Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λούβαρις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λούβαρις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΥΒΑΡΙ

Ο Δημοσθένης Κούκουνας γράφει για τον καθηγητή Λούβαρι και τα "Απομνημονεύματα από την περίοδο της Κατοχής 1941-44"

Στην πολιτιστική εκπομπή του Αλέξανδρου Κακαβά, προέδρου της Ἐνωσης Ελλήνων Σεναριογράφων, και τοῦ Παναγιώτη Τσολιά στο Attica TV (6 Νοεμβρίου 2020) ο Δημοσθένης Κούκουνας μίλησε μεταξύ άλλων για τα απομνημονεύματα του Ν. Λούβαρι.


Εξήντα σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του, καθώς κυκλοφόρησε μόλις πριν μερικές μέρες το βιβλίο του καθηγητή Νικολάου Λούβαρι ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ 1941-44, ρίχνεται πρόσθετο φως στα δραματικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Στο βιβλίο αυτό (Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2020, σελ. 384, τιμή 24 ευρώ), ο ιστορικός συγγραφέας Δημοσθένης Κούκουνας, ο οποίος έχει γράψει ο ίδιος δεκάδες έργα ιδίως για την κατοχική περίοδο, στην εισαγωγή του δίνει σε γενικές γραμμές το περίγραμμα της προσωπικότητας του Λούβαρι. Ολόκληρο το κείμενο της εισαγωγής δημοσιεύεται παρακάτω:


Τα απομνημονεύματα του καθηγητή Νικολάου Λούβαρι είναι μια μοναδική αυθεντική πηγή, που κανείς ιστορικός μελετητής της κατοχικής περιόδου δεν θα μπορούσε να την παραβλέψει. Ένας πνευματικός άνθρωπος με εξαιρετικό επίπεδο και διεθνή αναγνώριση βίωσε εκ των έσω τα απίστευτα εκείνα χρόνια, έλαβε μέρος σε κάποιες πτυχές της εποχής, γνώρισε κάποιες άλλες και ούτως ή άλλως για τους τελευταίους 18 μήνες της Κατοχής ήταν ο αρμόδιος υπουργός για τα θέματα παιδείας και πολιτισμού, εκκλησίας και πρόνοιας.

Εκ των πραγμάτων ο καθηγητής Λούβαρις υπήρξε τότε ένας εκ των πρωταγωνιστών, ιδίως σε ό,τι αφορά ορισμένες παρασκηνιακές ενέργειες, οπότε ασφαλώς είχε πολλά να πει. Τις αναμνήσεις του εκείνες επέλεξε να τις εντάξει σ’ ένα ενιαίο κείμενο, που άρχισε να τις καταγράφει ενώ ακόμη ήταν φυλακισμένος. Δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες το 1950 στην ημερήσια εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ (συνολικά 53 άρθρα από 2 Απριλίου μέχρι 11 Ιουνίου 1950) και η πρόθεσή του, που την αναφέρει άλλωστε συγκεκριμένα, ήταν να ακολουθούσε αργότερα η έκδοσή τους σε μορφή βιβλίου που προφανώς θα ήταν πιο εκτεταμένο. Αλλά αυτό δεν έγινε πράξη ενόσω ζούσε ο ίδιος, ούτε άλλοτε μέχρι σήμερα – εκτός από την ενιαία επαναδημοσίευση του κειμένου στην επιθεώρηση Λαβύρινθος σε έξι συνέχειες (αρ. τευχ. 41-46, Νοέ. 2006-Απρ. 2007)

Το όλο κείμενο περιέχει διάφορα αποκαλυπτικά στοιχεία που ενισχύουν την ιστορική γνώση, πρωτίστως δε ευνοεί μέσα από τις υποκειμενικές κρίσεις του μια πληρέστερη εικόνα για πρόσωπα που τότε είχαν διαδραματίσει κύριο ιστορικό ρόλο. Σε πολλές περιπτώσεις διαχέεται η εμφανέστατη πικρία του για τα δεινά που υπέστη λόγω της εμπλοκής του στα δρώμενα, μη οφειλόμενης σε προσωπική ματαιοδοξία, αλλά μάλλον σε συναίσθηση ευθύνης και κατ’ επέκταση σε αυτοθυσία – όπως με τα προβαλλόμενα επιχειρήματά του θα μπορούσε να πείσει τον αναγνώστη. Η πικρία του αυτή εξειδικεύεται ιδιαίτερα απέναντι στον τότε Αρχιεπίσκοπο και στη συνέχεια Αντιβασιλέα Δαμασκηνό, ο οποίος όχι μόνο δεν προσήλθε για να καταθέσει την πολλαπλώς χρήσιμη μαρτυρία του, αλλά και αδιαφόρησε για την τύχη του υιού του που συνελήφθη και κυριολεκτικά εξαφανίσθηκε από προσώπου γης κατά τα Δεκεμβριανά.

Ο Δαμασκηνός χαρακτηρίζεται ως αχάριστος και αγνώμων έως και ανελέητος, ο κακός δαίμων στην κρίσιμη εκείνη κατοχική περίοδο. Η σκέψη του Λούβαρι είναι συχνά επηρεασμένη από την προσωπική τραγωδία του ως πατέρα, αλλά ακόμη περισσότερο που ενώ σε τέτοια εποχή κατέθεσε υπέρ του κοινού καλού το προσωπικό κύρος και την ακεραιότητά του ως καθιερωμένου πνευματικού ανθρώπου, δεν του αναγνωρίσθηκε η αγνή προαίρεση.

Nobel geht die Welt zugrunden. Αυτό ήταν ένα γερμανικό ρητό, που συνήθιζε συχνά να αναφέρει ο Λούβαρις στον στενό κύκλο του. «Όλα οδηγούνται στην άβυσσο με καθωσπρεπισμό»… Αυτό το απόφθεγμα το χρησιμοποιούσε συχνά στα προπολεμικά χρόνια, χωρίς να φαντάζεται ότι κάποτε θα έρθει στιγμή που θα ζήσει την επιβεβαίωσή του στον ίδιο τον εαυτό του, εντελώς προσωπικά. Ένα απόφθεγμα οφειλόμενο στη γερμανική παιδεία του, ακριβώς την παιδεία που τελικά θα τον οδηγήσει σε μια σειρά προσωπικών δεινών και τραγικών εμπειριών.

Στην πνευματική πορεία του διακρίθηκε ως θεολόγος, κυρίως όμως ως φιλόσοφος. Πολυγραφότατος και διεξοδικός χειριστής στην έκφραση των σκέψεων και των στοχασμών του, ο Νικόλαος Λούβαρις ήταν ένας σαγηνευτικός ομιλητής και πανεπιστημιακός δάσκαλος. Αυτό ίσχυε και στην καθημερινότητά του, σ’ έναν ευρύ κοινωνικό κύκλο. Διέθετε μια ισχυρή και ελκυστική προσωπικότητα, η καλλιέργειά του ήταν ασυνήθιστη και κέρδιζε αμέσως σεβασμό και κύρος, ταυτόχρονα δε πολυάριθμους φίλους και θαυμαστές.

Γεννήθηκε το 1887 στην Τήνο, πρωτότοκος γιος πολυμελούς οικογένειας και σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Λειψίας. Μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία, όπου έλαβε το διδακτορικό του με πολλαπλές διακρίσεις, δίδαξε ως καθηγητής στο Αρσάκειο Διδασκαλείο Αθηνών (1915-17) και στη συνέχεια υπηρέτησε ως διευθυντής του Διδασκαλείου Αρρένων Θεσσαλονίκης (1917-23). Η ευρύτερη κοινωνική παρουσία του στη Θεσσαλονίκη τότε ήταν αξιοσημείωτη, ενώ μεταξύ άλλων στα χρόνια αυτά διηύθυνε το περιοδικό Γρηγόριος Παλαμάς της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, που του πρόσθεσε επιστημονικό κύρος.

Αλλά, αν και δεν είχε κάποια ιδιαίτερη πολιτική δραστηριότητα, το 1923 μετατέθηκε δυσμενώς για πολιτικούς λόγους στο Γυμνάσιο Πολυγύρου Χαλκιδικής ως απλός καθηγητής θρησκευτικών. Απόρροια αυτής της μετάθεσής του ήταν να παραιτηθεί και να προσληφθεί ως διευθυντής της Ιταλικής Σχολής Θεσσαλονίκης που μόλις είχε ιδρυθεί. Στη θέση αυτή παρέμεινε επί δύο χρόνια (1923-25), αφού το 1925 εξελέγη ως τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην έδρα Εισαγωγής και Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης. Στην έδρα του θα παραμείνει μέχρι το 1955, οπότε κατελήφθη από το όριο ηλικίας, εκτός από την περίοδο που ήταν φυλακισμένος.

Το 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας Πάγκαλου, ανέλαβε γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων επί οικουμενικής κυβέρνησης Ζαΐμη, θέση που διατήρησε μέχρι τις εκλογές του 1928. Το ίδιο αξίωμα του ανατέθηκε πάλι το 1935, ενώ τον Μάρτιο 1936 προωθήθηκε ως υπουργός Παιδείας στην Κυβέρνηση Δεμερτζή, παραμένοντας και μετά τον θάνατο του τελευταίου, ως μέλος της διάδοχης Κυβέρνησης Μεταξά. Με τον Μεταξά διατηρούσε από πολλών ετών προσωπική και οικογενειακή φιλία, αλλά στις 4 Αυγούστου 1936 αρνήθηκε να προσυπογράψει το διάταγμα για την κήρυξη της δικτατορίας και παραιτήθηκε.

Η εκούσια αποχώρησή του από την κυβέρνηση ωστόσο είχε μάλλον προσωπικό χαρακτήρα παρά οφειλόταν σε θέματα στήριξης του κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Άλλωστε, την εποχή εκείνη στην ελληνική πολιτική σκηνή ελάχιστοι ήταν οι ακραιφνείς θιασώτες του. Ο Λούβαρις, ο οποίος βεβαίως δεν ήταν πολιτικός παράγοντας, απλώς τότε εγκατέλειψε το υπουργικό αξίωμα και επέστρεψε στα επιστημονικά καθήκοντά του, ίσως περισσότερο λόγω μιας ήσσονος σημασίας προσωπικής διαφωνίας με τον Ιωάννη Μεταξά, παρά για λόγους αρχών ή σεβασμού των δημοκρατικών διαδικασιών. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι σε μια δεδομένη στιγμή τού ανατέθηκε η διεύθυνση της Παντείου Σχολής, καθώς και η διδασκαλία σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν θα μπορούσε να τον εντάξει στον κύκλο των υμνητών ή θεραπόντων της δικτατορίας Μεταξά, ενώ σε μια περίοδο είναι βέβαιο ότι είχε πέσει και στο στόχαστρο του περίφημου υπουργού Ασφαλείας του καθεστώτος Κων. Μανιαδάκη, με αποκορύφωμα μάλιστα τη σύλληψή του.

Πάντως το 1936, τις προηγούμενες μέρες πριν από την παραίτησή του, βρισκόταν στη Γερμανία με την ευκαιρία των τελετών έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων ως αρμόδιος υπουργός. Είναι γνωστό ότι διέθετε πολλές γνωριμίες ανάμεσα στο πνευματικό κατεστημένο της Γερμανίας, ενώ την εποχή εκείνη έδωσε διαλέξεις και έλαβε διάφορες τιμητικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων και ονομάσθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Χαϊδελβέργης. Στα χρόνια εκείνα (1936-38) γενικότερα πραγματοποίησε συχνές επαφές στη Γερμανία και Αυστρία, καθώς και στην Ιταλία, ενώ το καλοκαίρι του 1937 εκπροσώπησε την Ελλάδα σε πανευρωπαϊκές μορφωτικές εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα στο Αμβούργο. Είχαν συγκεντρωθεί περισσότερες από πενήντα αντιπροσωπείες από όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη, είναι δε χαρακτηριστικό ότι όλες αυτές τον είχαν ορίσει ως πρόεδρο κατά την παρουσίασή τους ενώπιον του καγκελαρίου Χίτλερ. Με την ιδιότητα αυτή ο Λούβαρις προσφώνησε τον Χίτλερ, από όπου υπάρχει και η αντίστοιχη φωτογραφία.

Εδώ θα πρέπει να γίνει μια ουσιώδης διευκρίνιση, που άλλωστε τεκμηρώνεται πολλαπλώς. Δεν υπήρξε ποτέ χιτλερικός ή έστω φίλα προσκείμενος στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς της εποχής, παρά τις τόσες διασυνδέσεις του με Γερμανούς διανοούμενους και καθηγητές. Δύο βασικά χαρακτηριστικά που ευθέως τον αποσυνέδεαν από μια παρόμοια τοποθέτηση, ήταν το γεγονός ότι ανήκε σε τεκτονική στοά και παράλληλα υπήρξε πάντοτε συμπαθώς διακείμενος προς το εβραϊκό στοιχείο στην Ελλάδα, ακόμη και σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Επιπροσθέτως είναι γνωστές οι από την εποχή που έζησε στη Θεσσαλονίκη φιλικές σχέσεις του με κορυφαίους παράγοντες της Ισραηλιτικής Κοινότητας, καθώς και με τον αρχιραβίνο Κόρετς.

Πολλές αναφορές επ’ αυτών γίνονται στο κείμενο των απομνημονευμάτων του. Στις σελίδες του ο αναγνώστης θα μπορέσει να παρακολουθήσει τη δεδομένη συμπάθειά του προς το γερμανικό πνεύμα σε αντιδιαστολή προς το χιτλερικό καθεστώς. Ακριβώς όμως αυτού του είδους οι δεσμοί του προς το γερμανικό πνεύμα και οι γενικότερες γνωριμίες του με παράγοντες της Γερμανίας θα αποτελέσουν την πρόκληση για συμμετοχή στα δρώμενα με την έναρξη της Κατοχής. Μάλιστα, κυριολεκτικά από τις πρώτες ώρες.

Είναι η φάση, όπως την αφηγείται ο ίδιος άλλωστε, που καλείται στα γραφεία της γερμανικής πρεσβείας για να συμμετάσχει στην κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου. Οι Έλληνες στρατηγοί επικαλούνται διάφορα επιχειρήματα για να πείσουν τον Λούβαρι προκειμένου να συμμετάσχει, αλλά ο μόνος που συμβουλευτικά και εμπιστευτικά τον αποτρέπει είναι ο πρώτος γραμματέας, ο Γερμανός διπλωμάτης Γκραίβενιτς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εφημερίδες της 29ης Απριλίου 1941, που κάνουν λόγο για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, εσφαλμένα αναφέρουν τη συμμετοχή του Λούβαρι ως υπουργού Παιδείας, ενώ τελικά εκείνος την τελευταία στιγμή μεταπείθεται και δεν ορκίζεται. Λίγο αργότερα, θα βρεθεί επικεφαλής του συγκροτήματος Λαμπράκη σε μια ανώνυμη εταιρία, που κατά 51% ελέγχεται πλέον από τους Γερμανούς, ενώ με τον Δημήτριο Λαμπράκη θα διατηρήσει τη φιλική του σχέση μέχρι τους πρώτους μήνες του 1944, όταν εκείνος θα διαφύγει μυστικά στη Μέση Ανατολή (όπου και θα συλληφθεί από τους Άγγλους).

Παραμένοντας στο παρασκήνιο των γεγονότων που εξελίσσονται σε βιαστικούς και δραματικούς τόνους, ο Λούβαρις θα διαδραματίσει εντελώς καθοριστικό ρόλο στην άνοδο του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Συνδεόταν μαζί του από εικοσαετίας ήδη και, παρά το γεγονός ότι δεν είχε κανενός είδους αντίθεση με τον μέχρι τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, δέχθηκε να κινηθεί προς κάθε κατεύθυνση, ακόμη και προς το Βερολίνο, προκειμένου να αποκατασταθεί ο Δαμασκηνός. Και το επέτυχε.

Ομοίως δραστήριος εμφανίσθηκε, και πάλι στο παρασκήνιο, ως προς το επισιτιστικό ζήτημα, όπως επίσης το αφηγείται στα απομνημονεύματά του. Με ενδιάμεσο τον τότε νούντσιο στην Ελλάδα και μετέπειτα Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄, κινητοποιήθηκε το Βατικανό προκειμένου να παραμερισθεί ο βρετανικός αποκλεισμός για την εισαγωγή τροφίμων στη λιμώττουσα Ελλάδα, αν και η πείσμων άρνηση του Τσώρτσιλ άργησε πολύ να κατασιγάσει, αφού ήδη ο ελληνικός λαός είχε βιώσει τόσο δραματικά τη μεγάλη πείνα του χειμώνα 1941-42. Και στο σημείο αυτό γίνεται επικριτική μνεία για τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ο οποίος μάλιστα είχε φιλοδοξήσει η όποια επισιτιστική μέριμνα να γίνεται ανά τα νησιά με διαχειρίστρια την Ελλαδική Εκκλησία και όχι τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, με πλοιάρια που θα έφεραν κίτρινη σημαία με τον δικέφαλο αετό.

Η επόμενη δραστηριότητά του είναι επίσης σημαντική. Με τους καθηγητές Αντώνιο Κεραμόπουλο, Αλέξανδρο Σβώλο και άλλους παράγοντες, αξιωματικούς και πολιτικούς, θα συμβάλουν στη στήριξη των ευαίσθητων εθνικών θεμάτων, όσο παράδοξη ή ιδιότυπη και αν φαίνεται μια τέτοια πρωτοβουλία εκείνες τις ώρες (βλ. Αλεξάνδρου Σβώλου, Για τη Μακεδονία και τη Θράκη, Ariston Books, 2018).

Ευχαρίστως θα του αναγνωρίζονταν όλες αυτές οι κύριες και ποικίλες δράσεις του Λούβαρι, καθώς και πολλές άλλες δευτερότερες, αν τον Απρίλιο 1943 δεν πειθόταν να αναλάβει υπουργός στην τελευταία κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη. Τελικά τον έπεισε ο ίδιος ο Δαμασκηνός.

Η ισχύς του Λούβαρι σ’ εκείνο το χρονικό πλαίσιο οφειλόταν στις ισχυρές γνωριμίες του με Γερμανούς ιθύνοντες, όπως κατ’ εξοχήν ο πρεσβευτής Άλτενμπουργκ, ο επιτετραμμένος Γκραίβενιτς ή ο στρατιωτικός ακόλουθος Κλεμ φον Χόχενμπεργκ ή ακόμη ο στρατηγός των Ες Ες Σιμάνα, με τους οποίους διατηρούσε ιδιαίτερη προσωπική σχέση. Αυτούς που αναφέρουμε ονομαστικά, τους θεωρούσε μάλιστα ως αντιχιτλερικούς και σε πολλές περιπτώσεις ζήτησε και έλαβε τη συνδρομή τους σε κρίσιμα θέματα. Υπάρχουν και σχετικά μεταπολεμικά δημοσιεύματά του, κάνοντας διάκριση μεταξύ κακών και καλών Γερμανών, υποστηρίζοντας ότι ειδικά δεν θα έπρεπε οι Άλτενμπουργκ, Γκραίβενιτς και Χόχενμπεργκ, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, να θεωρούνται εγκληματίες πολέμου, χαρακτηρίζοντάς τους ως φιλέλληνες. Σε άλλο δημοσίευμά του με το ίδιο πνεύμα αναφέρεται και στον συγγραφέα Έρχαρτ Κέστνερ, τον διακριτικό Γερμανό συνοδό της αδικοσκοτωμένης Ελένης Παπαδάκη. Μια αξιοσημείωτη άλλη επαφή του με Γερμανό είναι ο συνταγματάρχης Λόος, επιθεωρητής της Γκεστάπο για τα Βαλκάνια, ο οποίος είχε σε διάφορες φάσεις κατά τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής επιχειρήσει αγγλογερμανικές διαπραγματεύσεις.

Αντίθετα, ο Λούβαρις δεν είχε καλή σχέση με τον Νοϊμπάχερ και τον διοικητή των Ες Ντε στην Αθήνα συνταγματάρχη Μπλούμε. Επίσης, καλή σχέση δεν είχε με τους Ιταλούς – για το διάστημα μέχρι την ιταλική συνθηκολόγηση. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι προπολεμικά διατηρούσε επαφές με Ιταλούς παράγοντες, στην κατοχική περίοδο δεν προκύπτει κάποια ιδιαίτερη επαφή. Το βέβαιο είναι ότι διατηρούσε μια σταθερή προκατάληψη εναντίον τους, αλλά και εναντίον των ιταλόφιλων Ελλήνων που έδρασαν στην Ελλάδα κατά την Κατοχή. Μέσα από το δικό του οπτικό πρίσμα παρόμοια προκατάληψη δείχνει και απέναντι σε όσους εκμεταλλεύθηκαν τη δυστυχία εκείνης της εποχής για να θησαυρίσουν, τους μαυραγορίτες και τους οικονομικούς δοσιλόγους.

Τα απομνημονεύματα του Λούβαρι εντοπίζονται χρονολογικά στην περίοδο 1941-44 και, όπως είναι αυτονόητο, περιστρέφονται στα δρώμενα, στα οποία ο ίδιος είχε συμμετοχή ή γνώση. Η ούτως ή άλλως υπερχειλίζουσα δραστηριότητά του, παράλληλα φυσικά με την άσκηση των καθηκόντων του ως πανεπιστημιακού καθηγητή και σε συνδυασμό με τις πρακτικές συνθήκες που υπάρχουν, περιορίζει τον κοινωνικό του κύκλο. Εκτός από την οικογένεια του στρατηγού Κων. Μαζαράκη-Αινιάν, του καπετάν Ακρίτα του Μακεδονικού Αγώνα, με την οποία συγκατοικούν από ετών, μια άλλη οικογένεια που συνδέεται φιλικότατα μαζί τους είναι εκείνη του Πλάτωνα και της Αγγελικής Χατζημιχάλη.

Πρόκειται για τη γνωστή λαογράφο και τον σύζυγό της, τον Πλάτωνα Χατζημιχάλη, σημαντικό οικονομικό παράγοντα στα χρόνια του Μεσοπολέμου, προερχόμενο από τη Σμύρνη. Ανιτπρόσωπος μεγάλων γερμανικών εταιριών στην Ελλάδα, ανήκε στη βενιζελική παράταξη και ήταν δημοφιλής στην αθηναϊκή κοινωνία. Ανέλαβε υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, γεγονός που θα του στοιχίσει μια εικοσαετή ποινή κάθειρξης.

Οι δύο οικογένειες είχαν στενό σύνδεσμο, ενώ τα παιδιά τους, σχεδόν συνομήλικα, μεγάλωσαν μαζί. Η κόρη Χατζημιχάλη, η Έρση, που την γνώρισα στη δεκαετία 1980, μου αφηγήθηκε διάφορα περιστατικά για τη σχέση εκείνη και την παρέα που έκανε η ίδια με τον υιό Λούβαρι από τα παιδικά τους χρόνια. Ο Αλφρέδος, μογονενής υιός του καθηγητή Λούβαρι, γεννήθηκε το 1921, τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και φοιτητής ων στα χρόνια της Κατοχής ήταν ένας από εκείνους που είχε ασκήσει πίεση στον πατέρα του για να μην αναλάβει υπουργός, πλην ανεπιτυχώς.

Αν και ο ίδιος ο νεαρός δεν ήταν εκτεθειμένος σε πολιτικές δραστηριότητες τέτοιες ώστε να στοχοποιηθεί, ξαφνικά λίγο καιρό μετά την Απελευθέρωση και ενώ ο πατέρας του βρισκόταν φυλακισμένος, υπήρξε η «εύκολη λεία». Συνελήφθη από τους γνωστούς αγνώστους των ημερών εκείνων και προφανώς εσφάγη, χωρίς ποτέ να βρεθεί το πτώμα του. Υπήρξαν μαρτυρίες πως κάποιοι τον είδαν σκοτωμένο, προφανώς δε θάφτηκε σε ομαδικό τάφο μαζί με άλλους που εκτελέσθηκαν ταυτόχρονα.

Η Έρση Χατζημιχάλη έχει καταγράψει επί λέξει: «Είχα συναντήσει την Ειρήνη Λούβαρι με το κορίτσι του σπιτιού της στη λεωφόρο Αμαλίας. Ήταν αναμαλλιασμένη, αλαφιασμένη, έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια της, χτύπαγε με το χέρι το κεφάλι της. ‘‘Πάω στο Νεκροταφείο, μου είπαν πως σκοτώσαν τον Αλφρέντο’’. Έφυγε κλαίγοντας. Δεν βρήκε τον άτυχο γιο της, είχαν θάψει τους νεκρούς, όμως πολλοί τον είχαν δει σκοτωμένο». Η Ειρήνη Λούβαρι αγωνίστηκε, κινήθηκε προς κάθε κατεύθυνση, έμεινε με την ελπίδα πως ο μοναχογιός της, αφού δεν τον αντίκρυσε νεκρό, θα μπορούσε να είναι ζωντανός. Έτρεξε με αγωνία να συναντήσει τον πανίσχυρο σ’ εκείνες τις περιστάσεις Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, μέχρι πρόσφατα οικείο πρόσωπο. Περίμενε ότι θα ενεργούσε ανθρωπιστικά και θα χρησιμοποιούσε το κύρος και τις γνωριμίες του ανάμεσα στα ηγετικά στελέχη της Αριστεράς, ώστε να βρεθεί το παιδί. Απογοητεύθηκε όμως από την αδιαφορία του μπροστά σε μια τέτοια τραγική συγκυρία. Αδιαφορία ισοδύναμη με προδοσία.

Η συνέχεια της ιστορίας αυτής κράτησε απίστευτα πολύ, όσο διαχρονική είναι η ανθρώπινη σκληρότητα. Όχι πλέον του τότε ασυγκίνητου Δαμασκηνού, αλλά της κακοήθειας κάποιων επιτηδείων που εκμεταλλεύθηκαν την ασίγαστη αγωνία μιας μάνας. Αποτυπώνεται από την Έρση Χατζημιχάλη (Περίπατος με την Αγγελική, Κάκτος, Αθήνα 1999, σελ. 150): «Ξαφνικά η Ειρήνη έγινε μια χαρά. Κάποιος της είπε τότε ένα παραμύθι, πως ο Αλφρέντο έγινε κομμουνιστής και έφυγε με τους άλλους στη Γιουγκοσλαβία, πως ήτανε ευτυχισμένος, πως παντρεύτηκε, πως έκανε παιδιά, αλλά δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα μα τίποτα ούτε για την Ελλάδα ούτε για τους γονείς του, πως είχε ανάγκη από λίρες χρυσές. Η Ειρήνη άλλο που δεν ήθελε να το πιστέψει. Και όλο έστελνε λίρες στον Αλφρέντο. Ώς το τέλος της ζωής της…».

Η Ειρήνη Λούβαρι ήταν μια σεβάσμια καλλιεργημένη γυναίκα, αφιερωμένη στη μνήμη του συζύγου και του μονάκριβου παιδιού τους. Κόρη του γιατρού Δημητρίου Μεσσηνέζη από την Τήνο. Την γνώρισα στα τελευταία χρόνια της ζωής της, στο δικό μου ξεκίνημα μιας μακρόχρονης ιστορικής έρευνας που ακόμη συνεχίζεται. Ήταν γνώριμη οικογενειακώς και συνεπώς διέθετα ισχυρή σύσταση ώστε να μου δώσει την άδεια πρόσβασης στο πολύτιμο προσωπικό αρχείο του συζύγου της, πλην όμως την εποχή εκείνη γινόταν μια αναταξινόμησή του. Στον πρώτο όροφο ενός νεοκλασικού της οδού Πατησίων όπου έμενε, κάπου στην πλατεία Αμερικής, κείτονταν ατέλειωτες στίβες χαρτιών, εγγράφων, χειρογράφων, αποκομμάτων. Σε καθημερινή βάση έρχονταν εθελοντικά οι αφοσιωμένοι μαθητές και θαυμαστές του καθηγητή Λούβαρι για την εργασία αυτή – ανάμεσά τους και καθηγητές πανεπιστημίου οι ίδιοι πλέον. Κάτι ανάλογο γινόταν, εκτός του προσωπικού αρχείου, και με τη μεγάλη βιβλιοθήκη του εκλιπόντος σοφού, ο οποίος προ του θανάτου του είχε ζητήσει τα βιβλία του να δωρηθούν στη βιβλιοθήκη της γενέτειράς του, της Τήνου.

Αλλά παρά την καλή της διάθεση, δεν είχα την ευκαιρία να εντρυφήσω σε βάθος στο αρχείο του Λούβαρι, παρά επιφανειακά και τυχαία. Άλλωστε η σεβάσμια δέσποινα μού είχε υποσχεθεί ότι θα είχα αυτή τη δυνατότητα μετά την αναταξινόμησή του, πλην όμως λίγο αργότερα η ζωή της έσβησε – ήδη είχε αντέξει αρκετά κατά τις τελευταίες δεκαετίες, διατηρώντας απαρασάλευτα μέχρι τέλους παροιμιώδη αξιοπρέπεια και διαύγεια.

Η σκυτάλη για το αρχείο του Λούβαρι πέρασε στα χέρια του καθηγητή Μάρκου Σιώτη, που κατ’ αρχήν τον είχα γνωρίσει στο σαλόνι της οικίας Λούβαρι. Ουσιαστικά ήταν ο μόνος που είχε ολοκληρωμένη γνώση των περιεχομένων του αρχείου, καθώς είχε εντρυφήσει σ’ αυτό αμέσως μετά τον θάνατο του μέντορά του τον Μάρτιο του 1961. Απόρροια της εργασίας του εκείνης ήταν η ολοκλήρωση της βιογραφίας του Λούβαρι που κυκλοφόρησε το 1965.

Με τον καθηγητή Σιώτη διατηρήσαμε μια τακτική, αλλά πολύ αραιή επικοινωνία, ώσπου κάποια στιγμή θυμάμαι που με δική του πρωτοβουλία μού τηλεφώνησε για να ορίσουμε μια συνάντηση προκειμένου να μου δώσει χειρόγραφα του Λούβαρι, που αποτελούσαν τμήματα των ημιτελών απομνημονευμάτων του. Αυτά ήταν εντελώς ανεξάρτητα από τα δημοσιευόμενα στο παρόν βιβλίο, που αφορούν αποκλειστικά την περίοδο της Κατοχής.

Ούτως ή άλλως με τον καθηγητή Σιώτη οι κατά καιρούς επαφές μας συνδέονταν με το θέμα αυτό, καθώς και με τις δικές του αναμνήσεις από την περίοδο που ήταν ο στενός συνεργάτης του Γερμανού βυζαντινολόγου καθηγητή Φραντς Νταίλγκερ και με την έναρξη της Κατοχής όργωσαν το Άγιον Όρος για έρευνα και καταγραφή των κειμηλίων του, μήπως και εντοπισθεί το Άγιο Δισκοπότηρο.

Επέπρωτο όμως η συνάντησή μου εκείνη με τον ηλικίας ενενήντα ετών πλέον καθηγητή, αλλά μέχρι τέλους σε άριστη διαύγεια, να μην πραγματοποιηθεί ποτέ.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η μαρτυρία του Νικολάου Λούβαρι περιορίζεται μόνο σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο, που όμως την φωτίζει ως πρωτογενής μαρτυρία. Ασφαλώς με δεδομένο τον υποκειμενισμό της και την παράθεση εντόνων βιωματικών και συναισθηματικών στοιχείων. Άλλωστε δεν είναι παρά μία απολογία του ενώπιον της κοινής γνώμης, γραμμένη ανεξάρτητα από την απολογία του ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων.

Η περίπτωση Λούβαρι παρουσιάζει μια μοναδικότητα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ειδικά στα χρόνια της Κατοχής. Ήταν ένας σοφός διανοούμενος με καθολική αποδοχή, χωρίς εχθρούς και αντιπάλους, που όπως επιγραμματικά τον είχε χαρακτηρίσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, καταθέτοντας στη δίκη των δοσιλόγων υπουργών, ήταν ένας από τους ηθικά ωραιότερους Έλληνες. Ματαιοδοξίες δεν είχε, η πολιτική δεν τον ενδιέφερε.

Έρχεται όμως η δουλεία, συνοδευόμενη από αλλεπάλληλες δραματικές εξάρσεις. Δεν είναι μόνο τα ευρύτερα εθνικά προβλήματα που ανακύπτουν, είναι και τα μικρότερα της καθημερινότητας, αυτά που πλήττουν τους πολίτες της διπλανής πόρτας, και όχι μόνο. Διαρκώς νέα ζητήματα, που οι νόμοι της πολιτείας δεν επαρκούν για να τα επιλύσουν έστω και στοιχειωδώς. Ένας κατακτητής λειτουργεί αυτοτελώς και αυθαιρέτως, περιφρονεί τους κανόνες που διέπουν την κοινωνία, είναι αλαζόνας απέναντι στους πολίτες που εξουσιάζει με τη δύναμή του – διαφορετικά δεν θα ήταν κατακτητής. Επομένως έμβλημά του είναι η βία σε όλες τις διαβαθμίσεις της.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποιες μικρές διέξοδοι, κάποια παράθυρα, έστω κάποιες αφύλακτες πτυχές. Υπάρχουν άλλωστε οι καλοί και οι κακοί σε κάθε ιστορία. Και εδώ ακριβώς προβάλλει το ερώτημα, αν πρέπει ή όχι να αναζητηθούν τρόποι επικοινωνίας με τον κατακτητή ή όλα να αφεθούν πεισματικά σ’ ένα απόλυτο και αδιαπέραστο φράγμα ανάμεσα στον ξένο εξουσιαστή και στους γηγενείς που ξαφνικά έγιναν σκλάβοι.

Ταυτόχρονα υπάρχει και μια άλλη διάσταση προς συζήτηση. Ποιο είναι το χρέος του πνευματικού ανθρώπου εν προκειμένω; Μήπως είναι να αποστασιοποιείται, ιδίως σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, ώστε να αποφεύγει κάθε προσωπικό ρίσκο; Όταν η ελευθερία έκφρασης αυτομάτως περιορίζεται έτι περαιτέρω, αλλά και αυτή η στοιχειώδης απλή επικοινωνία μαντρώνεται;

Σε περιόδους δουλείας, ιδίως στους τελευταίους αιώνες, η ελληνική παράδοση έχει συγκεκριμενοποιηθεί στα πρακτικά όρια του αρχαιοελληνικού ρητού παν μη χείρον βέλτιστον. Άλλωστε σημασία έχει η επιβίωση και όχι βέβαια ο αυτοχειριασμός. Η επαύριον μιας στρατιωτικής ήττας σηματοδοτείται με την έναρξη μιας αυτονόητης κατοχής. Λαμβάνοντας υπ’ όψη όλους τους συνεπαγόμενους περιορισμούς, οι ταγοί μιας κοινωνίας οφείλουν να την συνδράμουν υπό τα νέα δεδομένα, χωρίς ασφαλώς να ποδηγετήσουν τον λαό προς απεμπόληση δικαιωμάτων και ιδανικών.

Κάπως έτσι κατάλαβε ο Λούβαρις τον ρόλο του όταν άρχιζε η Κατοχή. Προέκυψαν τα μικρά και τα μεγάλα δράματα. Όπου μπορούσε να βοηθήσει, το έκανε πράξη. Δεν κρύφτηκε στην ανωνυμία ή πίσω από ιδεοληπτικές εμμονές, πίσω από οποιαδήποτε διεκδίκηση άλλοθι, πίσω από μια παρατεταμένη σιγή που θα σήμαινε άρνηση της υπαρκτής πραγματικότητας. Συναισθάνθηκε το δικό του χρέος, καθώς μάλιστα ήταν και συνειδητός θεολόγος, ως πάροχος κάθε δυνατής συνδρομής και προσφοράς, μέχρι που τελικά έφθασε στα όρια της αυτοθυσίας.

Κάτι ανάλογο μπορεί να έγινε και σε άλλες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, αλλά ξέρουμε ότι σε κάποιες απ’ αυτές πνευματικά αναστήματα πρώτης γραμμής αντέδρασαν διαφορετικά. Αδιαφορώντας για την ίδια την τύχη των δούλων συμπολιτών τους πέρασαν στην ανοιχτή συνεργασία με τους κατακτητές και στοιχήθηκαν σε αγκυλώσεις. Στην ίδια τη Γερμανία ή την Ιταλία, παρόμοια αναστήματα εύκολα επηρεάστηκαν ή ίσως υπέκυψαν. Η περίπτωση του Λούβαρι είναι ξεκάθαρα διαφορετική, καθώς ποτέ δεν προπαγάνδισε τη νέα τάξη πραγμάτων, που άλλωστε αποδεδειγμένα δεν την αποδέχθηκε.

Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε κατά συνείδηση, εξ ου και γίνεται λόγος περί αυτοθυσίας του, υπό την έννοια ότι αποδέχθηκε τον προσωπικό στιγματισμό του αναλαμβάνοντας υπουργική θέση χάριν ενός ευρύτερου εθνικού οφέλους. Άλλωστε, η απόφασή του αυτή δεν ήταν προϊόν μιας ξεκάθαρης τοποθέτησης, αλλά είχαν προϋπάρξει πολλαπλοί και ποικίλοι ενδοιασμοί, ενώ από νομικής πλευράς η συμμετοχή σε μια κατοχική κυβέρνηση δεν ήταν εκ προοιμίου πράξη αντεθνική ή αντικοινωνική, ούτε καν παράνομη τότε. Ως γνωστόν με αναδρομική ισχύ νομοθετήθηκε το αδίκημα, βάσει του οποίου καταδικάσθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων.

Πάντως η αποκατάστασή του οριοθετείται από την ομόφωνη απόφαση των συναδέλφων του να επανέλθει στην καθηγετική έδρα του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά και αργότερα, από την τιμητική εκλογή του ως τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, μια ύψιστη διάκριση για τα ελληνικά δεδομένα.
Δημοσθένης Κούκουνας







Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΒΑΡΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΛΟΥΒΑΡΙ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

1941 - 44


ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ HISTORIA




Τα απομνημονεύματα του καθηγητή Νικολάου Λούβαρι είναι μια μοναδική αυθεντική πηγή, που κανείς ιστορικός μελετητής της κατοχικής περιόδου δεν θα μπορούσε να την παραβλέψει. Ένας πνευματικός άνθρωπος με εξαιρετικό επίπεδο και διεθνή αναγνώριση βίωσε εκ των έσω τα απίστευτα εκείνα χρόνια, έλαβε μέρος σε κάποιες πτυχές της εποχής, γνώρισε κάποιες άλλες και ούτως ή άλλως για τους τελευταίους 18 μήνες της Κατοχής ήταν ο αρμόδιος υπουργός για τα θέματα παιδείας και πολιτισμού, εκκλησίας και πρόνοιας.









Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ ΕΠΙ ΚΑΤΟΧΗΣ

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ 1941-44

Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (Εκδόσεις Ερωδιός)


Α
πό την έναρξη της Κατοχής οι Γερμανοί κινήθηκαν αποφασιστικά για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα μέσα ενημέρωσης, ώστε να κατευθύνουν την προπαγάνδα τους. Αρχικά επεδίωξαν να μην ανατρέψουν το καθεστώς που ίσχυε στον χώρο του Τύπου και οι παρεμβάσεις τους ήταν διακριτικές, ενώ προσπάθησαν μάλιστα να δώσουν την εικόνα ότι δεν τους ενδιαφέρει η άσκηση προληπτικής λογοκρισίας, όπως συνέβαινε μέχρι τότε με τις ελληνικές υπηρεσίες λογοκρισίας. Τελικά κατέληξαν στη διευθέτηση να αναθέσουν τον τομέα αυτόν στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης Τσολάκογλου, η οποία χωρίς δυσκολία συνέχισε τις δομές που είχε κληρονομήσει από την κυβέρνηση Κοριζή. Έτσι οι ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες συνέχισαν κανονικά την έκδοσή τους, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι εκδότες πιέστηκαν να συνεχίσουν την έκδοσή τους.
Η μόνη εφημερίδα που πραγματικά παύθηκε με άνωθεν γερμανική εντολή ήταν ο «Ασύρματος». Η απόφαση ανήκε στον στρατάρχη Βίλελμ Λιστ, ανώτατο διοικητή της περιοχής Βαλκανίων και μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί το ακριβές αιτιολογικό που τον ώθησε να λάβει αυτή την απόφαση. Ίσως κάποια προσωπική αναφορά για τον ίδιο, που την εξέλαβε ως αιχμή, να τον ώθησε σ’ αυτό. Το εντελώς παράδοξο είναι ότι ο ιδιοκτήτης αυτής της εφημερίδας, ο Γεώργιος Τζιρακόπουλος, ήταν σύγγαμβρος του στρατηγού Τσολάκογλου, ο οποίος μερικούς μήνες αργότερα θα τον τοποθετήσει, πλην άλλων διορισμών σε διάφορα διοικητικά συμβούλια, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης στη θέση του κυβερνητικού επιτρόπου της Αγροτικής Τράπεζας.
Επίσης με την έναρξη της Κατοχής διέκοψε την έκδοσή της η εφημερίδα «Έθνος», όχι όμως για πολιτικούς λόγους, αλλά μάλλον για πρακτικούς. Οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις της, από τις πιο σύγχρονες τότε, δεσμεύθηκαν για να φιλοξενήσουν τις δύο νέες εφημερίδες των κατακτητών που χρειάζονταν για εσωτερική τους χρήση: την ιταλόγλωσση «Giornale dItalia» και τη γερμανόγλωσση «Deutsche Nachrichten für Griechenland».
Ταυτόχρονα οι Γερμανοί δεν αδιαφόρησαν, πέραν του πολιτικού, και για τον οικονομικό έλεγχο των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων. Ο σχεδιασμός έγινε από το Βερολίνο, απ’ όπου στάλθηκαν στην Αθήνα ειδικοί εκπρόσωποι της ειδικής ημικρατικής εταιρίας «Mundus», που είχαν από νωρίτερα συστήσει τα γερμανικά υπουργεία Εξωτερικών και Προπαγάνδας, με συμμετοχή 50% το καθένα τους. Η εταιρία αυτή, που είχε ως στόχο ακριβώς τη διάδοση της γερμανικής προπαγάνδας στις κατεχόμενες χώρες, είχε εμφανιστεί στο Παρίσι, μόλις ολοκληρώθηκε η κατάληψή του, και μεταξύ άλλων εξαγόρασε μερίδια γαλλικών εταιριών που εξέδιδαν εφημερίδες και περιοδικά[1].
Οι εκπρόσωποι αυτής της εταιρίας εμφανίστηκαν και στην Αθήνα τον Μάιο του 1941 και μελέτησαν πώς θα κινηθούν για να αποκτήσουν αποφασιστικού μεγέθους θεσμική συμμετοχή στην παραγωγή και τη διακίνηση του ελληνικού και ξένου Τύπου. Πραγματοποίησαν πολλές επαφές πριν καταλήξουν σε οριστικές αποφάσεις, ενώ έλαβαν υπόψη τους τις αναφορές και την εμπειρία των αρμοδίων της γερμανικής πρεσβείας, κυρίως του γραφείου Τύπου και του συμβούλου μορφωτικών υποθέσεων. Το κύριο βάρος των διαπραγματεύσεων είχε ο Maurach, που έφερε τον βαθμό του Rittmeister και χρησιμοποιούσε για έδρα του ένα γραφείο στον τρίτο όροφο της γερμανικής πρεσβείας, είχε όμως στη διάθεσή του πλούσιο υλικό για την αξιοπιστία όσων θα μπορούσαν να «τιμηθούν» με την εμπιστοσύνη του Ράιχ κατά την Κατοχή.
Ιδρύθηκαν έτσι τρεις βασικές εταιρίες για τον κάθετο έλεγχο του ελληνικού Τύπου, στις οποίες περισσότερο με προθυμία παρά υπό καθεστώς βίας έλαβαν μέρος οι Έλληνες επιχειρηματίες που δέχθηκαν να συνυπογράψουν τα ιδρυτικά καταστατικά με τους απεσταλμένους του Γκαίμπελς και του Ρίμπεντροπ, στους οποίους (ως επικεφαλής των δύο γερμανικών υπουργείων Προπαγάνδας και Εξωτερικών) ανήκε η εταιρία «Mundus». Το θλιβερό γεγονός της εκούσιας αυτής συμμετοχής καταδικάστηκε μετά την Απελευθέρωση από το επίσημο κράτος με τον βαρύτατο χαρακτηρισμό των εν λόγω εταιριών ως εχθρικών περιουσιών και τέθηκαν υπό μεσεγγύηση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος δεν αντιμετώπισαν ποινικές κυρώσεις, απλώς μόνον ηθικές.
Ωστόσο οι εφημερίδες, που μέχρι την Απελευθέρωση ανήκαν στο ελληνογερμανικό αυτό συγκρότημα δεν μπόρεσαν να επανεκδοθούν ποτέ, οπότε ο ευφυής Δ. Λαμπράκης άλλαξε τους τίτλους (από «Αθηναϊκά Νέα» σε «Νέα» και από «Ελεύθερον Βήμα» σε «Βήμα»), ο επανελθών στον κομμουνισμό Γιάννης Πετσόπουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει πολλά περιουσιακά στοιχεία για να παραμείνει με άλλες πηγές εισαγωγής χαρτιού στην αγορά, όσο δε για την πρακτόρευση εφημερίδων ο Όθων Πικραμένος αναγκάστηκε πρόσκαιρα να αποσυρθεί και να αρκεστεί στη διαχείριση του εργοστασίου γραφικών τεχνών «Πυρσός», ενός από τα μεγαλύτερα στην Αθήνα, που είχε βρεθεί στα χέρια του[2]. Θα ήταν ειρωνικό να συνεχίζει να διακινεί τις εφημερίδες και τα περιοδικά όταν η χώρα απελευθερώθηκε, αφού μέχρι τότε διακινούσε τις νομότυπα εκδιδόμενες υπό γερμανικό έλεγχο εφημερίδες και τις  λοιπές προπαγανδιστικές εκδόσεις, ελληνόγλωσσες και γερμανόγλωσσες.
Οι εταιρίες που ίδρυσαν οι Γερμανοί εκπρόσωποι του Γκαίμπελς και του Ρίμπεντροπ μόλις κατέλαβαν την Αθήνα:
Α.Ε. «Βίβλος». Όπως αναγραφόταν στο καταστατικό της, είχε τους εξής σκοπούς: εισαγωγή ξένων βιβλίων, μουσικών έργων (νότες), έργων εικαστικής τέχνης, εποπτικών μέσων διδασκαλίας, ως και η διεξαγωγή πασών των εργασιών ομοίας ή συγγενούς φύσεως και σχετικών επιχειρήσεων[3]. Στην εταιρία αυτή έλαβαν μέρος ως μέτοχοι, καταβάλλοντας και το αντίστοιχο κεφάλαιο, δύο από τους μεγαλύτερους Αθηναίους βιβλιοπώλες της εποχής εκείνης. Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχαν οι: Έριχ Μπέρινγκερ[4], Κωνστ. Γ. Ελευθερουδάκης, Χέρμαν Θ. Κάουφμαν, Νικ. Λούβαρις, Βάλτερ Βρέντε, Σάββας Κέντρος, Σίγκφριντ Φατ. Ο πρώτος, πολύ γνωστή προσωπικότητα στους κύκλους των διανοουμένων, ήταν πρόεδρος της εταιρίας και παράλληλα μορφωτικός σύμβουλος της γερμανικής πρεσβείας, θέση που κατείχε από προπολεμικά. Ο Κώστας Ελευθερουδάκης ήταν ο γνωστός ιδρυτής του ομώνυμου βιβλιοπωλείου και ο Κάουφμαν επίσης, ο οποίος σημειωτέον ήταν Ρώσος πρόσφυγας γερμανικής καταγωγής και όχι Εβραίος όπως νομιζόταν μέχρι τότε στην Αθήνα, πρόσφυγας από το 1917 εγκαταστημένος στην Ελλάδα[5]. Ο Νικόλαος Λούβαρις ήταν ο γνωστός γερμανόφιλος καθηγητής φιλοσοφίας, άλλοτε διακεκριμένο μέλος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου, όπως και ο τότε μεγαλοδικηγόρος Σάββας Κέντρος. Ως προς δε τον Βάλτερ Βρέντε[6], διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν από τα προπολεμικά χρόνια ο επίσημος τοπάρχης του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος για τη γερμανική παροικία της Αθήνας.
«Ένωσις Ελληνικού και Ξένου Τύπου» Α.Ε. Η εταιρία αυτή προέκυψε προκειμένου να επιτύχουν οι Γερμανοί τον απόλυτο έλεγχο κάθε διακινούμενου εντύπου και αποτελούσε μια κοινοπραξία των μέχρι τότε ελληνικών πρακτορείων μαζί με την περίφημη εταιρία «Μούντους». Σύμφωνα με το καταστατικό της σκοπός ήταν: η κυκλοφορία και η διά του οργανισμού της εταιρίας διάθεσις είτε εν τω εξωτερικώ, είτε εν τω εσωτερικώ των εκδιδομένων ενταύθα ή αλλαχού εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων ημεδαπής και αλλοδαπής, ημεροδεικτών και παντός εν γένει προϊόντος διανοίας ή τέχνης. Είχε κατά την ίδρυσή της κεφάλαιο 5.000.000 δρχ. διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές[7]. Μέτοχοι: Εταιρία «Mundus» 2550 μετοχές, Εταιρία Ελληνικού Τύπου «Τ. Α. Πικραμένος» 850, Κεντρικόν Πρακτορείον Εφημερίδων Σπύρος Τσαγγάρης, Αναγνωστοπούλου και Σία[8] 1050, Ελισάβετ Τσιβόγλου 550. Στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου έλαβαν μέρος οι Herbert Schwoerbel[9], πρόεδρος, επικεφαλής του γραφείου Τύπου της γερμανικής πρεσβείας (οιονεί εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Προπαγάνδας), Ferdinand Vorauer, στέλεχος επίσης της γερμανικής πρεσβείας (οιονεί εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών), Όθων Π. Πικραμένος (εκπρόσωπος του ομώνυμου πρακτορείου εφημερίδων και γενικός διευθυντής της νέας εταιρίας που συστάθηκε)[10], Κωνσταντίνος Ν. Νικολετόπουλος (δικηγόρος), Ιωάννης Χ. Αναγνωστόπουλος (μέλος της οικογένειας Τσαγγάρη, ο οποίος αργότερα διαρκούσης της Κατοχής θα αναλάβει την προεδρία του Δ.Σ.). Η μέτοχος Ελισάβετ Τσιβόγλου[11], ιδιοκτήτρια του ομώνυμου μικρού πρακτορείου ξένων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και διακίνησης τουριστικών εντύπων (καρτ-ποστάλ και πολύγλωσσων οδηγών), που λειτουργούσε από ετών και είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της έπειτα από τον θάνατο του συζύγου της ήδη πριν από τον πόλεμο, δεν συμμετείχε αυτοπροσώπως στο συμβούλιο, αφού άλλωστε ως από ετών συνεργάτης του Ο. Πικραμένου την εκπροσωπούσε ο τελευταίος.
«Ελεύθερον Βήμα – Εταιρία Δημοσιογραφικών Εκδόσεων» Α.Ε. Η εταιρία αυτή υποκατέστησε το δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη με τη συμμετοχή της γερμανικής «Μούντους», η οποία κατείχε το 51% των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο 49% των μετοχών ανήκε στους δημοσιογράφους Γεώργιο Συριώτη και Αλκ. Ζαφειρόπουλο, παλαιά στελέχη του συγκροτήματος Λαμπράκη, καθώς και στον διαχειριστή του, πριν και μετά την Κατοχή, Ιορδάνη Τσαρτίλη. Οι Γερμανοί κατέβαλαν μετρητά για την απόκτηση του ποσοστού αυτού[12], ώστε μεταπολεμικά η εταιρία θεωρήθηκε ως εχθρική περιουσία και τέθηκε υπό μεσεγγύηση ως ανήκουσα στο γερμανικό δημόσιο. Η εταιρία κατείχε εις χείρας της όχι μόνο τους τίτλους του συγκροτήματος («Ελεύθερον Βήμα», «Αθηναϊκά Νέα» και «Οικονομικός Ταχυδρόμος»), αλλά και τις τυπογραφικές εγκαταστάσεις του, καθώς βεβαίως και την εν γένει δημοσιογραφική επιχείρηση. Σύμφωνα με το καταστατικό, σκοπός της ήταν η έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και παντός ετέρου εντύπου, καθώς και κάθε συναφής εργασία. Τα τυπογραφεία του συγκροτήματος χρησιμοποιήθηκαν τόσο για ελληνόγλωσσες εκδόσεις, όσο και ξενόγλωσσες, ακόμη και αραβόγλωσσες προπαγανδιστικές εκδόσεις που αποστέλλονταν στις στρατιές του Ρόμελ ή προς χρήση των μελών της αραβικής παροικίας που είχε δημιουργηθεί εκτάκτως στο Λαύριο[13]. Στο διοικητικό συμβούλιο πρόεδρος ήταν ο Νικόλαος Λούβαρις[14], ο οποίος σημειωτέον δεν είχε γίνει ακόμη υπουργός, και αντιπρόεδρος ο ιατρός Γεώργιος Βλαβιανός, ο ιδρυτής της γνωστής και τόσο κακοφημισμένης οργάνωσης ΕΣΠΟ, που έδρασε επί Κατοχής. Συμμετείχαν επίσης τα στελέχη της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα Φερδινάνδος Φοράουερ και Ερβέρτος Σβαίρμπελ, οι εκπρόσωποι του συγκροτήματος Γεώργ. Α. Συριώτης, Αλκ. Π. Ζαφειρόπουλος και Ιορδάνης Ε. Τσαρτίλης, καθώς και ο μεγαλοδικηγόρος Σάββας Χ. Κέντρος[15].
Εκτός από τις προαναφερθείσες τρεις εταιρίες, που ιδρύθηκαν με τη συμμετοχή και τον απόλυτο έλεγχο της γερμανικής προπαγανδιστικής εταιρίας «Μούντους», στην πορεία προέκυψε ζήτημα με τις εισαγωγές χάρτου. Όσο και αν φανεί περίεργο, το χαρτί και κυρίως το δημοσιογραφικό, που δεν παραγόταν στην Ελλάδα, ήταν χαρακτηρισμένο ως είδος πρώτης ανάγκης και υπό την έννοια αυτή η Γερμανία ως κατέχουσα δύναμη όφειλε να μεριμνά για την επαρκή κάλυψη της χώρας. Επί Κατοχής εισαγόταν δημοσιογραφικό και κοινό χαρτί, καθώς και χαρτί για την εκτύπωση χαρτονομισμάτων από τη Γερμανία, κυρίως φινλανδικής και ελάχιστα γερμανικής προέλευσης. Μέχρι ενός χρονικού σημείου, οι Γερμανοί αδιαφορούσαν για την επακριβή διοχέτευση του εισαγόμενου χαρτιού, αφού καλύπτονταν οι βασικές ανάγκες των εφημερίδων, η δε διαχείριση του χαρτιού γινόταν μέσω της Α.Ε. «Τύπος», η οποία ανήκε στον Γιάννη Πετσόπουλο και την οικογένειά του. Η εν λόγω εταιρία ήταν ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού στην Ελλάδα από την προπολεμική περίοδο, αλλά όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί στη χώρα ανέθεσαν στην εταιρία του, προφανώς από λόγους εμπιστοσύνης, τη διαχείριση όχι μόνο των δικών τους χαρτιών, αλλά και των ποσοτήτων που βρήκαν και που είχαν κατασχεθεί κατά την έναρξη της Κατοχής.
Στη συνέχεια όμως έκαναν μια άλλη διαπίστωση που τους ανησύχησε. Ένα μέρος από τις εισαγόμενες ποσότητες περνούσε στη μαύρη αγορά και κάποιοι κερδοσκοπούσαν υπερβολικά. Έτσι πήραν την απόφαση να θέσουν υπό αυστηρότερο έλεγχο τη διανομή του χαρτιού, κλείνοντας τις στρόφιγγες προς την ελεύθερη αγορά. Τους ενδιέφερε πρωταρχικά η χρήση του για την προπαγάνδα και δεν ήθελαν το χαρτί που εισήγαγαν να καταλήγει σε τρίτους, όπως για παράδειγμα στο εμπόριο για συσκευασία ή σε εκδότες για να εκδίδονται ποιητικές συλλογές. Η διαρροή ποσοτήτων χαρτιού γινόταν κυρίως με πρόσχημα τη φύρα και την υγρασία, ενώ οι επιτήδειοι προωθούσαν κρυφά τις ποσότητες που εξοικονομούσαν στη μαύρη αγορά. Αίφνης όμως οι Γερμανοί έκαναν και μια δεύτερη διαπίστωση: Ένα μέρος αυτού του χαρτιού έφτανε στα χέρια των αντιστασιακών οργανώσεων για την εκτύπωση παράνομων εφημερίδων.
Για κάποιους βασικά ανεξήγητους και απροσδιόριστους λόγους, τον Πετσόπουλο τον είχαν σε εκτίμηση οι χιτλερικοί συνδικαλιστές. Ακόμα πιο μυστηριώδης ήταν η στάση του στις παραμονές του πολέμου, όταν για μεγάλο διάστημα παρέμεινε στη Γερμανία. Η αλήθεια όμως είναι ότι ξαφνικά απέκτησε έναν απροσδόκητο ανταγωνιστή στις προτιμήσεις των Γερμανών ως προς τους εισαγωγείς χαρτιού στην κατεχόμενη Ελλάδα: Επρόκειτο για τον δικηγόρο και άλλοτε φανατικό βενιζελικό πολιτικό Ευστράτιο Κουλουμβάκη, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής μιας άλλης «προνομιακής» χαρτεμπορικής εταιρίας.
Επρόκειτο για την Α.Ε.Ε. «Εμπορίου και Βιομηχανίας Χάρτου» (Χαρτέξ)[16], που ιδρύθηκε στα τέλη του 1941 με αντικείμενο: Εμπόριο και βιομηχανία χάρτου, αντιπροσωπείες οίκων εξωτερικού και εσωτερικού. Οι τέσσερις συνιδρυτές της εταιρίας, οι Ευστράτιος Γ. Κουλουμβάκης, Νικόλαος Σ. Καστρινός, Γαβριήλ Παρουσιάδης και Ιωάννης Κ. Βελλίδης) αποτέλεσαν το πρώτο διοικητικό της συμβούλιο.
Οι δύο προνομιούχες χαρτεμπορικές εταιρίες βρέθηκαν σε μεγάλη διάσταση μεταξύ τους, καθώς – πέραν του οικονομικού αντικειμένου – υπήρχε προϊστορία για τις προσωπικές σχέσεις Κουλουμβάκη-Πετσόπουλου από 25ετίας. Ο ανταγωνισμός αυτός είχε απήχηση και στη μαύρη αγορά του χαρτιού, όχι μόνο του δημοσιογραφικού, αλλά και του εμπορικού. Ήδη από γερμανικής πλευράς είχε πραγματοποιηθεί μια παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά με την ίδρυση μιας εταιρίας για παραγωγή χαρτιών συσκευασίας. Συγκεκριμένα είχε ιδρυθεί στην Αθήνα η Ελληνική Βιομηχανία Χαρτοσάκκων «Ασπίς» από τους Βάλτερ Ντίρμπεκ και Νικόλαο Νικολόπουλο[17].
Με αφορμή τον ανταγωνισμό των δύο βασικών εισαγωγέων χαρτιού, του Πετσόπουλου και των Κουλουμβάκη και λοιπών Βορειοελλαδιτών πρώην εκδοτών, οι αρμόδιοι Γερμανοί της πρεσβείας πληροφορήθηκαν ότι και από τις δύο εταιρίες διέρρεε το χαρτί που κατέληγε στα τυπογραφεία των παράνομων αντιστασιακών εφημερίδων.
Τότε αποφασίστηκε να λάβουν αυστηρά μέτρα για να εμποδίσουν αυτή τη διαρροή του χαρτιού. Τον Δεκέμβριο του 1942 ιδρύθηκε μια νέα εταιρία, στην οποία περιερχόταν ο έλεγχος των εισαγωγών χαρτιού. Επρόκειτο για την Α.Ε. «Ανώνυμος Ελληνική Εμπορική Εταιρία»[18]. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ο πρώην κομμουνιστής και άλλοτε εκδότης του «Ριζοσπάστη» Γιάννης Πετσόπουλος, ο οποίος είχε από παλαιά περίεργες προνομιακές σχέσεις με τα συνδικάτα των εργαζομένων στις γερμανικές χαρτοβιομηχανίες, τα οποία σημειωτέον ανήκαν με φανατισμό στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Ο Πετσόπουλος[19] στα προπολεμικά χρόνια είχε αποκτήσει τεράστια περιουσία ως χαρτέμπορος και αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού με την Α.Ε. «Τύπος», ενώ γύρω στα χρόνια της Κατοχής καθετοποίησε τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους πελάτες του, οργανώνοντας στην οδό Αναξαγόρα[20] ένα μεγάλο τυπογραφικό συγκρότημα για εκτύπωση εφημερίδων και περιοδικών για λογαριασμό των πελατών του. Στη νέα εταιρία, που λειτούργησε παράλληλα με την εταιρία «Τύπος», συμμετείχε και η περιώνυμη γερμανική εταιρία «Μούντους» του Γκαίμπελς[21].


[1]. Η εταιρία «Μούντους» αποτέλεσε μεταπολεμικά αντικείμενο στις μεγάλες δίκες της Νυρεμβέργης, αλλά ελάχιστες αναφορές έγιναν για τη δράση της στην Ελλάδα. Για τη δράση της στη Γαλλία, βλ. την κατάθεση του Γάλλου πολιτικού Εντγκάρ Φωρ στη Δίκη της Νυρεμβέργης στις 5 Φεβρουαρίου 1946.
[2]. Τη θέση του γενικού διευθυντή (είχε κάνει ειδικές σπουδές στη Γερμανία) είχε και για ένα μικρό διάστημα μέχρι το 1928. Η εταιρία «Πυρσός», που στο παρελθόν είχε εκδώσει τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεία, όπως και η κατασκευαστική εταιρία «Προμηθεύς», ανήκαν βασικά στον Παυσανία Μακρή (κεντρικό πρόσωπο στα σκάνδαλα της οδοποιίας στα χρόνια του μεσοπολέμου, με χρηματοδότες τους Άγγλους τραπεζίτες Χάμπρο και Σάμιουελ), στενό συγγενή της οικογένειας Πικραμένου. Και οι δύο αυτές εταιρίες συνεργάστηκαν οικονομικά με τους Γερμανούς κατά την Κατοχή, η μεν μία σε εκτυπωτικές εργασίες η δε άλλη σε κατασκευαστικές. Τελικά ο Όθων Πικραμένος θα επανέλθει αργότερα, αφού θα αποφύγει τη δίωξη για δοσιλογισμό, όπως και όλοι όσοι συνεταιρίστηκαν με τους εκπροσώπους της εταιρίας «Μούντους», στην πρακτόρευση εφημερίδων και περιοδικών, δημιουργώντας το λεγόμενο «Νέο Πρακτορείο», συνέχεια του οποίου – ύστερα από διάφορες μεταβιβάσεις μετά τον θάνατό του στα χρόνια της δικτατορίας και αφού ο μεγαλύτερος υιός του, αν και για ένα διάστημα το διαχειρίστηκε, αποφάσισε να το εγκαταλείψει για να σταδιοδρομήσει στο δικαστικό σώμα – είναι σήμερα το πρακτορείο εφημερίδων «Ευρώπη». Από τα τέλη του 1944 (τυπικά τον Ιανουάριο 1945) όμως είχε συγκροτηθεί το «Πρακτορείο Αθηναϊκού Τύπου», που αμέσως πήρε το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς και διάδοχος του οποίου – ύστερα από την εξαγορά του από το συγκρότημα Λαμπράκη μετά τον θάνατο του Παρασκευά Χριστοδουλόπουλου – είναι σήμερα το πρακτορείο «Άργος». Τον Μάιο 2012 ο υιός του Όθωνος Παναγιώτης Πικραμένος ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός.
[3]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 26.7.1941.
[4]. Ο καθηγητής Erich Boehringer (1897-1971) υπήρξε αρχαιολόγος και νομισματολόγος. Το 1937 έγινε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και τον Μάρτιο 1940 έφτασε στην Αθήνα ως μορφωτικός ακόλουθος, θέση που διατήρησε μέχρι τον Απρίλιο 1943. Μεταπολεμικά έγινε πρόεδρος του κεντρικού Γερμανικού Αρχαολογικού Ινστιτούτου.
[5]. Περί των κινήσεων του Χέρμαν Κάουφμαν (1897-1965) όταν του προτάθηκε η συνεργασία με τους Γερμανούς, έχουμε πληροφορίες από τον τότε δικηγόρο του που χειριζόταν τις υποθέσεις του (Χρ. Χρηστίδη, Χρόνια Κατοχής 1941-1944, Μαρτυρίες Ημερολογίου, Αθήνα 1971, σελ. 28, 46 κ.α.). Από τις εγγραφές προκύπτει ότι όχι μόνον ενδιαφερόταν να συμμετάσχει ο Κάουφμαν, αλλά έτρεφε και ανησυχίες μήπως αποκλειστεί από τη συμφωνία με τη «Μούντους».
[6]. Καθοριστικής σημασίας ήταν στην Ελλάδα η παρουσία του Walther Wrede (1893-1990) ως διευθυντή της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα (1937-43), ενώ στη χώρα μας έζησε πολλά χρόνια από το 1921. Φανατικός εθνικοσοσιαλιστής, το 1935 τοποθετήθηκε ως επικεφαλής του κόμματος για τη σχετικά πολυάριθμη γερμανική παροικία στην Αθήνα. Εγκατέλειψε την Αθήνα μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα που αποχωρούσαν τον Οκτώβριο 1944. Η έντονη κομματική δραστηριότητά του τον εμπόδισε μεταπολεμικά να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του, ούτως ή άλλως αμαυρωμένη από καταγγελίες για παράνομες ανασκαφές, και έστρεψε το ενδιαφέρον του στη βοτανική.
[7]. Εφημερίδες Οικονομικός Ταχυδρόμος 2.6.1941, Οικονομολόγος 26.7.1941.
[8]. Το Κεντρικό Πρακτορείο Εφημερίδων είχε ιδρυθεί από τον δραστήριο Σπύρο Τσαγγάρη (1852-1931), που θεωρείται ως ένας από τους πρώτους στυλοβάτες του ελληνικού Τύπου. Οι διάδοχοι του Τσαγγάρη συνέχισαν την επιχείρηση και στην Κατοχή συνεταιρίστηκαν με τους Γερμανούς.
[9]. Ο Ερβέρτος Σβαίρμπελ (1881-1969) μετά τις πανεπιστημιακές σπουδές του εισήλθε στη γερμανική διπλωματική υπηρεσία και κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων υπηρετούσε στο προξενείο Θεσσαλονίκης, ενώ ένα κείμενό του το 1916 αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους. Αργότερα υπηρέτησε σε προξενικές θέσεις στη Βυρητό και την Καμπούλ. Κατά τη διάρκεια του χιτλερικού καθεστώτος χρησιμοποιήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών σε θέματα προπαγάνδας και μεταξύ άλλων υπήρξε συντάκτης λευκών βίβλων και εκδότης της προπαγανδιστικής αξονικής επιθεώρησης Illustrierten Berlin Rom Tokio. Το 1940 επιλέχθηκε ως ελληνομαθής να αναλάβει διευθυντής του γραφείου Τύπου στη γερμανική πρεσβεία Αθηνών, αλλά σύντομα ανέλαβε ευρύτερες αρμοδιότητες στην έδρα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με αντικείμενο ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων. Μεταπολεμικά δεν μπόρεσε να επανέλθει στη διπλωματία και έγινε δημοσιογράφος στο Πασάου. Στην Ελλάδα, λόγω και της παλαιάς θητείας του, είχε εκτεταμένες επαφές με Έλληνες δημοσιογράφους και πολιτικούς και μετά τη γερμανική εισβολή επανήλθε για μικρό διάστημα και ασχολήθηκε με τη δημιουργία των μικτών ελληνικών επιχειρήσεων στον χώρο της προπαγάνδας με τη συμμετοχή της «Μούντους». Το 1942 τοποθετήθηκε ως ακόλουθος Τύπου στην πρεσβεία Αθηνών ο συνονόματος υιός του, ο οποίος επανειλημμένα δημοσίευσε άρθρα στον κατοχικό Τύπο. Συχνά γίνεται σύγχυση ανάμεσα στον πατέρα (1881-1969) και στον υιό (1911-), ενώ ο δεύτερος υιός Edgar (1918-) υπηρέτησε μεταπολεμικά και αυτός στη γερμανική διπλωματία και μεταξύ άλλων στην κεντρική υπηρεσία της Βόννης ως υπεύθυνος για την Ελλάδα και την Κύπρο.
[10]. Το ωραίο τετραόροφο ακίνητο της οδού Σωκράτους 43, σήμερα διατηρητέο κτίριο, που ανήκε στον Όθωνα Πικραμένο και σ’ ένα τμήμα του οποίου μέχρι τότε κατοικούσε, πωλήθηκε – ως απόρροια της συμφωνίας με τη γερμανική «Μούντους»  – στην ελεγχόμενη και εξαγορασμένη πλέον από τους Γερμανούς Εταιρία Βωξιτών Παρνασσού με ονομαστική τιμή 22 εκατ. δρχ. Με τα χρήματα αυτά αγοράστηκε από την οικογένεια Πικραμένου αυθημερόν ένας όροφος 18 δωματίων στην εντυπωσιακή πολυκατοικία της οδού Ακαδημίας 52, όπου μετεγκαταστάθηκε και όπου έζησε όλες τις επόμενες δεκαετίες, ενώ δύο ακόμη όροφοι από την οικογένεια Πιζάνη. Το κτίριο της οδού Σωκράτους 43 μεταπολεμικά περιήλθε στην ιδιοκτησία του ανταγωνιστικού Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου. Ο αρχικός ιδρυτής το 1917 της Εταιρείας Ελληνικού Τύπου Τάκης Πικραμένος (1876-1935) ήταν δικηγόρος και σταφιδέμπορος από την Πάτρα.
[11]. Η οικογένεια Τσιβόγλου προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη και κατά τη διάρκεια της Κατοχής μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων κατείχε το ακίνητο, στο οποίο διαδραματίστηκε το 1944 το «μπλόκο της Κοκκινιάς» και που ο χώρος αυτός απαλλοτριώθηκε το 1982 για να γίνει εκεί το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης (βλ. εφημερίδα Ριζοσπάστης 5.3.2005). Η αναφερόμενη Ελισάβετ Τσιβόγλου, που πέθανε στις αρχές του 1945, ήταν από τον πρώτο γάμο της με τον θεατρικό συγγραφέα Μιλτιάδη Ιωσήφ μητέρα του δημοσιογράφου και πολιτικού Ανδρέα Ιωσήφ, του οποίου η εβραϊκής καταγωγής σύζυγος Μαρία Ρεζάν την διαδέχθηκε μεταπολεμικά στο πρακτορείο ξένου Τύπου, που το μετέφερε στην οδό Αμερικής, εμπλουτίζοντάς το με γαλλικά, αγγλικά και αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες – αφού φυσικά πλέον δεν υπήρχαν γερμανικά και ιταλικά προπαγανδιστικά έντυπα προς διανομή. Βλ. Μαρίας Ρεζάν, Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000, σελ. 84 κ.α. Μέχρι την Κατοχή το πρακτορείο Τσιβόγλου διατηρούσε τη στενότατη συνεργασία του με το πρακτορείο Πικραμένου, στο κτίριο του οποίου από πολλών ετών στεγαζόταν.
[12]. Αξιοσημείωτο είναι ότι αμέσως μετά την εξαγορά του 51% του ομώνυμου συγκροτήματος από τους Γερμανούς τον Σεπτέμβριο 1941, η σύζυγος του αρχικού ιδιοκτήτη Έλζα Λαμπράκη (απεβίωσε τον Απρίλιο 2012 σε ηλικία 104 ετών) αγόρασε στις 27 Οκτωβρίου 1941 μια μονοκατοικία στο Κολωνάκι, στην οδό Αναγνωστοπούλου 5, στο οικόπεδο της οποίας αργότερα η οικογένεια ανήγειρε πολυκατοικία. Η τιμή που αναφερόταν στο συμβόλαιο ήταν 4 εκ. δρχ., ποσόν που αντιστοιχούσε σε 220 χρυσές λίρες (Βλ. εφημερίδα Οικονομολόγος 8.11.1941). Η Έλζα Λαμπράκη, όπως και ο δεκάχρονος τότε γιος του ζεύγους Χρήστος, αργότερα διέφυγε στη Μέση Ανατολή, αφού είχε προηγηθεί ο σύζυγός της, ο οποίος μάλιστα αντιμετώπισε την αντίδραση των αγγλικών αρχών και – παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Ε. Τσουδερού και του Β. Καραπαναγιώτη – παρέμεινε φυλακισμένος από τους Άγγλους ως ύποπτος για γερμανοφιλία, ακριβώς λόγω της μεταβίβασης του συγκροτήματος.
[13]. Ο συγγραφέας του παρόντος έχει ασχοληθεί και σε άλλα δημοσιεύματά του με την περίπτωση Λαμπράκη κατά την Κατοχή. Μεταξύ άλλων βλ. Δ. Κούκουνα, Η γερμανική και η ιταλική προπαγάνδα πριν και κατά την Κατοχή 1941-1944, Πάτρα 1981, ιστορική επιθεώρηση Τότε, αριθ. 51-53, Σεπ.-Νοέμ. 2008, περιοδικό Λαβύρινθος, αριθ. 2, Αύγ. 2003, σελ. 40-46 κ.ά.
[14]. Ο καθηγητής Νικόλαος Λούβαρις ανέλαβε, όπως είπε κατά τη δίκη του τον Μάιο του 1945, τη θέση αυτή ύστερα από έντονες πιέσεις του Δ. Λαμπράκη, με τον οποίο σημειωτέον συνδεόταν με προσωπική φιλία, και των δημοσιογραφικών στελεχών του συγκροτήματος. Επί λέξει είπε ότι ανέλαβε την προεδρία «κατά συμφωνίαν του κ. Λαμπράκη και των συντακτών του, οι οποίοι ήλθαν εις εμέ είκοσι και πλέον φοράς και δεν ήθελαν να με αφήσουν…»
[15]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 27.9.1941.
[16]. Εφημερίδες Οικονομολόγος 20.12.1941 και Οικονομικός Ταχυδρόμος 22.12.1941. Πλην του πρώτου, οι άλλοι τρεις προέρχονταν από τον εκδοτικό χώρο της Θεσσαλονίκης, τον οποίο είχαν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν με τη γερμανική κατοχή, διότι οι κατακτητές απαγόρευσαν – σε αντίθεση με ό,τι έγινε στην Αθήνα και άλλες πόλεις – τη συνέχιση της έκδοσής τους. Ορισμένοι από τους πρώην εκδότες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και ασχολήθηκαν με το χαρτεμπόριο, εισάγοντας δημοσιογραφικό χαρτί από τη Γερμανία και τις άλλες χώρες του Άξονα. Ίσως αυτό να αποτελούσε μια αντιπαροχή εν είδει αποζημίωσης για το κλείσιμο των εφημερίδων. Ο Ιωάννης Βελλίδης ήταν ο εκδότης της εφημερίδας Μακεδονία, ενώ ο Νικόλαος Καστρινός είχε γαμπρό τον μυστηριώδη Βασίλειο Λαμψάκη, φανατικό γερμανόφιλο, ο οποίος παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και εξαφανίστηκε λίγο πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί και μεταπολεμικά καταδικάστηκε σε θάνατο ως δοσίλογος. Μοναδική και εξαντλητική κάλυψη των ζητημάτων που σχετίζονται με τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους της Θεσσαλονίκης γίνεται από τον εκλεκτό συγγραφέα Μανώλη Κανδυλάκη στο εμπεριστατωμένο βιβλίο του Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης (δ΄ τόμος, Από τον πόλεμο στη δικτατορία, 1941-1967), Εκδόσεις University Studio Press - Έκφραση, Θεσσαλονίκη 2008.
[17]. Εφημερίδα Οικονομικός Ταχυδρόμος 27.1.1942. Ο Ντίρμπεκ ήταν ένας από τους Γερμανούς «επενδυτές» που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, αναζητώντας ευκαιρίες πλουτισμού. Ο Νικόλαος Νικολόπουλος ήταν αδελφός και συνεταίρος του περίφημου Χρήστου Νικολόπουλου, αντιπροσώπου της «Λουφτχάνσα» στην προπολεμική και κατοχική Ελλάδα, ο οποίος ταυτόχρονα υπήρξε ένας από τους βασικούς πράκτορες της Άμπβερ στην Αθήνα.
[18]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 19.12.1942.
[19]. Ο Γιάννης Πετσόπουλος, παλαίμαχος κομμουνιστής, εμφανίστηκε και στα τέλη της Κατοχής ως δραστήριος αριστερός με παρασκηνιακή δράση, ενώ τον Ιούνιο 1944 έφυγε και αυτός για το βουνό, αλλά μετά την επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη την άνοιξη του 1945 διεγράφη από το Κ.Κ.Ε., εξ ου και τον Ιούνιο 1946 εξέδωσε το βιβλίο Τα πραγματικά αίτια της διαγραφής μου από το ΚΚΕ. Σ’ αυτό επιχειρεί να ανατρέψει τις σε βάρος του κατηγορίες για δοσιλογισμό, που οδήγησαν στη διαγραφή του από το κόμμα.
[20]. Αργότερα οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις περιήλθαν στην ιδιοκτησία του εκδότη του περιοδικού Ρομάντσο Νικ. Θεοφανίδη.
[21]. Στον Γιάννη Πετσόπουλο είχε γίνει πρόταση από τους εκπροσώπους της «Μούντους», που ενέσκηψαν στην Αθήνα τον Μάιο 1941, προκειμένου να οικειοποιηθούν όλο το σύστημα παραγωγής και κυκλοφορίας εντύπων, για να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε. «Τύπος» και να λάβουν την πλειοψηφία. Ο Πετσόπουλος δεν θέλησε να γίνει αυτός ο συνεταιρισμός, ώστε να μην χάσει την αυτοτέλειά του. Και τότε ήλθε σε σύγκρουση με τον Σβαίρμπελ, ο οποίος του το είχε προτείνει, και έσπευσε να χρησιμοποιήσει τις ισχυρές γνωριμίες του στο Βερολίνο (μεταξύ των οποίων και ο Δρ Robert Ley, επικεφαλής του Εργατικού Μετώπου, δηλαδή των εθνικοσοσιαλιστικών συνδικάτων). Η πρόταση ανακλήθηκε, αλλά τον Δεκέμβριο 1942 πήρε τη μορφή της εταιρίας που προαναφέρεται. Στη νέα εταιρία ο Σβαίρμπελ εκπροσώπησε τους Γερμανούς μαζί με τον Φραγκίσκο Έλσνερ, ενώ στο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχε και ο αδελφός του Γεώργιος Πετσόπουλος, καθώς και ο γερμανόφιλος μεγαλοδικηγόρος Σάββας Κέντρος.