Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

9 Απριλίου 1941:
Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης




Του Δημοσθένη Κούκουνα


Στις 6 Απριλίου 1941 άρχισε η γερμανική επίθεση, που γινόταν ταυτόχρονα προς την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. Δύο ημέρες αργότερα, αφού πλέον είχαν πλησιάσει οι Γερμανοί μετά την απρόσμενη διάσπαση του σερβικού μετώπου, ο διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (Τ.Σ.Α.Μ.) στρατηγός Κωνσταντίνος Μπακόπουλος ζήτησε από το Γενικό Στρατηγείο στην Αθήνα να εγκρίνει την παράδοση της Θεσσαλονίκης για να αποφευχθούν περιττές καταστροφές. Στις 12 το μεσημέρι ο αρχιστράτηγος Παπάγος υπέγραφε την υπ’ αριθ. 1381 διαταγή του, με την οποία επέτρεπε την κατάθεση των όπλων «επιδιώκοντες κατά το δυνατόν εντίμους όρους συνθηκολογήσεως». Ταυτόχρονα στη Θεσσαλονίκη οι αρχές της πόλης συνήλθαν σε σύσκεψη και αποφάσισαν να παραδοθεί η πόλη στους Γερμανούς.
Στις 9 μ.μ. ο διοικητής του Τ.Σ.Α.Μ. απέστειλε τον αντισυνταγματάρχη Πετίνη [1] στο γερμανικό προξενείο Θεσσαλονίκης για να μεταβιβασθεί το αίτημα συνθηκολόγησης στον «διοικητή των γερμανικών στρατευμάτων των δρώντων εις κοιλάδα Αξιού»[2]. Νωρίτερα, ο στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης στρατηγός Νικ. Ραγκαβής, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του συνταγματάρχη Παπακωνσταντίνου, είχε βγει από την πόλη και κατευθύνθηκε σ’ ένα σημείο της οδού Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, όπου συνάντησε τον διοικητή της γερμανικής φάλαγγας, στον οποίο ανακοίνωσε ότι η Θεσσαλονίκη κηρύχθηκε ανοχύρωτη και αποκλεισμένη πόλη και κατά συνέπεια παραδίδεται, ενώ ζήτησε να τηρηθεί η τιμή των όπλων για τον ελληνικό στρατό.
Ο Γερμανός διοικητής ήταν ευγενής έναντι του Ραγκαβή και του είπε ότι οι ελληνικές γραμμές διασπάσθηκαν τόσο γρήγορα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μαχητική αξία του ελληνικού στρατού ήταν μειωμένη, αλλά το γεγονός οφειλόταν στο ότι άλλος στρατός (ο γιουγκοσλαβικός) υποχώρησε με τρόπο που άφησε εκτεθειμένο το πλευρό του. Στο πρακτικό μέρος, η απάντηση του Γερμανού αξιωματικού ήταν ότι ως προς την παράδοση της πόλης, την επομένη το πρωί οι Γερμανοί θα εισέρχονταν για να την καταλάβουν, ενώ για την παράκληση περί τιμής των ελληνικών όπλων, ζητούσε άνευ όρων παράδοση. Ο γερμανομαθής στρατηγός Ραγκαβής ενημέρωσε για την επικοινωνία του αυτή τον στρατηγό Μπακόπουλο και εκείνος τον έφερε σε επαφή με τον επίσης γερμανομαθή Πετίνη, ώστε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα οι Ραγκαβής και Πετίνης να φύγουν για νέα συνάντηση με τον Γερμανό στρατηγό. Μαζί τους είχαν και μία επιστολή του Γερμανού προξένου Θεσσαλονίκης, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη μετάβασή τους. Στις 3 π.μ. ο Ραγκαβής επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, αλλά παρέμεινε ο Πετίνης, ο οποίος βρισκόταν στο χωριό Πρόχωμα, όπου είχε την έδρα του ο διοικητής της 2ας Τεθωρακισμένης Μεραρχίας αντιστράτηγος Ρούντολφ Φάιελ.
Ο Γερμανός στρατηγός, αφού διάβασε το έγγραφο του Μπακόπουλου που ζητούσε τη συνθηκολόγηση, έφυγε, συνοδευόμενος από τον επιτελάρχη του, μέσα στη νύχτα αεροπορικώς για τη Σόφια, όπου ήταν η έδρα του στρατάρχη Βίλελμ Λιστ, διοικητή της 12ης Στρατιάς. Γύρισαν στο Πρόχωμα στις 9 π.μ. και ανακοινώθηκε στον αντισυνταγματάρχη Πετίνη ότι οι όροι έγιναν κατ’ αρχήν δεκτοί, εκτός από τον όρο της διατήρησης του ατομικού οπλισμού των στρατιωτών. Η κατάπαυση των εχθροπραξιών γινόταν δεκτή από τους Γερμανούς και θα διατασσόταν με ασύρματο για να αρχίσει στις 10 π.μ.
Στη συνέχεια, ο στρατηγός Φάιελ και οι επιτελείς του, από κοινού με τον Έλληνα αντισυνταγματάρχη Πετίνη, συνέταξαν το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Μόνος ανάμεσα στους Γερμανούς ο Πετίνης μπόρεσε με δική του πρωτοβουλία να προσθέσει δύο όρους: Να συνεχισθεί η λειτουργία των ελληνικών δικαστηρίων και να παραμείνει στην αρμοδιότητα της Χωροφυλακής η τήρηση της τάξεως.
Από πολύ νωρίς το πρωί της 9ης Απριλίου η ελληνική επιτροπή, που την αποτελούσαν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μερκουρίου, ο υπασπιστής του στρατιωτικού διοικητή Ραγκαβή συνταγματάρχης Παπακωνσταντίνου και ο αστυνομικός διευθυντής Παπαργύρης, συναντήθηκε στην οδό Μοναστηρίου με τον Γερμανό στρατηγό Φάιελ (που συνοδευόταν από τον επιτελάρχη του και τον Πετίνη) για την παράδοση της πόλης. Ο δήμαρχος Μερκουρίου, εκ μέρους της επιτροπής, προσφώνησε τον Γερμανό στρατηγό: «Αι στρατιωτικαί αρχαί της πόλεως Θεσσαλονίκης ανήγγειλαν εις ημάς, ότι παρέδωκαν προ ολίγων ωρών την πόλιν εις τον γερμανικόν στρατόν. Εξ ονόματος της πόλεως εμπιστεύομαι αυτήν εις την υμετέραν εξοχότητα, με την βαθείαν πεποίθησιν ότι η εν γένει ασφάλεια και η ησυχία αυτής θα είναι ηγγυημέναι και ο βίος των πολιτών ομαλός και άνετος».
Από τη μεριά του, ο Γερμανός στρατηγός ευχαρίστησε και απάντησε ότι παίρνει την πόλη υπό την προστασία του και ότι εγγυάται για την ασφάλεια και την εργασία των πολιτών. Πρόσθεσε: «Ο γερμανικός λαός εκτιμά και ενθυμείται την παλαιάν αγάπην που είχε προς τον ελληνικόν λαόν, προς τον οποίον τρέφει πάντοτε εξαιρετικήν συμπάθειαν. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης πρέπει να επιδοθώσιν εις τα έργα των, βέβαιοι όντες, ότι η τάξις θα τηρηθή απόλυτος και ότι ο ελληνικός λαός θα περιβάλλεται πάντοτε διά της αγάπης των γερμανικών στρατιωτικών αρχών».
Ακολούθησε η ρύθμιση πρακτικών διαδικασιών και ορίσθηκαν σε συνεννόηση με την ελληνική επιτροπή τα κτίρια στα οποία θα εγκατασταθούν οι γερμανικές αρχές. Τα πρώτα γερμανικά μηχανοκίνητα τμήματα εισήλθαν στις 8 π.μ. και αφού προέλασαν από τις οδούς Μοναστηρίου, Εγνατία και τη λεωφόρο Νίκης με τέρμα τον Λευκό Πύργο, κατευθύνθηκαν προς τους στρατωνισμούς που τους είχαν υποδειχθεί. Την ίδια ώρα γερμανικά αεροσκάφη πετούσαν πάνω από την πόλη σε χαμηλό ύψος.
Ο γνωστός Θεσσαλονικεύς δημοσιογράφος Κώστας Δημάδης, μεταπολεμικά διευθυντής της εφημερίδας Μακεδονία, έγραφε τότε[3]: «Από της εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων επεκράτησεν εις ολόκληρον την Θεσσαλονίκην πλήρης και απόλυτος ηρεμία. Η ευπροσηγορία των γερμανικών στρατευμάτων συνετέλεσεν ώστε να αναπτυχθούν από της πρώτης στιγμής θερμά αισθήματα μεταξύ αυτών και του πληθυσμού και αίσθημα γενικής ασφαλείας. Τα γερμανικά στρατεύματα ανέλαβον αμέσως την φρούρησιν των αποθηκών τροφίμων, αι δε πυροσβεστικαί υπηρεσίαι επελήφθησαν της κατασβέσεως της μεγάλης πυρκαϊάς, ήτις και επετεύχθη την μεσημβρίαν»[4].
Το κείμενο αυτό δεν θα μπορούσε να είναι, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις του ίδιου του συντάκτη του ή της εφημερίδας που την φιλοξένησε, απολύτως αντικειμενικό, αφού είχε περάσει από τον έλεγχο της γερμανικής λογοκρισίας. Ένας άλλος δημοσιογράφος, ο Αντώνιος Θεοδωρίδης[5], που προ των Γερμανών είχε εγκαταλείψει την πόλη του με κατεύθυνση την ελεύθερη ακόμη Αθήνα, αναφερόμενος στην ίδια ιστορική ημέρα που γνώριζε η Θεσσαλονίκη με την κατάληψή της από τους Γερμανούς, υποκείμενος αυτός στην ελληνική λογοκρισία όμως, αναδεικνύει μια άλλη διάσταση. Επιχειρεί να δώσει την ψυχική κατάσταση, όχι όσων έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη λίγο πριν εισέλθουν οι Γερμανοί, αλλά εκείνων που έμειναν: «...Αλλοίμονον, αν εκινούντο προς το λιμάνι, όλοι όσοι είχαν την δυνατότητα να φύγουν. Θα εγκαταλείπαμε τότε αυτόν τον κόσμο, τα παιδιά του οποίου άλλα έπεσαν κι άλλα εξακολουθούν να μάχωνται σκληρά στα δύο μέτωπα, στο έλεος της μοίρας, που μόνον Θεία βουλή θα μπορούσε να προδιαγράψη. Φεύγουν οι αρχές και όσοι θεωρούν, ότι είναι ίσως εκτεθειμένοι απέναντι του εχθρού. Εγώ μένω – και μαζί μου, καθώς θα αντελήφθης μένουν πολλοί – για ένα άλλο καθήκον, εξ ίσου ιερό, εξ ίσου εθνικό, εξ ίσου επιβεβλημένο. Τις διαθέσεις του εχθρού τις ξέρουμε. Την έκταση της προπαγάνδας διαφόρων υπόπτων γειτόνων, την μαντεύουμε. Και λίγο πριν, είμαστε σε θέση να εννοήσουμε ποια ύστατη επιταγή μάς αναμένει ν’ αγωνισθούμε με κάθε δυνατό μέσο να περισώσουμε την εθνικήν απόφαση και την υπόσταση της απειλουμένης ελληνικής οικογενείας. Δεν μας πτοεί η θυσία. Την θυσία την ελάβαμεν υπ’ όψει. Σκοπός μας είναι, όταν θα επιστρέψετε με το καλό, και δέομαι να επιστρέψετε μια ώρα νωρίτερα, να βρήτε λιγώτερα ερείπια, ν’ αντικρύσετε λιγώτερους σταυρούς. Ιδού το καθήκον μας...». Στο ίδιο κείμενο, ο αναγνώστης πληροφορείται ότι οι κατακτητές υποχρέωσαν τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιος να «δεηθεί στην Αγιά Σοφιά υπέρ των γερμανικών όπλων»...

Λίγο αργότερα αφότου είχαν εισέλθει στη Θεσσαλονίκη τα γερμανικά τεθωρακισμένα, στις 12.30 το μεσημέρι, έγινε νέα συνάντηση του στρατηγού Φάιελ με τον αντιστράτηγο Κ. Μπακόπουλο, τον επιτελάρχη του συνταγματάρχη Π. Καλογερόπουλο και τον αντιστράτηγο Νικ. Ραγκαβή, στους οποίους παρέδωσε το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης, που είχε συνταχθεί στη γερμανική γλώσσα. Ο Μπακόπουλος δεν έμεινε ικανοποιημένος από τη διατύπωση και ζήτησε την τροποποίηση του κειμένου σε ορισμένα σημεία, καθώς και τη σύνταξή του όχι μόνο στα γερμανικά, αλλά και στα ελληνικά. Ζήτησε ακόμη να προστεθούν στο πρωτόκολλο οι εξής όροι: α) Να αναγνωρισθεί ότι το ΤΣΑΜ δεν ηττήθηκε, αλλά ότι αναγκάσθηκε να προτείνει συνθηκολόγηση, ύστερα από την κατάρρευση της γιουγκοσλαβικής αντίστασης. β) Να επιστραφεί στην Ελλάδα το πολεμικό υλικό, που θα παραδώσουν τα ελληνικά στρατεύματα, μετά το τέλος του πολέμου. γ) Να παραμείνουν στις θέσεις τους οι ελληνικές πολιτικές αρχές. δ) Να μην εισέλθει βουλγαρικός στρατός στο ελληνικό έδαφος και να μη σταλούν σε καμιά περίπτωση στη Βουλγαρία ή την Ιταλία ως αιχμάλωτοι οι Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες.
Ύστερα από μιάμισης ώρας διαβουλεύσεις, ανάμεσα στις δύο πλευρές, τελικά στις 2 μ.μ. υπογράφηκε το αρχικό πρωτόκολλο, μαζί με παράρτημα, όπου είχαν συμπεριληφθεί οι όροι που έγιναν δεκτοί από τους Γερμανούς. Ωστόσο δύο από τους όρους της ελληνικής πλευράς δεν έγιναν δεκτοί, ως προς την επιστροφή του οπλισμού και τη μη είσοδο των Βουλγάρων, για τους οποίους ο στρατηγός Φάιελ δήλωσε αναρμοδιότητα.
Δύο ημέρες αργότερα έφθασε στη Θεσσαλονίκη ο αντιστράτηγος φον Κρένσκι, ο οποίος είχε ορισθεί ως στρατιωτικός διοικητής της περιοχής που είχαν καταλάβει οι Γερμανοί. Ήταν εξουσιοδοτημένος από τον στρατάρχη Λιστ να διαπραγματευθεί τους τελικούς όρους της συνθηκολόγησης. Έγινε ανταλλαγή γραπτών σημειωμάτων Κρένσκι-Μπακόπουλου πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία που ανέφερε:
α. Αποστράτευση των εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών που κατάγονται από την κατεχόμενη περιοχή, με τη συγκρότηση κέντρων αποστράτευσης στις πόλεις Θεσσαλονίκη, Σιδηρόκαστρο, Δράμα, Ελευθερούπολη, Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη.
β. Διατήρηση της διοικητικής και οργανικής σύνθεσης του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, του οποίου ο αριθμός μονάδων θα εξαρτάται από τη δύναμη που θα απομείνει μετά την απόλυση των εφέδρων.
γ. Ρύθμιση, με μέριμνα της ελληνικής και της γερμανικής Επιμελητείας, ως προς τη διατροφή και τη μισθοδοσία όσων δεν θα απολυθούν.
δ. Παραμονή των αξιωματικών ελευθέρων μέσα στις πόλεις, εφοδιασμένων από τις γερμανικές αρχές με δελτία ταυτότητας και άδειες ελεύθερης κυκλοφορίας.
ε. Εξασφάλιση τηλεφωνικού συνδέσμου του ΤΣΑΜ με τις μονάδες του διά του υπεραστικού κέντρου και για ορισμένα μόνο τηλέφωνά του.
Μετά απ’ αυτή τη συμφωνία, άρχισε σε μερικές φρουρές η απόλυση των εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών, ενώ πράγματι οι αξιωματικοί παρέμεναν ελεύθεροι μέσα στις πόλεις. Ωστόσο ορισμένες κατά τόπους γερμανικές αρχές ζήτησαν μερικές μέρες αργότερα την αναστολή της απόλυσης των εφέδρων και προσπάθησαν να συγκεντρώσουν τους απολυθέντες εφέδρους στις μονάδες τους. Σχηματίσθηκαν έτσι στρατόπεδα αιχμαλώτων, όπου οι οπλίτες τέθηκαν υπό περιορισμό με ευθύνη των Ελλήνων αξιωματικών. Επιβλήθηκε και στους αξιωματικούς περιορισμός εντός των στρατώνων ή σε άλλα κτίρια, ενώ επιτρεπόταν η έξοδός τους μόνον επί δίωρο καθημερινά για σιτισμό. Ελεύθερη κυκλοφορία επιτρεπόταν μόνο για τους Έλληνες στρατηγούς και μερικούς αξιωματικούς αν είχαν υπηρεσιακούς λόγους.
Οι συμφωνίες, που με τόση γενναιοδωρία είχαν αποδεχθεί οι Γερμανοί, άρχισαν να παραβιάζονται, ενώ μερικές δεν τηρήθηκαν καν. Για τις διάφορες παραβιάσεις που προέκυψαν, ο στρατηγός Μπακόπουλος έκανε συνεχείς διαμαρτυρίες στις γερμανικές αρχές.
  
[1] Περίπου μια εικοσαετία αργότερα, όταν δημοσιεύθηκαν στο Λονδίνο τα αρχεία του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, που είχαν κατασχεθεί από τους Συμμάχους κατά την κατάρρευση του Γ΄ Ράιχ, σε ορισμένα έγγραφα προερχόμενα από τις γερμανικές διπλωματικές αρχές στην Ελλάδα, αναφέρθηκαν οι επαφές που είχαν πραγματοποιήσει μαζί τους διάφοροι Έλληνες. Μεταξύ αυτών αναφέρθηκε και ο αντισυνταγματάρχης Αλέξανδρος Πετίνης, ο οποίος φέρεται να επισκέφθηκε το γερμανικό προξενείο Θεσσαλονίκης στις αρχές του 1941 και πάντως προ της γερμανικής εισβολής, προκειμένου να ζητήσει τη γερμανική μεσολάβηση για τον τερματισμό του ελληνοϊταλικού πολέμου. Σχετική αναφορά της συγκεκριμένης επαφής του Πετίνη με τον από δεκαετιών εγκατεστημένο στη Θεσσαλονίκη Γερμανό υπάλληλο του προξενείου Πάουλους (επί Κατοχής σημαντικό παράγοντα και προϊστάμενο του γερμανικού γραφείου Τύπου) διαβίβασε τηλεγραφικά ο πρεσβευτής Έρμπαχ, προκειμένου να αξιολογηθεί στο Βερολίνο ανάλογα.
[2] Τα κείμενα που αναφέρονται στη συνθηκολόγηση του Τ.Σ.Α.Μ. και αναλυτικότερη εξιστόρηση αναφέρονται εις Δ. Κούκουνα, Η γερμανική εισβολή και η συνθηκολόγηση, Εκδ. Μέτρον, Πάτρα 1983, σελ. 21-37.
[3] Αθηναϊκά Νέα, 6 Ιουνίου 1941. Ο Κώστας Δημάδης στις ανταποκρίσεις του που δημοσιεύονται στα Αθηναϊκά Νέα, δείχνει να ακολουθεί τη γραμμή της γερμανικής προπαγάνδας όπως είχε χαραχθεί από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής. Μετά την Απελευθέρωση θα υποστηρίξει ενώπιον δικαστηρίου ότι στη Θεσσαλονίκη επέστρεψε πολύ αργότερα, αλλά ίσως πιο σημαντικές θα είναι οι συνεργασίες του στις ελεγχόμενες από τους Γερμανούς εφημερίδες της Θεσσαλονίκης κατά το διάστημα της Κατοχής, όχι μόνον ως στέλεχος της εφημερίδας Νέα Ευρώπη, αλλά και των πιο ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστικών Νέων Καιρών (1942). Πρβλ. Μανώλη Κανδυλάκη, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης, Δ΄ 1941-1967, University Studio Press / Έκφραση, Θεσσαλονίκη 2008.
[4] Η αρκετά εξιδανικευμένη εικόνα, που δίνει ο Κ. Δημάδης, παραλείπει να χρωματίσει το κύμα πανικού που υπήρχε πριν από την είσοδο των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη. Με τη φράση πανικού «έρχονται οι Γερμανοί!» πολλοί πολίτες εξέφραζαν τον φόβο τους για το αβέβαιο μέλλον που αναμενόταν.
[5] Ακρόπολις, 21 Απριλίου 1941.



Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΙΖΗΣ


Ο Έλληνας  τραπεζίτης
που δεν δίστασε
να πει το δεύτερο "ΟΧΙ"
στον Χίτλερ!



Του Δημοσθένη Κούκουνα

Ήταν ο πρωθυπουργός που επί 80 ημέρες διοίκησε τη μαχόμενη Ελλάδα στην πιο κρίσιμη φάση της, στους πρώτους μήνες του 1941. Ήταν εκείνος που αποφασιστικά είπε το «ΟΧΙ» στον Χίτλερ, στις 6 Απριλίου 1941, αλλά έπειτα από δώδεκα ημέρες έβαλε τέλος στη ζωή του. Ο Αλέξανδρος Κοριζής δεν ήταν μέχρι τότε παρά ένας επιτυχών τραπεζίτης, που όμως βρέθηκε μοιραία στο επίκεντρο της σύγχρονης ιστορίας ως διάδοχος του Ιωάννη Μεταξά. Δεν ήταν άγνωστο πρόσωπο στην αθηναϊκή κοινωνία και από τα νεανικά του χρόνια, αν και είχε αποφύγει να ασχοληθεί με την ενεργό πολιτική (τόσο ο πατέρας όσο και ο παππούς του είχαν εκλεγεί πολλές φορές βουλευτές Τροιζηνίας), είχε ακολουθήσει σταδιοδρομία οικονομολόγου. Υπήρξε ο οικονομικός σύμβουλος του Στεργιάδη στην υπάτη αρμοστεία Σμύρνης το 1920 και τον Μάρτιο 1933 για μερικά 24ωρα έγινε υπουργός Οικονομικών μετά το αποτυχόν κίνημα του στρατηγού Πλαστήρα.
Στις 29 Ιανουαρίου 1941, μόλις κενώθηκε η θέση του πρωθυπουργού με τον θάνατο του Μεταξά, αποδέχθηκε την ιστορική πρόκληση και ανέλαβε την πολιτική ηγεσία της χώρας. Δεν ήταν ο φυσικός διάδοχός του, δεν ήταν καν μέλος της κυβέρνησής του εκείνη την ώρα. Η συγκυρία τον είχε τοποθετήσει ως διοικητή της Εθνικής Τράπεζας από το 1939 που πέθανε ο Ιωάννης Δροσόπουλος και χάριν αυτής της θέσης εγκατέλειψε τη θέση του υπουργού Προνοίας που κατείχε μέχρι τότε (σημειωτέον ότι είχε ορκισθεί με την κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936). Και τώρα, στις 29 Ιανουαρίου, η νέα συγκυρία τον έφερνε απρόσμενα στη θέση του μέχρι τότε παντοδύναμου κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά.
O περίφημος "πατήρ Δημήτριος" Μπάλφουρ.
Η βασιλική προνομιακή επιλογή του Κοριζή οφειλόταν σε αντίστοιχη εισήγηση των Ιωάννη Διάκου και Κωνσταντίνου Μανιαδάκη προς τον βασιλιά Γεώργιο Β΄. Δεν είναι ακριβώς κατανοητό πού στηρίχθηκε αυτή η επιλογή, ούτε πόσο είχε επηρεάσει μια τέτοια εξέλιξη το γεγονός ότι διατηρούσε επί χρόνια ένα στενό προσωπικό σύνδεσμο με τον περιώνυμο Δημήτριο-Ντέιβιντ Μπάλφουρ, το βέβαιο όμως είναι ότι εκείνη την ώρα έγινε ασμένως αποδεκτή από τους βρετανικούς παράγοντες. Δεν εξετάσθηκαν άλλες υποψηφιότητες, ούτε υπήρξε οποιοσδήποτε ενδοιασμός. Αμέσως ορκίσθηκε και ανέλαβε τα πρωθυπουργικά καθήκοντα, αναλαμβάνοντας παράλληλα και τα πρόσθετα υπουργικά χαρτοφυλάκια που είχε ο αποθανών προκάτοχός του: Εξωτερικών, Παιδείας, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Η σύνθεση της κυβέρνησης παρέμεινε η ίδια ακριβώς και ο αγώνας στο Μέτωπο συνεχίστηκε με την ίδια αποφασιστικότητα.
Μόνο μία μεταβολή έγινε, όλως διόλου αφανής και ανεπαίσθητη για την ευρεία κοινή γνώμη. Αμέσως μετά την πρωθυπουργική αλλαγή, η ελληνική κυβέρνηση έκανε δεκτό το αίτημα του Λονδίνου για παρουσία περιορισμένων βρετανικών δυνάμεων στη Βόρειο Ελλάδα. Εκείνο δηλαδή που με σθένος ο Μεταξάς είχε αρνηθεί στις έσχατες μέρες της ζωής του, ο Κοριζής χωρίς δεύτερη κουβέντα το αποδέχθηκε. Η ρηματική διακοίνωση του αποθανόντος πρωθυπουργού προς τη βρετανική κυβέρνηση στάλθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1941 και έφερε την τελευταία υπογραφή που έβαλε στη ζωή του. Αφότου επιδόθηκε αυτή η διακοίνωση, ο Ιωάννης Μεταξάς ως εκ συμπτώσεως περιέπεσε σε μια ανελέητη βαριά ασθένεια και μετά από έντεκα ημέρες εξέπνευσε. Σ’ αυτό το «κίνητρο» στηρίζονται όσοι ισχυρίζονται ότι δολοφονήθηκε.
Ο Μεταξάς, όπως προκύπτει άλλωστε και από το ημερολόγιό του, ήταν ψυχικά προετοιμασμένος για την ενδεχόμενη γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας, ώστε δεν υπάρχει αμφιβολία ποια θα ήταν η στάση του αν εκδηλωνόταν επί των ημερών του. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε ευθέως να την προκαλέσει, αφού ήταν βέβαιο ότι δεν θα επαναλαμβανόταν πια το θαύμα των βορειοηπειρωτικών βουνών. Και εν προκειμένω η προτεινόμενη από τους Βρετανούς ανεπαρκέστατη στρατιωτική ενίσχυση απλώς θα επέφερε την άμεση ήττα – όπως και έγινε.
Αλλά ο διάδοχός του, που μέχρι εκείνες τις ιστορικές ώρες είχε επιδείξει το ταλέντο του ως ικανός τραπεζίτης, τις πρώτες ημέρες που ήταν πρωθυπουργός δεν αντέδρασε όπως ο προκάτοχός του, που αποδεδειγμένα είχε ταλέντα στρατηγού και διπλωμάτη. Το πρόβλημα το αντελήφθη μερικές εβδομάδες αργότερα και αφού είχε αποδεχθεί τη συγκεκριμένη βρετανική «βοήθεια». Η διαφαινόμενη πλέον γερμανική επίθεση εναντίον μας τον ώθησε σε νέες σκέψεις, σε σημείο που ενοχλήθηκαν οι Βρετανοί στην Αθήνα.
Η Σύνθια Όβερτον Πρέστον μετά τον
πόλεμο. Υπηρέτησε μεταξύ άλλων
στα χρόνια του αγώνα της ΕΟΚΑ ως
...πιλότος της RAF!
Είναι χαρακτηριστικό ότι μια νεαρή Αγγλίδα, ονόματι Σύνθια Όβερτον Πρέστον, που μόλις εικοσιπεντάχρονη το 1938 είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα και εργαζόταν απλώς ως καθηγήτρια αγγλικών, προφανώς όμως εκινείτο στο παρασκήνιο και είχε επιρροή, εμφανίστηκε στις 7 Μαρτίου 1941 στον πρίγκιπα Πέτρο (ο οποίος τότε κατείχε την κρίσιμη θέση του επικεφαλής του Γραφείου Συνδέσμου με τους Βρετανούς) και του ζήτησε να μεσολαβήσει στον εξάδελφό του, τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, για να …απολυθεί ο πρωθυπουργός Κοριζής! Η ίδια μέχρι τον θάνατό της το 2010 δεν έδωσε ποτέ κάποια εξήγηση, αν και το περιστατικό είχε πλέον δημοσιοποιηθεί στο πολεμικό ημερολόγιο του πρίγκιπα Πέτρου.
Επομένως ήδη ένα και πλέον μήνα πριν επιδοθεί το γερμανικό τελεσίγραφο, ο πρωθυπουργός Κοριζής δεν ήταν της βρετανικής αρεσκείας. Η στάση του στις 6 Απριλίου 1941 υπήρξε όμως σταθερή και σθεναρή. Είπε το δεύτερο ιστορικό «ΟΧΙ», αυτή τη φορά απέναντι στον τότε παντοδύναμο Χίτλερ, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Και αν στις 28 Οκτωβρίου 1940 το πρώτο «ΟΧΙ» του Μεταξά περιέκλειε αντικειμενικά κάποιες πιθανότητες στρατιωτικής επιτυχίας, όπως και συνέβη, το δεύτερο του Κοριζή δεν είχε σχεδόν καμιά. Αλλά το είπε, και μάλιστα ηχηρά.
Ο Αλέξανδρος Ανδρεάδης και η Χριστίνα
Ωνάση στον γάμο τους 
το 1975.
Επρόκειτο για την τιμή του Έθνους – για την τιμή των όπλων. Και όταν όμως εξαντλήθηκε κάθε όριο και ο αγώνας πλέον ήταν αδιαμφισβήτητα άπελπις, ο Κοριζής δεν είχε την παραμικρή ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα όφειλε να μην γίνει ερείπια. Αισθάνθηκε την ευθύνη του ηγέτη να διασώσει τους γενναίους στρατιώτες που είχαν κάνει το καθήκον τους με αυτοθυσία, χωρίς ταυτόχρονα να παραβλέψει την εθνική τιμή. Και ενώ κατά την κοινή αντίληψη φαινόταν άβουλος επειδή ήταν αθόρυβος, προκύπτει ότι επέδειξε στα πολιτικά παρασκήνια μια σταθερή βούληση. Μέχρι να βρεθεί ηγούμενος του μαχόμενου Έθνους υπήρξε αφανής, αλλά και η όλη ιστορική παρουσία του δεν έχει φωτισθεί ικανοποιητικά (έως που περισσότερο γνωστός είναι ο συνονόματος εγγονός του, γιος του Στρατή Ανδρεάδη, που παντρεύτηκε τη Χριστίνα Ωνάση…).
Ο αυτοπυροβοληθείς στις 3 Απριλίου
1941 Παλ Τελέκι, πρωθυπουργός της
Ουγγαρίας. Η μητέρα του ήταν αμιγώς
Ελληνίδα (Ελένη Μουράτη).
 
Στις 18 Απριλίου 1941, απεβίωσε – από καρδιακή προσβολή κατά την επίσημη εξήγηση που ανακοινώθηκε εκείνη την ημέρα. Στη συνέχεια έχει επικρατήσει η άποψη, πολλαπλώς προβεβλημένη, ότι αυτοκτόνησε έπειτα από κάποιες κρίσιμες συσκέψεις και ιδίως μία συνομιλία του με τον Γεώργιο Β΄, στην οποία δεν παρευρισκόταν κανένα άλλο πρόσωπο. Ωστόσο υπάρχουν διάφορες εκδοχές, όπως π.χ. αν αυτοπυροβολήθηκε μία ή δύο φορές στην καρδιά – ή ακόμη και αν δολοφονήθηκε. Πάντως, ακριβώς δεκαπέντε μέρες νωρίτερα είχε αυτοκτονήσει ένας άλλος πρωθυπουργός στην Ουγγαρία, ο Παλ Τελέκι, ο οποίος όμως ήταν κατά 50% ελληνικής καταγωγής. Αλλά αυτός άφησε αυτόγραφη επιστολή για την αιτία του διαβήματός του, η οποία αμυδρά σχετιζόταν με την Ελλάδα: Διαφωνούσε με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από το ουγγρικό έδαφος, τα οποία κατευθύνονταν εναντίον του γιουγκοσλαβικού εδάφους, μια κίνηση που (σε ό,τι μας αφορά) κατέληξε στην ταχεία κατάληψη της Θεσσαλονίκης!
Στον δεύτερο όροφο αυτής της πολυκατοικίας (Βασιλίσσης Σοφίας 51)
ήταν η κατοικία της οικογένειας Κοριζή.
Όπως και να έχει, λίγες ημέρες αργότερα άρχιζε η Κατοχή. Στην Αθήνα έφτασε μια ειδική αποστολή των Γερμανών υπό τον Κύνσμπεργκ, που μεταξύ άλλων αναζήτησε στοιχεία και πληροφορίες για το πώς ακριβώς επήλθε ο θάνατος του Κοριζή. Επισκέφθηκαν και την οικογένειά του, στο ίδιο σπίτι της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 51, όπου είχε απαντήσει «ΟΧΙ» στον Γερμανό πρεσβευτή Έρμπαχ τις πρωινές ώρες της 6ης Απριλίου 1941, και οι οικείοι του αρνήθηκαν να συνεργασθούν. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με την οικογένεια του Μεταξά, που επίσης την επισκέφθηκαν.

Και οι δύο αυτοί θάνατοι, διαρκούντος ενός τιτάνιου αγώνα που έδινε η Ελλάδα εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, όσο περίεργοι και αν υπήρξαν, ποτέ δεν ερευνήθηκαν όπως θα αντιστοιχούσε. Ούτε καν ιατροδικαστικές εκθέσεις δεν συντάχθηκαν…