκ και ταυτόχρονα να διατάξει την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου. Και όπως είναι γνωστό, ακολούθησε η Κατοχή, η Αντίσταση, αλλά και ταυτόχρονα μια άνευ προηγουμένου οικονομική καταλήστευση μαζί με ανθρώπινες καταστροφές. Κάποια στιγμή οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να απελευθερώσουν τη χώρα, στη συνέχεια έχασαν τον πόλεμο και συνθηκολόγησαν άνευ όρων. Συν τω χρόνω αποκαταστάθηκε το γερμανικό κράτος, με το οποίο σήμερα η Ελλάδα θεωρητικά είναι σύμμαχος στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και βεβαίως εταίρος στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιφανειακά και μόνο - διότι και ο τελευταίος Έλληνας πολίτης βιώνει ασφυκτικά από ετών την ουσιαστική δεύτερη κατοχή, όπως στην πράξη την επιβάλλει και την εφαρμόζει ο Σόιμπλε και οι λοιποί ανθέλληνες συμπατριώτες του. Το αποκαταστημένο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο γερμανικό κράτος μέχρι και σήμερα, 6 Απριλίου 2017, ΕΧΕΙ ΑΡΝΗΘΕΙ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ! Γιατί; Διότι αν την υπέγραφε θα είχε άμεση υποχρέωση να εξοφλήσει το περίφημο Κατοχικό Δάνειο, που σύμφωνα με τις στοιχειοθετημένες εκτιμήσεις μου ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΑ 500 ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΥΡΩ... Αυτό είναι το μεγάλο ΑΙΣΧΟΣ της τωρινής Γερμανίας και αντίστοιχα του δικού μας πολιτικού συστήματος που ΑΝΕΧΘΗΚΕ τη ΜΗ υπογραφή Συνθήκης Ειρήνης. Ο νοών νοείτω. Υ.Γ.: Αντί οποιασδήποτε άλλης χαρακτηριστικής φωτογραφίας από τους Γερμανούς δυνάστες της πρώτης κατοχής, αναρτώ μια αληθινή εικόνα εποχής - η είσοδος των γραφείων της Εφορίας Ηρακλείου φρουρείται από ένοπλους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Χωρίς καμιά διάθεση λαϊκισμού, σήμερα αντίστοιχα καθήκοντα επιτελούν μίσθαρνοι Έλληνες με υπουργικά αξιώματα και όχι μόνο... Υπογραφή: Δημοσθένης Κούκουνας.

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941




Διπλωματικά παρασκήνια
γύρω από τη γερμανική επίθεση
της 6ης Απριλίου 1941

Του Δημοσθένη Κούκουνα


Η επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 4 γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα την ημέρα που εισήλθαν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Σημειωτέον ότι στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και η πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι τον Δεκέμβριο 1941, οπότε ενεπλάκησαν στον παγκόσμιο πόλεμο.

Στις παραμονές της γερμανικής επίθεσης (6 Απριλίου 1941), ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα πρίγκιπαςΈρμπαχ, έχοντας ήδη εμπειρία από τη θέση στην οποία βρέθηκε η ιταλική παροικία λίγους μήνες νωριτερα κατά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, οπότε τα μέλη της εγκλείσθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή υπό περιορισμό σε άλλα οικήματα, ενδιαφέρθηκε προληπτικά για την τύχη των συμπατριωτών του και ζήτησε οδηγίες από το Βερολίνο:
«Αθήνα, 2 Απριλίου 1941
Η θέση της γερμανικής παροικίας, λόγω της ολοένα αυξανόμενης παρουσίας αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων, γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Υπάρχει κυρίως ο κίνδυνος να εγκλεισθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όλοι οι ευρισκόμενοι σε στρατεύσιμη ηλικία. Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι Γερμανοί πολίτες, που έμειναν εδώ, είναι ανάγκη, προκειμένου να επιστρέψουν στη Γερμανία, να έχουν πλήρεις διαβεβαιώσεις για την προστασία τους και να τους καταβληθούν τα έξοδα του ταξιδιού τους. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα ανωτέρω, παρακαλείσθε να μας στείλετε οδηγίες: α) Αν ισχύουν ακόμη οι πολιτικοί λόγοι που υπήρχαν μέχρι σήμερα εναντίον της μετακίνησης όλων των πολιτών που ανήκουν στο Τρίτο Ράιχ. β) Αν πρέπει να διαταχθεί η άμεση αναχώρησή τους. γ) Αν εκεί [στο Βερολίνο] υπάρχουν λόγοι αμφιβολίας για την επιστροφή τους μέσω Σερβίας.
Μέχρι τώρα δεν ήταν δυνατόν, ύστερα από διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης για στρατιωτικούς λόγους, να ταξιδεύουν Γερμανοί πολίτες μέσω Ανατολικής Μακεδονίας προς Βουλγαρία ή Τουρκία. Παρακαλώ να δοθούν εντολές επ’ αυτών διότι είναι πολυάριθμες οι εδώ γερμανικές οικογένειες – με πολλά και μικρά παιδιά – όπως και το προσωπικό της πρεσβείας».
Η απάντηση από το Βερολίνο είναι ολιγόλογη, αλλά αρκετά σαφής. Μπορεί να επισημάνει κανείς ότι για τη γερμανική παροικία της Αθήνας δεν έχει υπάρξει καμιά πρόνοια και αφήνεται στην τύχη της:
«Λόγω της ιδιαίτερα ανώμαλης κατάστασης, δεν μπορεί πλέον να ληφθεί μέριμνα για την ομαδική αναχώρηση και επιστροφή της γερμανικής παροικίας».
Τελικά, στις 5 Απριλίου έφθανε στα χέρια του Γερμανού πρεσβευτή στην Αθήνα πρίγκιπα Έρμπαχ το ακόλουθο τηλεγράφημα του Ρίμπεντροπ:
«Παρακαλείσθε όπως την Κυριακή 6 Απριλίου και ώρα 5.20 θερινή Γερμανίας, ειδοποιήσετε τον εκεί υπουργό Εξωτερικών ότι έχετε να του ανακοινώσετε κάτι απολύτως επείγον και είναι ανάγκη να τον συναντήσετε αμέσως. Παρακαλείσθε να ανακοινώσετε στον υπουργό Εξωτερικών τα εξής:
Αυτή την ώρα παραδίδεται στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο από τον υπουργό Εξωτερικών του Ράιχ διακοίνωση, καθώς και συνημμένο υπόμνημα.
Στα έγγραφα αυτά θα αναπτύσσεται ότι, επειδή δεν τηρήθηκε αυστηρή ουδετερότητα εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, από τις αρχές του πολέμου, και ύστερα από την ανεύρεση σε έγγραφα του Γαλλικού Στρατηγείου, που βρίσκονται στα χέρια της γερμανικής κυβέρνησης, πολλών θετικών στοιχείων και αποδείξεων γι’ αυτό, αποδεικνύονται τα εξής.
Δεν μπορεί πλέον η γερμανική κυβέρνηση να παρακολουθεί απαθώς την ανώμαλη κατάσταση που δημιουργήθηκε εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, ύστερα από την είσοδο ισχυρών αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφός της. Κατόπιν αυτού, η γερμανική κυβέρνηση διέταξε τα στρατεύματά της να εκδιώξουν από το ελληνικό έδαφος τις αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις. Κάθε αντίσταση κατά των γερμανικών πολεμικών δυνάμεων θα παταχθεί χωρίς διάκριση. Στο υπόμνημα τονίζεται ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθρός του ελληνικού λαού και ότι ο γερμανικός λαός δεν επιθυμεί να πολεμήσει τον ελληνικό λαό και να τον καταστρέψει εντελώς. Το κτύπημα που αναγκάζεται να δώσει η Γερμανία επί ελληνικού εδάφους αφορά κυρίως την Αγγλία. Παρακαλείσθε να μην αποφύγετε να κάνετε οποιαδήποτε διευκρίνιση για την ανακοίνωση αυτή. Υπόθεση της ελληνικής κυβέρνησης είναι να φροντίσει για την ασφάλεια του προσωπικού της πρεσβείας. Πρέπει αμέσως να βεβαιωθεί η λήψη του τηλεγραφήματος αυτού, καθώς επίσης είναι ανάγκη να καταστραφεί όλο το απόρρητο υλικό που υπάρχει. Η συσκευή ασυρμάτου να αχρηστευθεί, εκτός αν μπορεί να αποκρυβεί».
Με χαρακτηριστική για Γερμανό διπλωμάτη ευσυνειδησία ο πρίγκιπας Έρμπαχ εκτέλεσε την εντολή που είχε. Επισκέφθηκε το πρωί της 6ης Απριλίου 1941 τον πρωθυπουργό Αλ. Κοριζή και του επέδωσε το γερμανικό τελεσίγραφο που αποτελούσε κήρυξη πολέμου. Ήταν μια κίνηση αναμενόμενη και η κοινή γνώμη δεν εξεπλάγη. Ο δημοσιογράφος και εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος είχε δημοσιεύσει προ μηνός την περίφημη «ανοικτή επιστολή προς την Α.Ε. τον κ. Αδόλφον Χίτλερ, αρχικαγκελάριον του γερμανικού κράτους», αφού από την 1η Μαρτίου γερμανικά στρατεύματα είχαν ουσιαστικά καταλάβει τη Βουλγαρία και η ίδια είχε προσχωρήσει την ίδια ημέρα στον Άξονα, εκθέτοντας πώς και γιατί η Ελλάδα ήταν αποφασισμένη να αντισταθεί στη γερμανική επίθεση. Επρόκειτο για θέμα ηθικής τάξεως, εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε ελπίδα να επαναληφθεί το Έπος της Αλβανίας. Το γερμανικό επιτελείο είχε μελετήσει με ακρίβεια τις απαραίτητες κινήσεις και είχε συγκεντρωθεί στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα πολύς στρατός εμπειροπόλεμος και με τεράστια ισχύ σε τεχνικά μέσα.
Ο Ιω. Μεταξάς εγκαίρως είχε ενδιαφερθεί για την οχύρωση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, οργανώνοντας την ομώνυμη αμυντική γραμμή που αποδείχθηκε επιτυχής, έστω και αν δεν προέβλεπε την αντιμετώπιση του γερμανικού στρατού όταν ανεγειρόταν. Ωστόσο, για πολιτικούς λόγους, δεν είχε προβλεφθεί η επέκταση της «γραμμής Μεταξά» και στην ελληνογιουγκοσλαβική μεθόριο, από το κενό της οποίας πραγματοποιήθηκε η γερμανική εισβολή.
Η είσοδος των Γερμανών στη Γιουγκοσλαβία υπήρξε σχεδόν ανεμπόδιστη, ώστε μέσα σε ένα 48ωρο οι γερμανικές δυνάμεις να έχουν περάσει το γιουγκοσλαβικό έδαφος και να βρίσκονται έξω από τη Θεσσαλονίκη. Υπό καθεστώς πανικού είχαν αντιμετωπίσει οι γείτονές μας, των οποίων η κυβέρνηση μόλις προ ελαχίστων ημερών είχε αποδεχθεί τη γερμανική παραχώρηση της Θεσσαλονίκης και ευθύς μετά είχε ανατραπεί, τη γερμανική επίθεση. Υπάρχουν πολλά δραματικά περιστατικά εκείνου του πανικού, που έφθανε μέχρι τα ανώτερα κλιμάκια. Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι το αρχικό σχέδιο «Μαρίτα», ιδίως όπως διαμορφώθηκε όταν οι Γερμανοί επέτυχαν την πρόσκαιρη προσχώρηση της Γιουγκοσλαβίας στο Τριμερές, προέβλεπε ότι η προσβολή του ελληνικού εδάφους θα γινόταν μόνο μέσω της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Η υπαναχώρηση των Γιουγκοσλάβων άλλαξε τα δεδομένα και έτσι οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν το γιουγκοσλαβικό έδαφος για να καταλάβουν τη Μακεδονία και τη Θράκη, που διαφορετικά θα είχαν να καταβάλουν πολύ κοπιώδη και χρονοβόρο προσπάθεια για να το επιτύχουν. Από το στοιχείο αυτό θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει ότι τελικά το πραξικόπημα Σίμοβιτς ωφέλησε αποκλειστικά και μόνο τη Γερμανία.
Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα υπήρξε γρήγορη, αφού υπερφαλαγγίσθηκε η ηρωική αντίσταση των οχυρών της Γραμμής Μεταξά, το νέο Έπος που προκάλεσε τον θαυμασμό εχθρών και φίλων. Από τις 9 Απριλίου είχε παραδοθεί η Θεσσαλονίκη, ενώ τρεις μέρες αργότερα επιτεύχθηκε η επαφή των γερμανικών στρατευμάτων με τα ιταλικά. Την ίδια ημέρα (12 Απριλίου) οι Γερμανοί εισέρχονταν στο Βελιγράδι, το οποίο ήδη είχε πληγεί σκληρά με αεροπορικούς βομβαρδισμούς και πολλές χιλιάδες θυμάτων.
Η περίπτωση να καταληφθεί από τους Γερμανούς ολόκληρη η Ελλάδα ήταν πλέον απολύτως ορατή. Γινόταν κατανοητό ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να προβληθεί ελληνική αντίσταση ανάλογη με εκείνη που προβλήθηκε στα αλβανικά βουνά. Ο Γεώργιος Β΄ κάλεσε τον Βρετανό πρεσβευτή Πάλαιρετ και του ζήτησε να διαβιβάσει στην κυβέρνησή του τα ακόλουθα τρία αιτήματα, προκειμένου η Ελλάδα να είναι σε θέση να συνεχίσει τον πόλεμο στο εξωτερικό: α) Ο ελληνικός στόλος να καταφύγει στην Αλεξάνδρεια. β) Να μεταφερθούν οι 40.000 Έλληνες στρατιώτες, που βρίσκονταν υπό εκγύμναση στην Πελοπόννησο, στην Κύπρο ώστε να αποτελέσουν τον πυρήνα του νέου ελληνικού στρατού. γ) Να θεωρηθεί, έστω και προσωρινά, ως ελληνικό έδαφος ένα τμήμα της Κύπρου, ώστε να εγκατασταθεί εκεί ο Βασιλεύς και η κυβέρνηση. Το ζήτημα της μεταφοράς της έδρας του ελληνικού κράτους στην Κύπρο είχε τεθεί προς την αγγλική πλευρά και λίγες μέρες πριν από τη γερμανική επίθεση, στις 31 Μαρτίου, όταν ο υπουργός Εξωτερικών Ήντεν βρισκόταν και πάλι στην Αθήνα.
Η βρετανική απάντηση ήταν θετική ως προς το πρώτο αίτημα, ενώ θα εξεταζόταν το δεύτερο. Για το τρίτο δεν δινόταν θετική απάντηση, ως προς την παραχώρηση κυπριακού εδάφους, με την υπόμνηση ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε ενδεχομένως να εγκατασταθεί στην Κύπρο υπό καθεστώς ετεροδικίας και με άσκηση πλήρους εξουσίας, όπως συνέβαινε ήδη με τις εξόριστες στο Λονδίνο κυβερνήσεις Πολωνίας, Ολλανδίας, Νορβηγίας κ.ά. Η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε στο ίδιο θέμα και πάλι τις επόμενες μέρες, ακόμη και από την Κρήτη όπου βρισκόταν, αλλά της δόθηκε η ίδια απάντηση. Η Αγγλία δεν είχε την παραμικρή διάθεση να αποποιηθεί των δικαιωμάτων της τη στιγμή εκείνη, ίσως διότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι, αν και νικήτρια, θα ήταν ο μεγάλος ηττημένος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου από εδαφικής πλευράς.

…Μετά τις 6 Απριλίου 1941 τα μέλη της γερμανικής πρεσβείας είχαν παραμείνει στην Αθήνα και λόγω της ραγδαίας εξελίξεως των γεγονότων δεν είχε καταστεί δυνατή η απομάκρυνσή τους εκτός των ελληνικών συνόρων, όπως αντίστοιχα είχε συμβεί με τους Ιταλούς διπλωμάτες. Ο Άγγλος πρεσβευτής Πάλαιρετ πίεσε την ελληνική κυβέρνηση να συλλάβει τους Γερμανούς διπλωμάτες και να τους μεταφέρει δίκην αιχμαλώτων πολέμου στην Κρήτη, όπου θα ήταν η νέα έδρα της, καταργουμένης όμως έτσι της διπλωματικής ασυλίας τους. Δύο 24ωρα πριν από την αναχώρηση της κυβέρνησης για την Κρήτη, το απόγευμα της 21ης Απριλίου, ο ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος Γάφος επισκέφθηκε τον Γερμανό πρεσβευτή Έρμπαχ και του ζήτησε να ετοιμασθεί μαζί με το προσωπικό του για αναχώρηση. Στην αρχή ο Έρμπαχ δέχθηκε, αφού πριν ζήτησε η μεταφορά του να είναι ασφαλής.
Αργότερα όμως έστειλε στον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών Τσουδερό τον πρεσβευτή της Σουηδίας, που μετά την 6η Απριλίου είχε αναλάβει την προστασία των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα, ο οποίος διαβίβασε τη δήλωση του Έρμπαχ ότι μόνο με τη χρησιμοποίηση βίας θα άφηνε την πρεσβεία του.
Ύστερα απ’ αυτή την αιφνίδια εξέλιξη έγινε σύσκεψη μεταξύ Βασιλέως, πρωθυπουργού και Άγγλου πρεσβευτή, ο οποίος όμως επέμενε φορτικά, προτείνοντας επί πλέον την παροχή βρετανικής στρατιωτικής βοήθειας για την εκτέλεση του σχεδίου. Κλήθηκε ο Σουηδός πρεσβευτής, ο οποίος άρχισε διαπραγματεύσεις, πηγαινοερχόμενος μεταξύ υπουργείου Εξωτερικών και γερμανικής πρεσβείας, ενώ ένοπλοι αστυφύλακες κύκλωσαν το κτίριο της πρεσβείας, έτοιμοι να εισβάλουν και να συλλάβουν πρεσβευτή και διπλωμάτες.
Στο σημείο αυτό παρενέβη μια επιτροπή που εκπροσωπούσε το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων διπλωματών, με επικεφαλής τον γενικό διευθυντή Α. Δελμούζο, και αντέδρασε στην κυβερνητική απόφαση, απειλώντας ότι αν εφαρμοζόταν θα υπέβαλαν ομαδικά την παραίτησή τους. Αυτό ήταν αφορμή για να ματαιωθεί η αιχμαλωσία των Γερμανών διπλωματών, που ήταν αντίθετη στο διεθνές δίκαιο και που εγκυμονούσε τον προφανή κίνδυνο εφαρμογής αντιποίνων στους Έλληνες διπλωμάτες (τρεις πρεσβευτές και 150 υπάλληλοι) που βρίσκονταν στη Γερμανία.
Σε σημείωμα αρμόδιας υπηρεσίας του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 25 Απριλίου αναφέρεται μεταξύ άλλων για την τύχη των Ελλήνων διπλωματικών:
«…Το προσωπικό της ελληνικής πρεσβείας στη Γερμανία και στις κατεχόμενες χώρες βρίσκεται ακόμη στο Φρίντριχσχάφεν, στο ξενοδοχείο “Κουργκάρτεν”. Ανέρχεται συνολικά σε 63 άτομα. Επίσης πρέπει να προστεθεί η ευρισκόμενη στο σανατόριο Βάλντχαους στο Γκρούνεβαλντ σοβαρά ασθενής κόρη του Έλληνα πρεσβευτή με τον σύζυγό της (Σ.Σ. πρόκειται περί του μεταπολεμικά γνωστού αεροδιαστημικού Γιάννη Αργύρη)  και τη μητέρα της. Επίσης δώδεκα άτομα της πρώην ελληνικής πρεσβείας στο Βελιγράδι και ο άλλοτε γενικός πρόξενος στα Σκόπια, που βρίσκονται αυτή τη στιγμή καθ’ οδόν προς Φρίντριχσχάφεν».

Για την τύχη στην Ελλάδα των Γερμανών διπλωματών και των μελών της γερμανικής παροικίας (περίπου 650 ατόμων), στις 18 Απριλίου αναμεταδίδεται από τον Γερμανό πρεσβευτή στη Στοκχόλμη το ακόλουθο τηλεγράφημα του Σουηδού πρεσβευτή στην Αθήνα:
«Οι Γερμανοί πρόξενοι Καλαμάτας και Πάτρας βρίσκονται στην οικία του Γερμανού πάστορα της Αθήνας, ο πρόξενος Κέρκυρας είναι προφανώς καθ’ οδόν προς την Αθήνα, ενώ ο πρόξενος Βόλου με την οικογένειά του επιθυμεί να παραμείνει εκεί. Το προξενείο Χανίων και το προσωπικό του προξενείου Σάμου θα μεταφερθούν απευθείας στην Τουρκία. Ο προϊστάμενος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, σύμφωνα με την επιθυμία που εξέφρασε, παραμένει με την υπόλοιπη γερμανική παροικία. Από το προσωπικό της πρεσβείας, ο πρεσβευτής, ο σύμβουλος του πρεσβευτή, δύο γραμματείς και οι στρατιωτικοί ακόλουθοι με τις οικογένειές τους, αποτελώντας μοναδική εξαίρεση, διαμένουν από την έκρηξη του πολέμου στην ιδιωτική κατοικία του πρεσβευτή ή στις δικές τους κατοικίες. Ένας βοηθός του στρατιωτικού ακολούθου, δύο ακόλουθοι Τύπου, ο ακόλουθος επί των πολιτιστικών σχέσεων και ο σύμβουλος πρεσβείας Χες μαζί με τις οικογένειές τους εγκαταστάθηκαν, εν αγνοία μου για λόγους ασφαλείας στην πρεσβεία. Η σύζυγος και τα τέκνα του συμβούλου της πρεσβείας, του εμπορικού ακολούθου, ένας ακόλουθος Τύπου και ένας πολιτιστικών σχέσεων, με τις οικογένειές τους, επανήλθαν στις κατοικίες τους. Οι υπόλοιποι προτιμούν να παραμείνουν στην πρεσβεία, όπου οι αστυνομικές αρχές, για να μην προδοθούν, απαγόρευσαν το ηλεκτρικό φως. Παρά τα διαβήματά μου, χορηγήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα μόνο στην κατοικία του πρεσβευτή. Το μεγαλύτερο μέρος του βοηθητικού προσωπικού μεταφέρθηκε από τις αρχές στα γραφεία της γερμανικής πρεσβείας. Μικρός αριθμός βρίσκεται στην κατοικία του πρεσβευτή, καθώς και στις κατοικίες όπου έχει περιορισθεί η γερμανική παροικία. Όλοι οι ανωτέρω είναι υγιείς».
Ανακεφαλαιώνοντας, μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, ο πρεσβευτής της Γερμανίας Έρμπαχ ενημερώνει το Βερολίνο με τηλεγράφημά του (28 Απριλίου):
«Από την κήρυξη του πολέμου μέχρι την άφιξη των γερμανικών στρατευμάτων, όλοι οι εδώ Γερμανοί, ιδίως οι ανήκοντες στην παροικία, τελούσαν υπό περιορισμό σε τρεις τόπους διαμονής που επιλέξαμε, στην πρεσβευτική κατοικία, στις κατοικίες μερικών από τους διπλωματικούς μας υπαλλήλους και στο κτίριο της πρεσβείας. Η χρησιμοποίηση του κτιρίου της πρεσβείας, που δεν την είχαμε προβλέψει, διατάχθηκε από την αστυνομία, η οποία επέβαλε την εκκένωση των κατοικιών όλων των Γερμανών διπλωματών πλην της δικής μου. Οι οικίες αυτές υποβλήθηκαν σε έρευνα, ενώ σε μια περίπτωση σημειώθηκε βίαιη είσοδος.
Εκτός από το τυχαίο αυτό περιστατικό, η συμπεριφορά της Αστυνομίας υπήρξε ως επί το πλείστον άψογη και ευγενική.
Οι Πρόξενοι Καλαμάτας, Κορίνθου και Πάτρας ήταν επίσης έγκλειστοι. Ο Πρόξενος Βόλου θέλησε να παραμείνει εκεί. Ο Πρόξενος Σάμου δεν μπόρεσε να φθάσει στην Αθήνα. Πρέπει να ομολογηθεί ότι οι Έλληνες υποβλήθηκαν πράγματι σε μεγάλους κόπους στην προσπάθεια να πραγματοποιηθεί η μεταφορά του προσωπικού της πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, δεν υπήρξε όμως από την αρχή η κατάλληλη προετοιμασία γι’ αυτό. Στις 22 Απριλίου μας δηλώθηκε ότι ήταν ανάγκη να ακολουθήσουμε την κυβέρνηση στη νέα της έδρα, σ’ αυτό όμως το σημείο τελικά υπαναχώρησαν. Ως εκπρόσωπος της χώρας που ανέλαβε την προστασία των συμφερόντων μας ορίσθηκε ο σύμβουλος της σουηδικής πρεσβείας Άλλαρντ, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικός χάρη στην ενεργητικότητα και τις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλε. Οι ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου Εξωτερικών, στην προσπάθειά τους να με εξυπηρετήσουν, βρέθηκαν στις 22 Απριλίου σε δύσκολη θέση απέναντι στον πανίσχυρο υπουργό Ασφαλείας Μανιαδάκη, οι μηχανορραφίες του οποίου τελικά δεν καρποφόρησαν».
Αυτά έλεγε ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα 'Ερμπαχ την επομένη της κατάληψης της ελληνικής πρωτεύουσας από τους Γερμανούς. Σε προσωπικό επίπεδο, ήδη βρισκόταν υπό δυσμένεια και ανακλήθηκε, χωρίς να του ανατεθεί άλλο πόστο. Τις πρώτες κατοχικές μέρες εμφανίστηκε με ειδική αποστολή ο Γερμανός διπλωμάτης Φέλιξ Μπέντσλερ, ενώ αμέσως μετά τοποθετήθηκε ως ειδικός πληρεξούσιος του Φύρερ για την Ελλάδα ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ, ο ουσιαστικός πολιτικός διοικητής της κατεχόμενης χώρας.