Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 


Αχιλλέα Μαμάκη:

Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ




Τήν προέτρεπαν νά φύγη στό Κολωνάκι, ἀλλ’ ἐκείνη ἠρνήθη. – Τό προαίσθημά της τήν ἡμέρα τῆς συλλήψεως. – «Ἕτοιμη για κάθε ἐνδεχόμενον». – Εἰς τήν Πολιτοφυλακήν. – Τήν ἠκολούθησε τό σκυλάκι της. – Ὁ «Μαρά τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως.

 

...Μέσα ἀπό τούς ὁμαδικούς τάφους τῆς Ὤμορφης Ἐκκλησιᾶς προβάλλει τώρα, μεταξύ τῶν 126 πτωμάτων τῶν ἀδικοσκοτωμένων ἀθώων, καί μία μορφή, πού ὁ χαμός της συνεκλόνισε τούς πάντας καί πού ἔκαμε καί αὐτό τό ΚΚΕ ν’ ἀποκηρύξη τούς δολοφόνους της: Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη. Πρέπει λοιπόν σήμερον νά ὁμιλήσωμεν δι’ αὐτήν. Ὁ γράφων – ἐπί τῆ βάσει τῶν πλέον ἐξηκριβωμένων, αὐθεντικῶν καί ἐπισήμων στοιχείων – τήν τραγωδίαν τῆς δεκεμβριανῆς ἀναστατώσεως, ἐπί πέντε ἤδη μῆνας ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νά παρουσιάση τόν ἑαυτόν του καί ν’ ἀναμίξη προσωπικάς κρίσεις καί ἀτομικά συναισθήματα εἰς μίαν ἀντικειμενικήν κατά τό δυνατόν ἀφήγησιν ἱστορικῶν γεγονότων. Σήμερον ὅμως, ὁπότε ἔφθασεν ἡ σειρά ν’ ἀσχοληθῆ διά τήν ἄδικον, ἄνανδρον καί ἀπάνθρωπον δολοφονίαν τῆς πρωταγωνιστρίας τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου τῆς Ἑλλάδος – δεδομένου ὅτι, παραλλήλως μέ τήν δημοσιογραφικήν του ἰδιότητα, εἶναι καί ὁ ἴδιος ἄνθρωπος τοῦ Θεάτρου – ἐλπίζει ὅτι θά τοῦ συγχωρηθῆ νά προσθέση καί τήν προσωπικήν του προσφοράν εἰς τόν στιγματισμόν τοῦ ἀσυλλήπτου δράματος, πού ἀφῆκε καταπλήκτους καί συντετριμμένους ὅλους ὅσους ἐγνώρισαν τήν ἀλησμόνητον ξεχωριστήν καλλιτέχνιδα. Προσφοράν πού θά ἐκδηλωθῆ ἁπλῶς μέ τήν ὑποσημείωσιν τοῦ ὀνόματός του – ὡς εἴδους φόρου βαθείας ἀτομικῆς καλλιτεχνικῆς ἐκτιμήσεως καί ἐκδηλώσεως ἰδιαιτέρου ἀποτροπιασμοῦ διά τό δεινόν πλῆγμα πού κατεφέρθη ἐναντίον τῆς Τέχνης ἀπό τούς αἱμοσταγεῖς δράστας τοῦ στυγεροῦ κακουργήματος. Ὁ σφαγιασμός τῆς Ἑλένης Παπαδάκη ἀποτελεῖ – δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία – τό ἀποκορύφωμα τῆς θηριωδίας τῆς ἐλασιτικῆς ἐγκληματικότητος καί ἡ περίπτωσίς της θά μείνη μοναδική, διά νά χαρακτηρίζη τήν ψυχικήν καί διανοητικήν κατωτερότητα τῶν μυσαρῶν ἀνθρώπων, πού ἐξύφαναν τήν ἀδικαιολόγητον ἐξόντωσίν της, εἴτε ἀπό πολιτικά ἐλατήρια ἐκινήθησαν, εἴτε ὡρμήθησαν ἀπό καλλιτεχνικόν φθόνον καί ἦσαν… συνάδελφοί της – ὅπως ἠθέλησαν νά δικαιολογηθοῦν οἱ ἄνθρωποι τῆς Πολιτοφυλακῆς ὅταν τήν συνέλαβαν…

ΗΡΝΗΘΗ ΝΑ ΜΕΤΑΒΗ ΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ 

Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη συνελήφθη ἀκριβῶς τό ἀπόγευμα τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1944. Ἀπό ἡμέρες ὁ γνωστός δικηγόρος κ. Ν. Θηβαῖος – ὅπως ἀφηγοῦνται οἱ οἰκεῖοι της – τήν προέτρεπε νά ἐγκαταλείψη τό σπίτι της τῆς ὁδοῦ Ἰακωβίδου 28 – στάσις Σωτηριάδου, κοντά εἰς τό τέρμα Πατησίων – καί νά ἐπιχειρήση νά εἰσχωρήση εἰς τήν ἐλευθέραν ζώνην τοῦ Κολωνακίου. Ἡ Παπαδάκη ὅμως ἀπέκρουσε τήν ἰδέαν. Εἰς μάτην ὁ κ. Θηβαῖος τῆς ἀνέπτυσσεν ὅτι εἶχεν ἐξαφανισθῆ ὁ κ. Γ. Στράτος καί ὅτι ἐγίνοντο συλλήψεις ἐγκρίτων καί γνωστῶν ἐθνικιστῶν ἀπό ὅλην τήν γύρω περιοχήν. Ἐκείνη δέν μποροῦσε νά καταλάβη πῶς ἦτο δυνατόν νά διατρέξη κίνδυνον ἀπαγωγῆς καί ἐκτελέσεως. «Τί ἔχω κάνει; ἔλεγε. Ἐπειδή ἔσωσα δεκάδες ἀνθρώπων ἀπό τά χέρια τῶν Γερμανῶν κατά τήν Κατοχήν, εἶναι ποτέ δυνατόν νά ἔχω καί τόν παραμικρότερον ἔστω φόβο;» Ἔτσι ἔμεινε. Τήν μοιραίαν ἐν τούτοις ἐκείνην ἡμέραν ἐξύπνησεν – ὅλα αὐτά τά στοιχεῖα πού παραθέτω τά ὀφείλω εἰς τήν πιστήν καί ἀδελφικήν της φίλην, τήν ἀγαπητήν συνάδελφον δίδα Αἰμιλίαν Καραβία – καί σηκώθηκε μέ κάποιο περίεργο προαίσθημα. Ἀφοῦ, ὅπως κάθε πρωΐ, πῆρε τό μπάνιο της, ἐντύθηκε ὡραιότατα. Φόρεσε καί ἐσωτερικῶς τά καλύτερά της ἐσώρρουχα, ἔβαλε δέ καί ἕνα ὁλοκαίνουργιο ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες, πού τίς ἐφοροῦσε καί ὅταν τήν εὑρῆκαν νεκτή, χωρίς – τι περίεργο… – νά ἔχη φύγει ἀπό αὐτές οὔτε ἕνας ἔστω «πόντος»… Γενικά ἐστολίσθηκε μέ ξεχωριστή ἐπιμέλεια – ὄχι πού δέν τήν συνήθιζε, ἀλλά πού φυσικά εἰδικῶς ἐκεῖνες τίς ταραγμένες ἡμέρες ἦταν μοιραῖο νά θεωρηθῆ ὡς κάποια σχετική ἐκζήτησις. Τό ἐπρόσεξε μάλιστα αὐτό καί ἡ κ. Κοριζῆ – ἡ μετέπειτα καί αὐτή προωθηθεῖσα ὡς ὅμηρος ἕως τήν Ἀράχωβαν – πού ἦταν γειτόνισσά τούς καί ἦλθε ν’ ἀναγγείλη εἰς τήν οἰκογένειαν Παπαδάκη ὅτι ἐπωλοῦσαν εἰς τό τέρμα Πατησίων κουνουπίδι. Τῆς ἔκαμε τόσο ἰδιαίτερη ἐντύπωση, πού τή ρώτησε «γιατί σηκώθηκε νωρίς καί εἶναι καί τόσο ὡραῖα ντυμένη». Ἡ δύσμοιρος καλλιτέχνις, προφανῶς ἐν συνεχεία τοῦ ἐντόνου προαισθήματος ἀπό τό ὁποῖον κατείχετο, ἀπήντησε τότε εἰς τήν κ. Κοριζῆ γαλλικά:

–Εἶμαι ἕτοιμη για κάθε ἐνδεχόμενον…

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΙΚΙΑΝ ΜΥΡΑΤ

Δέν χρειάσθηκε ἄλλωστε νά περιμένη ἐπί πολύ. Στίς 5 τό ἀπόγευμα δύο μέλη τῆς περιφερειακῆς πολιτοφυλακῆς, ὁ φοιτητής τῆς ἰατρικῆς Κώστας Μπιλιράκης – πού τώρα κυκλοφορεῖ ἐλεύθερος, δυνάμει τοῦ νόμου περί ἀποσυμφορήσεως – καί ὁ ἄλλοτε ἀστυνομικός Θεόδωρος Μιχαλακόπουλος, ἐκτύπησαν τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τῆς οἰκογενείας Παπαδάκη. Ἐκείνην τήν στιγμήν εὑρίσκετο σ’ αὐτό μόνον ἡ μητέρα τῆς τραγωδοῦ. Ἡ ἰδία μαζί μέ τήν φίλη της Αἰμιλία Καραβία εἶχε πάει στό σπίτι τοῦ ἠθοποιοῦ κ. Μήτσου Μυράτ, πού εἶναι κοντά στό δικό της. Οἱ δύο πολιτοφύλακες μαζί μέ κουστωδίαν ἄλλων «συναγωνιστῶν» ἔσπευσαν τότε εἰς τήν οἰκίαν Μυράτ ὅπου σ’ ἕνα δωμάτιο οἱ ἄνδρες τῆς συντροφιᾶς ἔπαιζαν χαρτιά καί στό πλαϊνό συνωμιλοῦσαν οἱ γυναῖκες μέ τήν Ἑλένη Παπαδάκη. Ὁ Μπιλιράκης προτείνων τό περίστροφό του εἰσῆλθε βιαίως εἰς τό σπίτι καί ἀφοῦ διέταξε «Ψηλά τά χέρια» ἐζήτησε τήν Ἑλένη. Ἡ κ. Χρυσούλα Μυράτ, πού εὑρέθηκε κοντά της, τῆς ὑπέδειξε ἀμέσως νά πηδήση γρήγορα-γρήγορα ἀπό τό παράθυρο καί νά ἐπιχειρήση νά διαφύγη. Ἐκείνη ὅμως πού διατηροῦσε ἀμείωτον τήν ὀλύμπιον γαλήνην της ἠρνήθη.

–Γιατί νά πηδήσω; εἶπε. Θέλω νά πάω νά ἰδῶ τι μέ θέλουν…

Καί προχώρησε πρός τό ἄλλο δωμάτιον, λέγοντας:

–Ἐγώ εἶμαι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη…

–Ἀκολουθῆστε με, ἦταν ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐπικεφαλῆς. Θά ἔλθετε στήν πολιτοφυλακή, για μιά ἀνάκριση…

Μέ τό «ἀκολουθῆστε» μέ ἐβγῆκαν ὅλοι ὅσοι ἦσαν μέσα εἰς τό σπίτι. Πολύ γρήγορα ὅμως ὁ Μπιλιράκης διέταξε τούς ἄλλους ν’ ἀπομακρυνθοῦν καί ἐξεκίνησε μέ μόνην τήν εἰδικήν λείαν πού εἶχε ἐντολή νά προσαγάγη εἰς τούς «ἀνωτέρους του». Μαζί ὅμως μέ τήν καλλιτέχνιδα ἠκολούθησαν ἡ δίς Καραβία καί ὁ κ. Δημήτρης Μυράτ υἱός. Λίγα βήματα πιο πίσω ἤρχετο – λές καί καταλάβαινε κι αὐτό ποῦ ὡδηγοῦσαν τήν κυρία του ὁ «Μπρόντζο», ἕνα χαριτωμένο μικρό κοκκινωπό σκυλάκι ράτσας πού ὑπεραγαποῦσεν ἡ Ἑλένη καί πού κι αὐτό τήν ἐλάτρευε…

ΕΙΣ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ

Ὁ ὅμιλος κατ’ ἀρχάς ἐστάθμευσεν εἰς ἕνα οἴκημα ἐπί τῆς ὁδοῦ Πατησίων 314, ὅπου ἐστεγάζοντο τά γραφεῖα τοῦ περιφερειακοῦ ΕΑΜ. Ὁ Μπιλιράκης ἀνέβηκε σ’ ἕνα γραφεῖο καί ὁ κ. Μυράτ μίλησε μέ κάποιο Ἐλασίτη θέλοντας νά μάθη τι ἀκριβῶς συνέβαινε. Πάλιν καί ἐδῶ ἐδόθη ἡ στερεότυπος ἐξήγησις τοῦ Δεκεμβρίου ὅτι ἐπρόκειτο «γιά μιά μικρή ἀνάκριση» καί εὐθύς ἀμέσως ἡ Ἑλένη Παπαδάκη μετεφέρθη εἰς τό οἴκημα τῆς Πολιτοφυλακῆς τῆς περιοχῆς. Ἐστεγάζετο εἰς τήν ἐπί τῆς ὁδοῦ Ροστάν ἔπαυλιν Παπαλεονάρδου. Ἐκεῖ ἡ τραγωδός εἰσήχθη εἰς ἕνα δωμάτιον τοῦ πρώτου πατώματος καί ἐκάθησε σέ μιά πολυθρόνα, ἐνῶ τριγύρω πηγαινοήρχοντο ἀκαταπαύστως «συναγωνισταί». Ἡ Ἑλένη, ἤρεμη πάντοτε, ἥσυχη, γαλήνια χάϊδευε μόνον τόν «Μπρόντζο», τό κοκκινωπό σκυλάκι – γεγονός πού ἐξηρέθισε τρομερά ἕναν… εὐαίσθητον πολιτοφύλακα, ὁ ὁποῖος καί ἔβαλε τίς φωνές: «Ἔξω βρωμόσκυλο», ἐνῶ ἡ Παπαδάκη εἶχε ἀκόμη τήν ψυχραιμία νά τοῦ παραπονεθῆ ὅτι δέν θά ἔπρεπε νά τό τρομάζη ἔτσι τό κακόμοιρο τό ζῶο…

ΕΡΕΥΝΑ ΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΝ ΟΠΛΩΝ…

Θά ἤτανε ἕξη σχεδόν ἡ ὥρα ὅταν ὑπεδείχθη – καταλαβαίνετε δέ τι ἐσήμαινε αὐτό εἰς τήν «πολιτοφυλακήν»… – εἰς τήν δίδα Καραβία ν’ ἀποχωρήση. Ἐπειδή ἐν τούτοις ἐκείνη ἐπέμενε πολύ, τῆς ἐδηλώθη ὅτι τῆς ἐπέτρεπαν νά ἐπιστρέψη εἰς τάς 8 τό βράδυ καί νά φέρη φαγητόν εἰς τήν κρατουμένην. Ἡ ἀφωσιωμένη σύντροφος τῆς καλλιτέχνιδος γύρισε τότε στό σπίτι τῆς τραγωδοῦ, ὅπου εὑρῆκε πάλι τόν Μπιλιράκην καί τόν Μιχαλακόπουλον, οἱ ὁποῖοι – ὅπως ἔλεγαν – ἐνεργοῦσαν ἔρευναν διά ν’ ἀνακαλύψουν… ὅπλα, διότι δῆθεν ἀπό τό σπίτι τῆς οἰκογενείας Παπαδάκη εἶχε ἐπιχειρηθῆ ἔνοπλος ἀντίστασις! Ἐννοεῖται ὅτι δέν εὑρέθηκε οὔτε σουγιᾶς καί ἐπειδή δέν ἠμποροῦσαν οἱ δύο ἀπαγωγεῖς τῆς Ἑλένης νά ἐπιμείνουν εἰς τούς ἀφελεῖς ἰσχυρισμούς ἤλλαξαν σέ λίγο τό τροπάριο καί εἰς τάς ἐπιμόνους ἐρωτήσεις τῆς μητέρας Παπαδάκη ἔδωσαν τήν ἐξήγησιν ὅτι οἱ ἀριστεροί ἠθοποιοί εἶχαν καταγγείλει τήν κόρη της καί δι’ αὐτό συνελήφθη.

–Αὐτοί τῆς τήν σκάσανε, ἀπεσαφήνισεν ἐπί λέξει ὁ Μπιλιράκης…

Ο ΜΑΡΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Ἐν τῶ μεταξύ νύχτωσε καί ἡ δίς Καραβία εὑρέθηκε πάλιν εἰς τάς 8 εἰς τό οἴκημα τῆς πολιτοφυλακῆς. Ἡ Ἑλένη εἶχεν ἐν τῶ μεταξύ μεταφερθῆ εἰς τό ἐπάνω πάτωμα καί ἐκρατεῖτο εἰς ἕνα διαμέρισμα ὅπου εἶχαν ἐγκλείστους καί ἄλλας γυναίκας. Ἡ φίλη της ἀνυπομονοῦσε καί νευρική προσπαθοῦσε νά ἐξευμενίση ἕνα πενηντάρη, ὁ ὁποῖος ἦτο καταφανές ὅτι ἔπαιζεν ἐκεῖ ἡγετικόν ρόλον. Αὐτός ἀφοῦ στό ἀχνό φῶς μιᾶς μικρῆς λάμπας τῆς ἐπέδειξε ἕνα ὀγκώδη φάκελον – δῆθεν «δικογραφία» Παπαδάκη – καί τῆς ἐπανέλαβε ὅτι ἡ καλλιτέχνις ἦταν θῦμα καταγγελίας συναδέλφων της, εἰς τό τέλος – ὅταν ἐκείνη τόν ἠρώτησε ποῖος εἶναι – τῆς ἀπήντησε μέ σαρδωνικό χαμόγελο:

–Ὁ Μαρά τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως…

‘Εν τῶ μεταξύ ἐκεῖνο τό ἴδιο βράδυ – τά μεσάνυχτα – διεπράχθη τό φοβερόν ἀνοσιούργημα πού δέν ἔγινε ποτέ σέ καμμιά ἐπανάσταση ὅλου του κόσμου ἐναντίον μιᾶς Ἱερείας τοῦ Ὡραίου. Διότι βέβαια πολλές τραγωδίες τοῦ ἐμφυλίου πολέμου θά καλυφθοῦν μέ τόν καιρό ἀπό τήν λήθη. Ἡ τραγωδία ὅμως τῆς Τραγωδοῦ θά μείνη. Ἡ δολοφονία τῆς Ἑλένης Παπαδάκη – πού θά ἐξιστορήσουμε ἐν συνεχεία ὅλες της τίς λεπτομέρειες – θά μείνη σαν μιά ντροπή για τούς συγχρόνους δημίους της καί σαν ἕνα στίγμα για τούς μεταγενεστέρους πού δέν θά συγχωρέσουν ποτέ στους πατέρες τους τό ἄδικο πού ἔκαναν στήν ὑπόληψη τοῦ πολιτισμοῦ τῆς χώρας ὑψώνοντας φονικό χέρι σέ μιά κορυφαία τῆς Τέχνης.


2. ΠΩΣ ΕΠΕΡΑΣΕ ΤΑΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Τά τρόφιμα. – Ὁ μυστηριώδης ἄνθρωπος τῆς πολιτοφυλακῆς μέ τά ἀδυσώπητα «μπλέ μάτια». – Μία συγκρατουμένη μέ τήν ἀλησμόνητον τραγωδόν ἀφηγεῖται τι τῆς ἔλεγεν. – Ἡ ἀγάπη της διά τά βιβλία. – «Διατί σᾶς συνέλαβαν;» –
«Καλύτερα πού μ’ ἐκάλεσαν σέ ἀνάκριση». – Ὁ συκοφαντικός θόρυβος.

 

Εἴδαμε πῶς συνελήφθη ἡ Ἑλένη Παπαδάκη καί ὡδηγήθη εἰς τό οἴκημα τῆς περιφερείας τῆς Πολιτοφυλακῆς. Στάς 8 τό βράδυ τῆς ἰδίας ἡμέρας ἡ ἀφωσιωμένη φίλη της δίς Αἰμιλία Καραβία τῆς ἐπῆγε τρόφιμα καί μιά κουβέρτα καί προσεπάθησε μέ κάθε τρόπο νά ἐπικοινωνήση μαζί της. Πράγματι, κατόπιν ἐπιμόνων παρακλήσεών της ὁ ἐπί κεφαλῆς τῶν «συναγωνιστῶν» πού, ὅπως εἴπαμε, αὐταρέσκεως αὐτοετιτλοφορεῖτο… «Μαρά τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως» – συγκατετέθη εἰς τό τέλος ἀπό τό δεύτερον πάτωμα, ὅπου εἶχεν ἐν τῶ μεταξύ μεταφερθῆ ἡ τραγωδός, νά τήν καλέση νά κατέβη εἰς τό πρῶτον. Ἐκεῖ ἀνέμενεν ἀγωνιῶσα ἡ πιστή της σύντροφος. Ἡ συνάντησις αὐτή τῆς Ἑλένης Παπαδάκη ἦταν ἡ τελευταία πού ἔγινε μέ ἰδικόν της ἄνθρωπον καί ὑπῆρξε πολύ σύντομος. Ἡ Αἰμιλία Καραβία τῆς ἔδωσεν ἁπλῶς ἕνα δοχεῖον μέ γάλα, δύο αὐγά καί τίς βιταμίνες πού ἔπαιρνε. Ἀντήλλαξαν ἐλάχιστα λόγια, ἡ Ἑλένη εὑρῆκε τήν εὐκαιρία νά ξαναμιλήση για τούς οἰκείους της καί νά συστήση νά μη ἀνησυχοῦν καί κατόπιν μετεφέρθη ἐκ νέου εἰς τόν ἄλλον ὄροφον.

–Ἐζήτησα τότε, ἀφηγεῖται ἡ ἀπαρηγόρητος φίλη της, νά μείνω ἐκεῖνο τό βράδυ εἰς τήν Πολιτοφυλακήν, κοντά της. Στό «γραφεῖο», μέσα εἰς τό ἀμυδρό φῶς μιᾶς χλωμῆς λαμπίτσας, δέν ἔβλεπα παρά τό πρόσωπον τοῦ «Μαρά» καί ἀνάμεσα στό σκοτάδι μόλις διέκρινα δύο μπλέ μάτια ἑνός μυστηριώδους ἀνθρώπου, πού ἦτο καθισμένος στό πλάϊ τοῦ τραπεζιοῦ, ὅπου εὑρίσκετο ἐγκατεστημένος ὁ περιφερειακός «ἡγέτης». Ὅταν διετύπωσα τήν αἴτησίν μου, ὁ «Μαρά» ἐστράφη πρός τό μέρος τοῦ ἀγνώστου αὐτοῦ, σαν νά ζητοῦσε ὁδηγίες, καί στή γρήγορη κίνησή του συνέλαβα τά δύο ἐκεῖνα βλοσυρά μπλέ μάτια νά νεύουν «ὄχι». Ὁ «Μαρά» ὑπήκουσεν ἀσυζητητί καί ἀποτεινόμενος πρός τό μέρος μου μοῦ ἐδήλωσεν ἀμέσως ὅτι ἦτο ἀδύνατον νά διανυκτερεύσω εἰς τό οἴκημα τῆς Πολιτοφυλακῆς.

–Ἐλᾶτε αὔριο τό πρωΐ στίς ἐννιά, κατέληξε. Αὔριο ἄλλωστε τό μεσημέρι ἡ φίλη σας μπορεῖ νά ἔχη ἀπελευθερωθῆ…

»Ἐνστικτωδῶς ἐγύρισα ἐκ νέου πρός τό μέρος τοῦ μυστηριώδους παρατηρητοῦ, πού προσεκτικά ἔμενε προστατευμένος στό σκοτάδι. Πάλιν μόνον τά μάτια του κατώρθωσα νά ἰδῶ – ἐκεῖνα τά μπλέ μάτια – πού τώρα εἶχαν πάρει ἕνα τόνον περισσότερον σκληρόν καί ἀδυσώπητον. Ἦταν προφανές ὅτι διατελοῦσεν ἐν γνώσει τοῦ μυσαροῦ ἐγκλήματος πού ἐξυφαίνετο…

ΟΙ ΣΥΓΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

»Ἐν τῶ μεταξύ, συνεχίζει ἡ δίς Καραβία, ἡ Ἑλένη εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τόν θάλαμον, ὅπου τήν ἐκρατοῦσαν μαζί μέ ἄλλες κυρίες. Κατωρθώσαμεν, ὅταν ἐπέρασεν ὁ δεκεμβριανός σάλος, καί ἐμάθαμε τά ὀνόματα μερικῶν γυναικῶν ἀπό ἐκεῖνες πού ἔζησα κοντά της τάς τελευταίας ὥρας τῆς ζωῆς της. Ἦσαν ἡ κ. Μαρινάκη, σύζυγος ἀστυνόμου, ἡ κ. Βαρβαγιάννη, ἡ κ. Μαντζάρη, ἡ κ. Χριστοδουλοπούλου καί ἄλλες κυρίες, ἰδίως σύζυγοι ἀξιωματικῶν ἤ ἀνδρῶν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καί τῆς Χωροφυλακῆς, μία τῶν ὁποίων μάλιστα προωθήθη ἀργότερα μέχρι Θηβῶν. Συνήντησα πολλά ἀπό τάς συγκρατουμένας της αὐτάς καί μοῦ ἔχουν ἀφηγηθῆ τό τι διεδραματίσθη κατά τό ἑξάωρον πού ἔμεινε μαζί των ἡ πολύκλαυστος Ἑλένη μας. Ἡ πρώτη ἔκθεσις τῶν γεγονότων ὀφείλεται εἰς τήν κ. Χριστοδουλοπούλου, ἡ ὁποία μοῦ ἀνέφερεν ὅτι ἐξετυλίχθησαν τά δραματικά συμβάντα περίπου ὡς ἑξῆς: «Θά ἦταν 6 σχεδόν ἡ ὥρα τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1944 – δίδω τόν λόγον εἰς τήν κ. Χριστοδουλοπούλου – ὅταν εἰς τόν β΄ ὄροφον τῆς ἐπαύλεως Παπαλεονάρδου, ὅπου ἐκρατούμεθα, ἄνοιξε ἡ πόρτα καί εἴδαμε νά μπαίνη μία κομψή γυναίκα μέ γλυκυτάτη φυσιογνωμία. Συγχρόνως ἀκούσαμε τήν φωνή τοῦ ἐλασίτου, πού τήν ὡδηγοῦσε, νά μᾶς λέγη: «Ἔχετε τήν τιμήν νά δεχθῆτε μεταξύ σας μίαν μεγάλην κυρίαν, τήν κυρίαν Παπαδάκη». Ἡ φωνή του εἶχε δόσιν καταφανοῦς εἰρωνείας, ἀποσκοπούσης νά κρύψη τόν σεβασμόν πού τοῦ ἐπέβαλλεν ἡ προσωπικότης τῆς ἀλησμονήτου τραγωδοῦ καί ὁ φόβος ἴσως τοῦ προετοιμαζομένου κακουργήματος. Ἠλεκτρισθήκαμε στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος καί ὅλες μαζί τήν περικυκλώσαμε ἀμέσως μέ στοργή καί ἀγάπη. Θελήσαμε νά τῆς δώσουμε κουράγιο, μά ἦταν ψύχραιμη καί γαλήνια. Θά ἔλεγε κανείς πώς βάδιζε κιόλας στή θυσία καρτερικά καί ὑπερήφανα. Καί ἀντί νά τῆς δώσουμε ἐμεῖς τό κουράγιο, ἄρχισε ἐκείνη νά μᾶς ἐμψυχώνη μέ τήν γοητείαν τῆς ὁμιλίας της, μέ τά ὡραῖα λόγια πού μᾶς ἔλεγε καί σχεδόν εἴχαμε ξεχαστῆ ὅτι βρισκόμαστε στήν Πολιτοφυλακή, στόν προθάλαμο τῆς Κολάσεως. Ἦταν ντυμένη μέ ἐπιμέλεια καί ἁπλότητα. Φοροῦσε γούνινο παλτό καφέ, ὁμοιόχρωμο φόρεμα, καφέ καστόρινα παπούτσια σπόρ, μεταξωτές κάλτσες καί πλεκτό καφέ σκουφάκι…

ΗΘΕΛΕ ΜΟΝΟΝ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ

»Μᾶς διηγήθηκε στήν ἀρχή, σέ σχετικά ἐρωτήματά μας, ὅτι ἀπήχθη ἀπό τό σπίτι τοῦ συναδέλφου της κ. Μυράτ. Πρίν πάη στό σπίτι τοῦ κ. Μυράτ εἶχε ἐπισκεφθῆ – μᾶς εἶπε – τόν γείτονα ἐμπορευόμενο κ. Βαληνδρᾶ, πού ἔμαθε ὅτι εἶχε φέρει σπίτι του λίγη ποσότητα μέλι καί πῆγε ν’ ἀγοράση διά τήν οἰκογένειά της, διότι ἀπό τῆς ἐνάρξεως τοῦ Κινήματος τό τέρμα Πατησίων ἐστερεῖτο κυριολεκτικῶς τροφίμων. Ἀλλά ἐπέστρεψε ἄπρακτη. Τό πολύτιμον ἐμπόρευμα εἶχεν ἐξαντληθῆ. «Καί τό ἤθελα τόσο πολύ τό μέλι για τήν καϋμένη τή μαμά μου, ἔλεγε ἐκεῖ στόν θάλαμο πού μᾶς εἶχαν. Τίποτα δέν ὑπάρχει στή γειτονιά μας. Ἀπό μέρες γυρεύω ἕνα πορτοκάλι καί αὐτό εἶναι ἀνεύρετο! Καί ὁ γιατρός μου, ὁ κ. Χαραμῆς, δέν μοῦ τονίζει ἄλλο παρά νά τρώγω φροῦτα ἄφθονα για τήν αποβιταμίνωσή μου. Ποῦ νά ξέρη ὅτι οὔτε πορτοκάλια, πού τόσο τά ἀγαπῶ, δέν ἔχω νά φάω!» Ὁ λογισμός της ἐγύριζε ὅλο στό σπίτι της: «Ἄραγε τι νά κάνουν οἱ δικοί μου, ψιθύριζε κάθε τόσο. Φοβοῦμαι πώς θά εἶναι ἀνήσυχοι. Δέν θέλω νά στενοχωριοῦνται για μένα. Ἐλπίζω νά μη τούς ἐνοχλήσουν αὐτούς. Καί τά βιβλία μου. Ἄκουσα πώς γκρεμίζουν σπίτια. Ἄς γκρεμίσουν τό σπίτι μου, φτάνει τά βιβλία μου νά σωθοῦνε». Ὕστερα μᾶς μιλοῦσε για τό θέατρο, για τά ἔργα πού ἔπαιξε, για τά βιβλία πού διάβαζε καί πού μᾶς ἔκανε τόσο πολύ νά νοιώσουμε πόσο ἀληθινά τά ἀγαποῦσε. Μᾶς διηγόταν τήν περιοδεία πού ἔκανε μέ τό Ἐθνικό Θέατρο στήν Εὐρώπη. Μέ τή διήγησή της ξάνοιγε τήν ψυχή της σέ μᾶς καί βλέποντας νά ὑπάρχη τόση ὀμορφιά μέσα της, τόση καλωσύνη καί τόση εὐγένεια, πού διακρίνονταν καί στους τρόπους της καί στάς κινήσεις της ἀκόμα, τήν ρώτησε μία ἀπό μᾶς:

–Μά, δίς Παπαδάκη, τέτοιον ἄνθρωπο σαν καί σᾶς, χωριστά ἀπό τήν μεγάλη σας καλλιτεχνική ἀξία, γιατί σᾶς πιάσανε; Ἐσεῖς, ἔτσι ὅπως σᾶς γνωρίζουμε για πρώτη φορά, εἴσαστε ἕνας ἄγγελος. Γιατί νά σᾶς κάνουν αὐτό τό κακό;

»Καί ἡ Παπαδάκη, μη πιστεύοντας ἕως ἐκείνη τή στιγμή ἀκόμα στήν κακία τῶν ἀνθρώπων, ἀπήντησε:

–Δέν φαντάζομαι νά εἶναι για κακό, πού βρίσκομαι ἐδῶ. Καλύτερα πού μέ κάλεσαν σέ ἀνάκριση για νά ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς, πού μοῦ δημιούργησαν κάποιοι συνάδελφοί μου. Γιατί τό ξέρω πώς ἡ σύλληψίς μου αὐτή εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σκευωρίας μερικῶν ἠθοποιῶν.

»Καί ἄρχισε τότε ἡ ἀλησμόνητος πρωταγωνίστρια τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου ν’ ἀναλύη εἰς τάς συγκρατουμένας της τό περιεχόμενον τοῦ συκοφαντικοῦ ρύπου πού εἶχεν ἐκτοξευθῆ μέ δυσφημιστικήν μανίαν ἐναντίον της. Εἶναι μιά φωνή ἀπό τόν τάφο αὐτή ἡ ἔκθεσις τῆς Ἑλένης Παπαδάκη – τῆς Ἑλληνίδος πού ἔσωσε 31 κομμουνιστάς ἀπό τά χέρια τῶν κατακτητῶν (θά δοῦμε πῶς) καί πού ἀντί εὐγνωμοσύνης ἐδέχθη ἀπό μέρους των μιά δολοφονική σφαῖρα στόν αὐχένα ἐν συνδυασμῶ μέ θλιβερή ἐκστρατεία διασυρμοῦ καί κατασυκοφαντήσεως. Θά παραθέσωμεν ἐπακριβῶς ὅλον τό περιεχόμενον τῶν ὅσων ἐνεπιστεύθη εἰς τάς ὑστάτας ὥρας τοῦ βίου της εἰς τόν χορό τῆς συγχρόνου τραγωδίας, πού τήν περιέζωνε ἐκεῖνο τό δραματικό βράδυ μέσα εἰς τό δῶμα τῆς Πολιτοφυλακῆς…

 

3. Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΕΞΥΦΑΝΕΙ ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΑΙ ΤΗΣ

Ἡ δραματική ἀναλυτική ὁμιλία της πρός τάς συγκρατουμένας κυρίας εἰς τήν Πολιτοφυλακήν. – Πῶς ἐπέτυχε τήν ἀπελευθέρωσιν καί τήν διάσωσιν κομμουνιστῶν οἱ ὁποῖοι ἐκινδύνευαν. – «Διατί δέν μέ καλοῦν νά μέ ἀνακρίνουν;» – Τά μεσάνυκτα ἡ τραγωδός καλεῖται. Πρός τό θυσιαστήριον…

 

Ἡ στενή φίλη τῆς ἀλησμονήτου τραγωδοῦ – ἡ δίς Αἰμιλία Καραβία – συνεχίζει τήν μετάδοσιν τῆς ἀφηγήσεως τῆς κ. Χριστοδουλοπούλου. Εἶναι μιά ἀπό τάς κυρίας πού εὑρέθησαν κρατούμεναι τό δραματικόν ἐκεῖνο βράδυ τῆς 21ης Δεκεμβρίου εἰς τό οἴκημα τῆς Πολιτοφυλακῆς, ὅταν μετεφέρθη σ’ αὐτό καί ἐκρατήθη ὀλίγας ὥρας προτοῦ δολοφονηθῆ ἡ Ἑλένη Παπαδάκη. Εἰς αὐτήν τήν σύντροφον τοῦ πόνου ἡ πολύκλαυστος καλλιτέχνις ἐνεπιστεύθη τόν καϋμό της, ἄνοιξε τήν καρδιά της, εἶπε τό παράπονό της. Ξετύλιξε τό δρᾶμα τῆς προσωπικῆς της ζωῆς, δρᾶμα πού εἶχε δημιουργήσει ἡ συκοφαντική καταφορά τῶν ἀναρχικῶν τιμητῶν της καί πού ἐχρησιμοποιήθη κακοήθως ὡς πρόσχημα διά νά ἐξαποσταλῆ – κατά τόν τρόπον πού ἐστάλη – ἄνανδρα καί ἄδικα εἰς τόν τάφον. Ἀπό χρόνια – εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων εἰς τόν ὅμιλον τῶν συγκρατουμένων γυναικῶν ἡ δύσμοιρη Ἑλένη – μέσα στό θέατρο συναντοῦσα ἐχθρότητες, ἀλλά οὐδέποτε τίς πρόσεχα. Ἀντί ν’ ἀπαντῶ μέ κακία στήν κακία, ἔκανα τό καλό. Μα φαίνεται πώς οἱ ἄνθρωποι δέν σοῦ συγχωροῦν νά εἶσαι καλός. Καί εἴτε γιατί τούς ἐνοχλοῦσε ἡ καλωσύνη μου εἴτε γιατί περνοῦσαν για ἀδυναμία χαρακτῆρος τήν ἀνεξικακία μου, συνέχιζαν ἀγριώτερα τόν πόλεμό τους ἐναντίον μου, πού ἔφθασε πιά στό κατακόρυφο τήν ἐποχή τῆς Κατοχῆς. Ἄρχισαν νά ἐξυφαίνουν τίς πιο κακοήθεις καί βδελυρές συκοφαντίες ἐναντίον μου. Διέδιδαν τά πιο ἀπίθανα καί ἀφάνταστα πράγματα. Ἔγραφαν τίς χυδαιότερες βρωμερότητες στά παράνομα δῆθεν θεατρικά φύλλα. Τά ἄκουα καί τά ἤξερα ὅλα. Δέν ἔδινα ὅμως προσοχή καί μοῦ ἐρχότανε στό μυαλό μιά σκέψη συνώνυμη μέ τό εὐαγγελικό: «Ἄφες αὐτοῖς οὐ γάρ οἴδασι τι ποιοῦσι». Δέν τά πρόσεχα, γιατί δέν εἶχα νά χάνω καιρό σέ τέτοιες μικρότητες. Ὁ καιρός μου ἦταν πολύτιμος για τό θέατρο, για τήν τέχνη μου. Τίς ἡμέρες καί τίς ὧρες πού ἔχαναν οἱ ὀλίγοι αὐτοί κακοί ἄνθρωποι για νά ἐφευρίσκουν βδελυρές συκοφαντίες ἐναντίον μου, ἐγώ μελετοῦσα τήν «Ἀντιγόνη», τήν «Ἰφιγένεια», τήν «Ἑκάβη», πιστεύοντας ἀκράδαντα πώς ὁ ἀληθινός καλλιτέχνης τήν θετικώτερη ἀντίσταση πού μπορεῖ νά κάνη σέ μιά ἐποχή ἐχθρικῆς Κατοχῆς εἶναι νά διδάξη στή σκηνή τά ἀθάνατα ἔργα τῶν ἀρχαίων τραγικῶν μας, δίνοντας ὅλη τή δύναμή του καί ἀνεβάζοντας τήν Τέχνη στήν ψηλότερη δυνατή κορυφή για νά σκορπάη αὐτή τήν παρηγοριά στόν βασανισμένο καί σκλαβωμένο μας λαό. Δέν ξέρω ἄν τό κατάφερα. Στήν «Ἑκάβη» μοῦ εἶπαν ὅλοι ὅτι ἔδωσα τό πᾶν στήν ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία.

Καί προσέθεσεν ἡ ἐξαιρετική καλλιτέχνις:

–Ἐλπίζω νά ζήσω. Τότε θά δώσω ἀκόμη περισσότερα πράγματα στή «Μήδεια» πού θά παίξω τήν ἄνοιξη. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπιτυχία μου στήν «Ἑκάβη» ἐξηρέθισε, φαίνεται, τούς ὀλίγους κακούς συναδέλφους μου καί ἐνέτειναν τό ἐξοντωτικό τους ἔργο ἐναντίον μου. Τήν προσπάθεια, πού κατέβαλα στά χρόνια τῆς Κατοχῆς, νά σώσω μερικούς ἀνθρώπους ἀπό τή φυλακή, προσπάθεια τήν ὁποία κατέβαλε ἀσφαλῶς κάθε Ἑλληνίδα, τήν ἐξεμεταλλεύθησαν οἱ ὀλίγοι αὐτοί για νά ἐξυφάνουν ὁλόκληρο σχέδιο ἠθικῆς ἐξοντώσεως. Τά μέσα, πού χρησιμοποιοῦσα για νά σώσω τούς Ἕλληνας, δέν ἦταν αὐτά πού βδελυρότατα διέδιδαν οἱ συκοφάνται μου.

ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΟΜΩΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

Οἱ ἄλλες συγκρατούμενες γυναῖκες ἠθέλησαν νά τήν διακόψουν καί νά τήν βεβαιώσουν, διότι ἔβλεπαν πόσο τήν ἔθλιβεν αὐτή ἡ ἱστορία τοῦ ἀδίκου διασυρμοῦ της, ὅτι δέν ὑπῆρχε ἀνάγκη νά θέτη σέ δημόσιο ἔλεγχο τήν ἰδιωτική της ζωή, ἀλλά ἡ Ἑλένη Παπαδάκη ἠρνήθη. Ἠθέλησε νά τούς τά ἐξηγήση ὅλα, νά τά μάθουν ὅλα. Καί τούς εἶπε:

–Ἡ οἰκογένειά μου, παλαιά ἀθηναϊκή οἰκογένεια, ἔχει φιλικούς δεσμούς μέ πολιτικούς ἄνδρες, καί σ’ αὐτούς, παλαιούς γνωρίμους τῆς οἰκογενείας μου, ἀπευθυνόμουνα για νά σώσω ἀπό τή φυλακή ἤ ν’ ἀνακουφίσω ἀπό τήν πεῖνα καί τή δυστυχία κατατρεγμένους ἀνθρώπους. Ἄν εἶχα τήν ἐπιρροή, πού αἰσχρότατα μοῦ ἀποδίδουν, θά πετύχαινα νά σώσω ὅλους ἐκείνους, για τούς ὁποίους παρακαλοῦσα καί φρόντιζα. Ἀπόδειξις πώς ὁ πιο ἀγαπημένος μου φίλος, ὁ Παῦλος Εὐσταθιάδης, εἶναι σέ στρατόπεδο στή Γερμανία καί δέν ξέρω ἄν ζῆ. Καί τό ἀγόρι τῆς συμπαθητικῆς μου γυναίκας, πού μέ ὑπηρετεῖ στό σπίτι ἀπό μικρή, τῆς Ἀργυρῶς – τόν Πέτρο Τζανῆ – δέν μπόρεσα νά τόν σώσω καί τόν σκότωσαν οἱ Γερμανοί μέ τούς δεκαπέντε τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας. Ὁ σκοτωμός αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ μ’ ἔχει συντρίψει καί μένα. Τόσος ἦταν ὁ πόνος μου καί ζῶ κάθε μέρα καί τόν σπαραγμό τῆς δύστυχης μάννας του, πού μέ γεμίζει ἀπό ἀπροσμέτρητη ὀδύνη.

Καί προσέθεσε μέ ἔμφασιν:

«Ἐάν ἤτανε καί ἡ ἐλαχίστη πραγματικότης ἀπό τό οἰκοδόμημα αὐτό τῶν ἐπινοήσεών τους θά ζοῦσα μέ κάποια σχετική ἄνεση στά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Μα ζοῦσα ὅπως ζοῦσαν τά περισσότερα ἀθηναϊκά σπίτια, μέ πολλές στερήσεις. Κοντεύω νά χάσω τό μάτι μου ἀπό ἀβιταμίνωση καί ἀπό τόν κακό φωτισμό. Γιατί οὔτε τήν κατάλληλη τροφή εἶχα, οὔτε περισσότερο ἠλεκτρικό ρεῦμα για νά διαβάζω ἄνετα. Τό σπίτι μου εἶχε τόν περιορισμό τοῦ ἠλεκτρικοῦ ὅπως ὄλα τά σπίτια τῶν Ἀθηνῶν».

«ΤΙ ΛΟΓΑΡΙΑΖΕΙ ΑΥΤΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΖΩΗ…»

–Θυμοῦμαι, συνεχίζει ἡ ἀφηγουμένη κυρία, ὅτι πράγματι ἡ Ἑλένη συχνά ἐσήκωνε τό χέρι της τήν ὥρα πού μέ ζωηρότητα μᾶς ἔλεγε αὐτά τά λόγια καί τό ἔβαζε στό δεξί της μάτι, πού δέν ἔβλεπε καλά. Τήν ἀκούαμε ὅλες μέ κρατημένη τήν ἀναπνοή καί μιά ἀπό μᾶς τῆς εἶπε σέ κάποια στιγμή:

–Ἄχ, δίς Παπαδάκη, φαίνεται πώς τά καλά πού κάνατε σᾶς ἔφαγαν…

–Τό ξέρω, ἀπάντησε μ’ ἕνα φιλοσοφημένο στωϊκό χαμόγελο. Μοῦ τό ἔλεγαν συχνά οἱ καλοί μου οἱ φίλοι κάθε φορά πού ἔβγαζα καί κάποιον ἀπό τή φυλακή. Μοῦ ἐτόνιζαν: «Πᾶψε τίς εὐεργεσίες γιατί δίνεις τροφή στήν ἀδηφαγία τῶν συκοφαντῶν σου». Ἀλλά ἐγώ σκεπτόμουνα: «Τί λογαριάζει αὐτό μπροστά στή ζωή ἀνθρώπων πού κινδυνεύει ἡ ὕπαρξή τους;» Καί μ’ αὐτό τό γεμᾶτο ἀνωτερότητα καί εὐγένεια συμπέρασμα σταμάτησε νά μιλᾶ ἡ Ἑλένη. Μιά νεκρική σιγή σκορπίσθηκε στό παγωμένο δωμάτιο, πού σιγά-σιγά εἶχε βουτηχθῆ στό σκοτάδι τῆς νύχτας. Ἕνα δάκρυ θά κύλησε ἀπό τά μάτια τῆς ἀλησμόνητης τραγωδοῦ, πού λίγο πρίν, ὅσο ἦταν φῶς ἀκόμα, ἐφαίνοντο τόσο ὡραῖα, τόσο ἐκφραστικά καί καθρέφτιζαν ὅλη τήν ἀσύγκριτη ὀμορφιά τῆς ψυχῆς της. Ἕνα δάκρυ πού τό σκούπισε διακριτικά στήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ της. Καί σέ λίγο εἶπε μέ τήν καθαρή, τή μελωδική φωνή της: «Μέ συγχωρεῖτε ἄν σᾶς ἐκούρασα μ’ αὐτά ὅλα πού σᾶς εἶπα… Μα γιατί δέν μέ φωνάζουν νά μέ ἀνακρίνουν;» Ὕστερα, στήν παράκλησή μας νά μᾶς μιλᾶ, γιατί θέλαμε ν’ ἀπολαύσουμε ὅσο μπορούσαμε περισσότερο τή λαλιά της καί τόν πνευματικό της πλοῦτο, ἀφοῦ ἡ μοῖρα μᾶς τήν ἔφερε κοντά μας – ἄρχισε νά μᾶς λέη ὡραῖα λόγια, φιλοσοφημένες σκέψεις, καί κάθε τόσο μᾶς μιλοῦσε για τήν ἀγάπη της στή μητέρα της, στόν ἀδελφό της. Ἀλλά συχνά τήν κατελάμβανε κάποια ἀδημονία καί ἐπανελάμβανε συνεχῶς: «Μά γιατί δέν μέ καλοῦν νά μέ ἀνακρίνουν; Μοῦ εἶπαν πώς μέ φέρνουν ἐδῶ για ἀνάκριση. Θέλω νά τούς μιλήσω. Ἀλλά θέλω νά τούς μιλήσω μέσα σέ φῶς, ὄχι στό σκοτάδι. Θέλω νά μέ βλέπουν στά μάτια, για νά δοῦν ὅτι τούς λέω ἀλήθειες». Καί σαν ν’ ἀκολουθοῦσε μιά σκέψη, πού πέρασε σαν ἀστραπή ἀπό τό νοῦ της, προσέθεσε σέ πιο γαλήνιο τόνο:

«Εὐτυχῶς οἱ ἀνακριταί τῆς Πολιτοφυλακῆς δέν εἶναι ἠθοποιοί. Αὐτοί δέν ἔχουν τίποτε ἐναντίον μου, οὔτε κι ἐγώ μαζί τους. Σ’ αὐτούς δέν χωράει τό φαρμάκι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀντιζηλίας. Θά μ’ ἀκούσουν σαν ἄνθρωποι, θά μέ δοῦν τι ἄνθρωπος εἶμαι καί θά μέ καταλάβουν. Κι ἔτσι θά γκρεμιστοῦν ὅλες οἱ συκοφαντίες… Μά γιατί δέν μέ καλοῦν;»

–Τήν ἐκάλεσαν, εἶναι ἡ ἀλήθεια, κάποτε – συνεχίζει ἡ δίς Καραβία – ἀλλά ὄχι για ἀνάκριση. Για τό θυσιαστήριο καί για νά διαψεύσουν ὅσες ἀφελεῖς σκέψεις ἔκαμε διά τήν δικαιοσύνη τοῦ Ἐλασιτισμοῦ. Θά ἦταν ἡ ὥρα 12, μεσάνυκτα, ὅταν πιά ὁ ὅμιλος τῶν γυναικῶν εἶχε σταματήσει τίς συνομιλίες, ἔστρωσε τίς κουβέρτες του κάτω καί εἶχε πέσει προσπαθώντας νά κοιμηθῆ. Ἡ Παπαδάκη μισοξαπλωμένη στό πάτωμα ἔμενε ἄγρυπνη καί περίμενε ἀκόμη νά τήν φωνάξουν. Φαίνεται πώς ἡ γαλήνη καί ἡ ψυχραιμία της εἶχαν ἀρχίσει νά ὑποχωροῦν σέ μιά μοιραί ἀνθρωπίνη ἀδυναμία καί ἀνησυχία. Τότε ἄνοιξε ξαφνικά ἡ πόρτα καί παρουσιάσθηκε ἕνας Ἐλασίτης…

 

4. ΟΙ ΔΗΜΙΟΙ ΕΜΑΛΩΣΑΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΑΡΗ ΤΟ ΠΑΛΤΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ἡ μεταμεσονύκτιος μεταγωγή ἀπό τήν Πολιτοφυλακήν. – Τό φορτάκι τοῦ θανάτου. – Ἕνας καρβουνιάρης ἐπί κεφαλῆς τῆς συνοδείας. – Ἀπόλυτος ἡ ψυχραιμία τῆς τραγωδοῦ. – Ἡ διένεξις Τάκη καί Καπετάν Ὀρέστη. – Φιλονικεία ἐπάνω ἀπό τόν τάφον τῆς καλλιτέχνιδος. – Ἐδολοφονήθη τό ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ…

 

Δέν εἶναι θετικά προσδιωρισμένη ἡ ὥρα πού ἄνοιξε ξαφνικά ἡ πόρτα τοῦ διαμερίσματος τῆς Πολιτοφυλακῆς καί ὁ βλοσυρός μαυροσκούφης ἔκαμε τήν ἐμφάνισίν του. Ὑπολογίζεται ἐν τούτοις ὅτι θά πρέπει νά ἦταν 12 καί 10΄ ἤ 12 καί 15΄ μετά τά μεσάνυκτα.

–Ὅποια ἀκούση τό ὄνομά της θἄρθη μαζί μου, ἦτο ἡ ἐπιταγή πού ἐδόθη τότε μέσα στήν παγερή ἀτμόσφαιρα τοῦ σκοτεινοῦ δωματίου, τό ὁποῖον οἱ Ἐλασῖται εἶχαν μεταβάλει εἰς πρόχειρον γυναικείαν φυλακήν.

Ἡ Παπαδάκη, ὅπως εἴπαμε, δέν εἶχε κατορθώσει ν’ ἀποκοιμηθῆ. Μισοξαπλωμένη κάτω στό πάτωμα, ὑπείκουσα ἴσως εἰς τό ἔντονον προαίσθημά της, δέν ἐπρόφθασε νά ἐκδηλώση τήν ἐπιθυμίαν, ἀπό τήν ὁποίαν ζωηρότατα κατείχετο, – νά ρωτήση δηλαδή πότε ἐπρόκειτο νά τήν ἐξετάσουν – ὅταν ἄκουσε τόν σκαιό δεσμοφύλακα νά προφέρη πρῶτον τό ὄνομά της…

–Θά σέ πᾶμε στό στρατόπεδο, ἠρκέσθη νά ἐξηγήση ἀπότομα ὁ θηριώδης ἄνθρωπος τοῦ ΕΛΑΣ καί ἐνῶ ἐκείνη τά ἔχασε πρός στιγμήν ἀπό τό αἰφνίδιον ἄγγελμα καί ἐψιθύριζε κάτι σαν παράπονο, διότι δέν ἐγίνετο ἡ «ἀνάκρισις» πού τῆς εἶχαν ὑποσχεθῆ, αὐτός συνέχισε τό προσκλητήριον:

–Χαριτάκη…

Μία γυναίκα ἔγκυος ἕξ μηνῶν ἐπρόβαλε καί ἕνα θρηνῶδες κλάμα ξέσχισε τήν γεμάτη δέος ἀτμοσφαῖρα. Ἡ κ. Χριστοδουλοπούλου προσεπάθησε νά παρηγορήση τάς δύο ἀπερχομένας. Εἶχε ἀρκετές ἡμέρες εἰς τήν Πολιτοφυλακήν καί ἤξερε πολύ καλά τι ἐσήμαινε μεταμεσονύκτιος μεταγωγή δι’ αὐτοκινήτου. Δέν ὡμίλησεν ὅμως καί συνέχισε τήν προσπάθειάν της νά καθησυχάση κυρίως τήν ἔγκυον κρατουμένην – πού καί αὐτῆς, ὅπως μοῦ εἶπαν, ἀγνοεῖται μέχρι σήμερον ἡ τύχη. Ἡ Ἑλένη δέν εἶχεν ἀνάγκην παρηγορίας καί τονώσεως ἠθικοῦ. Μετά τήν πρώτην ἐντύπωσιν συνῆλθεν ἀμέσως καί ἀντέταξε καί εἰς τό καινούργιο δυσάρεστο πλῆγμα στωϊκότητα καί ἠρεμίαν. Τήν ἐξάφνισε βέβαια τό γεγονός ὅτι δέν τήν ἐκάλεσαν νά τήν ἀνακρίνουν, ἀλλά ἡ ἀνησυχία της διά τήν ἀπότομον αὐτήν νυκτερινήν μεταφοράν της δέν εἶχε προσλάβει οὔτε μορφήν ἀγωνίας, οὔτε ἐξεδηλοῦτο πλέον κατά ἕνα κάποιον αἰσθητόν τρόπον.

ΕΠΑΝΩ ΕΙΣ ΤΟ ΦΟΡΤΑΚΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Περιωρίσθηκε μέ ἀργές κινήσεις νά φορέση τό πλεκτό σκουφάκι, πού ἔφερε μαζί της – τό εἶχεν ἐν τῶ μεταξύ βγάλει – ἐπῆρε τό δοχεῖο μέ τό γάλα, καθώς καί τά αὐγά καί τό κουτί μέ τίς βιταμίνες – τίποτε ἀπό ὅ,τι τῆς εἶχε πάει ἡ δίς Καραβία δέν εἶχε βάλει στό στόμα της – καί ἀφοῦ εἶπεν ὅσο μποροῦσε πιο συμπαθητικά καί συγκρατημένα μιά «Καληνύκτα» στίς συγκρατούμενές της, πού, βουβές ἀπό τόν τρόμον, παρακολουθοῦσαν τήν παραλαβήν τῶν δύο γυναικῶν διά τό μαρτύριον, προχώρησε καί κατέβηκε. Ἔξω ἀπό τήν Πολιτοφυλακή ἐστάθμευεν ἕνα μικρό αὐτοκίνητο Φόρδ. Μέσα ἦσαν τέσσαρες ἄνδρες. Ἐλασῖτες ὅλοι; Ὑπῆρχαν ἄραγε μεταξύ των καί κρατούμενοι; Αὐτό δέν ἔχει ἀποσαφηνισθῆ. Ὅπως δέν ὑπάρχει θετική πληροφορία, ἐάν εἰς τό φορτάκι ἐκεῖνο, ἐκτός ἀπό τήν Ἑλένη καί τήν Χαριτάκη ἐπεβιβάσθη καί ἄλλη γυναίκα. Ἡ ἀκριβής σύνθεσις τοῦ δραματικοῦ ὁμίλου παρέμεινεν ἀκαθόριστος. Ξέρουμε μόνον ὅτι ἡ κ. Χριστοδουλοπούλου συνώδευσε τίς δύο φυλακισμένες ἕως τό κάτω πάτωμα καί ὑποβάσταζε τήν κλαίουσαν Χαριτάκη. Ὅταν ὅμως ἡ ὁμάς ἔφθασε κοντά εἰς τήν ἐξώθυραν, τήν ἀντελήφθη ὁ ἐπί κεφαλῆς τῆς κουστωδίας, ἔβαλε τίς φωνές καί φυσικά ἐκείνη ἔσπευσε νά ἐπιστρέψη εἰς τό διαμέρισμα τοῦ δευτέρου ὀρόφου. Ἡ ἀλησμόνητος τραγωδός ἔκλεισε τότε καλά τό γούνινο παλτό της – ἔξω ἡ δεκεμβριανή νύχτα ἔφερνε ἕνα διαβολεμένο κρύο – καί ἐπεβιβάσθη, πάντοτε ψύχραιμα, καί χωρίς ἔκδηλη ταραχή, εἰς τό μοιραῖον αὐτοκίνητον.

ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΦΟΒΙΖΕ ΚΑΘΟΛΟΥ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Ἄλλωστε δέν ὑπάρχει ἀνάγκη μαρτύρων διά νά πιστοποιηθῆ, ὅτι ἡ πολύκλαυστος καλλιτέχνις δέν φοβότανε. Δύο ἡμέρες πρό τῆς συλλήψεως καί τῆς ἀνάνδρου δολοφονίας της, σέ μιά στιγμή πού τά λέγανε μέ τόν ἀδελφόν της – τόν γνωστόν μηχανικόν κ. Μιχ. Παπαδάκην – ἡ Ἑλένη τοῦ καθώρισε σαφῶς τά συναισθήματά της. Τοῦ εἶπε ἀπό τότε – λές καί ἔβλεπε νά διαγράφεται ἐναργέστατα ἡ ἀδυσώπητος μοῖρα πού τῆς ἐπεφυλάσσετο – ὅτι δέν τήν ἐτρόμαζεν ὁ θάνατος. Ὁ φόβος της ἦταν μη τυχόν οἱ χυδαῖοι ἐκτελεσταί τοῦ Δεκεμβρίου τήν βασανίσουν καί τήν κακοποιήσουν. Τόν θάνατον ἠμπορεῖ κανείς νά πῆ θετικά ὅτι τόν ἔβλεπεν ὡς λύτρωσιν, ἐάν τυχόν καί κατεδικάζετο νά περιέλθη εἰς τά χέρια των. Διά τόν λόγον αὐτόν εἶναι ἀπολύτως πιστευταί καί ἀληθοφανεῖς ὅλαι αἱ πληροφορίαι, πού μεταδίδονται – καί διασταυρούμεναι συμφωνοῦν – ἀπό τάς κυρίας πού ἔλαχε νά τήν συναντήσουν τήν ἡμέραν τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1944: Ἡ Ἑλένη δέν ἐλύγισε. Καί ὅταν, ὅπως θά ἰδοῦμε, κάπως ἐκάμφθη τήν ὑστάτην στιγμήν καί ἀνελύθη εἰς γόους, δέν ἦταν ὁ κίνδυνος πού τήν ἐφόβισεν, οὔτε ὁ θάνατος πού τήν ἐτρόμαξε. Δέν ἐλιποψύχησεν. Ὅσο καί ἐάν θά ἦτο ἑπόμενον, μοιραῖον καί ἀνθρώπινον, νά δοκιμάση αὐτήν τήν ἀδυναμίαν, ἐν τούτοις μόνον ὅταν ὁ δήμιος ἐπεχείρησε νά τῆς βγάλη τά ροῦχα, διά νά τῆς τά πάρουν οἱ ἄνθρωποι τῆς «Λαοκρατίας», μόνον τότε ἀντέταξε, μέ τά μόνα ὅπλα πού τῆς ἀπέμεναν – τῆς κραυγῆς καί τοῦ θρήνου – τήν ἄμυναν τῆς γυναικείας ἀξιοπρεπείας της, πού εὐτυχῶς καί παρέμεινε τελείως ἀλώβητος.

ΚΑΥΓΑΣ ΤΩΝ ΔΗΜΙΩΝ ΔΙΑ ΤΟ ΠΑΛΤΟ ΤΗΣ

Ποιό ὅμως ὑπῆρξεν ἀκριβῶς τό δρομολόγιον πού ἠκολούθησε τό φορτάκι τοῦ θανάτου; Αὐτό ἕως σήμερα δέν εὑρέθηκε κανείς νά τό προσδιορίση. Εἶναι γνωστόν μόνον ὅτι ἐπί κεφαλῆς τῆς «φρουρᾶς», πού μετέφερε τήν τραγωδόν εἰς τό θυσιαστήριον, εὑρίσκετο κάποιος… καρβουνιάρης, πού τόν ἔλεγαν Τάκη. Ὁ περισπούδαστος μάλιστα αὐτός συνοδός – ὅπως ἐγνώσθη – μετά τήν δραματικήν δολοφονίαν τῆς καλλιτέχνιδος ἦλθεν εἰς ρῆξιν μέ τόν περίφημον καπετάν Ὀρέστη, τόν ἀρχιεγκληματίαν τῆς περιοχῆς Γαλατσίου καί Ὤμορφης Ἐκκλησιᾶς – ὅπου εὑρίσκονται καί τά διϋλιστήρια τῆς Οὖλεν. Ἡ διένεξις εἶχαν ἀφορμή τό παλτό τῆς δύσμοιρης Ἑλένης. Ἐμάλωσαν, λέγεται, ἐπάνω ἀπό τόν τάφον της περί του ποιός θά τό πάρη καί ὁ καυγᾶς αὐτός ἔγινε καί ἀφορμή νά ἐκτελεσθοῦν ἀμφότεροι μετά μερικάς ἡμέρας ἀπό τούς ἄλλους «συντρόφους» των πού εἶχαν περιορισθῆ νά μοιρασθοῦν τά ὑπόλοιπα πράγματα τῶν ἑκατοντάδων δολοφονηθέντων εἰς τόν χῶρον τῆς Οὖλεν! Πάντως ἡ τελευταία εἰκόνα τῆς Ἑλένης ζωντανῆς ἦταν ὅταν τήν ἐπῆραν ἀπό τήν Πολιτοφυλακήν καί ἔσφιγγε τό καφέ παλτό της, γιατί ἡ μεταμεσονύκτιος παγωνιά ἦταν ἀπερίγραπτη. Τι συνέβη ὅμως μετά ταῦτα; Ἀπό ἐδῶ καί πέραν ὑπάρχει ἀπόλυτον μυστήριον ἕως τήν στιγμήν τῆς ἐκτελέσεως πού γνωρίζομεν τάς λεπτομερείας της, διότι ἔχει ὁμολογήσει ὁ ἴδιος ὁ δράστης. Τά ἴχνη τῆς ζωντανῆς Ἑλένης ὅμως χάνονται…

Ὅταν τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωΐ ἡ δίς Καραβία προσῆλθεν εἰς τά γραφεῖα τῆς Πολιτοφυλακῆς διά ν’ ἀναζητήση τήν ἀγαπημένην της σύντροφον, τῆς παρεσχέθη ἡ ἀόριστος καί ἀφηρημένη ἐξήγησις ὅτι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη εἶχε μεταφερθῆ κατά τήν διάρκειαν τῆς νυκτός εἰς καταυλισμόν ὁμήρων. Ποῦ; ἠρώτησε μέ ἀγωνία ἡ στενή της φίλη. Κανείς δέν ἤξερε ἤ μᾶλλον δέν ἤθελε νά τῆς πῆ. Ἡ οἰκογένεια τῆς καλλιτέχνιδος ἀπεδύθη τότε εἰς ἕνα φρενήρη ἀγῶνα ἀναζητήσεως. Ἠρώτησε κάθε περιοχή ὅπου ὥδευσαν φάλαγγες κρατουμένων τῆς Πολιτοφυλακῆς. Ἀνεζήτησε τήν χαμένη καλλιτέχνιδα ὅπου μποροῦσε νά ἔχη μεταφερθῆ. Ἔβαλε λυτούς καί δεμένους νά ἐξετάσουν, νά ρωτήσουν, νά μιλήσουν, νά φροντίσουν. Ὁ κ. Λαμπέρ – ὁ Ἑλβετός φιλάνθρωπος τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ – κατόπιν προσωπικῶν καί ἐπιμόνων παρακλήσεων τῆς κ. Μαρίκας Κοτοπούλη εἰς τήν ἀλτρουϊστικήν ἐξόρμησιν, εἰς τήν ὁποίαν ἀπεδύθη ἀνά τά διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος πρός διάσωσιν καί περίθαλψιν ὁμήρων, τό πρῶτο πρᾶγμα πού ρωτοῦσε, ὅπου ἔφθανεν, ἦταν «Μήπως εἶδε κανείς σας τήν Ἑλένη Παπαδάκη;» Κανείς ὅμως δέν τήν εἶχε συναντήσει ποτέ. Καμμιά φάλαγξ ὁμήρων δέν τήν εἶχε συμπεριλάβει. Κανένα στρατόπεδον δέν τήν εἶχε στεγάσει οὔτε για μιά ἔστω βραδυά. Ἡ διαπρεπής ἠθοποιός, ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ἐβεβαιώθη, εἶχε δολοφονηθῆ. Καί ἐδολοφονήθη φαίνεται τό ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ πού τήν ἐπῆραν μέ τό αὐτοκίνητον ἀπό τό οἴκημα τῆς Πολιτοφυλακῆς. Τό συμπέρασμα αὐτό συνάγεται τόσον ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν ἐθεάθη πουθενά καί ἀπό κανένα, ὅσον καί ἀπό τό ὅτι οἱ καινούργιες μεταξωτές κάλτσες πού εἶχε φορέσει τήν μοιραία ἐκείνη ἡμέρα εὑρέθησαν ἐπάνω εἰς τό σῶμα της, ὅταν τό ἀνεκάλυψαν, τελείως ἀνέπαφες, χωρίς νά λείπη οὔτε ἕνας ἔστω πόντος. Σημεῖον ὅτι ἀπό τήν Πολιτοφυλακήν ὡδηγήθη χωρίς νά κακοποιηθῆ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τόν τόπον τοῦ μαρτυρίου. Πῶς ὅμως τήν ἐσκότωσαν; Ποῖος ἦτο ὁ δήμιος; Καί πῶς ἀκριβῶς ἀνευρέθη τό πτῶμα της;

 

5. Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΕΔΕΙΛΙΑΣΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΣΚΟΤΩΣΕ ΜΕ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ!

Πῶς ἀνευρέθη τό σῶμα τῆς τραγωδοῦ εἰς τά διϋλιστήρια τῆς Οὖλεν. – Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ κ. Σιτρίν. – Ἡ ἀνακάλυψις τῶν δραστῶν. – Ὁ δήμιος Μακαρώνας ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ὁ μοναδικός αὐτουργός. – Διατί τήν ἐξετέλεσε μέ τό περίστροφον ἀντί μέ τό τσεκοῦρι.

 

Εἶχε περάσει περισσότερο ἀπό ἕνας μήνας ἀπό τήν ἡμέρα πού ἡ Ἑλένη Παπαδάκη ἀπήχθη ἀπό τούς αἱμοδιψεῖς ἀνθρώπους τῆς Πολιτοφυλακῆς καί οἱ οἰκεῖοι της δέν εἶχαν κατορθώσει ἀκόμη νά μάθουν τίποτε τό θετικόν διά τήν τύχην της. Ὅσο ὅμως καί ἄν διατηροῦσαν κάποιαν ἀμυδράν ἐλπίδα, κατά βάθος καταλάβαιναν ὅτι ἡ ἀγαπημένη τους εἶχε σκοτωθῆ. Διαφορετικά θά ἔπρεπε νά εἶχε δώσει σημεῖα ζωῆς. Κάποιος ὅμηρος θά τήν εἶχε ἰδῆ. Κάποιος κρατούμενος θά τήν εἶχε συναντήσει σέ στρατόπεδο ἤ σέ φυλακή. Ἡ ἔλλειψις οἱασδήποτε πληροφορίας ἦταν τό θλιβερό προμήνυμα πώς ἡ ἀλησμόνητος καλλιτέχνις εἶχε πέσει θῦμα τῆς ἐλασιτικῆς θηριωδίας. Πράγματι, περί τά τέλη σχεδόν Ἰανουαρίου, ὁ φόβος πού διεγράφετο ἀπό ὅλα τά στοιχεῖα πού συνέθεταν τήν τραγικήν ὑπόθεσιν τῆς ἀπαγωγῆς καί τῆς ἐξαφανίσεως τῆς Ἑλένης ἀπεδείχθη βάσιμος: Ἕνας φύλακας τοῦ Β΄ Νεκροταφείου Πατησίων διεμήνυσεν εἰς τούς οἰκείους τῆς τραγωδοῦ, διά μέσου ἑνός καθηγητοῦ πού εἶχε χάσει καί ἐκεῖνος τόν ἀδελφόν του – κατά σύμπτωσιν καί αὐτός Παπαδάκης! – ὅτι εἰς τήν περιφέρειαν τῆς Ὤμορφης Ἐκκλησιᾶς εἰς τήν ἐκταφήν τῶν πτωμάτων, ἡ ὁποία ἐγίνετο, «κάτι» τούς ἐνδιέφερε. Ἔξαλλοι κυριολεκτικῶς ἔσπευσαν ἀμέσως οἱ συγγενεῖς καί μέ δικαιολογημένην συντριβήν καί ὀδύνην διεπίστωσαν ὅτι πράγματι ἀπό ἕνα κοινόν τάφον – μαζί μέ ἄλλους τέσσερες ἐκτελεσθέντας – εἶχεν ἀνασυρθῆ τό σῶμα τῆς Ἑλένης!

Ὁ χῶρος τῶν διϋλιστηρίων τῆς Οὖλεν ἔχει ἐγκατεσπαρμένα μέσα σ’ ἕνα φυτεμένο χῶρο μερικά μικρά οἰκήματα – ἕνα χρησιμεύει ὡς γραφεῖο καί μερικά ἄλλα σπίτια περιλαμβάνουν τάς ἐγκαταστάσεις διϋλίσεως τοῦ νεροῦ – ὀλίγον ὅμως παρακάτω τό ὀροπέδιον ὑποχωρεῖ εἰς χαμηλήν κλιτῦν, πού εἶναι ὅλη γεμάτη πεῦκα. Ἐκεῖ ἀνάμεσα σ’ αὐτά τά πεῦκα ἦταν σκαμμένος ὁ λάκκος, ὅπου ἐκοίτετο νεκρή ἡ πολύκλαυστος τραγωδός. Χωρίς ροῦχα, μέ μιά μονάχα κομπιναιζόν, ἀνασηκωμένο καί μαζεμένο γύρω στόν θώρακα καί τό γνωστό ὁλοκαίνουργιο ζευγάρι κάλτσες, μέ τίς ζαρετιέρες ζωσμένες ἀπό τήν μέση της, ἡ Ἑλένη Παπαδάκη ἀνεγνωρίσθη ἀμέσως. Ἦταν σκοτωμένη ἀπό σφαῖρα, πού εἶχε δεχθῆ εἰς τόν αὐχένα. Ἡ εἴδησις διεδόθη ἀστραπιαίως καί ἐκτός ἀπό τούς οἰκείους της καί τήν στενή ἀδελφική της φίλη – τήν δίδα Αἰμιλία Καραβία – προσῆλθον στόν ἀποτρόπαιο τόπο τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος καί πολλοί ἄλλοι γνώριμοί της. Μαθηταί καί μαθήτριαι τῆς Δραματικῆς Σχολῆς, πού ἠκολούθησαν, ἔσπευσαν νά καλύψουν τό σῶμα τῆς διακεκριμένης ἠθοποιοῦ μέ κλαδιά καί φύλλα δένδρων, πού ἔκοψαν ἀπό τίς τριγύρω φυτεῖες, ἔτσι πού, ὅταν σέ λίγο ἐπεσκέφθη τά διϋλιστήρια τῆς Οὖλεν ὁ κ. Σιτρίν μέ τήν ἀγγλική ἐργατική ἀντιπροσωπεία καί εἶδε τό τραγικόν θέαμα τῆς ἀκαλύπτου δολοφονημένης ἑκατόμβης, τοῦ ἔκανε ξεχωριστή αἴσθηση καί συγκίνηση τό σκεπασμένο μέ τόσο σεβασμό καί ἀγάπη πτῶμα τῆς ἀδικοσκοτωμένης ἱερείας τῆς Τέχνης.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ ΚΑΙ Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΒΟΡΟΥ ΔΗΜΙΟΥ

Τό πτῶμα ἀνευρέθη ἀκριβῶς εἰς τάς 26 Ἰανουαρίου καί τήν ἄλλη ἡμέρα μέσα σέ πρωτοφανεῖς ἐκδηλώσεις βαθυτάτου καί εἰλικρινοῦς πένθους τοῦ καλλιτεχνικοῦ καί τοῦ φιλοτέχνου κόσμου ἡ ἀλησμόνητος καλλιτέχνις ἐκηδεύθη ἀπό τόν ναόν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρύτση. Λεπτομερείας δέν εἶμαι εἰς θέσιν νά μεταδώσω. Θυμοῦμαι μόνον, διότι συνέπεσε νά εἶμαι ἕνας ἀπό ἐκείνους πού ἀπεχαιρέτησαν μέ λίγα λόγια στήν ἐκκλησία τήν νεκρή πρωταγωνίστρια, πώς ὁ γνωστότερος κόσμος τῶν Γραμμάτων καί τῆς Τέχνης διέκοπτε τάς συγκινητικάς νεκρολογίας διά νά φωνάξη μέσα ἀπό τήν ψυχή του: «Ἀνάθεμα στούς δολοφόνους».

Ποιός ὅμως τήν εἶχε σκοτώσει;

Ποιό δηλαδή ὑπῆρξε τό ἐκτελεστικόν ὄργανον τῆς προπαρασκευασμένης αὐτῆς ἀνάνδρου δολοφονίας; Αὐτό χρειάσθηκε ἕνα κάποιο χρονικό διάστημα διά νά διαπιστωθῆ. Καί ἡ ἀποκάλυψις ἔγινε συμπτωματικῶς ἀπό ἕνα τυχαῖο καθαρῶς γεγονός: Μιά ἡμέρα μέσα εἰς τό τράμ ἕνας μαυροφορεμένος πενθῶν ἐπιβάτης ἀνεκάλυψε ξαφνικά ὅτι ὁ τροχιοδρομικός ὑπάλληλος φοροῦσε τό πουλόβερ ἐκτελεσθέντος συγγενοῦς του! Ἔβαλε τίς φωνές, ὁ τροχιοδρομικός συνελήφθη, ὡδηγήθη εἰς τήν Ἀσφάλειαν καί ἐκεῖ ὡμολόγησεν: Ἀνῆκεν εἰς τό φοβερόν ἐκτελεστικόν ἀπόσπασμα τῶν διϋλιστηρίων τῆς Οὖλεν. Ἡ πρώτη αὐτή ἀποκάλυψις ἔφερε τάς καταδιωκτικάς ἀρχάς ἐπί τά ἴχνη ὅλης τῆς ἐγκληματικῆς σπείρας. Ἔτσι σέ λίγο ἡ ἀστυνομία εἶχε στά χέρια της ὁλόκληρον τό συνεργεῖον τῶν δημίων πού διέπραξαν τάς ἀνατριχιαστικάς ἐκτελέσεις τῆς Ὤμορφης Ἐκκλησιᾶς. Μεταξύ αὐτῶν συγκατελέγετο καί ἕνας ἀκούων εἰς τό ὄνομα Βασίλειος Μακαρώνας. Ὁ αἱμοβόρος αὐτός κακοῦργος – ἄλλοτε, νομίζω, μπακάλης στους Ποδαράδες – ἐπειδή ἦταν λοχίας πυροβολητής στό στρατό (στόν «ἀστικό» στρατό, ὅπως ἐδήλωσε μέ περισσήν αὐθάδειαν κατά τήν δίκην του πού διεξήχθη πέρυσι) ἐξετέλει καθήκοντα ἐπιλοχίου εἰς τόν χῶρον τῶν διϋλιστηρίων τῆς Οὖλεν καί ὅπως ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν αὐτός ὑπῆρξεν ὁ αὐτουργός τῆς ἐκτελέσεως τῆς Ἑλένης Παπαδάκη. Τό γεγονός ἐπιστοποίησαν καί οἱ ἄλλοι δήμιοι τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος Ὤμορφης Ἐκκλησιᾶς, ἐκ τῶν ὁποίων σημειωτέον ὁ ξυλοκόπος Τζογανάκης ἔσφαξε μόνος του μέ τό τσεκοῦρι 43 χωροφύλακας καί ἀστυφύλακας! Φυσικά, ἐάν ἐνείχοντο καί ἄλλοι εἰς τήν δολοφονίαν τῆς ἐξαιρετικῆς καλλιτέχνιδος δέν θά εἶχαν κανένα λόγον νά μη τό ποῦν, ἀφοῦ μόνοι τους ἀπεκάλυψαν εἰς τόν ἀνακριτήν καί κατόπιν κυνικώτατα «ἐξιστόρησαν» εἰς τό δικαστήριον ὅλον τόν τρομακτικόν ἀπολογισμόν αἵματος πού ἔχυσαν «γιά χάρη τῆς λαοκρατίας»!

Ἀλλά ὅ,τι κάνει ξεχωριστή αἴσθησιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς δολοφονίας τῆς Ἑλένης Παπαδάκη εἶναι ὅτι ἡ πνευματική γοητεία καί ἡ ἀκτινοβολία τῆς ξεχωριστῆς καλλιτέχνιδος κατώρθωσαν νά μαλακώσουν τήν ὑστάτη στιγμή καί αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ φοβεροῦ Μακαρώνα τήν καρδιά. Πράγματι. Εἰς τήν ἐκτέλεσιν παρίστατο – καθώς κατετέθη πέρυσιν εἰς τό κακουργιοδικεῖον – καί ὁ καπετάν Ὀρέστης. Ὁ Ὀρέστης λοιπόν ὥρισεν ὅτι ἡ θανάτωσις τῆς τραγωδοῦ θά ἐγίνετο μέ τσεκοῦρι. Ἐν τούτοις, ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα καί τό δύσμοιρον θῦμα παρεδόθη εἰς τόν θηριώδη Μακαρώνα διά νά δολοφονηθῆ, ὁ φοβερός δήμιος μέσα εἰς ἐκείνην τήν φρικτήν ἀτμοσφαῖραν τῆς κολάσεως ἔκανε κάτι τό ἀπροσδόκητον – κάτι πού τοῦ τό ἐπέβαλε φαίνεται ἄθελα ἡ ἁβρότης καί ἡ εὐγένεια τῆς Γυναίκας πού ἐστάλη εἰς τό θυσιαστήριον διά νά πληρώση καί ἡ Τέχνη τόν φόρον της εἰς τήν ὁμαδικήν παράφρονα ἐξόντωσιν τῶν ἀντιπάλων πού ἐπιχειροῦσαν οἱ λυσσαλέοι ἄνθρωποι τῆς δεκεμβριανῆς ἀναστατώσεως: Ὁ Μακαρώνας ἀντί νά ἐκτελέση τήν Ἑλένη Παπαδάκη μέ τό τσεκοῦρι, ὅπως τοῦ ἔδωσεν ἐντολήν ὁ καπετάν Ὀρέστης, ἐδειλίασε, ἐκάμφθη, ἡμέρωσε καί ἐτράβηξε τό πιστόλι του. Ἐπίεσε τήν σκανδάλη καί τήν ἐξετέλεσε μέ δυό σφαῖρες στόν αὐχένα…

–Δέν βάσταξα νά τήν σκοτώσω μέ τό τσεκοῦρι, ἐδήλωσε πέρυσιν εἰς τόν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου πού τόν κατεδίκασεν εἰς θάνατον…

Μιά πνοή θωπείας καί ἀπροσδιορίστου ἁβρότητος μέσα εἰς τήν σύγχρονον αὐτήν τραγωδίαν, ὅπου πάλιν ἕνας Ὀρέστης ἐξαπέλυσε θανάσιμον πλῆγμα ἐναντίον τῆς Κλυταιμνήστρας καί ὅπου ἡ ἀκτινοβολία τῆς Τέχνης ἔκανε καί ἕναν δολοφόνον τῆς Πολιτοφυλακῆς Ἄνθρωπον. Γιατί – τι καταισχύνη καί τι κατάπτωσις πολιτισμοῦ! – ἀνθρωπιά καί χάδι τρυφερότητος εἶχε καταντήσει τόν Δεκέμβριον τό νά σέ σκοτώνουν μέ μιά σφαῖρα περιστρόφου ἀντί νά σέ σφάζουν μέ τό τσεκοῦρι…

 

6. Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ ΜΑΚΑΡΩΝΑΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΝ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ἡ κυνική ἐξιστόρησις τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος ἐνώπιον τοῦ κακουργιοδικείου. – «Δέν ἐβάσταξε ἡ καρδιά μου νά τήν σκοτώσω μέ τό τσεκοῦρι». – Ὁ ρόλος τοῦ καπετάν Ὀρέστη. – Οἱ τελευταῖες στιγμές καί ἡ πάλη τῆς ἀλησμονήτου τραγωδοῦ.

 

Κλείω μέ ξεχωριστή συγκίνηση τήν ἀφήγηση τῆς δραματικῆς ἐκτελέσεως τῆς Ἑλένης Παπαδάκη. Ἐλέχθη σχετικῶς – καί εἶναι ἐπιγραμματικόν – ὅτι «ἦταν γνώριμος για τήν τραγωδό ὁ δρόμος τοῦ Θανάτου. Ἐπί ἑβδομάδας, μέ τήν ὑπόκρουση τῶν θρήνων τῶν θεατῶν, ζωντανή τήν ὡδηγοῦσαν σαν Ἀντιγόνη στόν τάφο της. Οὔτε θά ἦταν παρθενική ἐπαφή τοῦ τραχήλου της μέ τό τσεκοῦρι σέ μιά Κλυταιμνήστρα συνηθισμένη νά δέχεται ἀπό τά χέρια τοῦ Ὀρέστη τό θανάσιμο καύπημα». Εἴδαμε ἐν τούτοις ὅτι ὁ θηριώδης αὐτουργός Μακαρώνας τήν τελευταία στιγμή ἡμέρωσε καί αὐτός καί δέν ἠθέλησε νά χρησιμοποιήση τό τσεκοῦρι διά νά πραγματοποιήση τό στυγερόν ἔγκλημά του. Καί μεταχειρίσθηκε στή θέση του πιστόλι…

Πῶς ἀκριβῶς ὅμως ἐξετυλίχθη αὐτή ἡ τρομερά σκηνή;

Τήν ἔχει ἀφηγηθῆ ὁ ἴδιος ὁ δράστης στά Διϋλιστήρια καί τήν ἐξιστόρησε κατόπιν στους δημοσιογράφους ὅταν ἐζήτησαν νά μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες. Εἶναι ἐνδιαφέρον νά σημειωθῆ ὅτι ὁ περίφημος σφαγεύς τῶν διϋλιστηρίων τῆς Οὖλεν, πάντοτε ὅταν γίνεται λόγος διά τήν δολοφονίαν τῆς ἀλησμονήτου τραγωδοῦ, ἐνῶ εἶναι τύπος κυνικός, δείχνει εἰς αὐτό τό σημεῖον ἰδιαίτερη – ἄς τήν ποῦμε – εὐαισθησία. Τρέμει στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τῆς Ἑλένης καί θεωρεῖ τήν ὑπόθεση σαν κάτι πού τόν βαρύνει ξεχωριστά. Ἐνῶ για τά ἄλλα του κακουργήματα – οἱ συνένοχοί του κατήγγειλαν ὅτι ἔχει σκοτώσει καί δυό ἄλλους ὁμήρους, συγχρόνως δέ ὁ ἴδιος δέν παρέλειψε ν’ ἀναγνωρίση ὅτι ὡς «ἐπιλοχίας» τοῦ σφαγείου τῆς Ὤμορφης Ἐκκλησιᾶς συνώδευε ἀπό τό «οἴκημα» τῶν διϋλιστηρίων ἕως τούς ὁμαδικούς τάφους πού ἠνοίγοντο ἀπό τούς πολιτοφύλακας πολλούς ἀστυφύλακας καί χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἐσφάζοντο καί ἐθάπτοντο ἐκεῖ κατά σωρούς – ἐνῶ λοιπόν δι’ αὐτά ὁμιλεῖ μέ τόν γενικόν ὅρον… «ἐθνική δρᾶσις», διά τήν ἐκτέλεσιν τῆς πολυκλαύστου καλλιτέχνιδος δοκιμάζει ἕνα εἶδος τύψεων καί – θά ἔλεγε κανείς – καί συγκινήσεως…

–Ἐγώ πράγματι τήν σκότωσα τήν Ἑλένη Παπαδάκη, εἶπε στό δικαστήριο. Ἤμουν ἐπιλοχίας στήν Οὖλεν καί εἴχαμε δερβέναγα τόν καπετάν Ὀρέστη. Ἐκεῖνος ἔκανε «κουμάντο» καί ὅποιος δέν τόν ἄκουγε μποροῦσε κάλλιστα νά τόν σκοτώση χωρίς νά δώση λόγο σέ κανένα. Ὁ Ὀρέστης ὁ ἴδιος, μέ τό πιστόλι στό χέρι, μέ διέταξε νά ἐκτελέσω τήν Παπαδάκη. Μέ φοβέριζε…

Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐπιβάλλεται νά ὑπομνησθῆ ὅτι ὁ ἀναφερόμενος ἀρχιδήμιος τοῦ ΕΛΑΣ – ὁ καπετάν Ὀρέστης – ὕστερα ἀπό καυγάδες ἐπάνω στήν μοιρασιά εἰδῶν πού εἶχαν ἀφαιρεθῆ ἀπό κατακρεουργηθέντα θύματα τῆς Πολιτοφυλακῆς – εἴδαμε ὅτι διεδραμάτισε ρόλον καί τό γούνινο παλτό τῆς Ἑλένης – ἐξετελέσθη ἀπό τούς ἰδίους τούς «συναγωνιστάς» του. Ἀκριβῶς δέ διότι δέν ὑπῆρχε πλέον, οἱ κατηγορούμενοι τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος τῆς Οὖλεν τοῦ ἐπέρριπταν ὅλας τάς εὐθύνας διά τήν ἀνατριχιαστικήν ἅλυσον τῶν φοβερῶν θηριωδιῶν τους. Ἔτσι καί ὁ Μακαρώνας εἰς τό δικαστήριον προσεπάθησε ν’ ἀποδώση ὅλον τό βάρος τῶν κατηγοριῶν πού εἶχεν εἰς τόν περιώνυμον αὐτόν Ὀρέστην. Καί συνέχισε:

–Μοῦ τήν φέρανε μ’ ἕνα ταξί. Τήν εἶχαν ζωσμένη ἄνθρωποι τῆς Πολιτοφυλακῆς. Ἦταν τυλιγμένη στό γούνινο παλτό της, γιατί ἔκανε ἐκεῖνο τό βράδυ διαβολόκρυο. Ὅταν τήν εἶδα δείλιασα. Ἐγώ δέν εἶμαι ἐκτελεστής. Εἶμαι ἕνας ἥσυχος οἰκογενειάρχης μέ τρία παιδιά. Ἔπειτα μέ πειράζουν καί οἱ γυναικεῖες φωνές…

Καί ἀπεσαφήνισε πῶς ἡ Ἑλένη Παπαδάκη στάθηκε θαρραλέα καί ψύχραιμη – ὅπως δηλαδή ἀντιμετώπισε ἀπό τήν ἀρχή ὅλη τήν δεινή τραγωδία – ἐξέσπασεν ὅμως εἰς θρηνωδίαν καί γόους μόλις οἱ δήμιοί της ἠθέλησαν νά τῆς βγάλουν τά ροῦχα. Ἡ σκηνή, ἀληθινά, πρέπει νά ὑπῆρξε σπαρακτική. Δέν ἐκάμφθη καί δέν ἐδειλίασεν ἡ δραματική καλλιτέχνις, πού ἤξερε νά διατηρῆ τό ὑπέροχον μεγαλεῖον τῆς Τέχνης της καί εἰς ὅλας τάς ἐκδηλώσεις τῆς Ζωῆς. Ἔδιδε ὅμως ἐκείνην τήν στιγμήν τήν μάχην της γυναικείας ἀξιοπρεπείας της καί προκειμένου νά τήν ἐξυπηρετήση καί νά τήν ἐνισχύση δέν ἐδοκίμασε δισταγμόν εἰς τό νά φωνάξη καί νά κλάψη. Εἶναι δέ τόσον γεγονός ὅτι ἡ Γυναίκα καί μόνον ἠγωνίζετο ἐκείνην τήν ὥραν διά τήν προάσπισιν τῆς ἠθικῆς ὑστεροφημίας της καί δέν ἦτο ἀδυναμία ὑπαγορευθεῖσα ἀπό ἔνστικτον αὐτοσυντηρήσεως, πού καί ὁ ἴδιος ὁ Μακαρώνας κατέθεσεν ὅτι τῆς ἐδηλώθη ἀπό μέρους τῶν Ἐλασιτῶν ὅτι τούς ἐνδιέφεραν μόνον τά ροῦχα πού φοροῦσε…

–Ἀφοῦ τῆς τά βγάλαμε, ἐξηκολούθησε, τήν τραβήξαμε πιο πέρα. Ὁ Ὀρέστης βιαζότανε καί μέ ἀπειλοῦσε. Εἶχε πῆ νά τήν σκοτώσω μέ τό τσεκοῦρι, ὅπως εἶχε γίνει καί μέ τούς ἀστυφύλακας καί τούς χωροφύλακας τῶν Ποδαράδων. Ἐγώ ὅμως δέν μπόρεσα… Δέν βάσταξε ἡ καρδιά μου… Ἔβγαλα λοιπόν τό πιστόλι, τήν ἅρπαξα καί τῆς φύτεψα δυό σφαῖρες στό κεφάλι… Ἀκριβῶς δέν καλοθυμᾶμαι πόσες φορές τράβηξα τήν σκανδάλη…

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΝ «ΕΦΑΓΕ» ΑΔΙΚΑ!

Καί μετά ἀπό αὐτήν τήν πλήρη ὁμολογίαν ὁ ἥρως τοῦ ΕΛΑΣ, ὅταν πέρυσιν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ κακουργιοδικείου διά τῆς ὁποίας κατεδικάσθη εἰς θάνατον διά τά ἄλλα του ἐγκλήματα – ἡ τραγωδία τῆς Ἑλένης Παπαδάκη θά στηρίξη ἄλλην ἰδιαιτέραν δίκην – δέν παρέλειψε νά διατυπώση τήν… πικρίαν του διότι τό δικαστήριον τόν «ἔφαγε»… ἄδικα καί αὐτόν καί τά ἄλλα «παιδιά»!...

–Ἐγώ εἶμαι… πατριώτης, ἐπέρανε. Πολέμησα στήν Ἀλβανία, ἤμουνα πυροβολητής, βαθμοφόρος. Ἔχω ἐθνική δράση. Δέν ἔκανα ἐγκλήματα…

Καί ὅταν τοῦ ὑπεμνήσθη ἀπό τούς δημοσιογράφους πώς ὁ ἴδιος συγχρόνως ἀνεγνώριζεν ὅτι εἶχε σκοτώσει τήν ἀξέχαστη τραγωδό, ὁ ἀναίσθητος κακοῦργος ἀντέταξε (Ἐλασίτικος «καθοδηγισμός»;)…

–Ναί, τήν σκότωσα αὐτή τήν γυναίκα. Καί ἐπειδή δέν τῆς ἔκοψα τό κεφάλι μέ τό τσεκοῦρι κατηγορήθηκα ἀπό τούς ἄλλους πώς «σαμποτάρω τό σύστημα» καί ὅτι εἶμαι ἀντιδραστικός. Αὐτό ἦταν τό κέρδος μου. Ἐνῶ ὁ Ὀρέστης τῆς ἐπῆρε καί τό παλτό καί ἔφταιγε ἐκεῖνος για ὅλα. Ἐγώ – σᾶς τό ξαναλέω – σκότωσα μονάχα αὐτήν τήν γυναίκα…

Μονάχα! Λές καί μιά Ἑλένη Παπαδάκη εἶναι ἁπλῶς μιά τυχαία καί ἀσήμαντη ὕπαρξις καί ὄχι μιά μεγάλη καλλιτέχνις πού τιμοῦσε τήν πατρίδα μας. Ἀλλά, ἐάν καταλάβαιναν τέτοια πράγματα οἱ ἄνθρωποι τοῦ Δεκεμβρίου, δέν θά εἶχαν μαυροφορέσει τήν μισή Ἑλλάδα…

 

[Απόσπασμα από το ευρύτερο βιβλίο του Αχιλλέα Μαμάκη "ΦΩΣ ΣΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ" που πρόκειται να κυκλοφορήσει προσεχώς]

Ο διαπρεπής δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης, εμβληματική μορφή του Τύπου και ειδικά του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ μέχρι τον θάνατό του το 1966. Στη φωτογραφία με την Κατίνα Παξινού και δεξιά μόλις διακρίνεται ο Στράτης Μυριβήλης.



Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2020

ΤΖΩΝ ΕΜΕΡΥ

 

Ο Άγγλος αριστοκράτης

Τζων Έμερυ που έγινε

φανατικός χιτλερικός

 ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ • Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥ ΘΩΝ

 

Το νεαρό ζεύγος στον Κεραμεικό, τις μέρες που έγινε ο γάμος στο εκκλησάκι του Θων.

Του Δημοσθένη Κούκουνα

 Αν κανείς νομίζει ότι στα χρόνια του Μεσοπολέμου ο πατήρ Δημήτριος Μπάλφουρ ήταν ο μόνος Βρετανός αριστοκράτης που ήρθε στην Ελλάδα και έγινε ορθόδοξος, πλανάται. Διότι ο πρώτος διδάξας, στα χρόνια εκείνα, μεταξύ των γόνων των αριστοκρατικών οικογενειών της Αγγλίας, ήταν ο νεαρός τότε Τζων Έμερυ, πρωτότοκος υιός του συντηρητικού πολιτικού Λήοπολντ Έμερυ. Στην Ελλάδα είναι λίγο ώς πολύ γνωστή σήμερα η πολιτεία του Ντέιβιντ Μπάλφουρ, του εφημερίου της μικρής εκκλησίας που βρίσκεται στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», ο οποίος μέχρι τον Απρίλιο του 1941 εξομολογούσε τις οικογένειες του Κολωνακίου, μέχρι και αυτόν τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κοριζή και ίσως ακόμη και τον βασιλέα Γεώργιο Β’.

Ωστόσο, σχεδόν άγνωστη είναι η τόσο παράδοξη δράση του Τζων Έμερυ κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πολύ δε περισσότερο η αινιγματική παρουσία του στην Αθήνα το 1933, όταν ασπάσθηκε την Ορθοδοξία.

Ο υιός Έμερυ είχε τη μοιραία κατάληξη να απαγχονισθεί στο Λονδίνο στα τέλη του 1945 λόγω της ποικίλης δράσεώς του κατά τη διάρκεια του πολέμου και σε βάρος του συμμαχικού αγώνα. Εκτός από διαλέξεις, ραδιοφωνικές εκπομπές και διάφορα δημοσιεύματα υπέρ της Γερμανίας και του Χίτλερ, ο Έμερυ ίδρυσε και τη «Λεγεώνα του Αγίου Γεωργίου», στελεχώνοντάς την με Βρετανούς αιχμαλώτους που είχε αλιεύσει από τα στρατόπεδα αιχμαλώτων.

Ως νεαρός γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, στάλθηκε σε διάφορα ανάλογα αγγλικά σχολεία, όπως το Ήτον και στη συνέχεια σ’ ένα κολέγιο της Οξφόρδης, αλλά επέδειξε δυσκολία προσαρμογής στα καθιερωμένα. Συνεχώς γινόταν ήρωας επεισοδίων και, σύμφωνα με την εκδοχή των οικείων του, δυσκολευόταν να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, ενώ το πρώτιστο μέλημά του ήταν να προβάλει τη δική του ατομική προσωπικότητα, αποσυνδεδεμένη από εκείνη του πατέρα του, που ήταν ένα από τα βασικά στελέχη των Συντηρητικών, επανειλημμένα υπουργός. Ήθελε να γίνει διάσημος ει δυνατόν μέσα σε μια νύχτα και ταυτόχρονα αδιαφορούσε για κάθε είδους συμβατικούς κοινωνικούς κανόνες. Από την άλλη μεριά, γεννημένος μέσα σε πλούτη ατέλειωτα και μη έχοντας εργασθεί ποτέ στη ζωή του, δεν είχε συναίσθηση της αξίας του χρήματος.

Αγαπούσε τα αυτοκίνητα, οδηγούσε από ηλικίας 15 ετών, αλλά πριν ακόμη ενηλικιωθεί, είχε επιτύχει ένα σπάνιο για τους προσεκτικούς στην οδήγηση Άγγλους ρεκόρ: Είχε συλληφθεί ...73 φορές για υπερβολική ταχύτητα ή παράνομη στάθμευση. Οι νουθεσίες της οικογένειάς του και ιδιαίτερα της μητέρας του, που τον υπεραγαπούσε, δεν είχαν ευνοϊκό αποτέλεσμα, ώσπου ο νεαρός Έμερυ αποφάσισε, αφού έκανε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό, να αξιοποιήσει τα φυσικά του προσόντα, καθώς ήταν ένας ελκυστικός και κομψός νεαρός. Κατέληξε στην ιδέα να πάει στο Χόλυγουντ, ελπίζοντας εκεί να γίνει ηθοποιός του κινηματογράφου και έτσι να αποκτήσει παγκόσμια δημοσιότητα.

Ήταν ακόμη 18 ετών και θα ήταν εντελώς ανέφικτο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση χωρίς τη συναίνεση της οικογένειάς του. Κατάφερε να πείσει τον πατέρα του ότι ήταν ταλαντούχος και θα μπορούσε να γίνει σκηνοθέτης του κινηματογράφου, οπότε δέχθηκε εκείνος να χρηματοδοτήσει τις ανάλογες σπουδές του υιού του, ενώ ταυτόχρονα φρόντισε να του βρει μια εργασία ως βοηθός σκηνοθέτης. Ο ίδιος όμως ο Τζων ήθελε αμέσως να γίνει ο νεώτερος στην ιστορία του κινηματογράφου σκηνοθέτης και χρησιμοποιώντας τους φίλους που είχε αποκτήσει οργάνωσε την παραγωγή μιας ταινίας με τον τίτλο «Οι ουρανοί της Ζούγκλας» που θα γυριζόταν στην Αφρική με τεράστιο προϋπολογισμό. Η ταινία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και τις πρώτες δαπάνες, καθόλου ευκαταφρόνητες σε ύψος, χρηματοδότησε αναγκαστικά ο πατέρας Έμερυ.

Ωστόσο, με την αρχική ανάμιξή του στην κινηματογραφική βιομηχανία, δεν κατάφερε τίποτε περισσότερο από το να ερωτευθεί μια νεαρή ηθοποιό που μέχρι τότε είχε δευτεραγωνιστικούς ρόλους, τη Γιούνα Γουίνγκ. Την πήρε μαζί του και ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να τελέσει γάμο μαζί της. Νόμισε ότι αυτό θα ενθουσίαζε τους γονείς του, όπως είχε ο ίδιος ενθουσιασθεί, αλλά εκείνοι αντέδρασαν έντονα. Αρνήθηκαν να δώσουν συγκατάθεση για να γίνει αυτός ο γάμος, καθώς ο γαμπρός σύμφωνα με τον βρετανικό νόμο δεν ήταν ενήλικος, αφού δεν είχε συμπληρώσει το 21ο έτος του, και πίεσαν εκ των άνω την Αγγλικανική Εκκλησία να αρνηθεί να δώσει άδεια γάμου.

Τότε ο Τζων ήταν μόνον είκοσι ετών και η αγαπημένη του κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη. Η ίδια πολλά χρόνια αργότερα είπε ότι δεν τον είχε ρωτήσει ποια ήταν ακριβώς η ηλικία του, τον νόμιζε ότι ήταν 28 ετών και ακόμη ότι δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι γονείς του και τι θέση είχαν στη λονδρέζικη κοινωνία. Μετά από μερικά χρόνια, ο Τζων τής είπε ότι νόμιζε πως εκείνη ήταν πλούσια και θα τον βοηθούσε στα επιχειρηματικά σχέδιά του στον κινηματογράφο.

Ο πατέρας Έμερυ διατηρούσε την ελπίδα ότι ο πρωτότοκος γιος του θα «έβαζε μυαλό» και προτίμησε να συμβιβασθεί μαζί του, με την υπόσχεση ότι θα συμφωνούσε στον γάμο, αν μεσολαβούσε ένα διάστημα ώστε να γνωρισθούν οι μελλόνυμφοι μεταξύ τους, στην πραγματικότητα πιστεύοντας ότι έτσι θα ατονούσε το αίσθημα. Έδωσε και πάλι χρήματα για να κάνουν ένα ταξίδι, ενώ μερίμνησε να βρει εργασία για τον Τζων στην Κίνα, στο Πρακτορείο Ρώυτερ της Σαγκάης.

Αλλά αντί για τη Σαγκάη, ο Τζων και η Γιούνα έφυγαν για την Αθήνα. Εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας», έκαναν αρχαιολογικές περιηγήσεις και εκδρομές, ταυτόχρονα όμως ο νεαρός Έμερυ υλοποιούσε το σχέδιό του για τον γάμο, όπως το είχε «σκηνοθετήσει» από πριν. Η πρώτη του κίνηση ήταν να επισκεφθεί το βρετανικό προξενείο, το οποίο όμως δεν ικανοποίησε το αίτημά του, καθώς δεν είχε συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του (απέμεναν μερικές εβδομάδες ακόμη) και σύμφωνα με τον βρετανικό νόμο χρειαζόταν γονική συναίνεση. Στη συνέχεια, έχοντας εν τω μεταξύ γνωρίσει και συνδεθεί φιλικά με δύο Έλληνες νεαρούς αξιωματικούς, έναν της Αεροπορίας και έναν του Ναυτικού, καθώς και τον απόστρατο αξιωματικό και δημοσιογράφο Σπύρο Τραυλό (εκείνη την εποχή ήταν διευθυντής συντάξεως του «Ελληνικού Μέλλοντος» και ανταποκριτής του «Ντέιλυ Τέλεγκραφ»), επισκέφθηκε και γνώρισε τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο. Του ζήτησε να γίνουν ο ίδιος και η Γιούνα ορθόδοξοι, ώστε να μπορέσουν να τελέσουν τους γάμους τους.

Ο Αρχιεπίσκοπος απόρησε και δεν ήταν τόσο πρόθυμος για να δεχθεί την «αλλαξοπιστία» χάριν ενός γάμου. Ο Έμερυ όμως ήταν απόλυτος, απειλώντας ότι ήταν διατεθειμένος να γίνει ακόμη και ...μουσουλμάνος προκειμένου να το επιτύχει. Και τελικά δέχθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος την ιδιοτροπία του νεαρού Άγγλου αριστοκράτη και ανέθεσε σ’ έναν νεαρό διάκονο (που είχε υπηρετήσει στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο, οπότε γνώριζε άριστα τα αγγλικά, ενώ αργότερα έγινε γνωστός ιεράρχης) να τον κατηχήσει στην Ορθοδοξία, βοηθούμενο από τους προαναφερθέντες αξιωματικούς. Στο τέλος, μετά από μια ολιγοήμερη κατήχηση, που γινόταν άλλοτε στο σαλόνι και άλλοτε στο ...μπαρ της «Μεγάλης Βρετανίας» ή στις αθηναϊκές ταβέρνες, ο Τζων και η Γιούνα βαπτίστηκαν, παρουσία των Αθηναίων φίλων τους, στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου των Αμπελοκήπων, στου Θων. Πρόκειται για το ιδιότυπο εκκλησάκι που είχε σχεδιάσει ο περίφημος Ερνέστος Τσίλλερ για τις εκκλησιαστικές ανάγκες της οικογένειας Θων μέσα στο ομώνυμο κτήμα. Σήμερα η μικρή αυτή γραφική εκκλησία είναι το μόνο που έχει απομείνει από το κτήμα Θων, αφού ως γνωστόν το περίφημο κτίριο και ο φανταστικός κήπος του είχαν καταστραφεί κατά τα Δεκεμβριανά από τους Ελασίτες.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 1933. Μισή ώρα μετά από τη βάπτισή τους, τελέσθηκε το μυστήριο του γάμου τους, παρισταμένων πάντοτε των δύο αξιωματικών και του δημοσιογράφου Τραυλού, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω κατά την Κατοχή υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας «Καθημερινή» με αποτέλεσμα να δικασθεί ως δοσίλογος. Έπειτα από το μυστήριο, ο Τραυλός έσπευσε να στείλει μια μακροσκελέστατη ανταπόκριση στην εφημερίδα του Λονδίνου «Ντέιλυ Τέλεγκραφ», απ’ όπου πληροφορήθηκαν τα καθέκαστα η οικογένεια Έμερυ και βεβαίως ολόκληρη η κοινή γνώμη, αφού για μια ακόμη φορά ο νεαρός Τζων γινόταν ήρωας των εφημερίδων.

Ο Τζων Έμερυ εξαφανίσθηκε για λίγη ώρα αμέσως μετά τον γάμο του και, ως υποδειγματικός αριστοκράτης, κατευθύνθηκε σ’ ένα από τα μεγαλύτερα αθηναϊκά κοσμηματοπωλεία, στου Βουράκη, στην οδό Βουκουρεστίου. Καλοντυμένος, με τον αέρα του, φάνηκε αμέσως για τον κοσμηματοπώλη και τους υπαλλήλους του ως ο ιδανικός πελάτης. Χωρίς να παζαρέψει καθόλου, αγόρασε τα ακριβότερα κοσμήματα που του έδειξαν, ρώτησε για το συνολικό ποσόν και συμπλήρωσε μια επιταγή από το καρνέ του, πληρωτέα σε μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες. Επρόκειτο για 850 λίρες, ποσό δυσθεώρητο τότε. Πήρε τα αδαμαντοποίκιλτα κοσμήματα και έσπευσε να ξαναβρεί τη γυναίκα που μόλις πριν την είχε παντρευτεί για να της προσφέρει μερικά απ’ αυτά. Διότι τα άλλα τα μεταπώλησε σε άλλον κοσμηματοπώλη, πήρε μετρητά και μ’ αυτά προμηθεύτηκε δύο εισιτήρια για το Σεμπλόν-Οριάν.

Την ίδια ημέρα το νεόνυμφο ζευγάρι έφευγε από την Αθήνα με προορισμό το Παρίσι.

Περιχαρής ο κοσμηματοπώλης Βουράκης για την πώληση που είχε επιτύχει ειδοποίησε τηλεγραφικώς την αγγλική τράπεζα ότι επιθυμούσε την είσπραξη της επιταγής που είχε στα χέρια του, οπότε μετά από ένα εικοσιτετράωρο ήρθε η απάντηση. Η επιταγή ήταν ακάλυπτη και ο Τζων Έμερυ από καιρό δεν είχε καταθέσεις σ’ αυτόν τον λογαριασμό.

Ο Έλληνας κοσμηματοπώλης δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Έσπευσε στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών, διοικητής της οποίας ήταν ο Ιωάννης Πολυχρονόπουλος (ο οποίος σημειωτέον δύο μήνες αργότερα συνελήφθη ως ενεχόμενος στην απόπειρα κατά του Ελευθ. Βενιζέλου), και κατήγγειλε το γεγονός. Η υπόθεση ανατέθηκε στην Υπηρεσία Διώξεως, επικεφαλής της οποίας ήταν ένας άλλος αξιωματικός, που αργότερα έγινε επίσης διάσημος: ο Άγγελος Έβερτ. Ο τελευταίος, ύστερα από πρόχειρη ανάκριση, πληροφορήθηκε ότι το νεαρό ζεύγος ταξίδευε με το Σεμπλόν-Οριάν προς Παρίσι και δραστηριοποιήθηκε ανάλογα. Τηλεγραφικώς ειδοποίησε η Γενική Ασφάλεια (τότε δεν υπήρχε ακόμη η Ιντερπόλ) όλες τις μεγάλες πόλεις, απ’ όπου περνούσε ο συρμός. Και τελικά ο Τζων Έμερυ και η γυναίκα του συνελήφθησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό Παρισίων, όπου αποβιβάσθηκαν. Με βάση την καταγγελία του Βουράκη προφυλακίσθηκαν για απάτη από τις γαλλικές αρχές και στις 30 Μαΐου 1933 εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.

Φυσικά η υπόθεση πήρε σκανδαλοθηρική δημοσιότητα και ο πατέρας Έμερυ υποχρεώθηκε να δηλώσει ότι θα πληρώσει ο ίδιος την οφειλή του γιου του, γεγονός που υποχρέωσε τον Αθηναίο κοσμηματοπώλη να αποσύρει την καταγγελία του.

Όπως ήταν επόμενο, η περιπέτεια αυτή προβλημάτισε και πάλι, αυτή τη φορά οξύτερα, την οικογένεια Έμερυ. Και ο πατέρας θεώρησε ότι βρήκε τη λύση: υποχρέωσε τον Τζων να εργασθεί εκεί στο Παρίσι, αφού του βρήκε μια θέση εργασίας στο εργοστάσιο χρωμάτων «Μπέργκερ», που ανήκε στον σύγγαμβρό του, τον λόρδο Γκρήνγουντ. Η εργασία αυτή φαίνεται να συνέτισε τον ανήσυχο γόνο της οικογένειας Έμερυ, ο οποίος έτσι για πρώτη φορά στη ζωή του εργάσθηκε κανονικά.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1934, επέστρεψε με τη σύζυγό του στην Αγγλία. Το ζευγάρι είχε γίνει αποδεκτό από την οικογένεια και του παραχωρήθηκε μία εξοχική κατοικία κοντά στον Τάμεση για να κατοικήσει, καθώς και ένα επαρκές μηνιαίο εισόδημα. Τα σχέδια του Τζων ήταν να κατορθώσει να ξαναξεκινήσει την παραγωγή της κινηματογραφικής ταινίας «Οι ουρανοί της Ζούγκλας», αλλά η επανεμφάνιση των πιστωτών του τα ματαίωσε. Οι πιστωτές του πέτυχαν να τον χρεοκοπήσουν και το ζευγάρι πήρε τον Μάιο του 1936 την απόφαση να φύγει από την Αγγλία και να πάει στη Γαλλία.

Παρά το γεγονός ότι ο Τζων Έμερυ ανήκε σε πολιτική οικογένεια, μέχρι τότε δεν είχε ενδιαφερθεί να ασχοληθεί με τα κοινά και οι απόψεις του ήταν συγκεχυμένες. Ο πατέρας του ήταν ένα από τα ηγετικά στελέχη του Κόμματος των Συντηρητικών, αλλά ο ίδιος εντυπωσιάσθηκε από τον δυναμισμό του φασισμού που είχε απλωθεί σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Εκείνος που τον εισήγαγε στις φασιστικές θεωρίες ήταν ο Ζακ Ντοριό, ο οποίος μόλις είχε εκλεγεί δήμαρχος του Σαιν-Ντενίς, ενός από τα εργατικά προάστια του Παρισιού, αλλά μέχρι το 1934 ήταν ένα φανατικό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας. Αποχωρώντας απ’ αυτό και αξιοποιώντας τη δημοφιλία που είχε αποκτήσει ως προβεβλημένο κομμουνιστικό στέλεχος, ίδρυσε το Γαλλικό Λαϊκό Κόμμα (PPF), που είχε ξεκάθαρες φασιστικές και αντισημιτικές ιδέες. Σύντομα το κόμμα αυτό απέκτησε στη Γαλλία μισό εκατομμύριο μέλη!

Η γνωριμία του Τζων με τον Ντοριό άνοιξε νέους ορίζοντες για τον νεαρό Άγγλο αριστοκράτη και του πρόσφερε νέα όνειρα. Ο νεαρός Γάλλος πολιτικός έγινε αμέσως ο πολιτικός μέντοράς του και υπήρξε ο θαυμαστός ήρωάς του μέχρι το τέλος της ζωής του. Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν η εποχή που άρχιζε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία. Εκείνος ο εμφύλιος δεν είχε περιορισμένη γεωγραφική διάσταση. Αποτελούσε ζήτημα για τους φασίστες όλης της Ευρώπης, όσο και για τους κομμουνιστές. Επρόκειτο για έναν εμφύλιο που δεν περιοριζόταν στα όρια του ισπανικού κράτους, ανεξάρτητα αν οι πολεμικές φλόγες δεν βγήκαν έξω απ’ αυτό.

Δεν είναι ακριβές αν και πόσο ακριβώς έμεινε στην Ισπανία ο Τζων Έμερυ. Ούτε ποια ακριβώς ήταν η συμμετοχή του στον εμφύλιο, από την πλευρά οπωσδήποτε των εθνικιστών του Φράνκο. Είναι πολύ πιθανό ότι η συμμετοχή του αφορούσε την προμήθεια όπλων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες με κατεύθυνση τους φαλαγγίτες ή ίσως άλλες εκδουλεύσεις. Γεγονός είναι ότι ο Τζων Έμερυ, που πολύ νωρίς είχε αποκτήσει την ισπανική υπηκοότητα, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες χρησιμοποιώντας το ουδέτερο βρετανικό διαβατήριό του.

Κατά την πιθανότερη εκδοχή, εκείνη που διατυπώθηκε από τον αδελφό του, τον Τζούλιαν, στα δύο αυτά χρόνια (1936-38) ο Τζων είχε βαθμό αξιωματικού των εθνικιστικών δυνάμεων του Φράνκο και με την ιδιότητα αυτή υπηρέτησε για τουλάχιστον τρεις μήνες με την ιταλική μεραρχία που είχε στείλει ο Μουσολίνι για ενίσχυση. Ωστόσο, το μεγαλύτερο διάστημα απ’ αυτά τα δύο χρόνια της ζωής του, τα αφιέρωσε σε στρατιωτική εκπαίδευση, σε σαμποτάζ και σε εξεύρεση όπλων για λογαριασμό των φαλαγγιτών.

Μετά τη σύλληψή του το 1945, ο Τζων Έμερυ έκανε ανακρινόμενος μια επιγραμματική σύνοψη της ζωής και της δράσης του στα δύο εκείνα χρόνια με ασυνήθιστη και μυστηριώδη σεμνότητα: «Στην Ισπανία, στη Γαλλία και ιδιαίτερα με τον Γάλλο πολιτικό Ζακ Ντοριό μελέτησα εκτεταμένα τον κομμουνισμό, γεγονός που με οδήγησε στην Αυστρία, στην Τσεχοσλοβακία και διάφορες άλλες χώρες, περιλαμβανομένων της Ιταλίας και της Γερμανίας».

 

ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ…

 

Κατά την παραμονή του στη Γαλλία, μετά τη συνθηκολόγησή της τον Ιούνιο 1940, ο νεαρός Τζων Έμερυ συνδέθηκε με στενή φιλία με τους Γάλλους πολιτικούς που ήταν κεκηρυγμένοι υπέρ της συνεργασίας με τη χιτλερική Γερμανία, όπως ο Ζακ Ντοριό και ο Μαρσέλ Ντεά.

Τον πρώτο καιρό μετά τη συνθηκολόγηση, ο Έμερυ έμενε στη Νίκαια, που δεν είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς και ανήκε στο κράτος του Βισύ. Είχε παραμείνει εκεί και έκανε χρήση ενός μηνιαίου επιδόματος που του ερχόταν από το Λονδίνο μέσω του τοπικού προξένου των ΗΠΑ, οι οποίες είχαν αναλάβει τη διαχείριση των βρετανικών συμφερόντων στο νεότευκτο πεταινικό κράτος. Ήδη ο πατέρας του είχε γίνει υπουργός Ινδιών στην κυβέρνηση Τσώρτσιλ, που διαδέχθηκε τον Τσάμπερλαιν, αλλά αυτό δεν τον ενθάρρυνε να επιστρέψει στο Λονδίνο, ένα ταξίδι που ήταν - παρά τις δυσχέρειες που θα συναντούσε οποιοσδήποτε άλλος Βρετανός υπήκοος - το πιο εύκολο πράγμα, μόλις θα περνούσε τα γαλλικά σύνορα και εισερχόταν στην Ισπανία. Εκεί, πρεσβευτής της Αγγλίας ήταν ο νονός του, σερ Σάμιουλ Χόαρ.

Ήθελε να είναι ανεξάρτητος και, επί τέλους, ήθελε να βρει τρόπο να διακριθεί ανεξάρτητα από τη σταδιοδρομία του πατέρα του. Ένα χρόνο ακριβώς μετά τη γαλλική συνθηκολόγηση, η Γερμανία άνοιξε τον πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση. Ο Τζων Έμερυ αυτό το θεώρησε ως την πρόκληση που περίμενε και πήγε στο Βισύ για να βρει κάποιον τρόπο συνεργασίας με το καθεστώς του στρατάρχη Πεταίν. Η παρουσία του εκεί ήταν κάπως ενοχλητική για το γαλλικό καθεστώς, παρά το γεγονός ότι ο Έμερυ ήταν φίλος του Ντοριό, ο οποίος στην κατεχόμενη ζώνη ηγήθηκε της Λεγεώνας Γάλλων Εθελοντών κατά του Μπολσεβικισμού (LVF). Άλλωστε ούτε και ο Ντοριό ήταν συμπαθής στο Βισύ.

Τον Νοέμβριο του 1941, με αφορμή τη αγγλογαλλική σύγκρουση στη Συρία, στην ελεγχόμενη από τον Πεταίν Γαλλία έγινε δίωξη των Βρετανών υπηκόων, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και ο Τζων Έμερυ και να εγκλεισθεί στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Βαλ ντε Μπαιν, μαζί με τον Πωλ Ρεϋνώ, τον Ζωρζ Μαντέλ και άλλους. Η Γαλλίδα σύντροφός του Ζανίν Μπαρντ και κυρίως ο Ζακ Ντοριό κατόρθωσαν να τον απελευθερώσουν, αφού όμως είχε περάσει 18 μέρες κρατούμενος των πεταινικών.

Μετά την απελευθέρωσή του, ο νεαρός Έμερυ εγκαταστάθηκε στη Μασσαλία και ύστερα στη Γκρενόμπλ. Τον Μάρτιο 1942, ύστερα από ένα συμμαχικό βομβαρδισμό στα εργοστάσια της αυτοκινητοβιομηχανίας Ρενώ, όπως υπήρξαν και εκατοντάδες θύματα Γάλλων, θεώρησε σκόπιμο να σπάσει τη σιωπή του και έστειλε μια σύντομη δήλωσή του σε μια μικρή γαλλική εφημερίδα, που καταδίκαζε την ενέργεια των συμπατριωτών του. Με κάποια καθυστέρηση το πληροφορήθηκαν στο Λονδίνο οι μυστικές υπηρεσίες και έσπευσαν να ενημερώσουν τον πατέρα-υπουργό, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον φάκελο «Τζων Έμερυ».

Ο Έμερυ προχώρησε, ύστερα απ’ αυτό, ένα βήμα παραπάνω. Θέλησε να έλθει σε επαφή με τους Ιταλούς για να συζητήσει θέμα «ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος». Επισκέφθηκε το ιταλικό προξενείο της Γκρενόμπλ, εγχειρίζοντας μία επιστολή του για τον Ντίνο Γκράντι, υπουργό Δικαιοσύνης της Ιταλίας τότε. Αγνοήθηκε. Έστειλε ένα γράμμα στον εκπρόσωπο της Φινλανδίας στο Παρίσι με παρόμοιο αίτημα. Ευγενικά τον απόφυγαν.

Αυτή την ίδια εποχή, που στο Λονδίνο σχημάτιζαν φακέλους και άρχιζαν να ερευνούν την περίπτωσή του ή στη Ρώμη που τον αγνοούσαν, στο Βερολίνο, στο υπουργείο Εξωτερικών, προκλήθηκε ενδιαφέρον να έρθουν σε επαφή μαζί του. Ως απόρροια αυτού του ενδιαφέροντος, ο κόμης Κέσκι, επικεφαλής της Γερμανικής Επιτροπής Ανακωχής στη Σαβοΐα, που τον γνώριζε από τη Βιέννη το 1938, και ο Βέρνερ Πλακ, ένας Γερμανός διπλωμάτης, τον επισκέφθηκαν τον Αύγουστο του 1942 και τον κάλεσαν για «πολιτικές συζητήσεις» στο Βερολίνο.

Ίσως ο ίδιος ακόμη να είχε συγκεχυμένες απόψεις να συζητήσει, αλλά μόλις έφθασε στο Βερολίνο ήταν ξεκάθαρο ότι η κυρίαρχη άποψή του για τον ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο που βρισκόταν σε εξέλιξη, θα ήταν το αντικείμενο αυτών των συζητήσεων. Ο Ρίμπεντροπ ήταν ήδη ενήμερος, άλλωστε εκείνος είχε εγκρίνει το ταξίδι, αλλά και ο ίδιος ο Χίτλερ είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα ότι από τις συζητήσεις αυτές θα προέκυπτε η ίδρυση μιας βρετανικής μονάδας που θα έπαιρνε μέρος στο Ανατολικό Μέτωπο. Αυτό «θα είχε μεγάλη προπαγανδιστική αξία», είπε ο Χίτλερ. Φυσικά, ήταν αδιάφορο πόσοι θα σχημάτιζαν μια τέτοια βρετανική μονάδα και τι στρατιωτικό αποτέλεσμα θα είχε. Εκείνο που ενδιέφερε ήταν η πολιτική πλευρά του ζητήματος.

Στο Βερολίνο ήδη υπήρχε μία ομάδα Άγγλων χιτλερικών, στην οποία κυρίαρχο πρόσωπο ήταν ο Γουίλιαμ Τζόυς, ο γνωστός Λόρδος Χο-Χο του σταθμού του Βερολίνου. Χρονικά είμαστε στη μάχη του Ελ Αλαμέιν και στην πολιορκία του Στάλινγκραντ, όταν έφτασε στη γερμανική πρωτεύουσα ο Τζων Έμερυ, συνοδευόμενος από τη Γαλλίδα σύντροφό του και τον Γερμανό διπλωμάτη Βέρνερ Πλακ, ο οποίος και τον φιλοξένησε στο σπίτι του. Μόλις έφτασε, του δηλώθηκε από τον Δρα Φριτς Έσσε, τον επικεφαλής του Βρετανικού Τμήματος στη Βιλελμστράσε, ότι είναι απολύτως ελεύθερος να κινείται όπου θέλει και ότι είναι «επίσημος φιλοξενούμενος του Ράιχ».

Ταυτόχρονα του ανακοινώθηκε ότι ο Ρίμπεντροπ συμφωνούσε απολύτως στην ιδέα του Έμερυ να αρχίσει εβδομαδιαίες ραδιοφωνικές ομιλίες από το Βερολίνο, οι οποίες θα ήταν αλογόκριτες. Δεν τέθηκε θέμα μισθού του γι’ αυτές τις υπηρεσίες, αλλά με εντολή του Ρίμπεντροπ θα καλύπτονταν τα έξοδά του απεριόριστα, «με τη σκέψη ότι ο γιος ενός μέλους της βρετανικής κυβέρνησης θα πρέπει να ζει ανάλογα». Υπό το πνεύμα αυτό, ο Έμερυ και η φίλη του εγκαταστάθηκαν στο πολυτελέστατο ξενοδοχείο Άντλον και ρίχτηκε στην προετοιμασία της πρώτης εκπομπής του.

Επί μία εβδομάδα από την αγγλόφωνη εκπομπή «Εδώ Γερμανία» του Γουίλιαμ Τζόυς, προαναγγελλόταν η ομιλία του Τζων Έμερυ. Στις 18 Νοεμβρίου 1942, την παραμονή της πρώτης εκπομπής του, το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων «Τρανζόσεαν» έδωσε την ανάλογη δημοσιότητα διεθνώς:

«Όταν ο Τζων Έμερυ άκουσε στο Βερολίνο για την απόβαση Αμερικανών και Βρετανών στο Αλγέρι και στο Μαρόκο, αποφάσισε να απευθυνθεί στη Βιλελμστράσε με το αίτημα να του επιτραπεί να απευθυνθεί στους συμπατριώτες του στην Αγγλία από το γερμανικό ραδιόφωνο...

Ο Τζων Έμερυ έφθασε στο Βερολίνο πριν τρεις εβδομάδες και η παρουσία του εκεί είχε κρατηθεί μυστική. Μερικούς μήνες νωρίτερα είχε ήδη γράψει στις γερμανικές αρχές στο Παρίσι ζητώντας την άδεια να μεταβεί στο Βερολίνο. Η επίθεση στη Γαλλική Βόρειο Αφρική τον εξανάγκασε να βγει στο προσκήνιο. Η εκπομπή του θα μεταδοθεί την Πέμπτη. Ο ίδιος και η σύζυγός του ζουν με φίλους στη νότια ορεινή περιοχή Χαρτς. Επί του παρόντος όμως, βρίσκεται στο Βερολίνο, στο ξενοδοχείο Άντλον».

Στις 19 Νοεμβρίου η ραδιοφωνική του ομιλία προαναγγέλθηκε και από την εκπομπή του Τζόυς:

«Απόψε θα ακούσετε έναν Άγγλο που θα σας μιλήσει κατόπιν δικού του αιτήματος και με την ελεύθερη προσωπική του βούληση: Τον κ. Τζων Έμερυ, υιό του υπουργού Ινδιών της βρετανικής κυβερνήσεως, του εντιμότατου Λήοπολντ Στένετ Έμερυ. Η γερμανική κυβέρνηση ουδεμία φέρει ευθύνη για το τι πρόκειται να πει ο κ. Έμερυ. Η γερμανική κυβέρνηση απλώς έθεσε τον ραδιοφωνικό σταθμό της στη διάθεση του κ. Έμερυ για να εκφράσει εκείνο που επιθυμεί, ενόσω ο κόσμος μπορεί να ενδιαφέρεται να ακούσει τι έχει να πει ένας Άγγλος που βλέπει τη χώρα του από το εξωτερικό. Πιστεύουμε ότι οι επισημάνσεις του κ. Έμερυ θα έχουν ειδικό ενδιαφέρον για τους ακροατές...».

 

Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ

 

Το κείμενο εκείνης της πρώτης δημόσιας ομιλίας του από το ραδιόφωνο του Βερολίνου, μπορούμε να το δούμε μέσα από τις αθηναϊκές εφημερίδες, που με καθυστέρηση λίγων ημερών (29 Νοεμβρίου 1942) το δημοσίευσαν:

 

Όπως είχεν αναγγελθή τηλεγραφικώς ωμίλησε προ ημερών από του ραδιοφωνικού σταθμού του Βερολίνου ο κ. Τζων Έμερυ, υιός του Άγγλου υπουργού επί των Ινδιών. Περίληψις του λόγου τούτου, αποτελούντος έκκλησιν προς τους Άγγλους δημοσιεύεται κατωτέρω.

«Ο πόλεμος ούτος είναι έγκλημα κατά του πολιτισμού. Ρίπτομεν την πολύτιμον κληρονομίαν των πατέρων μας, των θαλασσοπόρων μας, των ιδρυτών της αυτοκρατορίας μας εις τον πόλεμον τούτον, όστις ουδόλως εξυπηρετεί τα αγγλικά συμφέροντα, αλλά μόνον την συμμαχίαν μας με τα Σοβιέτ». Εις την διαπίστωσιν ταύτην προέβη ο Τζων Έμερυ, υιός του Λεοπόλδου Στέρνετ Έμερυ, Βρετανού υπουργού των Ινδιών, την εσπέραν της Πέμπτης εις ραδιοφωνικόν λόγον του εν Βερολίνω, όστις ήτο μία έκκλησις προς τους συμπατριώτας του εις την Αγγλίαν, όπως λογικευθούν και διαγνώσουν την αλήθειαν εν σχέσει προς τον παρόντα πόλεμον.

Ο Έμερυ εδήλωσεν εις την αρχήν του λόγου του ότι ακροαταί τινες εις την Αγγλίαν θα εκπλαγούν πιθανώς διερωτώμενοι, τι ζητεί ένας Άγγλος εις ένα γερμανικόν ραδιόφωνον. Προσωπικώς ο Έμερυ ήλπιζεν, ως λέγει, ότι η κυβέρνησις του μίστερ Τσώρτσιλ θα καθωδηγείτο επί τέλους υπό της λογικής. Τούτο όμως δεν συνέβη δυστυχώς, εδήλωσεν ο Έμερυ, και εσυνέχισεν ως εξής: «Δύο έτη έζησα εις μίαν ουδετέραν χώραν, αλλά, παρ’ όλον ότι η προπαγάνδα εθόλωνε τα νερά, κατώρθωσα να διαγνώσω την αλήθειαν εν πλήρει συνειδήσει. Διά τούτο ομιλώ την εσπέραν ταύτην προς υμάς, ουχί ως πολιτικός ανήκων εις μίαν οιανδήποτε πολιτικήν κατεύθυνσιν, και ουχί εκ προκαταλήψεως, αλλ’ απλώς ως Άγγλος, σας λέγω δε ότι διαπράττεται έγκλημα κατά του πολιτισμού». Ο Έμερυ ωμίλησεν εν συνεχεία περί της συμμαχίας των Βρετανών μετά των Σοβιέτ, ο αρχηγός των οποίων Στάλιν ονειρεύεται αποκλειστικώς και μόνον «να καταστρέψη την κληρονομίαν των πατέρων μας». Ο Έμερυ εσυνέχισεν: «Από ηθικής απόψεως, είπε, τούτο είναι μία κηλίς θίγουσα την τιμήν μας. Εις την πραγματικότητα θα οδηγήση αργά ή γρήγορα εις την καταστροφήν και την εγκαθίδρυσιν του κομμουνισμού εις την Αγγλίαν. Την εσπέραν ταύτην κάμνω έκκλησιν προς υμάς, όπως αφήσετε να κυριαρχήση η λογική σας, διά να δυνηθήτε να αντιληφθήτε επακριβώς το νόημα της προπαγάνδας, διά της οποίας μία μικρά ομάς ανθρώπων προσπαθεί να σας θαμβώση. Μη πιστεύσετε εις αυτά που σας λέγω, κοιτάξετε όμως σεις οι ίδιοι γύρω σας. Αλλά δεν υπάρχει καμμία μεγάλη αγγλική εφημερίς που να μη διατελή υπό εβραϊκόν έλεγχον. Σας εξαπατούν. Τον πατριωτισμόν σας, την αγάπην σας προς την Αγγλίαν μας εκμεταλλεύονται άνθρωποι, οίτινες, κατά το πλείστον, δεν έχουν καν το δικαίωμα να ισχυρισθούν ότι είναι Άγγλοι». Κατόπιν ο Έμερυ ωμίλησε περί των γεγονότων της Διέππης. «Το ότι εις την Διέππην εύρον τον θάνατον δύο έως τρεις χιλιάδες χριστιανοί, ουδεμίαν λύπην προξενεί, φυσικά, εις την εβραϊκήν κλίκαν, επί παραδείγματι, εις τον Λέσλι Χορ Μπελίσα, αλλά, εσυνέχισεν ο Έμερυ, εγώ απευθύνομαι προς τας μητέρας των στρατιωτών τούτων. Εάν τα τέκνα σας έπιπτον μαχόμενα υπέρ της πατρίδος, το πράγμα θα είχε καλώς, αλλ’ ήσαν απλώς μισθοφόροι του ανοσίου εκείνου διεθνούς συνεταιρισμού μεταξύ της Νέας Υόρκης και της Μόσχας. Δι’ αυτόν τον σκοπόν εγεννήσατε τα τέκνα σας με ωδίνας; Τα ηγαπήσατε τόσον πολύ, διά να ίδητε τα δυστυχισμένα σώματά των νεκρά εις την ακτήν μιας ξένης χώρας;»

Ο υιός του υπουργού των Ινδιών εστράφη κατόπιν εις τας μεθόδους των «ορδών του Στάλιν» και υπενθύμισεν εις τους Βρετανούς ακροατάς του, ότι τώρα πλέον Άγγλοι ιερωμένοι ικετεύουν καθ’ εκάστην Κυριακήν τον Θεόν να παράσχη την βοήθειάν του εις τον μπολσεβικικόν στρατόν, όπως ούτος δυνηθή να συντρίψη ανδρείους λαούς, καθώς είναι οι Φινλανδοί επί παραδείγματι. Ο Έμερυ υπέμνησεν εις τους ακροατάς του τας εκατοντάδας χιλιάδας ιερέων, καλογραιών και χριστιανών, οίτινες κατεσφάγησαν υπό των Μπολσεβίκων, ως και τους λειτουργούς της Εκκλησίας, οίτινες επεδοκίμασαν εις την Αγγλίας τας σφαγάς ταύτας. Ο Έμερυ υπαινισσόμενος τους εν λόγω Άγγλους εκκλησιαστικούς, είπε προς τους συμπατριώτας του: «Εάν σκεφθήτε ένα και μόνον δευτερόλεπτον επ’ αυτού, θα συναγάγετε το ακόλουθον συμπέρασμα: Μα τον Θεόν, εάν πράγματι υπάρχη Θεός, οι ιερείς αυτοί θα διέλθουν μίαν φρικτήν ημέραν κρίσεως με τον Κύριόν των! Είναι τόσον οικτρόν, παρετήρησεν ο Έμερυ εν συνεχεία, και εν τούτοις τόσον απλούν εις την τραγικότητά του: εξηπατήθημεν. Μας παρέδωσαν εις τα διεθνή συμφέροντα της Νέας Υόρκης και της Μόσχας. Οι εκπρόσωποι των συμφερόντων τούτων θα μας απομυζήσουν τελείως και έπειτα θα μας εγκαταλείψουν εις την τύχην μας, αφού προηγουμένως και ο τελευταίος Άγγλος θα έχη θυσιάση την ζωήν του δι’ αυτόν τον εγκληματικόν πόλεμον. Όλα τα συμφέροντά μας εις την Αμερικήν, επίσης και αι κτήσεις μας εις τας Δυτικάς Ινδίας παρεδόθησαν εις τους Εβραίους της Νέας Υόρκης. Τώρα τι πρέπει να κάμωμεν;»

Ο Έμερυ επέστησεν εντόνως την προσοχήν των συμπατριωτών του εις το ότι η λήψις οριστικών αποφάσεων δεν απόκειται ούτε εις την βρετανικήν κυβέρνησιν ούτε εις την βρετανικήν Βουλήν, αλλ’ ευρίσκεται εις τας χείρας ενός εκάστου των ακροατών του. «Εις σας εναπόκειται, είπεν ο Έμερυ, να κρίνετε και να πήτε ότι η ιστορία αυτή παραβάστηξε και ότι οι νεαροί άνδρες μας θυσιάζουν την ζωήν των διά μίαν υπόθεσιν, η οποία δεν εξυπηρετεί τα βρετανικά συμφέροντα, αλλά τα συμφέροντα μιας μικράς ομάδος εις το έπακρον ασυνειδήτων ανθρώπων. Εξετάσατε μόνον αυτό το ζήτημα: Ο διεξαγόμενος πόλεμος είναι πράγματι αναγκαίος; Ποίοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι σας επιβάλλουν συνεχώς να εξακολουθήτε τον δρόμον αυτόν; Ποίοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι υπονομεύουν διαρκώς κάθε δυνατότητα μιας λογικής συνεννοήσεως με την Γερμανίαν;» Ο υιός του Βρετανού υπουργού των Ινδιών προέβη με λέξεις εμφαντικάς εις την διαπίστωσιν ότι εις τον κόσμον υπάρχει αρκετός χώρος διά την Γερμανίαν και την Αγγλίαν. Ο Έμερυ εχαρακτήρισε τους ισχυρισμούς ότι οι ηγέται της Γερμανίας επιδιώκουν την εγκαθίδρυσιν μιας κοσμοκρατορίας, ως ένα τέχνασμα της εβραϊκής προπαγάνδας, το οποίον αποσκοπεί να υπονομεύση την δικαιολογημένην ηγέτιδα θέσιν της Γερμανίας εις την ευρωπαϊκήν ήπειρον. Η Γερμανία, εδήλωσεν ο ρήτωρ, ουδέποτε διημφισβήτησε τα δικαιώματα της Αγγλίας επί της αυτοκρατορίας της. Εις τους εν Αγγλία ακροατάς του απόκειται, παρετήρησεν εν συνεχεία ο Έμερυ, να επανέλθουν βραδέως, αλλ’ ασφαλώς, εις τον ορθόν λόγον και να είπουν αυτοί την τελευταίαν λέξιν.

Ο Έμερυ χαρακτηρίζει το γεγονός ότι κατά τας εκλογάς του λόρδου δημάρχου του Λονδίνου, οι δύο μοναδικοί υποψήφιοι ήσαν Εβραίοι, ως αίσχος και ως φανερόν σημείον της καταπτώσεως, εις την οποίαν πρέπει να τεθή οπωσδήποτε τέρμα. Ακολούθως ο ρήτωρ, δι’ εντυπωσιακών λέξεων, κατέστησε τους ακροατάς αυτού προσεκτικούς εις τον προστατευτικόν ρόλον που παίζει ο γερμανικός στρατός ακόμη και δι’ έκαστον Άγγλον. «Οσονδήποτε, είπε, και αν φαίνεται παράδοξον, ο γερμανικός στρατός είναι την στιγμήν αυτήν ο μόνος παράγων, ο ευρισκόμενος μεταξύ υμών και του κομμουνισμού, η αποκλειστική προστασία της ιδιωτικής περιουσίας σας και του δικαιώματος να ζη έκαστος εξ υμών με την οικογένειάν του. Εν περιπτώσει, καθ’ ην ο προστατευτικός ούτος προμαχών ανατραπή, τα μικρά αυτοκίνητά σας, τα σπιτάκια σας, η ελευθερία σας θα είναι μόνον αόριστος ανάμνησις ενός ευτυχισμένου παρελθόντος. Τότε θα έχετε αρκετόν καιρόν να εντρυφήσετε εις τον σοβιετικόν παράδεισον, εάν είναι τοιούτος ο σκοπός σας. Αλλά πριν γίνη τούτο, θα ήτο φρονιμώτερον να διαβάσετε, τι αναφέρουν σχετικώς ταξιδιώται, όπως ο σερ Γουώλτερ Τσίτριν ή, επί παραδείγματι, τι διαλαμβάνουν αι εκθέσεις του Ερυθρού Σταυρού».

Το αποκορύφωμα του λόγου του Έμερυ ευρίσκεται εις το σημείον, εις το οποίον ο ρήτωρ απηυθύνθη με μίαν φλογεράν έκκλησιν προς τους συμπατριώτας του, προς ένα έκαστον Άγγλον χωριστά, οποιοσδήποτε και αν είναι, και τους εκάλεσε να θέσουν τέρμα εις την ορμήν των εγκληματιών του πολέμου, όστις αντιστρατεύεται προς όλα τα αγγλικά συμφέροντα και οι υποκινηταί του οποίου πρέπει να ανατραπούν. «Μη λησμονήτε, ανεφώνησεν ο Έμερυ, ότι αυτή είναι δι’ ημάς η μοναδική ευκαιρία, ίσως η τελευταία μας, αδιάφορον ποία θα είναι η έκβασις του πολέμου. Μία βρετανική νίκη κατέστη αδύνατος και μόνον ανόητοι άνθρωποι υπολογίζουν εις την αμερικανικήν νίκην. Εάν όμως η Γερμανία έχανε τον πόλεμον, τότε ένα και μόνον υπολείπεται διά την Αγγλίαν, δηλαδή να παραιτηθή των δικαιωμάτων της υπέρ της Αμερικής, μία δε τοιαύτη παραίτησις επ’ αγαθώ της Αμερικής δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μίαν εβραϊκήν κοσμοκρατορίαν. Τώρα τα πάντα ευρίσκονται εις χείρας σας. Σεις και μόνον είσθε ικανοί να θέσετε τέρμα εις το έγκλημα τούτο του πολέμου. Σεις και μόνοι δύνασθε να ανατρέψετε τους άνδρας εκείνους, οι οποίοι τόσον πολύ εταπείνωσαν την χώραν μας, οι οποίοι μας εξώθησαν εις τον πόλεμον αυτόν - τον ιδικόν των πόλεμον - αντιθέτως προς όλα τα βρετανικά συμφέροντα, οι οποίοι μας ωδήγησαν, αντιθέτως προς παν βρετανικόν συμφέρον, εις συμμαχίαν μετά των Μπολσεβίκων και των Αμερικανών και οι οποίοι σήμερον θυσιάζουν ένα τμήμα της αυτοκρατορίας μετά το άλλο εις τον βωμόν του μεγάλου εβραϊκού κεφαλαίου και του παγκοσμίου κομμουνισμού. Οφείλετε να το κάμετε χάριν της Αγγλίας, εφ’ όσον δε η γερμανική κυβέρνησις θα μου το επιτρέπη, θα μένω εδώ διά να σας βοηθώ και να σας οδηγώ, όπως μίαν ημέραν η ειρήνη βασιλεύση πάλιν εις την Ευρώπην».

 

Με την πρώτη αυτή ραδιοφωνική ομιλία του ο Τζων Έμερυ, που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο και που στην Αγγλία ειδικά έγινε θέμα της ημέρας, περνούσε σε μια άλλη πορεία. Μέχρι τότε ήταν απλώς συμπαθών, γνωστός σ’ ένα περιορισμένο κύκλο. Τώρα αποκτούσε μια ιδιαίτερη προβολή, αλλά άνοιγε κι ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

Αυτές οι ομιλίες του κράτησαν μόλις ένα μήνα και δεν ήταν περισσότερες από δέκα. Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν οργανικά ενταγμένες στην αγγλόφωνη εκπομπή του Λόρδου Χο-Χο, ο Τζόυς και οι μέχρι τότε συνεργάτες του ενοχλήθηκαν από την εμφάνιση του Έμερυ και εκδηλώθηκε αμέσως η μεταξύ τους αντιπάθεια. Θεώρησε ότι δεν είχε κάτι άλλο να δώσει εκείνη την ώρα και αποφάσισε να πάει στο Παρίσι για να σκεφθεί, προφανώς και να συζητήσει με τους Γάλλους φίλους του, ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα που θα έπρεπε να κάνει. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο, ήδη είχαν γίνει πολλές συζητήσεις αναφορικά με τη δημιουργία εκστρατευτικού βρετανικού σώματος με προορισμό το Ανατολικό Μέτωπο.

 

ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΩΜΑ

 

Πριν από τα Χριστούγεννα του 1942, ο Τζων Έμερυ και η σύντροφός του έφθασαν στο Παρίσι. Εκεί άρχισε συζητήσεις με τον Μαρσέλ Ντεά και τον Ζακ Ντοριό για να καταλήξουν στο κοινό συμπέρασμα ότι μόλις ξεκαθαρισθεί ο πόλεμος με τους Ρώσους, θα πρέπει η πρώτη προτεραιότητά τους να είναι η κοινωνική επανάσταση σε όλη την Ευρώπη. Διαπίστωσαν ότι η Γερμανία σε όλες τις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες, εκτός από τη Νορβηγία, είχε προτιμήσει να συμβιβασθεί προσωρινά με τα τοπικά κατεστημένα και όχι να προχωρήσει σε λύσεις ριζοσπαστικές και ανατρεπτικές. Η σκέψη τους πήγαινε στην ιδέα μιας Ευρώπης ενωμένης και ελευθερωμένης, αλλά η προϋπόθεση ήταν να έχει νικηθεί ο μπολσεβικισμός. Και αφού όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί ενωμένοι έπρεπε να πολεμήσουν τον μπολσεβικισμό, το επείγον και το πιο απαραίτητο, σε ό,τι αφορούσε τον Έμερυ, ήταν να σχηματισθεί αυτή η βρετανική λεγεώνα που θα έπαιρνε μέρος στον πόλεμο κατά του Στάλιν.

Έχοντας καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα, επέστρεψε στο Βερολίνο και είδε τους αξιωματούχους του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών για να τους εκθέσει τη σκέψη του. Αποφάσισε αυτό να το κάνει γραπτώς και μάλιστα εκτενώς. Το κείμενο αυτό έγινε τελικά ένα βιβλίο, που το έγραψε με μεγάλη άνεση και σύντομα στη μεγάλη σουίτα του Κάιζερχοφ Οτέλ που του παραχωρήθηκε. Πρόκειται για το βιβλίο «Η Αγγλία ενώπιον της Ευρώπης», τα χειρόγραφα του οποίου ολοκληρώθηκαν στα τέλη Μαρτίου του 1943, και κυκλοφόρησε σε αγγλική γλώσσα τον επόμενο Ιούλιο.

Το βιβλίο αυτό, που κυκλοφόρησε αφειδώς στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, ουσιαστικά ήταν μια προσωπική νίκη του Τζων Έμερυ, κυρίως έναντι του εαυτού του. Μέσα σ’ αυτό μπορεί κανείς να βρει ένα πολιτικό μανιφέστο, ιδεολογικές θέσεις που εξισορροπούν την ιδέα του βρετανικού ιμπεριαλισμού με την εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση και ακόμη αποκρυσταλλωμένες απόψεις για το μέλλον της Ευρώπης και ειδικά της Μεγάλης Βρετανίας ύστερα από την αναμενόμενη νίκη των δυνάμεων του Άξονα. Τοποθετείται απέναντι στον σιωνισμό, που τον χωρίζει στην εβραιοπλουτοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών και στον εβραιομογγολισμό της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά καταλήγει στη δημιουργία εθνικής εστίας των Εβραίων και συνεπακόλουθα στην απομάκρυνση όλων των Εβραίων από δημόσιες και επίμαχες θέσεις στην Αγγλία και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η εικόνα που μέχρι τον πόλεμο υπήρχε για τον νεαρό αριστοκράτη με την επιπόλαιη και διεφθαρμένη ζωή, όλα όσα του καταλογίζονταν και ιδίως όσα η οικογένειά του γνώριζε, περνούσαν στο παρελθόν. Ο ατίθασος και εκκεντρικός νεαρός αποδείκνυε στον εαυτό του ότι μπορούσε να είναι δημιουργικός και βεβαίως μπορούσε να εκφράζει την ιδεολογική του πίστη με συνέπεια και ωριμότητα. Χρειαζόταν ασφαλώς πολύ δεξιοτεχνία και έμπνευση για να αντιμετωπίζει κάποιος, όπως στην περίπτωσή του, τον χαρακτηρισμό του προδότη.

Η ευφορία δεν κράτησε πολύ. Μερικές ημέρες αφότου είχε ολοκληρώσει το μανιφέστο του, ένα πρωινό η νεαρή Γαλλίδα σύντροφός του βρέθηκε νεκρή κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η πιθανότερη εκδοχή ήταν ότι είχε αυτοκτονήσει. Η αστυνομία του Βερολίνου ερεύνησε διεξοδικά την υπόθεση και κατέληξε στη διαπίστωση ότι η Ζανίν Μπαρντ είχε βρει τον θάνατο, ύστερα από μέθη και αφού είχε πάρει υπνωτικά χάπια που επέφεραν δηλητηρίαση και ασφυξία.

Ο Τζων Έμερυ συνόδευσε τη σορό της ερωμένης του στη γαλλική πόλη Μπερζεράκ, όπου ζούσε η οικογένειά της και όπου ετάφη. Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι και από εκεί στο στρατόπεδο Σαιν-Ντενίς, όπου βρίσκονταν πολλοί Βρετανοί αιχμάλωτοι. Τους μίλησε και τους ανακοίνωσε ότι πρόκειται να ιδρυθεί η Βρετανική Λεγεώνα του Αγίου Γεωργίου για να πολεμήσει εναντίον του μπολσεβικισμού. Στόχος του ήταν βέβαια η στρατολόγηση εθελοντών.

Γεγονός είναι ότι ο Έμερυ είχε φαντασθεί αυτή τη στρατιωτική μονάδα διαφορετικά από ό,τι οι ιθύνοντες Γερμανοί. Την εννοούσε ότι δεν θα ήταν απαραίτητο να πάρει μέρος σε πολεμική δράση, παρά τις ρητορικές διακηρύξεις, αλλά θα ήταν μια μονάδα συμπληρωματική για την προπαγανδιστική του δράση. Ήθελε όταν θα πήγαινε σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για ομιλίες και δημόσιες εμφανίσεις να συνοδεύεται από μια περιορισμένη δύναμη ανδρών εν είδει σωματοφυλακής του μάλλον, παρά για συμμετοχή σε στρατιωτικές δραστηριότητες.

Ωστόσο, οι πρώτοι εθελοντές που δέχθηκαν να συμμετάσχουν, εννοούσαν να πάρουν πράγματι μέρος στις μάχες του Ανατολικού Μετώπου, διότι διαπνέονταν από μένος κατά του μπολσεβικισμού. Δεν ήθελαν να γίνουν απλά μέλη ενός προπαγανδιστικού «θιάσου».

Τελικά οι γερμανικές αρχές, έχοντας πάντα στη διάθεσή τους την προσωπική έγκριση του Χίτλερ, ο οποίος θεωρούσε την ιδέα «λαμπρή», κατέληξαν στην απόφαση να σχηματισθεί αυτή η μονάδα με την ονομασία «British Free Corps» (BFC). Το γεγονός ότι ράφτηκαν 800 στολές, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχική σκέψη ήταν οι εθελοντές αυτοί να μην υπερβαίνουν τους 800. Παρόμοια αριθμητική οροφή, εντελώς δυσανάλογη όμως, είχε τεθεί και τη Γαλλική Λεγεώνα Εθελοντών (LVF), που η δύναμή της δεν έπρεπε να υπερβαίνει τους 15.000.

Όταν άρχισε η στρατολόγηση των Βρετανών, που την εποχή εκείνη ήταν συνολικά 100.000, ελήφθησαν ορισμένα μέτρα. Από τα διάφορα στρατόπεδα αιχμαλώτων, ξεχωρίστηκαν οι Άγγλοι, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Καναδοί που θεωρήθηκαν πιθανοί και εφεκτικοί για να γίνουν εθελοντές, και προωθήθηκαν σε δύο στρατόπεδα αιχμαλώτων, όπου υπήρχαν εντυπωσιακά καλύτερες συνθήκες διαβιώσεως. Απ’ αυτά τα στρατόπεδα έγινε νέο ξεκαθάρισμα και τότε μόνο ζητήθηκε όσοι θέλουν να στρατολογηθούν.

Όταν σε μια περίπτωση ασκήθηκε υπέρμετρη πίεση για την απόσπαση εθελοντών από τους Βρετανούς αιχμαλώτους, παρουσιάστηκε ένας Βρετανός ταξίαρχος πρόθυμος να σχηματίσει μια ταξιαρχία 1.500 ανδρών. Η υπόθεση θα πήγαινε μακριά, καθώς μάλιστα από το Λονδίνο η μυστική υπηρεσία ΜΙ9 ήδη είχε εκπαιδεύσει και είχε προωθήσει στελέχη της που αιχμαλωτίσθηκαν. Από το Βερολίνο δόθηκε διαταγή να απομακρυνθούν όλοι αυτοί οι «πρόθυμοι» Βρετανοί αιχμάλωτοι και να σταλούν στα άλλα συνηθισμένα στρατόπεδα αιχμαλώτων.

Στην πραγματικότητα, συνολικά μόνον 58 άτομα στρατολογήθηκαν στο διάστημα των δύο ετών που υπήρξε η βρετανική αυτή μονάδα, ενώ η δύναμή του ποτέ δεν ξεπέρασε τα 29. Για τον στρατωνισμό και την εκπαίδευσή τους διατέθηκε ένα οίκημα 18 δωματίων στο προάστιο του Βερολίνου Ενσάγκεν. Η μονάδα στελεχώθηκε από αγγλόφωνους Γερμανούς αξιωματικούς, ενώ εντάχθηκαν σ’ αυτήν και οι μεμονωμένοι Άγγλοι (συνήθως διπλής υπηκοότητος, με τον ένα γονέα Γερμανό και τον άλλο Άγγλο), που ήδη υπηρετούσαν στον γερμανικό στρατό.

Το BFC τελικά εντάχθηκε τυπικά στα Βάφεν Ες-Ες, αλλά δεν στάλθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο. Ωστόσο όμως, χωρίς να αποτελούν αυτοτελή μονάδα, οι άνδρες του πήραν μέρος σε μερικές μάχες του Δυτικού Μετώπου.

 

Ο ΛΟΧΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

 

Ο κάθε Βρετανός υπήκοος, είτε από τη μητροπολιτική Αγγλία είτε από τις υπερατλαντικές αποικίες της, που έγινε εθελοντής του BFC ήταν και μια ξεχωριστή περίπτωση. Μετά το τέλος του πολέμου, άλλοι καταδικάσθηκαν από τα βρετανικά στρατοδικεία και άλλοι αθωώθηκαν.

Τον Οκτώβριο του 1945, όταν ο Ρόυ Νίκολας Κουρλάντερ καταδικάσθηκε σε 15 ετών φυλάκιση για τη συμμετοχή του στα Ες-Ες, αφηγήθηκε τη δική του εκδοχή σ’ έναν Άγγλο δημοσιογράφο, τον Τζέφρι Καρ, ο οποίος την παρουσίασε στην εφημερίδα του (βλ. «Έθνος» 4.12.1945):

«Επισκέφθηκα τον Κουρλάντερ λίγους μήνες μετά την επιστροφή του στην Αγγλία για να μάθω πώς τα κατάφερε να καταταχθεί στα Ες-Ες και πώς κατόρθωσε να τα ξεγελάσει και να φθάσει στις αγγλικές γραμμές κατά τη διάρκεια του πολέμου, στο βελγικό μέτωπο.Ο Κουλάντερ μου απάντησε ότι αιχμαλωτίσθηκε στην Ελλάδα κατά την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων. Για να κατορθώσει να αποφύγει την αιχμαλωσία, είπε στους Γερμανούς ότι γεννήθηκε στη Ρίγα από Άγγλους γονείς και πρόσθεσε ότι ήταν πρόθυμος να πολεμήσει κατά των Ρώσων, που τους μισούσε.

Τα πράγματα όμως δεν ήλθαν ευνοϊκά και έτσι υποχρεώθηκε να μεταβεί στο Βερολίνο για να ανακριθεί στο υπουργείο Εξωτερικών. Εκεί τα κατάφερε τόσο καλά, ώστε τον περιποιήθηκαν, του έδωσαν ιδιαίτερο διαμέρισμα και τον άφησαν να περιφέρεται ανενόχλητος στους δρόμους της πόλης. Ύστερα από μερικές μέρες τον ρώτησαν αν θα ήθελε να καταταχθεί στα Ες-Ες. Ο Κουρλάντερ δέχθηκε την πρόταση με μεγάλη ευχαρίστηση, διότι φανταζόταν ότι μόνον μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να εξαπατήσει τους Γερμανούς και να δραπετεύσει.

Από το σημείο αυτό η ιστορία του Κουρλάντερ γίνεται εντελώς μυθιστορηματική. Κατόρθωσε να προσληφθεί στη σωματοφυλακή του Χίτλερ και στάλθηκε για εκγύμναση σ’ ένα από τα σπουδαιότερα στρατιωτικά εκπαιδευτικά κέντρα της Γερμανίας. Μόλις όμως αποφοίτησε από τη Σχολή, οι Βρετανοί πραγματοποίησαν την πρώτη νυκτερινή αεροπορική επιδρομή κατά του Βερολίνου.

–Η δουλειά που μου ανατέθηκε, είπε ο Κουρλάντερ, ήταν η εκκαθάριση των ερειπίων για να μην αντιληφθούν οι κάτοικοι τις καταστροφές που είχαν προξενήσει τα αεροπλάνα μας. Η δουλειά ήταν βαριά και πολλές φορές αποκρουστική, διότι έπρεπε να εκτελούμε επί τόπου με φλογοβόλα τους βαριά τραυματισμένους. Ομολογώ ότι τα χέρια μου έτρεμαν την πρώτη μέρα που με έστειλαν μαζί με κάτι άλλους για να αποτελειώσουμε μερικούς τραυματίες. Δεν μπορούσα όμως να το αποφύγω. Αν δεν έκανα το καθήκον μου, οι άλλοι θα με υποπτεύονταν και θα με σκότωναν επί τόπου.

Όταν δεν είχαμε επιδρομές, η ζωή μου ήταν πολύ ευχάριστη - συνέχισε ο Κουρλάντερ. Ως στρατιώτης των Ες-Ες μπορούσα να εκβιάζω όποιον καταστηματάρχη ήθελα και να κάνω ό,τι μου κάπνιζε, χωρίς να φοβάμαι τις συνέπειες... Ο Χίτλερ είχε εκδώσει μια διαταγή που έλεγε ότι, όποια γυναίκα αποκτήσει παιδί από άνδρα των Ες-Ες, θα έπαιρνε ως δώρο 300 μάρκα. Τη διαταγή αυτήν την εκμεταλλευόμασταν όλοι μας και κάθε φορά που βρίσκαμε μια έγκυο γυναίκα της λέγαμε να πει ότι ήταν δικό μας το παιδί και έτσι μοιράζαμε στα δύο την αμοιβή...

Ομολογώ - πρόσθεσε ο Κουρλάντερ - ότι καθόλου δεν υπερηφανεύομαι γι’ αυτήν την υπόθεση. Δεν μπορούσα όμως να κάνω διαφορετικά. Έπρεπε να ζήσω και ήθελα να προξενήσω όσο το δυνατόν περισσότερο κακό στους Γερμανούς. Πολλές φορές τα βράδια έβγαινα έξω και σκότωνα αξιωματικούς και στρατιώτες... Ποτέ όμως δεν με κατηγόρησαν για κανένα φόνο. Όταν ήταν κανείς στα Ες-Ες τίποτα δεν φοβόταν. Όλα του τα συγχωρούσαν.

Κάποτε με τοποθέτησαν στο Βέλγιο. Εκεί ήταν εύκολο να αποδράσω. Μια νύχτα κατόρθωσα να περάσω στις βρετανικές γραμμές απαρατήρητος, αλλά προηγουμένως έβγαλα κάτι εκρηκτικά μηχανήματα από μια γέφυρα που σκέπτονταν να ανατινάξουν οι Γερμανοί και που τελικά γλύτωσε χάρη σε μένα.

Αυτά αφηγείται ο Κουρλάντερ. Μόλις έφθασε στις βρετανικές γραμμές παρουσιάστηκε στον διοικητή της μεραρχίας που βρισκόταν σ’ εκείνο τον τομέα και του αποκάλυψε αρκετά μυστικά για τις δυνάμεις και τις οχυρώσεις των Γερμανών. Όμως οι αξιωματικοί της Ιντέλιτζενς Σέρβις τον υποπτεύονταν και τελικά, ύστερα από πολλές προσπάθειες, κατόρθωσαν να ανακαλύψουν ότι ο Κουρλάντερ είχε βοηθήσει εσκεμμένα τους Γερμανούς, είχε μιλήσει πολλές φορές από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Βερολίνου σε προπαγανδιστικές εκπομπές και επίσης ότι επίτηδες είχε καταταγεί στα Ες-Ες για να πολεμήσει τους Ρώσους. Κατόπιν αυτού παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και καταδικάσθηκε».

Το βρετανικό (νεοζηλανδικό) στρατοδικείον δέχθηκε ότι ο εν λόγω υπαξιωματικός, που από την Καλαμάτα βρέθηκε στο Βερολίνο και τα Ες-Ες, δεν είχε στόχο να δραπετεύσει, αλλά συνειδητά πήρε μέρος στην προσπάθεια του Έμερυ. Γι’ αυτό και στις 3 Οκτωβρίου 1945 τον καταδίκασε σε ποινή 15 ετών. Το 1951 απελευθερώθηκε και τα τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1970, ζούσε στην Αυστραλία.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΜΕΡΥ

 

Ο φιλόδοξος και εκκεντρικός Τζων Έμερυ βρέθηκε στο επίκεντρο του γερμανικού ενδιαφέροντος τον πιο κρίσιμο μήνα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τον Νοέμβριο του 1942. Στο Βερολίνο είχαν πιστέψει ότι θα μπορούσαν να ανατρέψουν την πορεία του πολέμου, είτε με μία ανακωχή με τους Ρώσους, είτε με τους Άγγλους. Δύο διαφορετικά σενάρια, που το καθένα απ’ αυτά το στήριζε ένας κύκλος στελεχών του καθεστώτος. Ο ίδιος ο Χίτλερ και οι πιο πιστοί του, όπως ο Γκαίμπελς, συνέχιζαν να πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν τον πόλεμο και είχαν προσθέσει στο ιδεολογικό τους υπόβαθρο ένα άλλο σενάριο: την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Επρόκειτο για την ιδανική συνισταμένη να δικαιολογηθεί η κατοχή τόσων ευρωπαϊκών κρατών.

Σε όλα αυτά τα σενάρια, μπορούσε να έχει τον ρόλο του ο Τζων Έμερυ. Πάντως, είχε πιστέψει ότι θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα ρόλο στη μεταπολεμική Αγγλία, αν βέβαια τον πόλεμο θα κέρδιζε ο Άξονας. Με ζωτικότητα συνέχισε από τον Απρίλιο του 1943 τις επισκέψεις του σε στρατόπεδα αιχμαλώτων για να στρατολογήσει εθελοντές και να εκφωνεί προπαγανδιστικούς λόγους, παρά το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ αρχηγός του BFC, ούτε καν ο ίδιος φόρεσε στρατιωτική στολή σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Θεωρούσε ότι ο ρόλος του ήταν κατ’ εξοχήν πολιτικός.

Σε προσωπικό επίπεδο, γνωρίστηκε με μια άλλη Γαλλίδα, την ωραία Μισέλ Τομά, που του έμεινε πιστή στα επόμενα δύο χρόνια της ζωής του. Μαζί της πραγματοποίησε ταξίδια σε διάφορες κατεχόμενες χώρες για «ανταλλαγή απόψεων» με τους επιτόπιους συνεργάτες των Γερμανών. Σε όλες τις περιπτώσεις εκφωνούσε λόγους, συναντούσε τους αρχηγούς των κρατών και δινόταν επισημότητα και δημοσιότητα στις επισκέψεις του αυτές. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, παρά το γεγονός ότι δεν έτρεφε πλέον φιλοδοξίες για τη χρησιμοποίηση του Έμερυ, συνέχισε να τον στηρίζει οικονομικά, ενώ το υπουργείο Προπαγάνδας του Γκαίμπελς του είχε αναθέσει προπαγανδιστική εργασία στο ραδιόφωνο.

Τον Χίτλερ δεν τον γνώρισε ποτέ προσωπικά. Αντίθετα, μετά το καλοκαίρι του 1944, αφού ήδη είχε απελευθερωθεί η Γαλλία, όπου διατηρούσε τις περισσότερες διασυνδέσεις, τον κάλεσε στην Ιταλία ο Μουσολίνι για να τον γνωρίσει. Από τον Οκτώβριο του 1944 μέχρι τον επόμενο Απρίλιο, ο Έμερυ έμεινε στην Ιταλία και είχε συχνές συναντήσεις με τον Μουσολίνι. Στα τέλη Απριλίου 1945 συνελήφθη από Ιταλούς παρτιζάνους, που τον παρέδωσαν βέβαια στους Άγγλους.

Αν ήθελε, είχε πολλούς τρόπους να διαφύγει σε ουδέτερες ή σε μακρινές χώρες. Ωστόσο φαίνεται πως είχε πάρει την απόφασή του. Πίστευε πάντα πως ό,τι είχε κάνει κατά τη διάρκεια του πολέμου, το είχε κάνει για το καλό της Αγγλίας, χωρίς να αγνοεί ότι οι πράξεις του σύμφωνα με τους νόμους της χώρας του αποτελούσαν εσχάτη προδοσία.

Μεταφέρθηκε στην Αγγλία και φυσικά εισήχθη σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Κατά τις πρώτες ανακρίσεις του, δέχθηκε να συντάξει ο ίδιος και να δακτυλογραφήσει ένα μνημόνιο για όλες τις δραστηριότητές του από το 1936. Το έκανε με προθυμία και προφανώς με ειλικρίνεια, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις. Αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει στοιχεία που θα είχαν ελαφρύνει τη θέση του, όπως π.χ. ότι από το 1937 κατείχε την ισπανική υπηκοότητα και συνεπώς δεν υπήρχε θέμα προδοσίας του απέναντι σε άλλη χώρα, και όταν άρχισε η δίκη του απάντησε αμέσως ότι ήταν ένοχος σε όλα τα σημεία της κατηγορίας, με αποτέλεσμα η διεξαγωγή της να είναι συνοπτική. Καταδικάσθηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού και αδιαφόρησε να επιτύχει χάρη, όπως προσπαθούσε με διάφορους τρόπους η οικογένειά του. Ακόμη και ο δήμιός του, με εμπειρία εκατοντάδων εκτελέσεων, έγραψε στις αναμνήσεις του ότι ήταν ο πιο γενναίος κατάδικος που συνάντησε στη ζωή του.