Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

ΠΑΠΑΔΑΚΗ - 75 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ...


Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 1944
Η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ



Του Δημοσθένη Κούκουνα*

[...] Ένα επιταγμένο μαύρο ταξί μάρκας «Φορντ» (που εκείνα τα χρόνια τα έλεγαν «φορτάκια») περίμενε κάτω στον δρόμο για να μεταφέρει εκείνη την ώρα, γύρω στα μεσάνυχτα [21 προς 22 Δεκεμβρίου 1944], τις δύο κρατούμενες μέσα στο φοβερό κρύο που επικρατούσε. Ο προορισμός δεν ήταν μακρινός. Επρόκειτο για τα διυλιστήρια της Ούλεν, που θα γίνουν ευρύτερα γνωστά αμέσως μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών και μοιραία θα συνδυασθούν με αυτά. Αλλά δεν ήταν στρατόπεδο συγκέντρωσης – ήταν τόπος εκτελέσεων μάλλον. Ο προαναφερθείς Τάκης ο καρβουνιάρης κάθισε στη θέση του συνοδηγού και άλλοι τρεις συναγωνιστές πήραν θέσεις πάνω στα μαρσπιέ.
Το γενικό πρόσταγμα στον χώρο των διυλιστηρίων της Ούλεν το είχε ο νεαρός καπετάν Ορέστης, ο οποίος ήταν ο τοπικός φρούραρχος Γαλατσίου και Ομορφοκκλησιάς. Υπό τις άμεσες διαταγές του βρίσκονταν τα πρόσωπα που ήταν οι δήμιοι: Πέτρος Τζογανάκης, Στέφανος Λιόλιος, Βλάσης Μακαρώνας. Ο Μαρσάν περιγράφει τα των διυλιστηρίων: «Τα υποψήφια θύματα τα οδηγούσαν σ’ ένα από τα οικήματα των διυλιστηρίων, όπου κρατούνταν πολλοί από τους συλληφθέντες. Τους αφαιρούσαν ό,τι πολύτιμο είχαν και ο Ορέστης έπαιρνε τα δαχτυλίδια, τα κοσμήματα, τα ρολόγια, τα χρήματα, τις λίρες που είχαν μερικοί μαζί τους. Για την απληστία του αυτή εκτελέστηκε λίγες μέρες αργότερα, γιατί δεν παρέδιδε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία στο κόμμα, αλλά τα κρατούσε γι’ αυτόν και τις ερωμένες του. Μετά οδηγούνταν ένα ένα τα θύματα στο χώρο των εκτελέσεων, καμιά εκατοστή μέτρα μακριά από τα οικήματα της Ούλεν». Και ακολουθούσε το μοιραίο.
Εδώ προκύπτει ένα ζήτημα, καθώς έχει πολυσυζητηθεί το όνομα (το ψευδώνυμο μάλλον, διότι το πλήρες ονοματεπώνυμό του δεν έχει επιβεβαιωθεί) του καπετάν Ορέστη και εμφανίζεται ως ο κύριος υπεύθυνος που έδωσε τη διαταγή της εκτέλεσης, ώστε αργότερα διατάχθηκε και η δική του εκτέλεση από τους προϊσταμένους του. Όταν έφευγε μέσα στα μεσάνυχτα το «Φορτάκι» με την Παπαδάκη ποιος είχε δώσει την εντολή να την πάνε στα διυλιστήρια της Ούλεν και με ποιο σκοπό; Δεν την έστελναν για εκτέλεση μέσα στη νύχτα; Και αν η μεταφορά της στην Ούλεν δεν συνοδευόταν από διαταγή εκτέλεσης, προς τι η εσπευσμένη μέσα στο «διαβολόκρυο» αποστολή της εκεί;
Εκτός από τα όσα θα πει αργότερα ο Ανδρικίδης με τα σενάριά του, προκύπτει ότι ο Ορέστης παρέλαβε την Παπαδάκη για να την εκτελέσει, όπως έγινε και με όσους άλλους του είχαν επίσης σταλεί εκείνη τη νύχτα – γίνεται λόγος για άλλους επτά χωροφύλακες. Ναι, αλλά ποιος τους είχε στείλει όλους αυτούς, μαζί και την Παπαδάκη, στα διυλιστήρια από τη βίλα Παπαλεονάρδου; Ο «Μαρά» ήταν αυτός ή μήπως ο αμίλητος «παρατηρητής» με τα βλοσυρά μπλε μάτια;
Η ώρα μηδέν έφθανε για τη μεγάλη τραγωδό. Το τέλος της ήταν φοβερό. Ο Μαρσάν αφηγείται: «Ο Μακαρώνας την παρέλαβε μπροστά στον Ορέστη, ο οποίος είχε διατάξει την εκτέλεση με τσεκούρι, όπως γινόταν με τα άλλα πολυάριθμα θύματα. Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και το φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της, την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο κι εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω, τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα».
Αυτός ο Βλάσης Μακαρώνας ομολόγησε στη δίκη του ότι ήταν ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας της Παπαδάκη, σύμφωνα όμως με την εντολή που του είχε δώσει ο καπετάν Ορέστης. «Εγώ πράγματι, την σκότωσα την Ελένη Παπαδάκη», είπε στο δικαστήριο. Και πρόσθεσε: «Ήμουν επιλοχίας στην Ούλεν και είχαμε δερβέναγα τον καπετάν Ορέστη. Εκείνος έκανε «κουμάντο» και όποιος δεν τον άκουγε μπορούσε κάλλιστα να τον σκοτώσει χωρίς να δώσει λόγο σε κανένα. Ο Ορέστης ο ίδιος, με το πιστόλι στο χέρι, με διέταξε να εκτελέσω την Παπαδάκη... Με φοβέριζε...».
Θυμόταν ο Μακαρώνας: «Μου την φέρανε μ’ ένα ταξί. Την είχαν ζωσμένοι άνθρωποι της Πολιτοφυλακής. Ήταν τυλιγμένη στο γούνινο παλτό της, γιατί έκανε εκείνο το βράδυ διαβολόκρυο. Όταν την είδα δείλιασα. Εγώ δεν είμαι εκτελεστής. Είμαι ένας ήσυχος οικογενειάρχης με τρία παιδιά. Έπειτα με πειράζουν και οι γυναικείες φωνές... Αφού της βγάλαμε τα ρούχα, την τραβήξαμε πιο πέρα. Ο Ορέστης βιαζότανε και μ’ απειλούσε. Είχε πει να την σκοτώσω με το τσεκούρι, όπως είχε γίνει και με τους αστυφύλακες και τους χωροφύλακες των Ποδαράδων. Εγώ όμως δεν μπόρεσα... Δεν βάσταξε η καρδιά μου... Έβγαλα λοιπόν το πιστόλι, την άρπαξα και της φύτεψα δυο σφαίρες στο κεφάλι... Ακριβώς δεν καλοθυμάμαι πόσες φορές τράβηξα την σκανδάλη...». Λεπτομέρειες… Και έλεγε πάλι αυτός ο Μακαρώνας: «Ναι, την σκότωσα αυτή την γυναίκα. Και επειδή δεν της έκοψα το κεφάλι με το τσεκούρι κατηγορήθηκα από τους άλλους πως «σαμποτάρω το σύστημα» και ότι είμαι αντιδραστικός. Αυτό ήταν το κέρδος μου. Ενώ ο Ορέστης της πήρε και το παλτό και έφταιγε εκείνος για όλα. Εγώ - σας το ξαναλέω - σκότωσα μονάχα αυτήν την γυναίκα...». Μονάχα!
Έπειτα από την εκτέλεση, το μαύρο «Φορτάκι» επέστρεψε μέσα στη νύχτα στην έδρα της πολιτοφυλακής. Μέσα ήταν ο Τάκης ο καρβουνιάρης και ο Ορέστης, ο οποίος είχα στα χέρια του τη γούνα της Παπαδάκη. Θα ακολουθήσει διαπληκτισμός αργότερα ανάμεσα στους δύο στα χέρια ποιου θα καταλήξει αυτή η γούνα. Ακόμη και ο Μακαρώνας είπε στη δίκη του το αμίμητο: «Δε λυπήθηκα τίποτα άλλο, παρά το παλτό που φορούσε και το πήρε ο Ορέστης».
Ωστόσο τα κοσμήματα και το γούνινο παλτό της Παπαδάκη δεν ήταν απλώς μια πολύτιμη λεία για να ικανοποιήσει την απληστία των εκτελεστών της. Ήταν τα κατεξοχήν σύμβολα της αστικής καταγωγής της και της τάξης που η ίδια αντιπροσώπευε, ενός αστικού κόσμου που στη διάρκεια των Δεκεμβριανών βρέθηκε στο στόχαστρο ανθρώπων όπως ο περίφημος Ορέστης ή ο «Μαρά». Ανθρώπων που με το αζημίωτο έπαιρναν πρωτοβουλίες, ξεπερνώντας ίσως την κομματική γραμμή, και γίνονταν εκφραστές ενός ταξικού μίσους που είχε γιγαντωθεί από τις κακουχίες της κατοχικής περιόδου και που επρόκειτο τελικά να εκδηλωθεί με αγριότητα, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή δεν υπήρχαν αντίστοιχες κομματικές κατά τα Δεκεμβριανά.
Επιπροσθέτως, η Ελένη Παπαδάκη κακοποιήθηκε με τη συστηματική συκοφαντική εκστρατεία εις βάρος της για την υποτιθέμενη σχέση της με τον κατοχικό πρωθυπουργό και έτσι, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη της «κατηγορίας» αυτής, υπήρξε θύμα της σεξιστικής βίας που εκδηλώθηκε σε όλη σχεδόν την απελευθερωμένη Ευρώπη εναντίον χιλιάδων γυναικών που είχαν ή ήταν ύποπτες ότι είχαν ερωτικές σχέσεις με άνδρες των δυνάμεων κατοχής ή με συνεργάτες τους. Εδώ η περίπτωση Παπαδάκη προβάλλει τραγική, ιδίως που το θύμα ήταν μια τόσο μεγάλη ηθοποιός και που ο πραγματικός στόχος των θυτών ήταν να επιχειρήσουν την ηθική εξόντωσή της και να μειώσουν την ακτινοβολία της.
Αυτή ήταν η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη, της μεγάλης Ελληνίδας τραγωδού. Και επέπρωτο η ατομική τραγωδία της να μην τελειώσει με τον θάνατό της...

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "Ελένη Παπαδάκη - Τραγωδία και Μύθος" (Ariston Books, 2019).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.