Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

NEO ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ariston Books
ένα νέο βιβλίο για την εθνική επέτειο:

Τι - πώς - γιατί

(επιμέλεια Δημοσθένη Κούκουνα)



Ανθολόγηση κειμένων, αναμνήσεων και πηγών για την ιταλική επίθεση, καθώς και των κυριοτέρων ντοκουμέντων. Περιεχόμενα: Δημοσθένη Κούκουνα (28η Οκτωβρίου 1940: Η αλήθεια για τη μεγάλη συνωμοσία εναντίον της Ελλάδος – Απόπειρα γερμανοφίλων για την ανατροπή της δικτατορίας Μεταξά – Η αλληλογραφία Χίτλερ-Μουσολίνι και η συνάντησή τους στη Φλωρεντία), Γιώργου Α. Λεονταρίτη (Όσα δεν αναφέρονται για το Έπος του 1940), Σπύρου Μελά (Η μεγάλη ημέρα του «ΟΧΙ»), Βασιλείου Παπαδάκη (Οι παραμονές της 28ης Οκτωβρίου 1940), Αλέξη Κύρου (Εν όψει του πολέμου), Αλέξη Ελικιώτη (Η επιβολή της 4ης Αυγούστου ήταν προεργασία για την 28η Οκτωβρίου 1940), Αλέξανδρου Παπάγου (Ο Πόλεμος 1940-41), Εμμανουέλε Γκράτσι (Η αποστολή μου στις 28 Οκτωβρίου και τα επακόλουθα), Βίκτωρα Έρμπαχ-Σαίνμπεργκ (Η μυστική έκθεση του Γερμανού πρεσβευτή προς το Βερολίνο για την ιταλική επίθεση), Σπύρου Σέλληνα (Πώς ο Ιωάννης Μεταξάς δέχθηκε το τελεσίγραφο), Παναγιώτη Πιπινέλη (Ο βασιλεύς Γεώργιος Β΄ και ο πόλεμος 1940-41), Φρειδερίκης (Ο πόλεμος εναντίον του Άξονα), Πέτρου (Όταν άρχιζε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος), Γιώργου Θεοτοκά (Τετράδια ημερολογίου από τον πόλεμο 1940-41), Αλέξανδρου Σακελλαρίου (Η κρίσιμη στιγμή – ώρα 3.30 πρωινή), Γεωργίου Ράλλη (Αναμνήσεις ενός εφέδρου ανθυπιλάρχου), Λαιρντ Άρτσερ (Από το ημερολόγιο ενός Αμερικανού στην Αθήνα), Αθανασίου Σαράφη (Οι Έλληνες ηθοποιοί κατά την περίοδο του πολέμου), Ιωάννη Μεταξά (Σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιό του), βασιλική αλληλογραφία Αθηνών-Λονδίνου, αρχεία του Φόρεϊν Όφις, επίσημα κείμενα, όλα τα πολεμικά ανακοινωθέντα κ.ά.

Σελίδες 412, σχήμα 14Χ20, τιμή 24 ευρώ

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

1944: ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ - Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1944

Οι Γερμανοί έφευγαν από την Αθήνα

και ταυτόχρονα έφτανε

ένας Κύπριος κατάσκοπός τους

με ειδική αποστολή

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΘΕΟΔΟΣΙΑ» - ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΔΟΣΙΛΟΓΟΥ

Ο Κύπριος Χανς Γεωργιάδης που ήρθε στην Αθήνα όταν έφευγαν οι Γερμανοί.


Του Δημοσθένη Κούκουνα


Ακριβώς τις μέρες που τα γερμανικά στρατεύματα εγκατέλειπαν την Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 1944, έφτανε στην Αθήνα ένας Κύπριος μυστικός πράκτοράς τους με σημαντική ειδική αποστολή. Το περιστατικό είναι εντελώς άγνωστο, ουδέποτε έχει αναφερθεί βιβλιογραφικά κάπου, αλλά τα ντοκουμέντα που υπάρχουν είναι αδιαμφισβήτητα.
Το δίνω στη δημοσιότητα τώρα, διότι μόλις πρόσφατα το ανέσυρε η ιστορική έρευνα. Με αφορμή την έκδοση του ημερολογίου ενός παλαιού δοσιλόγου, που είναι πράγματι πολύ αποκαλυπτικό, συγκλονιστικό θα έλεγα, και που αυτή την εποχή το επιμελούμαι για να εκδοθεί, ξαναδιάβασα μία εγγραφή που θέλησα να την διασταυρώσω. Η αλήθεια είναι πως κουράστηκα πολύ να βρω την αντίστοιχη περίπτωση, αλλά νομίζω πως είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Σύμφωνα λοιπόν με τα απόρρητα βρετανικά αρχεία, που προ ολίγων μόλις ετών αποδεσμεύθηκαν, έφτασε μυστικά τις μέρες της Απελευθέρωσης ο Κύπριος αυτός (ονόματι Χανς Γεωργιάδης), εφοδιασμένος με ασύρματο, διάφορα άλλα είδη, καθώς και τεράστιο ποσόν σε αγγλικά και αμερικανικά χαρτονομίσματα, προκειμένου να εκτελέσει τις διαταγές που είχε. Το δρομολόγιό του άρχιζε από το Βερολίνο και προορισμός του ήταν μέσω Βιέννης και Θεσσαλονίκης η Αθήνα. Αν και η αποστολή του ήταν άμεσης προτεραιότητας και υπήρχε διαταγή να εξευρίσκονται αεροπορικά μέσα για τον προορισμό του, οι αντικειμενικές δυσκολίες ήταν τεράστιες και τελικά χρειάστηκε τέσσερις ημέρες για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, που τελούσε ακόμη υπό τον έλεγχο των αποχωρούντων Γερμανών.
Είχε ειδοποιηθεί να τον περιμένει και να τον διευκολύνει για τα στοιχειώδη, χωρίς όμως να γνωρίζει ή να αναμιχθεί στην αποστολή του, ένας Γερμανός αρχαιολόγος που ζούσε από ετών στην Ελλάδα. Αυτός ήταν ο Ερνστ Κίρστεν, που ως επιστρατευμένος έφεδρος αξιωματικός της αεροπορίας (αλλά και ως πρώην αξιωματικός των SA) υπηρετούσε στη γερμανική αντικατασκοπία και μάλιστα ως υποδιοικητής, ενώ μεταπολεμικά χρειάστηκε να εγκαταλείψει την αρχαιολογία, διέπρεψε όμως στην επιστήμη της ιστορικής γεωγραφίας στη Γερμανία. Η στάση του κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα τον αμαύρωσε επιστημονικά, ιδίως λόγω της συμπεριφοράς του ως επιτρόπου στο γερμανικό στρατοδικείο, που θεωρήθηκε "θηριώδης" καθώς με το παραμικρό πταίσμα ενός υποδούλου Έλληνα ζητούσε τη θανατική καταδίκη του! (βλ. "Καθημερινή" 13.2.1952). Ωστόσο, φεύγοντας ακαταδίωκτος από την Ελλάδα και επανερχόμενος στην πατρίδα του με το τέλος του πολέμου, αναδείχθηκε το 1946 υφηγητής του Πανεπιστημίου της Γοτύγγης.
Αυτή ήταν η μόνη επαφή που είχε εντολή να χρησιμοποιήσει ο Γεωργιάδης για να ρυθμίσει τα πρώτα διαδικαστικά. Το πρώτο βράδυ, επειδή ήταν και αργά, ο Κίρστεν (που γι’ αυτόν ήταν το τελευταίο του, καθώς θα έφευγε με τους τελευταίους Γερμανούς) τον μετέφερε με αυτοκίνητο στην Αθήνα και τον φιλοξένησε στο δωμάτιό του στο Ψυχικό. Τον καθοδήγησε όμως πώς να βρει ασφαλή στέγη για το επόμενο διάστημα και έσπευσε να εξαφανιστεί και αυτός.
Ο Γεωργιάδης πήγε στην πανσιόν, που του σύστησε ο Κίρστεν ως κατάλληλη, νοίκιασε ένα δωμάτιο προκαταβάλλοντας για ένα μήνα το τεράστιο για τα δεδομένα ποσόν των πενήντα χρυσών λιρών, τακτοποίησε τα πράγματά του, μεταξύ των οποίων και τον ασύρματο, και βγήκε έξω στους δρόμους – ενώ τα αθηναϊκά πλήθη παραληρούσαν – για να βρει τις επαφές που είχε κατά νου. Βεβαιωμένα μεταξύ άλλων κατόρθωσε να βρει δύο παλαιούς Έλληνες φίλους του που ζούσαν στην Αθήνα.
Και τους δύο τους είχε γνωρίσει στο Αμβούργο, όπου ζούσαν, και είχε συνδεθεί φιλικά μαζί τους. Και οι δύο ήταν ποντιακής καταγωγής και είχαν σπουδάσει στη Γερμανία, συγκατοικούσαν μάλιστα σε μια μικρή φοιτητική εστία που είχε δημιουργήσει ο Πιζάνης για τους Πόντιους φοιτητές. Στην αθηναϊκή κοινωνία, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, ήταν γνωστοί. Ο ένας ήταν ο σκηνοθέτης Τάκης Μουζενίδης και ο άλλος ο γυναικολόγος Άγγελος Πιστοφίδης.
Κατά την προεργασία που είχε γίνει από τις γερμανικές υπηρεσίες πριν από την αποστολή του, του βρήκαν τις τωρινές διευθύνσεις τους στην Αθήνα για να διευκολυνθεί ο Γεωργιάδης και να μην χάνει χρόνο στην αναζήτησή τους. Τους συνάντησε και τους δύο, οι οποίοι εξεπλάγησαν για το ότι είχε έρθει με γερμανική αποστολή, ενώ οι Γερμανοί πλέον είχαν φύγει. Στο μαιευτήριο Έλενας, που συνάντησε τον γιατρό Πιστοφίδη, του εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο μέρος από τα χρήματα που είχε φέρει, ο δε Κύπριος κράτησε ένα σημαντικό μεν αλλά μικρότερο ποσόν. Ο Μουζενίδης, που εν τω μεταξύ είχε μεταστραφεί πολιτικά και ανήκε τώρα στο ΕΑΜ, προσπάθησε να τον πείσει ότι πια είναι περιττή οποιαδήποτε αποστολή και αν έχει και τον συμβούλευσε να παραδοθεί.
Και πράγματι αυτό έκανε μετά από δύο μέρες. Αφού εξαφάνισε κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τον εμπλέξει περισσότερο, όπως τις στολές που είχε μαζί του (για τον φόβο μήπως σε περίπτωση ανακάλυψης και σύλληψής του εκληφθεί ως ενεργός κατάσκοπος και εκτελεσθεί επί τόπου), και πήγε στην αστυνομία και παραδόθηκε. Όσα δήλωσε στους έκπληκτους αστυνομικούς, ότι ήταν αξιωματικός της γερμανικής αεροπορίας και ότι ήταν Κύπριος με αποστολή κλπ., δεν τους φάνηκαν και πολύ σοβαρά, με αποτέλεσμα να μην του δίνουν την ανάλογη σημασία. Τελικά, τον πήραν με τα πολλά οι Άγγλοι και άρχισαν να τον ανακρίνουν εξαντλητικά, αφού τον μετέφεραν σε στρατόπεδο Γερμανών αιχμαλώτων στην Αίγυπτο.
Εκεί όμως ήταν και ο τελικός προορισμός του ως κατασκόπου των Γερμανών. Διότι αυτή ακριβώς ήταν η αποστολή του: Να πάει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με δύο σκάφη που θα αγόραζε σε συνεργασία με τον Πατρινό εμποροπλοίαρχο Κωνσταντίνο Φλαμή, ο οποίος ήταν ένας άλλος φανατικός κατάσκοπός τους σε όλη την Κατοχή, εξ ου και καταδικάστηκε σε θάνατο από τα ελληνικά δικαστήρια, αλλά αργότερα έτυχε χάριτος και τελικά αποφυλακίστηκε και επανήλθε στη γενέτειρά του, όπου τα υπόλοιπα χρόνια του έζησε εκεί με την οικογένειά του.
Η εγγραφή στο ημερολόγιο του παλαιού δοσιλόγου, το οποίο – όπως προανέφερα – επεξεργάζομαι ώστε να εκδοθεί προσεχώς, έχει ως εξής:

«Τώρα βεβαιούμαι ότι τον ως διά μαγείας εξαφανισθέντα ελληνογερμανοκύπριο επιχειρηματία προ αρκετών ημερών δεν πρόκειται να τον επανίδουμε. Εξ ακριτομυθίας επληροφορήθην ότι μετεφέρθη σε ειδική υπηρεσία. Πολύ μυστηριώδης τύπος ανθρώπου, του κόσμου μεν, αλλά με διεισδυτικώτατο βλέμμα και ιδιαιτέρως συμπαθής. Την αυτήν ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα αποχωρούσαν από τας Αθήνας, εκείνος έφθανε με αποστολή! Εξ ου και τα όσα εδήλωνε προς ημάς, αλλά προφανώς και προς τους ανακριτάς, προεκάλουν ειρωνικά χαμόγελα. Αν η εμφάνισίς του δεν ήτο σοβαρά, κανείς δεν θα έδιδε σημασία. Όσα ισχυρίζετο δεν εξελαμβάνοντο ως σοβαρά και εκ πρώτης όψεως ένας παρανοϊκός μόνον θα τα ισχυρίζετο.
Κατά τα λεγόμενά του ο εν λόγω (Γεωργιάδης – αληθινό το όνομά του; Αλλά αν είναι ψευδώνυμο δεν είχε φαντασία εκείνος που το επέλεξε), ήλθε στην πρωτεύουσα με γερμανική ειδική αποστολή. Λανθασμένος συντονισμός χρόνου; Υπερφίαλος, μεγαλομανής ή μυθομανής; Μας έλεγε ότι υπήρξε καπνέμπορος, όπως και ο κυπριακής καταγωγής αιγυπτιώτης πατέρας του, με ιδιόκτητη βιομηχανία σιγαρέττων στο Αμβούργο, ταυτοχρόνως με μεγάλη επιχείρηση εμπορίου μετεχειρισμένων πολυτελών αυτοκινήτων εις την Γερμανία, αλλά και μέτοχος του εν Πειραιεί εργοστασίου αεροπλάνων (του συγκροτήματος Μποδοσάκη), συνεταίρος του αδελφού Αγνίδη, του Ομήρου Πιζάνη κλπ. κλπ. Ποτέ όμως δεν είχε επισκεφθή μέχρι τούδε την Ελλάδα, παρά μόνον την ημέρα που έφευγαν οι Γερμανοί! Αι, τα παραλέει…
Δεν θα έδιδα την παραμικρά σημασία, αν δεν έβλεπα ιδίοις όμμασι κατά το επισκεπτήριο χθες να τον αναζητή ο σκηνοθέτης Μουζενίδης, που τον γνωρίζω καλά όταν ησχολήθην με τα καλλιτεχνικά. Αλλά ήδη είχε μεταφερθή με ειδικό δρομολόγιο. Ο Μουζενίδης τον είχε επισκεφθή και τις πρώτες ημέρες που συνελήφθην, έδειχνε δε να συνδέεται στενώς μαζί του.
Νεώτεραι πληροφορίαι από συνάδελφον: Ο εν λόγω εδήλωνε ότι ήτο αξιωματικός της Λουφτβάφφε, ως τοιούτος ότι είχε υπηρετήσει εις Μέσην Ανατολήν, ότι διέθετε αυθεντικά διαβατήρια γερμανικό και εγγλέζικο τα οποία και κατέθεσε κλπ. Ακόμη ότι όταν αρχικώς συνελήφθη επήγε πεζή στην πανσιόν όπου είχε ενοικιάσει δωμάτιο διά να παραλάβη συσκευή ασυρμάτου που είχε αφήσει εκεί, συνοδευόμενος απλώς από αστυφύλακα, διότι προφανώς δεν επίστευαν όσα εδήλωνε. Και επειδή δεν εύρισκε εύκολα την οδόν που την έλεγε με παραφθοράν, παρ’ ολίγον ο αστυφύλαξ να αναλάβη πρωτοβουλίαν και να τον εγκαταλείψη βαρεθείς τα ψέματά του. Δεν έχει ξανασυμβή κάτι παρόμοιο! Καλού κακού μετεφέρθη τελικώς εις Γουδί, παραπεμφθείς στους Εγγλέζους».

Αυτά έγραφε τον Νοέμβριο 1944 στο ημερολόγιο που διατηρούσε όντας πλέον κρατούμενος των ελληνικών και των συμμαχικών αρχών ο δοσίλογος, ο οποίος μετά από πολλά χρόνια μού το παραχώρησε. Και αυτή η εγγραφή, ανάμεσα σε πολλές άλλες συγκλονιστικού ενδιαφέροντος, με οδήγησε στην αναζήτηση των ιστορικών στοιχείων για την «Επιχείρηση Θεοδοσία», όπως ονομαζόταν, που ήταν η αγορά δύο πλοίων με προορισμό να εγκατασταθούν στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας και από εκεί να μεταδίδουν πληροφορίες προς τη Γερμανία ή να εκτελούν δολιοφθορές. Το ένα εξ αυτών θα ήταν νοσοκομειακό πλοίο με ισπανική σημαία (ουδέτερη) και Ισπανό κυβερνήτη, είχε δε συμφωνηθεί να αγοραστεί από τον Πατρινό εμποροπλοίαρχο Φλαμή που το είχε ήδη βρει. Ούτε τα χρήματα αυτά του Φλαμή, που ήταν ένα τεράστιο ποσό χρυσών λιρών και αυθεντικού συναλλάγματος, ούτε του Γεωργιάδη (πλην ενός μικρού ποσού) εντοπίστηκαν ποτέ. Τα τυχερά του επαγγέλματος, ακόμη και για καταδικασμένους επί εσχάτη προδοσία, που φυσικά κάποια στιγμή απελευθερώθηκαν – και εκείνοι θα ήξεραν πού να τα βρουν. Όπως συνήθως γίνεται με τα λύτρα μεγαλοαπαγωγέων ή τα κλοπιμαία μεγάλων ληστειών.
Ποιες ακριβώς ήταν οι επιχειρησιακές ανάγκες, που ανάγκασαν τους ιθύνοντες της γερμανικής κατασκοπείας στο Βερολίνο να οργανώσουν αυτή την τόσο παρακινδυνευμένη αποστολή, η οποία και τελικά απέτυχε, δεν είναι γνωστό. Εντασσόταν όμως στο γενικότερο πνεύμα τους να αφήσουν μηχανισμούς άντλησης πληροφοριών και εκτέλεσης δολιοφθορών στα εδάφη που δεν είχαν πλέον υπό τον έλεγχό τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, τέτοια δίκτυα που εντοπίστηκαν ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την Απελευθέρωση είχαν δημιουργηθεί και ήταν ενισχυμένα με τα ανάλογα μηχανήματα και αφειδή οικονομικά μέσα. Από προσωπικό είχαν κυρίως Έλληνες και κάποιους Ελληνογερμανούς, ακόμη και Εβραίους – όπως η περίφημη αρχιρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζη ή και η Έλλη Βουτσινά, που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν Εβραία…
Δημοσθένης Κούκουνας





Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ - ΓΙΑΤΙ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΔΙΕΤΑΞΕ ΤΗΝ "ΑΣΥΛΙΑ" ΤΟΥΣ


Πώς ο Χρυσόστομος Δημητρίου
έσωσε τους Εβραίους της Ζακύνθου



Του Δημοσθένη Κούκουνα

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρις ότου - κατά ένα μέρος - λυθεί το μυστήριο, πώς οι Εβραίοι της Ζακύνθου κυκλοφορούσαν ακαταδίωκτοι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Είμαστε στα τέλη του 1943 και οι κατακτητές στην Ελλάδα έχουν επεκτείνει τις διώξεις των Εβραίων σε ολόκληρη την Ελλάδα, μετά τις διώξεις στη Θεσσαλονίκη που έγιναν στις αρχές του χρόνου. Και πράγματι, εξ αιτίας του τότε μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομου, προκλήθηκε μία σπάνια ευεργετική διαταγή που ελήφθη σε ανώτατο επίπεδο στο Βερολίνο και έτσι ο εβραϊκός πληθυσμός του νησιού δεν διώχθηκε "υπ' ευθύνη του τοπικού μητροπολίτη". Ίσως είναι το μοναδικό μέρος σε ολόκληρη την Ελλάδα που κέρδισαν οι Εβραίοι μια τέτοιας μορφής ασυλία εν σχέσει με τα τόσα και τόσα τραγικά που υπέστησαν οι ομόθρηκοι και ομόφυλοί τους παντού αλλού. Θα αναρωτηθεί φυσικά κανείς γιατί κανείς άλλος Έλληνας μητροπολίτης στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ενήργησε αντίστοιχα. Η απάντηση είναι ότι κανείς άλλος δεν είχε γνωριμία με τον ίδιο τον Χίτλερ όπως ο Ζακύνθου Χρυσόστομος Δημητρίου, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Χίτλερ από εικοσαετίας, πριν καν γίνει γνωστός και παντοδύναμος ο τελευταίος, από το Μόναχο. Εκεί είχε υπηρετήσει επί χρόνια ο Χρυσόστομος ως εφημέριος της ελληνικής εκκλησίας των Αγίων Πάντων και είχε δημιουργήσει φιλίες με διάφορους Γερμανούς πλην του Χίτλερ, όπως ο Τουρκογερμανός Μουράτ Φέριντ Μπέη (γεννηθείς το 1908 στη Θεσσαλονίκη, γιος Τούρκου αξιωματικού και Γερμανίδας). Ο τελευταίος αυτός έδρασε ως αρχηγός της Άμπβερ στην Ελλάδα επί Κατοχής.

Σε τοπικό επίπεδο από εβραϊκής πλευράς η ευγνωμοσύνη προς τον τόσο αποτελεσματικό ως προς το θέμα της μη δίωξης των Εβραίων της Ζακύνθου Έλληνα ιεράρχη, εκδηλώθηκε με διάφορους απλούς τρόπους μετακατοχικά. Τα γνωρίζουν καλύτερα οι Ζακυνθινοί, όσοι τυχόν επιζούν από εκείνα τα χρόνια και διατηρούν μνήμες. Βέβαια από επίσημης πλευράς του Ισραήλ χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια μέχρις ότου τιμηθεί ανάλογα με το τι προσέφερε. Τέτοιου είδους τιμές όμως δεν είναι αξιοπερίεργο να αποδίδονται καθυστερημένα, αρκεί να αποδίδονται. Και ίσως το Ισραήλ, άλλωστε, να είχε τους λόγους του. Οπωσδήποτε όμως θα είχε επιπρόσθετη βαρύτητα αν αναγνωριζόταν η προσφορά του όταν ακόμη βρισκόταν εν ζωή (ο Χρυσόστομος πέθανε το 1958, αφού ένα χρόνο νωρίτερα είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το νησί για άλλους λόγους άσχετους με το θέμα μας).

Σύμφωνα με την πιο έγκυρη εβραϊκή εκδοχή, που όμως είναι και η πιο απλοϊκή, ο μητροπολίτης Ζακύνθου, καθώς και ο δήμαρχος της πόλης Λουκάς Καρρέρ, έδωσαν γροθιά στο μαχαίρι:

«Ενώ σε όλη την υπόλοιπη χώρα οι διώξεις και εκτοπίσεις Εβραίων διεξάγονταν από τους Γερμανούς αποτελεσματικά, η Ζάκυνθος αποτέλεσε μια μοναδική εξαίρεση. Δύο θαρραλέοι άνθρωποι, ο Μητροπολίτης του νησιού Χρυσόστομος Δημητρίου και ο Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, πέτυχαν κάτι πρωτοφανές: θέτοντας την ίδια τους τη ζωή σε κίνδυνο, κατόρθωσαν να προστατέψουν ολόκληρο τον εβραϊκό πληθυσμό της Ζακύνθου από την τύχη των ομοθρήσκων τους σε άλλες περιοχές. Στα τέλη του 1943 ο Γερμανός Διοικητής της Ζακύνθου, Μπέρενς, κάλεσε τον Δήμαρχο στο γραφείο του και απαίτησε, υπό την απειλή όπλου, κατάλογο με τα ονόματα όλων των Εβραίων του νησιού. Ο Δήμαρχος και ο Μητροπολίτης, αντιλαμβανόμενοι το τι σήμαινε η εντολή αυτή, προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο, αλλά ο Διοικητής ήταν αμετακίνητος, καθώς είχε διαταγές από το Γενικό Αρχηγείο. Μετά από πολλή σκέψη, καθώς βρίσκονταν και οι ίδιοι σε θανάσιμο κίνδυνο, οι δύο άνδρες πήραν τη γενναία απόφαση να περιλάβουν στον κατάλογο μόνο τα εξής δύο ονόματα: Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος και Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ. Ο Γερμανός Διοικητής έμεινε άναυδος. Μαζί με ένα γράμμα του Μητροπολίτη προς τον ίδιο τον Χίτλερ, στο οποίο αναλάμβανε ακέραια την ευθύνη για τη διαγωγή των Εβραίων του νησιού, τα δύο έγγραφα αποστάλθηκαν στο Γενικό Αρχηγείο, όπου πρέπει να έκαναν έντονη εντύπωση, γιατί η διαταγή της σύλληψης όλων των Εβραίων ακυρώθηκε. Παρ'όλα αυτά, για κάθε ενδεχόμενο, όλοι οι Εβραίοι της Ζακύνθου διασκορπίστηκαν στα χωριά του νησιού, όπου χριστιανικές οικογένειες τους έκρυψαν και ανέλαβαν τη διατροφή τους. Χάρη στην επιρροή, το θάρρος και την αποφασιστικότητα των δύο ηγετών του νησιού, καθώς και του ντόπιου πληθυσμού, οι 275 Εβραίοι της Ζακύνθου επέζησαν χωρίς ούτε μία απώλεια, από έναν πόλεμο που εξολόθρευσε το σύνολο των ομοθρήσκων τους σε πολλές άλλες περιοχές». [Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων, 1941-1944. Εγχειρίδιο Μελέτης, Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, Αθήνα 2005, σ. 26-27].

Ωστόσο αυτή η εκδοχή δεν είναι απόλυτα ακριβής, διότι αγνοεί τη βασική παράμετρο, που ήταν η προσωπική γνωριμία του Χρυσόστομου με τον Χίτλερ από τα χρόνια του Μονάχου. Ως προς δε το δεύτερο πρόσωπο, τον δήμαρχο, αυτός είναι δευτεραγωνιστής, διότι από μόνος του δεν θα επετύγχανε τίποτε - όπως δεν το κατόρθωσαν πολύ ισχυρότερα δημόσια πρόσωπα στην Ελλάδα, από τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό μέχρι τους κατοχικούς πρωθυπουργούς Κ. Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη, που επιχείρησαν να υψώσουν τη φωνή τους για τις εβραϊκές διώξεις στην Ελλάδα γενικότερα. Ο εν λόγω δήμαρχος Ζακύνθου ήταν πρωτίστως άνθρωπος εμπιστοσύνης των Ιταλών και όχι των Γερμανών (ως γνωστόν μέχρι την ιταλική συνθηκολόγηση του Σεπτεμβρίου 1943 η Ζάκυνθος, όπως και τα λοιπά Επτάνησα, τελούσαν υπό καθεστώς προετοιμασίας προσάρτησης). Το αντίθετο ακριβώς συνέβαινε με τον τοπικό μητροπολίτη, τον Χρυσόστομο Δημητρίου. Αυτός ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης των Γερμανών, κάθε άλλο δε των Ιταλών, οι οποίοι και τον είχαν απελάσει από το νησί στις αρχές του 1943.

Τότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, εννέα χρόνια μετά την εκλογή του σε μητροπολίτη Ζακύνθου. Μεταξύ άλλων επαφών και γνωριμιών του, ξανασυναντήθηκε μετά από πολλά χρόνια με τον Μουράτ Φέριντ Μπέη, ο οποίος από το καλοκαίρι του 1942 είχε αναλάβει σταθμάρχης της Άμπβερ στην Αθήνα. Ο Φέριντ οργάνωσε στην Αθήνα διάφορα κατασκοπευτικά δίκτυα για λογαριασμό των Γερμανών, μισθώνοντας Έλληνες συνεργάτες. Στις μακρές ανακριτικές καταθέσεις, που έδωσε μετά τον πόλεμο στις συμμαχικές αρχές, αποκαλύπτει πολλά στοιχεία και μεταξύ άλλων ότι ήταν στα πρόθυρα μιας πολιτικής συνεργασίας με τον μητροπολίτη Χρυσόστομο Δημητρίου, "που τον είχαν εξορίσει από το νησί οι Ιταλοί". Η συνεργασία δεν προχώρησε, πρόσθετε, διότι αρνήθηκε ο τότε ανώτατος διοικητής Ν. Ελλάδος στρατηγός Σπάιντελ να τον δεχθεί, επειδή για λόγους σκοπιμότητας ο γερμανικός στρατός δεν θα έπρεπε να αναμίξει στις δραστηριότητές του την ελληνική εκκλησία. Το αποτέλεσμα ήταν να δυσαρεστηθεί ο Χρυσόστομος και να μην συστήσει πράκτορες στη γερμανική αντικατασκοπία! Ιδού ένα απόσπασμα από συμμαχικό έγγραφο σχετικό με τις ανακρίσεις του Φέριντ ως προς τους Έλληνες συνεργάτες του κατά την Κατοχή, με εμπλεκόμενο τον μητροπολίτη:



Η μετάφραση: "Δημητρίου Χρυσόστομος. Αρχιεπίσκοπος της Νήσου Ζακύνθου. Ο σταθμός [της Άμπβερ] στην Αθήνα ήρθε σε επαφή μαζί του για να προμηθεύσει πράκτορες. Ζει στην Αθήνα. Γεννήθηκε το 1875. Ύψος 1,65 μ. Λεπτός, γκριζομάλλης. Διάφορα: Ομιλεί γαλλικά. Καριέρα: Ποτέ δεν πρόσφερε πράκτορες. Δυσαρεστήθηκε επειδή δεν έγινε δεκτός από τον στρατηγό Σπάιντελ".

Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί εγκαταλείπουν τη Ζάκυνθο, αίρεται αυτόματα το καθεστώς προετοιμασίας προσάρτησης και βεβαίως αναπετάσσεται η ελληνική σημαία. Επανέρχονται οι ελληνικές αρχές και δημόσιες υπηρεσίες που είχαν απομακρυνθεί και μεταξύ αυτών και ο μητροπολίτης Χρυσόστομος. Ταυτόχρονα όσοι Έλληνες είχαν εκτεθεί για τη συνεργσία τους με τους Ιταλούς βρίσκουν τώρα καταφύγιο στις γερμανικές αρχές και προθυμοποιούνται ανάλογα να προσφέρουν υπηρεσίες στον άλλο κατακτητή (σ' αυτή την κατηγορία ανήκει και ο περιβόητος Φραγκίσκος Μερκάτης, που μετά την Κατοχή είχε τη γνωστή περιπέτεια).

Και όταν αιφνιδίως εμφανίστηκαν οι Γερμανοί να ζητούν απογραφή των Εβραίων προέκυψε - έπειτα από κάποιες δύσκολες μέρες αγωνίας και δυστοκίας - η αντίδραση του Χρυσόστομου, όταν ενημερώθηκε από τον δήμαρχο Καρρέρ. Ο Χρυσόστομος που φέρεται να είχε σύνδεσμο με τον Χίτλερ από εντελώς "ανύποπτα" χρόνια και με τον οποίο φέρεται να είχε ιδεολογικές συζητήσεις μαζί του ως προς τα εθνικοσοσιαλιστικά οράματα κλπ., αφού ανέφερε στον έκπληκτο Γερμανό αξιωματικό τα περί του συνδέσμου του με τον τελευταίο (όπως και με τον επικεφαλής της γερμανικής αντικατασκοπίας στην Αθήνα Φέριντ), ασφαλώς θα πρόσθεσε και ένα άλλο επιχείρημα που έπαιξε ρόλο: Τόνισε ότι οι Εβραίοι της Ζακύνθου είναι φιλήσυχοι, ανήκουν στους λεγόμενους "αφομοιωτές" και ότι δεν είναι σαν τους εξ Ισπανίας σιωνιστές, αλλά βρίσκονται επί χίλια σχεδόν χρόνια στην Ελλάδα και διαβιούν ήσυχα με τον εντόπιο πληθυσμό.

Κάπως έτσι, λοιπόν, έφτασε από το Βερολίνο η διαταγή "ασυλίας των Εβραίων της Ζακύνθου" και έτριβαν τα μάτια τους από έκπληξη οι τοπικοί Γερμανοί αξιωματούχοι. Ο Χίτλερ από το Βερολίνο είχε αντιδράσει θετικά! Ακριβώς όπως είχε προβλέψει ότι θα αντιδρούσε όταν ο Χρυσόστομος αναλάμβανε την πρωτοβουλία του...
Δημοσθένης Κούκουνας


Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΖΕΡΤΑ, 26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1944

Στο τραπέζι που υπογράφηκε η Συμφωνία της Καζέρτας. Οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ Στέφανος Σαράφης και Ναπολέων Ζέρβας με τον στρατηγό Σκόμπι στο μέσον, ο οποίος πλέον μετά την υπογραφή είναι ο νέος διοικητής τους.

Με τη Συμφωνία της Καζέρτας
παραδίδεται πανηγυρικα και επίσημα
η διοίκηση όλων των εν Ελλάδι ενόπλων δυνάμεων στον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι


Του Δημοσθένη Κούκουνα


Ο αρχηγός του ΕΛΑΣ στρατηγός Στέφανος Σαράφης φτάνει αεροπορικώς στην Καζέρτα για να συμμετάσχει στη διάσκεψη.
Ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας, αρχηγός του ΕΔΕΣ , αποβιβάζεται από το βρετανικό αεροσκάφος που τον μετέφερε στην Καζέρτα, ενώ ακόμα φέρει εξάρτυση αλεξιπτωτιστή.
Καζέρτα, Σεπτέμβριος 1944. Μια μικτή περίπολος στους δρόμους της ιταλικής πόλης. Ένας Αμερικανός και ένας Βρετανός στρατονόμος, έχοντας στη μέση τον γραφικό Ιταλό καραμπινιέρο.
Το χειρόγραφο ανακοινωθέν για τη Συμφωνία της Καζέρτας, που συνυπογράφουν ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου και οι αρχηγοί των ανταρτικών ομάδων Στέφανος Σαράφης και Ναπολέων Ζέρβας. Από συμμαχικής πλευράς προσυπογράφεται (κάτω αριστερά) από τον Βρετανό υπουργό Χάρολντ Μακ Μίλαν και τον στρατηγό Ουίλσον.

Ουσιαστικά η Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα ως ένοπλο κίνημα για την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές ολοκληρώνεται στα τέλη Σεπτεμβρίου 1944, όταν στην ιταλική πόλη Καζέρτα υπογράφεται η ομώνυμη συμφωνία. Αυτομάτως όλες οι ένοπλες δυνάμεις που μέχρι τότε δρούσαν στην κατεχόμενη Ελλάδα, είτε ανήκαν στη μία είτε ανήκαν στην άλλη πλευρά, περιέρχονται υπό την άμεση διοίκηση του Βρετανού στρατηγού Σκόμπι, χωρίς θεωρητικά να αγνοείται η πολιτική εξουσία της ελληνικής κυβέρνησης. Με τη συμφωνία αυτή, τερματίζεται το αυτοδιοίκητο των δύο βασικών αντιστασιακών ενόπλων οργανώσεων, του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ, ενώ έτσι η υπό απελευθέρωση Ελλάδα αποκτά αγγλική στρατιωτική διοίκηση για το επόμενο διάστημα. Και το επόμενο διάστημα, ακόμη και αν δεν μεσολαβούσαν τα Δεκεμβριανά, δεν ήταν προσδιορισμένο και πάντως δεν θα τελείωνε πριν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος φθάσει στο τέλος του.
Η συμφωνία της Καζέρτας είναι ένα πρωτόκολλο, που αν και το επεξεργάσθηκαν πολιτικά πρόσωπα από τις δύο κύριες παρατάξεις, ενώ το είχε προετοιμάσει ο στρατηγός Ουίλσον, έχει ιδιαίτερη αξία γιατί το υπέγραψαν τρία φυσικά πρόσωπα: ο Βρετανός στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, ο στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ στρατηγός Στέφανος Σαράφης και ο αντίστοιχος του ΕΔΕΣ στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας. Μ’ αυτό το έγγραφο, στον πρώτο παραχωρείται η διοίκηση των δυνάμεων που ελέγχουν οι άλλοι δύο, οι οποίοι περιορίζονται πλέον σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια.
Στην πραγματικότητα όμως η συμφωνία αυτή, που είναι η στρατιωτική προέκταση της πολιτικής συμφωνίας του Λιβάνου τον προηγούμενο Μάιο, αποτελεί μια πρόχειρη ρύθμιση, με την οποία θα επιχειρηθεί να αποφευχθεί ο εμφύλιος που έρχεται, αν και εφόσον θα δεχθούν και στην πράξη όλες οι πλευρές τον βρετανικό στρατιωτικό έλεγχο. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι εκείνη την εποχή το συμμαχικό στρατηγείο δεν είχε επιδείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για να παρενοχλήσει στρατιωτικά τους Γερμανούς στην κατεχόμενη Ελλάδα. Φαίνεται πως είχε πλήρως διαγράψει από τα επιτελικά του σχέδια την Ελλάδα για τέτοιου είδους επιχειρήσεις και απλώς περίμενε πότε θα έφθανε το πλήρωμα του χρόνου μέχρι να αποφασίσουν μόνοι τους να αποχωρήσουν οι Γερμανοί. Οι στρατιωτικές δυνάμεις που τελικά θα διατεθούν στην Ελλάδα, ως αποστολή θα έχουν όχι την απευθείας εμπλοκή τους με τους αποχωρούντες Γερμανούς, αλλά την εδραίωση της νέας κατάστασης.
Όταν στα τέλη Αυγούστου ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και άρχισαν να οργανώνουν τη σύμπτυξή τους, τότε μόνον οι βρετανικές αρχές ενδιαφέρθηκαν για το πώς η χώρα θα διοικείται στρατιωτικά μετά την απελευθέρωσή της. Δεν ήταν διατεθειμένοι να φέρουν σημαντικές δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις για να παρενοχλήσουν τη γερμανική αποχώρηση και θέλησαν με πολιτικές αποφάσεις μόνο να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της κατάστασης στην Ελλάδα όταν πλέον οι Γερμανοί θα είχαν φύγει.
Με τη συμφωνία της Καζέρτας θέτουν υπό την άμεση διοίκησή τους όλες τις αντάρτικες δυνάμεις στην Ελλάδα και παρά τις αναφορές περί «παρενοχλήσεων» της γερμανικής υποχώρησης, καμιά ουσιαστική δεν σημειώθηκε. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι σε διάφορες περιπτώσεις αποφεύχθηκε συστηματικά κάθε στρατιωτική «επαφή», ενώ έχουμε και την περίπτωση της Θεσσαλονίκης, για την ανεμπόδιστη απελευθέρωση της οποίας προϋπήρξε η μοναδική κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ειδική συμφωνία μεταξύ Γερμανών και Άγγλων σε υψηλό επίπεδο (βλ. απομνημονεύματα Σπέερ). Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, για την απελευθέρωση της Αθήνας, μερικές μέρες νωρίτερα πριν από τη Θεσσαλονίκη, είχαν γίνει ποικίλες επαφές και διαπραγματεύσεις, χωρίς να καταλήξουν μεν σε συμφωνία συγκεκριμένη, αλλά εκατέρωθεν όροι έγιναν αποδεκτοί υπό τη μορφή συστάσεων ή ακόμη και παρακλήσεων για την αποφυγή καταστροφών κ.ο.κ.
Όλες οι πλευρές, αλλά κυρίως εκείνη των Βρετανών, στον ζωτικό χώρο των οποίων «ανήκει» η Ελλάδα, αισθάνεται ικανοποίηση από τη συμφωνία της Καζέρτας, αφού εξασφαλίζει το τυπικό μέρος για τη στρατιωτική διοίκηση της Ελλάδος μόλις ελευθερωθεί. Στα πέριξ της Καζέρτας έχει ήδη μεταφερθεί από την Αίγυπτο μια πολυπληθής ελληνική «παροικία» και έχει προσωρινά εγκατασταθεί στην Κάβα ντέι Τίρενι, περιμένοντας με αδημονία και προφανώς με νοσταλγία την επόμενη φάση, δηλαδή τη μεταφορά της στο ελληνικό έδαφος. Η «παροικία» αυτή, που έχει μεταφερθεί με συμμαχικά αεροσκάφη ή πολεμικά πλοία, δεν είναι παρά η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση με τις υπηρεσίες της, οι οποίες συνθέτουν μια μικρογραφία της ελληνικής γραφειοκρατίας.
Πρωθυπουργός είναι ο Γ. Παπανδρέου και μόλις πριν λίγες ημέρες έχει κατορθώσει η κυβέρνησή του να πάρει και ουσιαστικά τον χαρακτηρισμό της «εθνικής ενότητας», ύστερα από την ένταξη σ’ αυτήν των υπουργών που προέρχονται από το ΕΑΜ, το οποίο είχε καθυστερήσει υπερβολικά να τους ορίσει. Η βρετανική πολιτική, προσωπικά διά του πρωθυπουργού της, του Ουίνστον Τσώρτσιλ, στη διάρκεια μιας πολύωρης συνομιλίας του τελευταίου με τον Γ. Παπανδρέου, επιχειρεί για μια τελευταία φορά να προωθήσει τον βασιλιά Γεώργιο Β’, εξασφαλίζοντάς του μια ταυτόχρονη με την κυβέρνηση Παπανδρέου άφιξή του στην Ελλάδα μόλις θα έχει απελευθερωθεί. Η κυβέρνηση απορρίπτει την ιδέα, χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για το πολιτειακό, εμμένοντας στα προαποφασισμένα.
Ένα νέο σενάριο προβάλλει. Σύμφωνα μ’ αυτό, ο διάδοχος Παύλος, ο οποίος ήδη από το Κάιρο έχει ονομασθεί αντιβασιλιάς, θα μπορούσε να είναι εκείνος που θα ακολουθούσε την κυβέρνηση στην επιστροφή της στην πατρίδα. Ο Παύλος κατόρθωσε να βρεθεί στην Ιταλία τις μέρες εκείνες, αλλά τελικά, ύστερα από ποικίλες επαφές και διακυμάνσεις, αλλά και πολλαχόθεν προβαλλόμενα «βέτο», αντί για την Αθήνα θα πάρει τον δρόμο για το Λονδίνο, όπου μαζί με τον βασιλιά αδελφό του θα περιμένουν την ετυμηγορία του δημοψηφίσματος πριν επιστρέψουν, κάτι που θα απαιτήσει διάστημα δύο ετών για να γίνει πράξη.
Σεπτέμβριος 1944. Αν και λογικά η ατμόσφαιρα θα έπρεπε να είναι χαρμόσυνη, ενόψει της πλήρους απελευθέρωσης της χώρας, αντίθετα οι πρόσφατες εμφύλιες χαοτικές συγκρούσεις στην Πελοπόννησο την δραματοποιούν. Σε τοπικό επίπεδο μεν, αλλά με απροσδιόριστες ενδεχόμενες διαστάσεις.
Η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στις δύο επικρατούσες πολιτικές παρατάξεις στην Ελλάδα βρισκόταν σε έξαρση. Το άγχος της αριστεράς ήταν ότι οι αντίπαλοί της θα επιχειρούσαν να πάρουν την εξουσία και να την αγνοήσουν, ενώ αντίστροφα εκείνοι ζούσαν με τον φόβο ότι ο εξοπλισμένος ΕΛΑΣ δεν είχε άλλον στόχο παρά να κάνει κομμουνιστική την απελευθερωμένη Ελλάδα. Δεν θα πρέπει να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι στους τελευταίους 15 μήνες ο ανταγωνισμός των δύο κυριότερων αντιστασιακών παρατάξεων είχε συχνά τη μορφή αιματηράς διαμάχης. Αυτά τα έβλεπε κανείς στην ύπαιθρο χώρα, αλλά στην Αθήνα και τα άλλα αστικά κέντρα, ο ανταγωνισμός ήταν ίσως λιγότερο αιματηρός, αλλά πολιτικά εντονότερος.
Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι η Ελλάδα ήταν τότε στην πραγματικότητα χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα, είτε οι πολίτες βρίσκονταν στα βουνά ως αντάρτες, είτε στις πόλεις ως αντιστασιακοί συνωμότες. Στις πόλεις όμως δεν ήταν όλοι οργανωμένοι, όχι όμως ότι δεν ήταν πολιτικοποιημένοι. Πώς θα ξημέρωνε η μέρα της Απελευθέρωσης; Αυτό ήταν το μεγάλο ερώτημα.
Όταν στη Μόσχα στις 24 Σεπτεμβρίου 1944, ενημερώθηκε από τον Άγγλο πρεσβευτή Κλαρκ Κερ ότι πρόκειται να σταλούν βρετανικές δυνάμεις στην Ελλάδα, ο Στάλιν απάντησε με μια απλή φράση: «Ωραία, είναι πια καιρός». Και βεβαίως δεν διανοήθηκε να εκφράσει ενστάσεις ή επιφυλάξεις, αφού οι σφαίρες επιρροής ήταν ήδη ξεκαθαρισμένες.
Την ίδια μέρα θα αρχίσουν στην Καζέρτα οι πρώτες διαπραγματεύσεις και για πρώτη φορά θα συναντηθούν ως αρχηγοί αντιστασιακών στρατών οι Σαράφης και Ζέρβας με τον Άγγλο στρατηγό Σκόμπι. Σύμφωνα με την αφήγηση του στρατηγού Σαράφη, ο οποίος ήδη από τις 20 του μηνός είχε φθάσει στην Ιταλία, μαζί τον πολιτικό σύμβουλο του ΕΑΜ Κώστα Δεσποτόπουλο, ύστερα από ένα περιπετειώδες αεροπορικό ταξίδι, ενώ είχε προηγηθεί κατά δύο μέρες ο στρατηγός Ζέρβας με τον συνταγματάρχη Πέτρο Νικολόπουλο:
«Το πρωί στις 24 του Σεπτέμβρη 1944 πήγαμε με τον Κ. Δεσποτόπουλο στα ανάκτορα της Γκαζέρτας, όπου ήταν εγκατεστημένο το Συμμαχικό στρατηγείο. Εκεί ήρθε και η αντιπροσωπεία του ΕΔΕΣ. Ύστερα έφτασε ο στρατηγός Σκόμπυ με τον επιτελάρχη του και τον ταξίαρχο Μπένφιλ. Το διερμηνέα θα έκανε ο ταγματάρχης Μάθιους. Έγινε η παρουσίαση στο στρατηγό Σκόμπυ και κατόπι καθήσαμε σ’ ένα μεγάλο τραπέζι όπου ήταν καθορισμένες οι θέσεις που θα έπαιρνε ο καθένας. Ο στρατηγός διάβασε τις διαταγές που είχε έτοιμες για μας και το σχέδιο που ετοίμασε για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στο τέλος μας είπε: «αυτές είναι οι διαταγές μου, με το επιτελείο μου μπορείτε να κανονίσετε τις λεπτομέρειες για να κανονιστούν τελικά τα ζητήματα». Ύστερα απ’ αυτό απεχώρησε. Ο επιτελάρχης του στρατηγού μάς ρώτησε αν θέλουμε να συζητήσουμε μπροστά στους άγγλους ή θέλουμε να μείνουμε μόνοι. Εμείς δηλώσαμε πως πριν από οποιαδήποτε άλλη συζήτηση θέλουμε να επικοινωνήσουμε με την ελληνική κυβέρνηση και τους υπουργούς της ΠΕΕΑ
Ύστερα από κάμποση ώρα μας παρουσίασαν στο στρατηγό Ουίλσων στο γραφείο του. Μας ρώτησε για τη στρατιωτική κατάσταση στην Ελλάδα. Τόσο εγώ όσο και ο Ζέρβας κάναμε ανάπτυξη της στρατιωτικής κατάστασης στην περιοχή μας και ο στρατηγός Ουίλσων ζήτησε ορισμένες πληροφορίες και μας είπε μερικά λόγια για τις μέλλουσες επιχειρήσεις. Φύγαμε και ξαναγυρίσαμε στη Νεάπολη».
Το πλαίσιο, στο οποίο θα κινηθεί η συμφωνία της Καζέρτας, είναι πλήρως προκαθορισμένο. Ο Σαράφης συνεχίζει:
«Το απόγευμα ασχοληθήκαμε με το διάβασμα των διαταγών του στρατηγού Σκόμπυ, που είχαν διάφορα περίεργα πράγματα, ήτοι: 1) Ο στρατηγός Σκόμπυ διορίζονταν αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα και εκτός από τ’ άλλα, σκοπός του θα ήταν και η επιβολή του νόμου και της τάξης. 2) Η Ελλάδα χωρίζονταν σε διάφορες περιοχές: α) Αττικής (περιλαμβάνονταν Αθήνα, Πειραιάς) όπου θα διορίζονταν στρατιωτικός διοικητής από την κυβέρνηση και θα ήταν στις άμεσες διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ. β) Πελοποννήσου υπό τις άμεσες διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ. Στην περιοχή αυτή που ανήκε όλη στον ΕΛΑΣ θα διορίζονταν στρατιωτικός διοικητής από το Γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ με την έγκριση της κυβέρνησης. Δηλώθηκε προφορικά πως ο Άρης δεν ήταν ανεκτός. γ) Περιοχή Ζέρβα (περιλάμβανε και τις πόλεις Άρτα, Πρέβεζα, Γιάννενα καθώς και το Μέτσοβο και την Κέρκυρα). δ) Όλη η Στερεά, Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη και το κομμάτι της Ηπείρου του ΕΛΑΣ υπό τις διαταγές του στρατηγού Σαράφη. Βόρεια της περιοχής Δράμας μια μικρή περιοχή καθορίζονταν σαν περιοχή του Τσαούς Αντών. Στην Ήπειρο στους Φιλιάτες ορίζονταν σαν περιοχή τσάμηδων. Αργότερα και με την πρόοδο της απελευθέρωσης θα διόριζε ένα στρατιωτικό διοικητή Θεσσαλονίκης που η δικαιοδοσία θα ήταν ανατολικά του Αξιού και έως τον Έβρο. ε) Τα νησιά Λευκάδα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθο στην περιοχή του ΕΛΑΣ. Για τ’ άλλα νησιά θα έβγαιναν νεότερες διαταγές. στ) Αφοπλισμός των ταγμάτων και σωμάτων ασφαλείας κανονίζονταν όπως και στη διαταγή που είχε σταλεί στο Γενικό στρατηγείο. ζ) Απαγορεύονταν κάθε σύλληψη και αυτοδικία. Το ζήτημα αυτό θα το κανόνιζε η κυβέρνηση. η) Τα λάφυρα κάθε είδους θα καταγράφονταν, θα παραδίνονταν κατάσταση και δε θα χρησιμοποιούνταν παρά ύστερα από έγκριση του στρατηγού Σκόμπυ και εφ’ όσον ήταν ανάγκη.
Δηλαδή με τις διαταγές αυτές ο στρατηγός Σκόμπυ είχε δικαίωμα να κανονίζει όλα τα ζητήματα και τα εσωτερικά μας ακόμα που είχαν σχέση με την τάξη και το νόμο και λαμβάνονταν ιδιαίτερη πρόνοια να μην πάθουν τίποτα οι προδότες και συνεργάτες των γερμανών. Επίσης στο Ζέρβα δίνονταν οριστικά όχι μονάχα η περιοχή του 24 συντάγματος αλλά και η Άρτα, Γιάννενα και Μέτσοβο, ήτοι σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου με επιθετική αιχμή προς Θεσσαλία και Μακεδονία, αφού του δίνονταν ο κόμβος Μέτσοβο».
Το άλλο πρωί, στις 25 Σεπτεμβρίου, συνεχίστηκαν οι συζητήσεις. Ο Σαράφης καταγράφει με την αφήγησή του:
«...Στο ίδιο γραφείο συναντηθήκαμε μόνοι οι Έλληνες. Εκεί ήρθε ο πρωθυπουργός Παπανδρέου με τους υπουργούς Σβώλο, Ζέβγο, Τσάτσο και Σγουρίτσα. Ο πρωθυπουργός πρότεινε να μιλήσουν πρώτα οι αντιπροσωπείες με τους υπουργούς της παράταξής τους κ’ ύστερα να γίνει κοινή συνεδρίαση. Πραγματικά έτσι κ’ έγινε. Ενημερώσαμε τους υπουργούς Σβώλο και Ζέβγο πάνω στις διαταγές του Σκόμπυ και επιστήσαμε την προσοχή τους πάνω στα δικαιώματα του Σκόμπυ σαν αρχιστράτηγου που έχει και αρμοδιότητα πολιτική στα εσωτερικά. Άλλο αρχιστράτηγος και άλλο στρατιωτικός αρχηγός για τις επιχειρήσεις. Επίσης για το ζήτημα της περιοχής Ζέρβας που δεν ήταν δυνατό να δεχτούμε όλες τις πόλεις της Ηπείρου να δοθούν στο Ζέρβα και επί πλέον το Μέτσοβο, που είχε στρατηγική σημασία για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Επίσης για το ζήτημα των συλλήψεων και δίκης των δοσιλόγων κλπ. Ο συναγωνιστής Σβώλος είπε πως πρέπει να είμαστε υποχωρητικοί μια που μπήκαμε στην κυβέρνηση και πρέπει να μη συζητάμε για μικρά πράγματα. Ότι πρέπει να ξαίρουμε ότι αν δε μπαίναμε στην κυβέρνηση οι άγγλοι ετοίμαζαν να κάνουν κατοχή στην Ελλάδα και κατά συνέπεια να πάρουν τα μέτρα τους για ν’ αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ. Με τη συμμετοχή μας διαρκώς κερδίζουμε έδαφος και θα έρθει στιγμή που θα μας κατανοήσουν καλύτερα και θα μας έχουν εμπιστοσύνη ώστε να καταλήξουν σε κυβέρνηση Σβώλου. Υπό το ίδιο πνεύμα μίλησε και ο συναγωνιστής Ζέβγος. Πάντως επιμείναμε για τη δικαιοδοσία του Σκόμπυ που πρέπει να ξεκαθαριστούν τα δικαιώματά του, να κανονιστεί το ζήτημα των δοσιλόγων και τέλος καμμία υποχώρηση δεν επιτρέπεται για το Μέτσοβο. Από τη συζήτηση που κάναμε φάνηκε πως ο πρωθυπουργός δεν τους είχε ενημερώσει στην κατάσταση και σαν υπουργός των στρατιωτικών έκανε ενέργειες που μελλοντικά θ’ απέβαιναν κατά του ΕΛΑΣ. Δηλαδή, δεν είχε ειλικρίνεια, αλλά αντικειμενικός του σκοπός ήταν η εξουδετέρωση του ΕΛΑΣ και η επιβολή των απόψεών του».
Αμέσως μετά, οι δύο πλευρές ξαναβρέθηκαν μαζί και άρχισε η συνεδρίαση. Στη νέα συνάντηση, τέθηκε από τον πολιτικό σύμβουλο του Σαράφη Κώστα Δεσποτόπουλο το γενικότερο θέμα ότι «δεν χρειάζεται η παρουσία των βρετανικών δυνάμεων εν Ελλάδι και επομένως δεν υπάρχει λόγος να τας προσκαλέσωμεν και να θέσωμεν τας ανταρτικάς δυνάμεις υπό τας αμέσους διαταγάς Βρετανού Αρχηγού». Από χρόνια και μέχρι και τον πρώτο καιρό της Κατοχής, ο Κ. Δεσποτόπουλος ήταν φανατικός οπαδός και προσωπικός φίλος του Γ. Παπανδρέου, από τον οποίο αποστασιοποιήθηκε μόλις εισήλθε στο ΕΑΜ, όπου κατέλαβε σημαντική θέση. Στα όσα είπε ο Δεσποτόπουλος, ο Παπανδρέου θα γράψει αργότερα ότι «εξέφρασε την κατάπληξίν του διά την εκφρασθείσαν γνώμην και εδήλωσεν ότι υφίσταται πλέον θεμελιώδης διαφωνία, κατόπιν της οποίας δεν υπάρχει στάδιον συνεργασίας».
Με την παρέμβαση του Γιάννη Ζεύγου, ο Δεσποτόπουλος απέσυρε την πρότασή του, που ήταν η μόνη φωνή που ακούστηκε τότε εναντίον του πνεύματος της Καζέρτας, με τη συμφωνία της οποίας δεσμεύονταν οι δύο αντάρτικοι στρατοί να υπακούουν απολύτως και να εκτελούν με αδιάσειστη στρατιωτική πειθαρχία τις διαταγές του Βρετανού αρχιστρατήγου. Ο Ζέρβας δεν είχε καμιά ανάλογη αντίρρηση, αφού άλλωστε ο σύμβουλός του συνταγματάρχης Π. Νικολόπουλος, «ομόλογος» του Δεσποτόπουλου για τον ΕΔΕΣ στις συζητήσεις της Καζέρτας είναι εκείνος που προ επταμήνου (κατά τη σύσκεψη Μυροφύλλου Πλάκας) είχε προτείνει την τοποθέτηση κοινού Βρετανού αρχιστρατήγου όλων των ενόπλων ανταρτικών δυνάμεων στην Ελλάδα.
Πολλά χρόνια αργότερα, το 1964, ο ίδιος ο Δεσποτόπουλος θα εξηγήσει στο «Βήμα» τους λόγους της αντίθεσής του και πώς ο Ζεύγος τον μετέπεισε: «...Μου εδόθη η δυνατότης να έχω μίαν κατ’ ιδίαν συζήτησιν μετά του μετέχοντος της συσκέψεως Υπουργού αειμνήστου Γιάννη Ζεύγου, εις τον οποίον εξέθεσα τους λόγους, διά τους οποίους επέμενα απολύτως εις την άποψίν μου. Μου απήντησεν, ότι τούτο θα ωδήγει αφεύκτως εις κυβερνητικήν κρίσιν, πράγμα διά το οποίον δεν ημπορούσε ν’ αναλάβη την ευθύνην, δοθέντος ότι εξήρχετο των γενικών οδηγιών που είχε λάβει, αναχωρών, διά να μετάσχη της λεγομένης Κυβερνήσεως «εθνικής ενώσεως». Ως εκ τούτου, μου εδήλωσεν, ότι ανελάμβανεν αυτός την ευθύνην, προσωπικώς, της μη εμμονής, εις την υπ’ εμού υποβληθείσαν και υποστηριχθείσαν πρότασιν».
Στο ίδιο εκείνο κείμενο, διατυπωμένο με τη νηφαλιότητα των δύο δεκαετιών που έχουν μεσολαβήσει από τα γεγονότα, ο Δεσποτόπουλος αναφέρει ακόμη χαρακτηριστικά:
«Εν τη πραγματικότητι, τόσον η αποβίβασις των Άγγλων εις την Ελλάδα, όσον και η επέμβασίς των εις τα εσωτερικά της χώρας, επιτρέψατέ μοι να φρονώ, ότι ούτε αφετηριάζονται, ούτε νομιμοποιούνται από την Καζέρταν. Ας μη είμεθα τόσον αφελείς και απλοϊκοί να το υποστηρίζωμεν, είτε εντεύθεν είτε εκείθεν. Αλλού και από άλλους, πολύ υψηλότερον των Ελληνικών παραγόντων ισταμένους, έγιναν συμφωνίαι, αφορώσαι και την Ελλάδα και εκείθεν, συντρεχόντων και των ιδικών μας βασικών σφαλμάτων, τα όσα επηκολούθησαν την αποχώρησιν των Γερμανών».
Το επόμενο θέμα τριβής που υπήρξε ανάμεσα στις δύο πλευρές, αφορούσε τα πρόσωπα δύο Ελλήνων που θα αναλάμβαναν αντίστοιχα τις στρατιωτικές διοικήσεις Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Ο Στέφανος Σαράφης, ο μόνος εκ των συμμετασχόντων στις συζητήσεις εκείνες που έχει δώσει αναλυτικότερες πληροφορίες για τα διαμειφθέντα, συνεχίζει την αφήγησή του:
«Ύστερα ανακοίνωσε (ο Γ. Παπανδρέου) ότι στρατιωτικός διοικητής Αθηνών διορίστηκε ο συνταγματάρχης Π. Σπηλιωτόπουλος και Θεσσαλονίκης θα διορίζονταν ο συνταγματάρχης πυροβολικού Παπαγεωργίου. Διαμαρτυρήθηκα για τους διορισμούς αυτούς και πρόσθεσα: ο συνταγματάρχης Σπηλιωτόπουλος είναι δοσίλογος, ήταν ο πρώτος αρχηγός χωροφυλακής επί Τσολάκογλου και επί πλέον δεν έχει το κύρος και την επιβολή που χρειάζονταν. Ο πρωθυπουργός επέμενε πως είναι καλός, θα πάει καλά και έχει λάβει ήδη όλες τις διαταγές και κατά συνέπεια δε μπορεί ν’ αλλάξει. Άλλωστε θα πήγαιναν και οι υπουργοί στην Αθήνα υπό τις διαταγές των οποίων θα ενεργούσε. Οι υπουργοί αναγκάστηκαν να τον δεχτούν. Για το συνταγματάρχη Παπαγεωργίου αντέταξα απόλυτη άρνηση καθόσον ανήκε στην ΠΑΟ που συνεργάζονταν με το Χρυσοχόου και τους γερμανούς και κατά συνέπεια ήταν δοσίλογος. Ήταν δύνατο για τον ΕΛΑΣ να δεχτεί το διορισμό του στη Θεσσαλονίκη. Δικαιολογήθηκε ότι δεν τον ήξαιρε και ότι τον υπέδειξαν οι άγγλοι σαν πολύ καλό. Ύστερα από την επιμονή μου αποκλείστηκε και προτάθηκαν οι Κατσώτας και Μπουρδάρας. Παρατήρησα ότι φυσικότερο ήταν να διοριστεί ο στρατηγός Μπακιρτζής, που ήταν διοικητής της ομάδας μεραρχιών Μακεδονίας μια που όλα τα τμήματα ήταν του ΕΛΑΣ. Δικαιολογήθηκε πως δεν πρέπει να τα θέλουμε όλα δικά μας γιατί και οι άλλοι είχαν αξιώσεις. Ύστερα από συζήτηση δεχθήκαμε τον Κατσώτα ή Μπουρδάρα. Για το ζήτημα των δοσιλόγων δέχτηκε να τροποποιηθεί η σχετική διάταξη. Για το στρατιωτικό ζήτημα δεν είχε γνώμη και έπρεπε να τα κανονίσουμε με τους άγγλους. Στη 1 μ.μ. τέλειωσε η συζήτηση και φύγαμε. Οι στρατιωτικές αποστολές ήταν καλεσμένες σε τραπέζι από το στρατηγό Ουίλσων. Οι υπουργοί από τον υπουργό της Μέσης Ανατολής. Το τραπέζι έγινε στο ανακτορικό δάσος της Γκαζέρτας, στο κυνηγετικό περίπτερο. Ήταν καλεσμένοι εκτός από το στρατηγό Σκόμπυ και τον επιτελάρχη του, ένας αμερικανός στρατηγός και αρκετοί άλλοι άγγλοι και αμερικανοί ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί. Οι δυο έλληνες στρατηγοί καθήσαμε δεξιά και αριστερά του Ουίλσων. Απέναντί του κάθησαν ο επιτελάρχης του Ζέρβα αντισυνταγματάρχης Νικολόπουλος και ο Κ. Δεσποτόπουλος. Το τραπέζι έγινε μέσα σε μια πολύ φιλική ατμόσφαιρα. Ήταν πολύ καλό και του έδινε ένα ιδιαίτερο τόνο το περιβάλλον του δάσους. Ύστερα από το τραπέζι ξαναγυρίσαμε στα γραφεία μαζί με τον επιτελάρχη του στρατηγού Σκόμπυ και τον ταξίαρχο Μπένφιλ».
Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ επέμεινε σε ένα άλλο σημείο στρατιωτικής φύσης και τελικά πέτυχε να τεθεί υπό τον έλεγχό του το Μέτσοβο, θεωρώντας το ως κρίσιμο στρατηγικό σημείο. Ο Σαράφης δίνει και μια ακόμα χαρακτηριστική εικόνα από τις συζητήσεις:
«...Σε μια στιγμή ο Ζέρβας μίλησε εναντίον του ΕΛΑΣ. Απάντησα πως οι δικοί του έφταιγαν γιατί η περιοχή εκείνη ανήκε στον ΕΛΑΣ. Καθόμαστε ο ένας κοντά στον άλλο. Γύρισε και μου είπε, κουνώντας το κεφάλι: «Τι δικοί μου και δικοί σου; Δεν πήρες ακόμα χαμπέρι πού βρίσκεσαι;» Αυτό έδειχνε πως ήξαιρε αρκετά για τις απώτερες σκέψεις των άγγλων και της κυβέρνησης».
Στην τελευταία συζήτηση, που προηγήθηκε της υπογραφής της συμφωνίας, προέκυψε και το θέμα της διατύπωσης αναφορικά με τις αρμοδιότητες του Σκόμπι για την επιβολή του «νόμου και της τάξης». Ο Σαράφης αφηγείται για την τελευταία συνεδρίαση:
«Καθήσαμε όλοι στο τραπέζι. Μπροστά σε κάθε θέση ήταν η συμφωνία που θα υπογράφονταν καθώς και το ανακοινωθέν που θα δίνονταν μετά την υπογραφή στο ραδιόφωνο και τον τύπο. Διαβάστηκε η συμφωνία όπως ήταν διατυπωμένη. Μετά το διάβασμα ο υπουργός Σβώλος, ερμηνεύοντας τις σκέψεις που του τονίσαμε ιδιαιτέρως, ζήτησε να απαλειφθεί η φράση σύμφωνα με την οποία ο στρατηγός Σκόμπυ θα μπορούσε να επιβάλει στην Ελλάδα το νόμο και την τάξη καθ’ όσον αυτό ήταν έργο της ελληνικής κυβέρνησης και ζήτημα εσωτερικό. Ο στρατηγός Ουίλσων δέχτηκε τελικά να διαγραφεί η σχετική διάταξη. Οι κ.κ. Παπανδρέου, Μακ Μίλαν και Τσάτσος έψαχναν να βρουν διατύπωση για να μην αλλάξουν στο βάθος την ουσία, αλλά ο στρατηγός Ουίλσων δέχτηκε να διαγραφεί όλο το άρθρο όπως και έγινε. Επίσης ο υπουργός Σβώλος παρατήρησε ότι δεν ήταν σωστό ν’ απαγορεύεται η σύλληψη των δοσιλόγων, γιατί αυτό ήταν αδύνατο και λόγοι ασφάλειας ακόμα επέβαλαν να συλληφθούν και να κρατηθούν οι δοσίλογοι στη διάθεση της κυβέρνησης. Έγινε δεκτό να τροποποιηθεί κι αυτή η διάταξη».
Οι εκατέρωθεν πλευρές κατέληξαν στη συμφωνία, βάσει της οποίας ξεκαθαριζόταν το στρατιωτικό καθεστώς που θα ίσχυε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος. Για τη συμφωνία έγραψε ο Ρέτζιναλντ Λήπερ χαρακτηριστικά και εξαιρετικά συμπυκνωμένα: «Αυτό ήταν το κείμενο που έδωσε στον στρατηγό Σκόμπι την εξουσία να εκδώσει τις διαταγές που έπρεπε να εκδώσει τον Δεκέμβριο του 1944 στην Αθήνα». Σε άλλο σημείο ο Λήπερ, που μαζί με τον Μακμίλαν είχαν επεξεργασθεί το κείμενο της συμφωνίας που είχε συντάξει ο στρατηγός Ουίλσον, χαρακτηρίζει ως πρωταρχικής σημασίας τη συμφωνία που επιτεύχθηκε.
Το επίσημο κείμενο, που υπογράφηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1944, έχει ως εξής:
 «Πρακτικά αποφάσεων ληφθεισών κατά σύσκεψιν λαβούσαν χώραν εις AFHQ κατά την 26 Σεπτεμβρίου 1944.
Κατά σύσκεψιν υπό την προεδρίαν παρά του ανωτάτου συμμαχικού αρχιστρατήγου του Μεσογείου εις το Σ. Στρατηγείον, καθ’ ην παρευρέθησαν ο Έλλην πρωθυπουργός μετ’ άλλων μελών της κυβερνήσεως, καθώς και οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών στρατηγοί Σαράφης και Ζέρβας, αι κάτωθι αποφάσεις κατεχωρήθησαν εις τα πρακτικά ως γενόμεναι παρά πάντων αποδεκταί.
1) Όλαι αι ανταρτικαί ομάδες αι δρώσαι εν Ελλάδι τίθενται υπό τας διαταγάς της ελληνικής κυβερνήσεως εθνικής ενότητος.
2) Η ελληνική κυβέρνησις θέτει τας δυνάμεις ταύτας υπό τας διαταγάς του στρατηγού Σκόμπυ, όστις ωνομάσθη υπό του ανωτάτου συμμαχικού αρχιστρατήγου ως στρατηγός διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι.
3) Συμφώνως προς την προκήρυξιν την εκδοθείσαν παρά της ελληνικής κυβερνήσεως, οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών υπόσχονται ότι θα απαγορεύσουν πάσαν απόπειραν των υπ’ αυτούς μονάδων να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας. Τοιαύτη πράξις θα θεωρηθή ως έγκλημα και θα τιμωρηθή αναλόγως.
4) Όσον αφορά τας Αθήνας, ουδεμία ενέργεια θα αναληφθή, εκτός υπό τας αμέσους διαταγάς του στρατηγού Σκόμπυ, στρατηγού διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις.
5) Τα τάγματα ασφαλείας θεωρούνται ως όργανα του εχθρού. Θα χαρακτηρισθούν ως εχθρικοί σχηματισμοί, εκτός αν παραδοθούν συμφώνως προς διαταγάς εκδοθησομένας παρά του στρατηγού διοικητού των εν Ελλάδι δυνάμεων.
6) Όλαι αι ανταρτικαί ελληνικαί δυνάμεις, προς τον σκοπόν όπως τεθή τέρμα εις τας διαμάχας του παρελθόντος, δηλούν ότι θα σχηματίσουν εθνικήν ένωσιν ίνα συντονίσουν την δράσιν των διά το καλύτερον συμφέρον του κοινού αγώνος.
7) Κατόπιν της εξουσίας της παραχωρηθείσης εις αυτόν υπό του ανωτάτου συμμαχικού αρχιστρατήγου και από συμφώνου μετά της ελληνικής κυβερνήσεως ο στρατηγός Σκόμπυ εξέδωκε τας κάτωθι διαταγάς επιχειρήσεων:
Α. Όσον αφορά τας εν Ελλάδι δρώσας σήμερον δυνάμεις, η στρατιωτική των οργάνωσις θέλει είναι η κάτωθι:
α. Ο στρατηγός Ζέρβας θα συνεχίση να δρα εντός των εδαφικών ορίων της συμφωνίας της Πλάκας και θα συνεργάζεται μετά του στρατηγού Σαράφη διά την παρενόχλησιν της γερμανικής υποχωρήσεως εντός της περιοχής μεταξύ των βορείων ορίων της συμφωνίας της Πλάκας και της Αλβανίας.
β. Ο στρατηγός Σαράφης θα εξακολουθήση να δρα εις την υπόλοιπον Ελλάδα εξαιρέσει:
Ι) Περιφερείας Αττικής. Όλα τα στρατεύματα εις την περιφέρειαν ταύτην θα διοικούνται υπό του στρατηγού Σπηλιωτοπούλου, δρώντος εν στενή συνεργασία μετά των εν Αθήναις αντιπροσώπων της κυβερνήσεως και βοηθουμένου υπό αξιωματικού συνδέσμου, ονομασθησομένου παρά του στρατηγού Σαράφη. Θα είναι υπό τας διαταγάς της δυνάμεως 140.
ΙΙ) Πελοποννήσου. Τα στρατεύματα εις την περιφέρειαν ταύτην θα διοικούνται υπό αξιωματικού υποδειχθησομένου υπό του στρατηγού Σαράφη τη εγκρίσει της ελληνικής κυβερνήσεως και όστις θα βοηθήται υπό αγγλικής αποστολής συνδέσμου. Θα είναι υπό τας διαταγάς της δυνάμεως 140.
ΙΙΙ) Βραδύτερον η Θράκη, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης, θα είναι υπό την διοίκησιν αξιωματικού υποδειχθησομένου υπό της ελληνικής κυβερνήσεως.
Β. Σκοποί:
α. Αμφότεροι οι διοικηταί θα παρενοχλούν την γερμανικήν υποχώρησιν και θα εξουδετερώνουν τας γερμανικάς φρουράς.
β. Καθ’ ον χρόνον θα απελευθερούται το έδαφος, αμφότεροι οι διοικηταί θα είναι υπεύθυνοι προσωπικώς εις τον διοικητήν της δυνάμεως 140 διά: Ι) Την τήρησιν του νόμου και της τάξεως εις τα εδάφη όπου δρουν αι δυνάμεις των. ΙΙ) Την αποφυγήν εμφυλίου πολέμου και τον φόνον Ελλήνων παρ’ Ελλήνων. ΙΙΙ) Την πρόληψιν επιβολής οιασδήποτε ποινής, καθώς και αδικαιολογήτων συλλήψεων και προχείρου διαδικασίας. IV) Tην συνδρομήν των εις την αποκατάστασιν της νομίμου πολιτικής εξουσίας και την διανομήν περιθάλψεως.
4) Χάρτης δεικνύων τα όρια των επιχειρήσεων εδόθη εις αμφοτέρους τους διοικητάς».
Συνημμένο ήταν το ακόλουθο ανακοινωθέν που δόθηκε αμέσως στη δημοσιότητα, επίσης υπογεγραμμένο από τους Μέιτλαντ Ουίλσον, Χάρολντ Μακμίλαν, Γ. Παπανδρέου, Ν. Ζέρβα και Στ. Σαράφη.
«Σύσκεψις έλαβε χώραν τελευταίως εις το Σ. Στρατηγείον, υπό την προεδρίαν του Ανωτάτου Συμμαχικού Αρχιστρατήγου, καθ’ ην παρέστησαν ο Στρατηγός Σκόμπυ, Στρατηγός Διοικών τας εν Ελλάδι Δυνάμεις, ο Έλλην Πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου, μετ’ άλλων μελών της Ελληνικής Κυβερνήσεως και οι δύο Έλληνες Αρχηγοί των Ανταρτών, Στρατηγοί Σαράφης και Ζέρβας.
Οι δύο Στρατηγοί διοικούντες τας δυνάμεις των Ελλήνων ανταρτών εδήλωσαν ότι αποδέχονται πλήρως  τας διαταγάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως και τας του Ανωτάτου Συμμαχικού Αρχιστρατήγου, υπό τας διαταγάς του οποίου η Ελληνική Κυβέρνησις έθεσε όλας τας εν Ελλάδι δρώσας Ελληνικάς Δυνάμεις.
Ελήφθησαν αποφάσεις, συμφωνούντων απάντων, διά τον συντονισμόν του αγώνος διά την ταχυτέραν δυνατήν απελευθέρωσιν της Ελλάδος».
Πράγματι, το κρίσιμο επίτευγμα της συμφωνίας της Καζέρτας είναι ακριβώς ότι νομιμοποιείται ως στρατιωτικός διοικητής ολόκληρης της χώρας, υπό την ονομασία του ως αρχιστρατήγου, ο στρατηγός Σκόμπι και καθίσταται παντοδύναμος, υπό τις διαταγές όμως της ελληνικής κυβέρνησης. Το γεγονός ότι η συμφωνία πραγματοποιήθηκε σε ιταλικό έδαφος, όπου εντελώς προσωρινά βρισκόταν για λίγες μέρες η έδρα της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης πριν επαναπατρισθεί, αποτέλεσε για ένα μέλος της, τον υφυπουργό Εξωτερικών Φίλιππο Δραγούμη, αφορμή για να διατυπώσει μια ιδιότυπη θεωρία περί «ιταλικού δακτύλου».
Σύμφωνα μ’ αυτήν, που την έφερε στη δημοσιότητα (ομολογουμένως με ακραία αρνητική παρουσίαση, οφειλόμενη σε μια προσωπική έχθρα του προς τον Φ. Δραγούμη) πολλές δεκαετίες αργότερα ο Γ. Σεφεριάδης, ο γνωστός μας Σεφέρης, ένα ιταλικό κύκλωμα, υποκινούμενο από τη Μόσχα, χρηματοδότησε και προκάλεσε το κίνημα της Μέσης Ανατολής τον Απρίλιο του 1944, ώστε να αφαιρέσει από την αξιόμαχη Ελληνική Ταξιαρχία τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί πρωταρχικά για την απελευθέρωση της Ελλάδος, πριν οι Γερμανοί αποφασίσουν να την εκκενώσουν. Το ίδιο αυτό κύκλωμα, προσέθετε, ενδεχομένως να βρισκόταν πίσω από την αιφνιδιαστική παραίτηση των Σ. Βενιζέλου, Ρέντη και Μυλωνά ένα μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας...