Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

ΑΓΓΛΟΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΙΤΑΛΟΓΕΡΜΑΝΟΦΙΛΟΙ


Ένσημο που χρησιμοποιούσε η οργάνωση ΕΕΕ με το σύνθημα "Έλληνες ενωθήτε".


Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης με επίσημη αμφίεση. Ο Μανιαδάκης εξετέλεσε αποτελεσματικά την αποστολή του, δηλαδή τη στήριξη του καθεστώτος από τη μεριά των γερμανοφίλων.

Ο Διάδοχος Παύλος στο Βερολίνο κατά τους ολυμπιακούς αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, τις μέρες που κηρύχτηκε η δικατορία του Ιω. Μεταξά. Δίπλα του ο ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης και ανάμεσά τους ο πρεσβευτής στη Γερμανία Αλέξ. Ρίζος Ραγκαβής.

Ξένοιαστες ώρες για τον Στέφανο Στρέιτ και τον Ιωάννη Γεωργάκη την εποχή που ήταν φοιτητές και επικεφαλής του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου.

Φωτογραφία από πορεία-διαδήλωση των μελών της οργάνωσης ΕΕΕ στην Αθήνα.

Επιστολή προς τον ιδιαίτερο γραμματέα του Ελ. Βενιζέλου Νικόλαο Αποστολόπουλο, ο οποίος από το 1933 υπήρξε βασικό στέλεχος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος που είχε ιδρύσει ο Γεώργ. Μερκούρης.

Αγγλόφιλες και ιταλογερμανόφιλες
τάσεις και επιρροές
κατά την περίοδο 1936-41


Του Δημοσθένη Κούκουνα



Όταν κηρύχθηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, άρχιζαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Βερολίνο. Είχε προηγηθεί εκείνη η απίστευτη οργανωτική προετοιμασία, κυρίως - σε ό,τι αφορά την Ελλάδα - με την τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας και την πληθωρική δραστηριότητα της Λένι Ρίφενσταλ. Το γεγονός ήταν μια αφορμή για να ενισχυθούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις, αφενός με ένα αμφίδρομο τουριστικό κύμα, αφετέρου δε με τις θερμές περιποιήσεις που επιδαψιλεύθηκαν στον Διάδοχο Παύλο, στους Έλληνες επισήμους (μεταξύ των οποίων και ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Κοτζιάς, που πολύ σύντομα θα γίνει μέλος της κυβέρνησης Μεταξά ως υπουργός διοικητής Πρωτευούσης) και ιδίως στον θρυλικό πρώτο Ολυμπιονίκη Σπύρο Λούη.
Οι γερμανικές εφημερίδες υποδέχθηκαν θετικά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, ενώ ο πρώτος επίσημος ξένος που υποδέχθηκε ο Έλληνας δικτάτορας, πλην του Βασιλέως Εδουάρδου της Αγγλίας, που τον είχε δει για δύο ώρες στη βρετανική πρεσβεία, ήταν ο περίφημος υπουργός Προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ Ιωσήφ Γκαίμπελς.
Ένας αυτόπτης ή εν πάση περιπτώσει καλά πληροφορημένος Αμερικανός[1] δίνει στο ημερολόγιό του μια ενδιαφέρουσα περιγραφή από την επίσκεψη του Γκαίμπελς στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο 1936:
«Ο μικρός στρεβλόπους Γερμανός υπουργός Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκαίμπελς μπήκε σήμερα όλο υποκλίσεις, ακάλυπτος και χαμογελαστός στο κλασικής ομορφιάς μαρμάρινο στάδιο της Αθήνας, με την ψηλή και παχουλή σύζυγο στο πλευρό του, δήθεν για να παρακολουθήσει τους Βαλκανικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι πήδηξαν όρθιοι χαιρετίζοντας με υψωμένα χέρια, όπως πρόσφατα διετάχθησαν να κάνουν. Ο Μεταξάς ισχυρίζεται ότι είναι ολυμπιακός και όχι φασιστικός χαιρετισμός. Το πλήθος καθόταν ήσυχο, με μερικά ισχνά χειροκροτήματα εδώ κι εκεί από φοιτητές που ευεργετήθηκαν με γερμανικές υποτροφίες, καθηγητές που εκπαιδεύτηκαν στην Γερμανία κτλ.
Ο Κοπανάρης, ο υφυπουργός Υγείας που καθόταν δίπλα, μου ψιθύρισε σαρκαστικές παρατηρήσεις στο αυτί για τις προσπάθειες του Γκαίμπελς να γίνει αρεστός στις καρδιές των Ελλήνων, ξοδεύοντας χουβαρντάδικα δεξιά και αριστερά σε εστιατόρια, σε ψαράδες που τραβούσαν τα δίχτυα τους όπως πηγαίνανε με το αυτοκίνητό του στην παραλία, σε φτωχούς των προσφυγικών καταυλισμών που συνάντησε στον δρόμο του, και ούτω καθ’ εξής. Ο Κοπανάρης δεν είναι αντιφασίστας μόνο και μόνο επειδή πήρε μια υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλλερ στην Αμερική. Παραμένει στην θέση του μετά από πιέσεις των δημοκρατικών φίλων του και μόνο επειδή είναι ήδη τόσα χρόνια εκεί ώστε το υπουργείο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτόν. Κοντά του καθόταν ο Ζουμπινάκης, πρώην διευθυντής της Μαρασλείου Ακαδημίας, της οποίας η σύγχρονη και ελπιδοφόρα πτέρυγα πειραματικής παιδείας τού μύρισε τόσο άσχημα του Μεταξά, που τον έδιωξε από το σχολείο και τον ανάγκασε να παραιτηθεί.
Με ισχυρή αστυνόμευση, ο Γκαίμπελς περιηγήθηκε όλη την μέρα στα ιστορικά σημεία της πόλης, βγάζοντας λόγους για όσους επιθυμούσαν να ακούσουν σχετικά με την αγάπη που έτρεφε ο Φύρερ για το κλασικό κάλλος και την ελληνική ιστορία. Οι φίλοι μου του Υπουργείου Εξωτερικών μου είπαν ότι έγινε προσπάθεια να πεισθεί ο βασιλέας να επιστρέψει στην Αθήνα από τις όψιμες θερινές διακοπές του στην Κέρκυρα, έτσι ώστε να γίνει δεκτός στα ανάκτορα ο Γκαίμπελς· αλλά ο βασιλέας φάνηκε απρόθυμος. Έτσι, επί των τιμών βρέθηκε ο Μεταξάς.
[...] Ο Γκαίμπελς ξετρελάθηκε από την χαρά του όταν ανακάλυψε ότι η σβάστικα είχε δουλευτεί σαν μοτίβο στο σιδερένιο κιγκλίδωμα που περιφράσσει το μέγαρο που φιλοξενεί τώρα το Συμβούλιο Επικρατείας. Το κιγκλίδωμα είχε τοποθετηθεί όταν το μέγαρο κτιζόταν για κατοικία του Ερρίκου Σλήμαν, αυτού του γεννημένου στην Γερμανία Αμερικανού υπηκόου που ανέσκαψε τις Μυκήνες και την Τροία. Λέει τώρα ο Γκαίμπελς ότι αυτή είναι μια ακόμη απόδειξη ότι οι Έλληνες, από τους οποίους ο Σλήμαν ξεσήκωσε το σύμβολο, είναι πράγματι Τεύτονες, όπως διατείνεται και ο Χίτλερ, και ότι ήρθαν από τον βορρά για να δημιουργήσουν αυτή την δόξα της Ελλάδος. Αυτό τους κάνει όλους, Έλληνες και Γερμανούς, αδέλφια. Και με αυτή την υπέροχα λανθασμένη κίνηση ξέφτισε και την λίγο καλή εντύπωση που είχαν δημιουργήσει στους Νεοέλληνες οι φιλοφρονήσεις του για τον Φύρερ».
Η επίσκεψη του Γκαίμπελς αποτελούσε ένα διακριτικό γερμανικό άνοιγμα προς την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι ο Χίτλερ και το περιβάλλον του δεν έδειχναν να διατηρούν πολιτικές βλέψεις. Ένα προγενέστερο ταξίδι άλλου Γερμανού υπουργού, του Χέρμαν Γκαίριγκ, το 1934, είχε προκαλέσει και πάλι ευμενές κλίμα για τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Το ίδιο σημειώθηκε και το 1937, με την επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Παιδείας Ρουστ, όπως και το 1938 με την άφιξη του Ρόμπερτ Λέυ, επικεφαλής του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας και της οργάνωσης «Χαρά και Εργασία», ο οποίος ήλθε για την έκθεση της τελευταίας στο Ζάππειο. Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση Ελλήνων επισήμων που επισκέφθηκαν τη Γερμανία την ίδια εποχή. Με τα ταξίδια του Διαδόχου Παύλου (ο οποίος τον Ιανουάριο 1938 τέλεσε τον γάμο του με Γερμανίδα πριγκίπισσα), υπουργών όπως ο Κ. Κοτζιάς, ο Θ. Νικολούδης κ.ά. το κλίμα που επικρατούσε στις ελληνογερμανικές σχέσεις ενισχυόταν επίσης.
Ίσως πιο χαρακτηριστική ήταν η επίσκεψη του άλλοτε υπουργού Παιδείας καθηγητή Νικ. Λούβαρι τον Ιούνιο 1937, στο πλαίσιο ενός φολκλορικού ευρωπαϊκού φεστιβάλ που έγινε στο Βερολίνο. Στην ελληνική αντιπροσωπεία δόθηκε η πιο τιμητική θέση, ενώ ο επικεφαλής της Ν. Λούβαρις προσφώνησε τον Χίτλερ εκ μέρους όλων των εθνικών αντιπροσωπειών και είχε συζήτηση μαζί του. Ίσως το πιο αξιοσημείωτο να ήταν το ασυνήθιστο ενδιαφέρον που εξέφρασε ο Χίτλερ όταν την ίδια ημέρα συνάντησε, εκτός της Κούλας Πράτσικα και των μελών της ομάδας της, τη Ραλλού Μάνου (ετεροθαλή αδελφή της Ασπασίας Μάνου, χήρας του Βασιλέως Αλεξάνδρου, που ήταν μόνιμα εγκατεστημένη στη Φλωρεντία). Γοητευμένος μιλούσε για πολλή ώρα μαζί της, «κρατώντας πάντα το χέρι της μέσα στα δικά του», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση δημοσιογράφου που ήταν αυτόπτης[2].
Το φιλικό πνεύμα που έδειχνε η Γερμανία απέναντι στην Ελλάδα, έρχεται σε αντίθεση προς την επίσημη Ιταλία, η οποία παρέμεινε πάντα επιφυλακτική σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις και γενικά ήταν ψυχρή προς τον Μεταξά και το καθεστώς του.
Δεν δόθηκε από τους Ιταλούς καμιά ιδιαίτερη σημασία στην εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Ένας ιστορικός ερευνητής[3], που ασχολήθηκε ειδικά με αυτό το πλέγμα των σχέσεων Ελλάδος-Ιταλίας στη συγκεκριμένη περίοδο, αναφέρει χαρακτηριστικά:
«...Το ενδιαφέρον της Ρώμης για τις ελληνικές εξελίξεις είχε προφανώς σχέση και με τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Ο Μουσολίνι επιδίωκε να υποδαυλίσει την υποβόσκουσα κρίση ενός οικοδομήματος όπως η βαλκανική Αντάντ, η οποία βασιζόταν στην τάξη πραγμάτων που προέκυψε μετά τη συνθήκη ειρήνης των Βερσαλλιών. Ταυτόχρονα επιζητούσε να χαλαρώσουν οι ιστορικοί δεσμοί εξάρτησης της Ελλάδας από τη Μεγάλη Βρετανία, τον πραγματικό εχθρό του φασισμού. Όλα αυτά εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η βασιλική ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην Ελλάδα μέσω του πληρεξουσίου υπουργού R. Boscarelli, που ήταν επικεφαλής της. Ο Μποσκαρέλι ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος παρατηρητής της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και των διεθνών επιπτώσεων που είχαν οι εξελίξεις στην Αθήνα. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω θα πρέπει να αναφερθεί και άλλος ένας παράγοντας: το ιδεολογικό στοιχείο που κρυβόταν πίσω από την εκτεταμένη επιχείρηση στήριξης εκ μέρους της φασιστικής ιταλικής κυβέρνησης των ακροδεξιών δικτατοριών, οι οποίες είχαν εγκαθιδρυθεί στην Ευρώπη κατά την περίοδο εκείνη».
Οι Ιταλοί επίσημοι και ο Τύπος είχαν δει επιφυλακτικά την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά, αλλά τον Νοέμβριο του 1936 όταν μεταφέρθηκαν από τη Φλωρεντία οι άταφες σοροί των Βασιλέων Κωνσταντίνου, Όλγας και Σοφίας για να ενταφιασθούν στο Τατόι, η ιταλική κυβέρνηση απέδωσε εξαιρετικές τιμές, πράγμα που θα μπορούσε να είχε αποφύγει. Η ιταλική επιφυλακτικότητα είχε μάλλον την έννοια της αναμονής των περαιτέρω ενεργειών του νέου καθεστώτος: Ενδιαφερόταν όντως ο Ιω. Μεταξάς να δημιουργήσει ένα ομόλογο φασιστικό κράτος;
Μόλις δέκα ημέρες μετά την κήρυξη της δικτατορίας, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Μποσκαρέλι ζητεί από τη Ρώμη την αποστολή «ιδεολογικού» υλικού προς ...αντιγραφήν. Το ενδιαφέρον του Μεταξά να ενημερωθεί με επίσημο τρόπο για τη λειτουργία ορισμένων τομέων δεν θα πρέπει να παρεξηγηθεί επειδή απευθύνεται στη φασιστική Ιταλία. Λίγο καιρό νωρίτερα, είχε με παρόμοιο τρόπο απευθυνθεί στην αμερικανική πρεσβεία για να ενημερωθεί για το «New Deal» του Προέδρου Ρούσβελτ[4], που προφανώς είχε εντυπωσιάσει τον Έλληνα πρωθυπουργό. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Ιταλός πρεσβευτής[5]: «Η κυβέρνηση Μεταξά επιθυμεί να εμπνευσθεί, όσο και εφόσον μπορεί, από τις θεμελιώδεις αρχές του φασιστικού δόγματος, στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματός της για την αναδιοργάνωση και την αναζωογόνηση του ελληνικού κράτους. Μέλη της κυβέρνησης, ανώτατα κρατικά στελέχη και προσωπικότητες κύρους, σε απ’ ευθείας σύνδεση με την κυβέρνησή μας, ζητούν καθημερινά πληροφορίες, ιταλικές δημοσιεύσεις και κείμενα νόμων. Τα θέματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ακολούθων υπηρεσιών: υπουργείο Πληροφοριών και Προπαγάνδας, εθνική οργάνωση Μπαλίλα, εθνική οργάνωση Ελευθέρου Χρόνου (Dopolavoro), Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Κρατικός Προϋπολογισμός, Δημόσια Αρωγή, Δημόσια Οικονομικά, Νόμοι για τις επιχειρήσεις».
Δεν είναι φυσικά κοινό μυστικό ότι το καθεστώς Μεταξά ακολούθησε πολλά εξωτερικά χαρακτηριστικά της φασιστικής κρατικής οργάνωσης, ούτε εκ προοιμίου θα έπρεπε αυτό να επικριθεί. Σε ορισμένους τομείς, όπως π.χ. η κοινωνική πρόνοια και οι δημόσιες ασφαλίσεις, το φασιστικό κράτος είχε θεαματικά θετικά αποτελέσματα, προκαλώντας διεθνώς τον θαυμασμό (και στην Ελλάδα προσωπικότητες του βεληνεκούς Ελ. Βενιζέλου, Αλ. Παπαναστασίου, Π. Κανελλόπουλου, Ν. Καζαντζάκη κ.ά. είχαν εκφρασθεί ανάλογα)[6].
Το ζήτημα είναι ότι ο Ιω. Μεταξάς ήταν απ’ αρχής αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα φασιστικό πρότυπο, προσαρμοσμένο στην ελληνική πραγματικότητα. Δεν είχε σκεφθεί να δημιουργήσει μια προσωπικού τύπου δικτατορία, όπως π.χ. του Θεοδ. Πάγκαλου δέκα χρόνια νωρίτερα, αλλά ένα ευρυτέρων διαστάσεων καθεστώς που θα είχε διάρκεια και θα επιζητούσε την αναγέννηση της κοινωνίας μέσα από τα παραδοσιακά ιδανικά της θρησκείας, της πατρίδας και της οικογένειας. Δεν φαίνεται να είχε προνοήσει πώς θα έπλαθε το καθεστώς του πριν το εγκαθιδρύσει, γι’ αυτό και οι περισσότερες αποφάσεις του λαμβάνονται συνήθως σταδιακά και συγκυριακά και έπειτα από εισηγήσεις άλλων.
Η επανειλημμένα επισημασμένη αντινομία της 4ης Αυγούστου στη μεν εσωτερική πολιτική να είναι ολοκληρωτικό κράτος, στη δε εξωτερική να είναι σταθερά προσηλωμένη η Ελλάδα στις λεγόμενες Δυτικές Δημοκρατίες, άφησε ανοικτό το πεδίο για τη δραστηριότητα ιταλόφιλων και γερμανόφιλων προσώπων εντός του καθεστώτος. Ήδη ο αρχικά έμπιστός του υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Σκυλακάκης[7], που σε αντικατάσταση του Γ. Λογοθέτη είχε αναλάβει το υπουργείο Εσωτερικών μετά την καταστολή των γεγονότων της Θεσσαλονίκης τον Μάιο 1936, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Το 1934 είχε σχηματίσει την «Οργάνωση Εθνικού Κυριάρχου Κράτους» (ΟΕΚΚ), μια κίνηση απερίφραστα γερμανόφιλη, που εκείνη την εποχή διεκδίκησε ανεπιτυχώς να μονοπωλήσει την εθνικοσοσιαλιστική τάση στην Ελλάδα, αν και υπήρχαν εν λειτουργία και με αναλογικά μαζικότερη απήχηση η «Τρίαινα» υπό τον Ιάκωβο Διαμαντόπουλο, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος του Γεωργ. Μερκούρη και ορισμένες άλλες μικρότερες οργανώσεις.
Ο χώρος αυτός των γερμανοφίλων στην Ελλάδα προ της 4ης Αυγούστου 1936 ήταν πολυδιασπασμένος. Το ίδιο ίσχυε και για τις κινήσεις των ιταλοφίλων, που ήταν ακόμη λιγότερες αριθμητικά. Τελικά πολλοί εξ αυτών των γερμανοφίλων και ιταλοφίλων βρήκαν καταφύγιο για δράση μέσα στο νέο καθεστώς, ενώ οι περισσότεροι προσαρμόσθηκαν ιδεολογικά στα πλαίσια του ελληνοποιημένου φασισμού[8] που αντιπροσώπευε η 4η Αυγούστου και στην οποία επικρατούσαν τα συνθήματα της «εθνικής αναγέννησης», του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού», του «εθνικού κράτους», του αντικοινοβουλευτισμού, του αντικομμουνισμού κ.ά. Όλες εκείνες οι προδικτατορικές ποικιλώνυμες οργανώσεις, μικρές ή μεγάλες, σημαντικές ή ασήμαντες, αντικειμενικά όμως περιθωριοποιημένες και παροπλισμένες, απαγορεύθηκαν και διαλύθηκαν στις 4 Αυγούστου 1936, όπως και όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές κινήσεις σε όλη την Ελλάδα.
Χωρίς αμφιβολία μέσα από τις φιλοφασιστικές κινήσεις της προδικτατορικής περιόδου θα προέλθουν άτομα και ομάδες που θα επαναδραστηριοποιηθούν κατά την Κατοχή προβάλλοντας το ιδεολογικό πλαίσιο της συνεργασίας με τον κατακτητή, χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο αφορισμούς κατά του κοινοβουλευτισμού, του μπολσεβικισμού, αλλά και την προοπτική μιας ηνωμένης Ευρώπης. Αξιοσημείωτο είναι ότι ταυτόχρονα άλλοι ομοϊδεάτες τους θα στελεχώσουν αργότερα αντιστασιακές κινήσεις, ενώ σε περιόδους εξάρσεων δεν θα διστάσουν να μεταστραφούν υπέρ των Άγγλων.
Ως τέτοιες δεξαμενές μπορούν να αναφερθούν, πλην των προαναφερθεισών γερμανόφιλων ΟΕΚΚ, «Τρίαινας» και του κόμματος του Μερκούρη, οι μάλλον ιταλόφιλες Ένωση Ελλήνων Φασιστών με αρχηγό τον Θ. Υψηλάντη, Οργάνωση Ελλήνων Εθνικιστών υπό τον Αλέξ. Γιάνναρο (διάδοχος της προηγούμενης) και η ιδιότυπη οργάνωση Εθνική Ένωσις Ελλάς (ή Ελλάδος), γνωστότερη με τα αρχικά της (ΕΕΕ), που διέθετε ειδικό βάρος στη Βόρειο Ελλάδα και είχε εκδηλωθεί ως αντιεβραϊκή. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας σ’ αυτή την τελευταία, διότι είναι η μοναδική πολιτική οργάνωση που ανασυστήθηκε και συνέχισε τη δράση της επί Κατοχής, πιστεύοντας ακράδαντα και μέχρι τέλους στη γερμανική νίκη, με αποκορύφωμα την αναχώρηση της ηγεσίας της τον Οκτώβριο του 1944 στη Βιέννη, προκειμένου να επιστρέψει όταν το Τρίτο Ράιχ με το αναμενόμενο «νέο όπλο» θα κέρδιζε τον πόλεμο!
Τα ΕΕΕ ιδρύθηκαν το 1927 στη Μακεδονία. Μόλις τα προηγούμενα χρόνια είχε ολοκληρωθεί η ανταλλαγή πληθυσμών με την απομάκρυνση Μουσουλμάνων και Σλαβομακεδόνων. Η εγκατάσταση νέων κατοίκων, που προέρχονταν από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, προκαλούσε νέες ισορροπίες για τους γηγενείς Έλληνες κατοίκους της Μακεδονίας, οι οποίοι ιδρύοντας αυτή την οργάνωση, όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, θέλησαν να εδραιώσουν την εθνική συνείδηση, κυρίως απέναντι σε ξενοκεντρικές προπαγάνδες που συνέχιζαν να λειτουργούν. Πλην των όσων Σλαβομακεδόνων είχαν απομείνει αποκρύβοντας τα βουλγαρόφρονα αισθήματά τους και των ελάχιστων Κουτσοβλάχων που ήταν επηρεασμένοι από τη ρουμανική προπαγάνδα, υπήρχε και ένας άλλος μειονοτικός πληθυσμός που επίσης διατηρούσε διαθέσεις αυτονομιστικές: ένα μέρος των Εβραίων της Μακεδονίας και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης συνέχιζε να θεωρεί εφικτή τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου διεθνιστικού κρατιδίου με έδρα τη μακεδονική μεγαλούπολη. Ωστόσο ένα άλλο μέρος των Εβραίων κατοίκων (κυρίως από τους Ρωμανιώτες) ασπαζόταν τη θεωρία του αφομοιωτισμού και δήλωνε εθνική συνείδηση, αντιδρώντας στους δυναμικούς Σιωνιστές.
Ο κίνδυνος ενός χωριστικού κινήματος στην ελληνική Μακεδονία εξακολουθούσε να είναι ορατός, έστω και νεφελώδης. Οπωσδήποτε πιο επίφοβος ήταν ο κίνδυνος από τον αναπτυσσόμενο εγχώριο κομμουνισμό, ο οποίος μόλις τα χρόνια εκείνα είχε διατυπώσει δόγμα αυτόνομης Μακεδονίας, με αποτέλεσμα να βρεθεί το ΚΚΕ στη δίνη ενδοκομματικών αναστατώσεων. Ακριβώς σ’ αυτόν τον συνδυασμό κοινών στόχων των Σλαβομακεδόνων, των Εβραίων και του ΚΚΕ κατά τη δεδομένη συγκυρία θέλησαν να αντιπαραταχθούν τα ΕΕΕ[9].
Η οργάνωση αυτή στα πρώτα χρόνια της δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην εθνική συσπείρωση των Μακεδόνων, περιλαμβανομένων και των προσφύγων που ήλθαν με την ανταλλαγή, χωρίς αρχικά να έχει άλλες ευρύτερες φιλοδοξίες. Φαίνεται όμως ότι η απήχηση που απέκτησε, προσέλκυσε την προσοχή των πολιτικών κομμάτων, ιδίως του Κόμματος Φιλελευθέρων και των κατά τόπους πολιτευτών του. Μέχρι το 1933, που η οργάνωση παραμένει συμπαγής και αδιάσπαστη, είχε χροιά βενιζελική και παράλληλα ιταλόφιλη, έννοιες καθόλου ασυμβίβαστες. Τα ΕΕΕ κατηγορήθηκαν για τον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη και άλλα παρόμοια βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1930. Η αφορμή είχε προέλθει από τη συμμετοχή αντιπροσωπείας της οργάνωσης της εβραϊκής νεολαίας «Μακαμπή» σε συνέδριο στη Σόφια, όπου εκεί εκφράσθηκε η ευχή για δημιουργία αυτόνομου μακεδονικού κράτους. Αν και έχουν εκφρασθεί αμφιβολίες για το τι ακριβώς συνέβη, το γεγονός ότι οι συντηρητικότεροι Εβραίοι, οι λεγόμενοι «αφομοιωτές»[10], διαχώρισαν τη θέση τους, επιβεβαιώνει ότι η «Μακαμπή» είχε υπερβεί τα εσκαμμένα. Το γεγονός προβλήθηκε με έντονο τρόπο από τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα από τη «Μακεδονία», της οποίας ο αρχισυντάκτης Νίκος Φαρδής θεωρήθηκε ότι με την αρθρογραφία του φανάτισε την τοπική κοινή γνώμη.
Γενικός διοικητής Μακεδονίας ήταν τότε ο στρατηγός Στυλιανός Γονατάς, φίλα προσκείμενος προς την οργάνωση, ο οποίος όμως όταν κατάλαβε πού μπορούσε να οδηγηθεί η κατάσταση έσπευσε να διαχωρίσει τη θέση του[11]. Μετά τον εμπρησμό του Κάμπελ, που ουσιαστικά είναι η μοναδική αντιεβραϊκή[12] δράση από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, δημιουργήθηκε μια ατμόσφαιρα έντασης με εκατέρωθεν προκαλούμενα επεισόδια ήσσονος σημασίας, όχι όμως εντελώς αναίμακτα. Από την κατάσταση αυτή ενδιαφέρθηκε να επωφεληθεί το ΚΚΕ, που συμμετείχε πλέον ενεργά στην πολιτική ζωή. Η γραμμή του ήταν α) να στηρίξει την ευρεία μάζα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που μέσα από την πορεία της Φεντερασιόν ανήκε στη ραχοκοκαλιά των οπαδών του, β) να παραμείνει σύμμαχος στις όποιες αυτονομιστικές προοπτικές μπορούσαν να υπάρχουν, και γ) να αντιμετωπίσει δυναμικά στο πεζοδρόμιο τον εγχώριο φασισμό.
Προς τον σκοπό αυτό έστειλε στη Θεσσαλονίκη ικανά καθοδηγητικά στελέχη του, μεταξύ των οποίων τον Τάκη Φίτσο από την Αθήνα, ο οποίος σε μια σειρά άρθρων του στον «Ριζοσπάστη» της εποχής αναλύει τα μετά τον εμπρησμό του Κάμπελ (Ιούνιος 1931) γεγονότα.
Η οργάνωση ΕΕΕ συνέχισε να κινείται δραστήρια στη Βόρειο Ελλάδα, αύξησε τα γραφεία της σε διάφορες πόλεις, ενώ απέκτησε ισχύ τόσο ανάμεσα στους φοιτητές[13] όσο και γενικότερα στους νέους με την ίδρυση του Σώματος Ελλήνων Αλκίμων, που ήταν αντίστοιχο των προσκόπων και των νεολαίων της «Μακαμπή». Τον Μάρτιο 1933, όταν για πρώτη φορά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην εξουσία ανέρχονται οι αντιβενιζελικοί και σχηματίζεται η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, τα ΕΕΕ υφίστανται ενδοοργανωτικούς τριγμούς, ως απόρροια των οποίων είναι η διαμόρφωση δύο διπλών τάσεων που δεν έχουν μεταξύ τους διαχωριστική γραμμή: βενιζελική και ιταλόφιλη, αντιβενιζελική και γερμανόφιλη. Ενδιαφέρον είναι ότι η πρώτη και μόνον διατηρεί χαρακτήρα αντιεβραϊκό – και αυτό παρά το γεγονός ότι η εκπροσώπηση του αυθεντικού ιταλικού φασιστικού κόμματος (εξωτερικού) γίνεται από Εβραίους της Θεσσαλονίκης!
Η οργάνωση χρησιμοποιεί ως πρωτεύοντα συνθήματα τα «Έλληνες ενωθήτε» και, κατά το αντίστοιχο γερμανικό των εθνικοσοσιαλιστών, «Ελλάς ξύπνα». Παραστρατιωτικός σχηματισμός της είναι οι Χαλυβδόκρανοι, που θα μπορούσε να αντιστοιχισθεί με τα Τάγματα Εφόδου του Χίτλερ ή τους πρώιμους φασιστικούς σχηματισμούς του Μουσολίνι πριν από την άνοδό του στην εξουσία. Εκτός από τους οργανωμένους νεολαίους της, διαθέτει μια εκτεταμένη οργανωτική δομή στον χώρο του συνδικαλισμού. Ο γεν. γραμματέας της Δ. Χαριτόπουλος έχει την ιδιότητα του προέδρου του Εθνικού Συνδέσμου Καπνεργατών. Πλην του ΚΚΕ, είναι η μόνη πολιτική δύναμη που διαθέτει ερείσματα και ζηλευτή οργάνωση με σωματεία εργατών, αγροτών, επαγγελματιών, φοιτητών, μαθητών, ενώ εκδίδονται προσκείμενες εφημερίδες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες βορειοελλαδικές πόλεις.
Τον Ιούνιο 1933, ακριβώς δύο χρόνια μετά τον εμπρησμό του συνοικισμού Κάμπελ, ο οποίος έδωσε πανελλήνια δημοσιότητα στα ΕΕΕ, πραγματοποιήθηκε η «πορεία προς την Αθήνα». Διαθέτοντας παραστρατιωτικά χαρακτηριστικά τετραψήφιος αριθμός Χαλυβδοκράνων κατήλθε σιδηροδρομικώς από τη Θεσσαλονίκη στην πρωτεύουσα και από τον Σταθμό Λαρίσης παρήλασε σε σχηματισμούς μέσω των αθηναϊκών λεωφόρων για να καταλήξει τελετουργικά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου. Τους υποδέχθηκαν επίσημα, πλην του προέδρου της Γερουσίας Στυλ. Γονατά, οι υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης Ιω. Ράλλης και Σπ. Ταλιαδούρος, οι στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές κ.ά.
Το γεγονός αυτό ήταν ενδεικτικό της απήχησης που είχε προκαλέσει μέχρι τότε η οργάνωση με τις εμφανίσεις της, που της έδιναν υφή αντίποδα του ΚΚΕ. Ο εντυπωσιασμός που αντιπροσώπευε για την κοινή γνώμη η «πορεία προς την Αθήνα», που κάθε άλλο παρά απειλητική για τους νόμιμους φορείς της εξουσίας ήταν, σύντομα θα οδηγήσει στην αλαζονεία της ηγεσίας των ΕΕΕ και στην άκαιρη προβολή προσωπικών φιλοδοξιών.
Όταν στους πρώτους μήνες του 1934 η διάσπαση των ΕΕΕ είναι γεγονός, η κύρια μερίδα παραμένει η φιλοβενιζελική και ιταλόφιλη, η οποία πρωτοστατεί στη μετατροπή της οργάνωσης σε «Κόμμα Εθνικόν και Σοσιαλιστικόν»[14]. Ωστόσο τα ηγετικά στελέχη αυτής της μερίδας είναι εκείνα που θα επανασυστήσουν την οργάνωση επί Κατοχής και μάλιστα θα βρεθούν τελικά στη Βιέννη με τους λοιπούς αυτοεξόριστους Έλληνες χιτλερικούς. Παρά την επαναστατική ορολογία της, η οργάνωση δεν απείλησε την καθεστηκυία τάξη. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις, λειτούργησε για την υποστήριξή της, μερικές φορές μάλιστα σε ευθεία αντιπαράθεση με τους κομμουνιστές, κερδίζοντας έτσι υποστηρικτές όπως π.χ. ο σοφός βυζαντινολόγος Νίκος Βέης, ο οποίος μίλησε στον «Παρνασσό» σε συγκέντρωση που είχε διοργανώσει το Παράρτημα Αθηνών των ΕΕΕ.
Στο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 τα ΕΕΕ δεν έπαιξαν ρόλο, αλλά λίγο αργότερα η ηγετική ομάδα που, παραγκωνίζοντας τους βενιζελικούς αξιωματικούς Α. Παπακυριαζή και Εμμ. Δημοτάκη, είχε επικρατήσει (Κ. Γούλας[15], Δ. Χαριτόπουλος, υιός Κοσμίδης κ.ά.) προθυμοποιήθηκε να προσφέρει την αρχηγία στον στρατηγό Θεόδωρο Μανέττα[16] και εν συνεχεία στον συνταγματάρχη Πέτρο Γρηγοράκη, γνωστούς ως ακραιφνείς βενιζελικούς, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει παρόμοια πρόταση ο άλλοτε βενιζελικός υπουργός Απόστολος Αλεξανδρής. Σε προγενέστερες φάσεις η οργάνωση τελούσε σε στενή επαφή με πρόσωπα που ανήκαν στην αντίθετη παράταξη, όπως π.χ. ο Αναστάσιος Νταλίπης ή ο Μίκης Μελάς (γιος του Παύλου). Η οργάνωση υποχρεωτικά πέρασε σε ανυπαρξία όταν κηρύχθηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Πλην των ΕΕΕ και των άλλων άλλων γερμανόφιλων ή ιταλόφιλων πολιτικών οργανώσεων, σε προσωπικό επίπεδο υπήρξαν πολιτικοί που εμφανίστηκαν ως συμπαθούντες, τελικά συμβάλλοντας με το κύρος και την προβολή που διέθεταν στη διάδοση παρομοίων ιδεών, ανεξάρτητα από τη στενή πολιτική ταυτότητά τους. Είναι όμως ενδιαφέρον να δούμε τη διάσπαση που γνώρισε το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1930, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του, ίσως όχι χωρίς κάποια ανάμιξη των ΕΕΕ[17]. Περικλείει ορισμένα προφητικά χαρακτηριστικά, εκτός αν, ακόμη χειρότερα, η καταγγελτική γνώμη της αντιηγετικής ομάδας περί φασιστικών αντιλήψεων της νέας ηγεσίας ήταν τόσο καλά εμπεριστατωμένη. Την τετραμελή ηγεσία, που καταγγέλθηκε ως εκφράζουσα φασιστικές αντιλήψεις και που νομιμοφανώς αναδείχθηκε στο συνέδριο εκείνο αποτελούσαν οι Ιω. Σοφιανόπουλος, Σ. Ανθρακόπουλος, Ν. Ματούσης και Απ. Παγκούτσος. Και οι τέσσερις επί Κατοχής βρέθηκαν υπό ιταλική επιρροή, άλλος συνεργασθείς λιγότερο και άλλος περισσότερο[18]. Εξ αυτών ο Σωκράτης Ανθρακόπουλος, που είχε εκλεγεί βουλευτής στις εκλογές του 1928 και του 1932 υπήρξε αρθρογράφος της ελληνόφωνης ιταλικής προπαγανδιστικής εφημερίδας «Κουαδρίβιο» κατά την Κατοχή, ο Απόστολος Παγκούτσος είχε θεωρηθεί ως πολιτικός αρχηγός του ΕΑΣΑΔ, ενώ είχε εκλεγεί βουλευτής προπολεμικά με το Αγροτικό Κόμμα και μεταπολεμικά με την Ένωση Κέντρου για να καταλήξει υπουργός στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο δε Νικόλαος Ματούσης, περί του οποίου θα γίνει εκτενής λόγος σε άλλο τόμο, είναι ο γνωστός «πρωθυπουργός» του πριγκιπάτου της Πίνδου. Προκειμένου περί του Ιω. Σοφιανόπουλου, έχουν επανειλημμένα επισημανθεί οι προσπάθειές του να γίνει κατοχικός υπουργός ή ακόμη και πρωθυπουργός.
Το καλοκαίρι του 1935 ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης, δεδηλωμένος γαλλόφιλος, επιχειρεί μια ιταλόφιλη στροφή και, συνοδευόμενος από τον στενό φίλο και συνεργάτη του Σταμάτη Μερκούρη, επισκέπτεται την Ιταλία. Εκεί είχε πολλές επαφές με ιθύνοντες του ιταλικού φασισμού, ακόμη και προσωπική συνάντηση με τον Μπενίτο Μουσολίνι. Ωστόσο οι περαιτέρω κινήσεις του, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, δεν θα εκταθούν περισσότερο από τη δυναμική πρωτοβουλία του να παλινορθώσει τη Βασιλευομένη Δημοκρατία και όχι να ιδρύσει μια φασιστική δικτατορία.
Την ίδια εκείνη ρευστή εποχή είναι πολλοί οι θιασώτες της επιβολής μιας δικτατορίας φασιστικού τύπου. Άλλωστε είναι γνωστό ότι το φαινόμενο έχει διεθνή διάσταση και σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες οι φασιστικές ιδέες είναι ελκυστικές για σημαντικό τμήμα των λαϊκών μαζών. Στην Ελλάδα πολιτικοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων επανειλημμένα εκφράζουν τον θαυμασμό τους προς την Ιταλία του Μουσολίνι. Κάτι αντίστοιχο, αλλά σε οφθαλμοφανώς μικρότερη κλίμακα, ισχύει και έναντι της Γερμανίας του Χίτλερ. Ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Κοτζιάς δεν κρύβει τις συμπάθειές του προς τις δύο αυτές χώρες, αρχικά ιδιαιτέρως προς την Ιταλία. Μια θεαματική επίσκεψη και ομιλία του στο Ιταλικό Ινστιτούτο της οδού Πατησίων καταλήγει στη δημιουργία επεισοδίων εκ μέρους αντιφρονούντων[19]. Οι ιδιαίτερες συμπάθειες που είχε δημιουργήσει ο Κ. Κοτζιάς, πληθωρικός και φιλόδοξος, κατά τις επισκέψεις του στην Ιταλία και τη Γερμανία, θα δώσουν λαβή μεταγενέστερα για να θεωρείται ως «άνθρωπός» τους στην Ελλάδα, ακόμη και τις τελευταίες ημέρες πριν από την ιταλική επίθεση.
Από την άλλη μεριά, αγγλόφιλοι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν με τη μαζικότητα που είχαν γίνει γνωστοί άλλοτε, π.χ. στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ανήκαν κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και οι εκδηλώσεις τους ήταν περιορισμένες[20]. Αυτό βεβαίως δεν απέτρεπε την ύπαρξη αγγλικής επιρροής στα πολιτικά πράγματα, που έγινε πιο εμφανής από τις παραμονές της παλινόρθωσης και ιδιαίτερα μετά την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Η δραστηριότητα του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου ήταν πάντοτε διακριτική, όπως αντίστοιχα και του Ελληνογερμανικού, και δεν υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πλευρές πριν πυκνώσουν τα νέφη του επερχόμενου πολέμου. Εν τούτοις γύρω από τις δύο αυτές δεξαμενές προέκυψαν στελέχη που έδρασαν παρασκηνιακά στις αντίστοιχες ξένες μυστικές υπηρεσίες ή σε υπηρεσίες προπαγάνδας, καθώς και άλλα που στρατεύθηκαν στην περίοδο της Κατοχής ως όργανα των μεν και των δε[21].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Πρόκειται για τον γεωργικό ακόλουθο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Λαιρντ Άρτσερ, που στη διάρκεια του μεσοπολέμου συντόνιζε την αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα και άλλες βαλκανικές χώρες και είχε τη διεύθυνση του Ιδρύματος Εγγύς Ανατολής, ενώ μετά την Απελευθέρωση το 1944 ανέλαβε πρώτος διευθυντής της Ούνρα στην Ελλάδα. Το ημερολόγιό του κυκλοφόρησε το 1944 στη Νέα Υόρκη και μεταφράστηκε από τους Βασ. και Αχ. Κωνσταντίνου (Λαιρντ Άρτσερ, «Βαλκανικό Ημερολόγιο (1934-1941)», Εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 1993, σελ. 80-82).
[2] Εφημερίδα «Έθνος», 30 Ιουνίου 1937.
[3] Βλ. Romain H. Rainero «Το πραξικόπημα του Μεταξά και η απήχηση στη φασιστική Ιταλία», εισήγηση στο Διεθνές Ιστορικό Συνέδριο «Η Ελλάδα 1936-44, Δικτατορία-Κατοχή-Αντίσταση», του οποίου τα πρακτικά δημοσιεύθηκαν από το Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ με επιστημονική επιμέλεια Χ. Φλάισερ και Ν. Σβορώνου, Αθήνα 1989, σελ. 34.
[4] Βλ. Λαιρντ Άρτσερ, ό.π., σελ 77: «...Κάποιος απεσταλμένος είχε μπει στο γραφείο μου κουβαλώντας μια αγκαλιά βιβλία και έντυπα. “Ποιος άφησε αυτόν τον πλασιέ να μπει;” είχα ρωτήσει φωναχτά από την ανοιχτή πόρτα τούς υπαλλήλους του γραφείου. Η απάντηση που έλαβα ήταν: “Δεν είναι πλασιέ, κύριε, είναι από τον [Έλληνα] πρωθυπουργό, και έφερε όλες αυτές τις δημοσιεύσεις για το αμερικανικό Νιού Ντηλ. Ο πρωθυπουργός τού είπε να σας τα φέρει. Θα ήθελε, παρακαλεί, να μεταφραστούν και να ανακεφαλαιωθούν για δική του πληροφόρηση”. Όπως έμαθα αργότερα, ο Μεταξάς είχε παρακαλέσει την αμερικανική πρεσβεία να του βρει αυτό το υλικό, γιατί ενδιαφερόταν πολύ για τους κανονισμούς του Νιού Ντηλ. Σκόπευε να τους αναπλάσει σε καινούρια καλούπια για να τους χρησιμοποιήσει η δικτατορία ως μέσο συστηματοποίησης στην Ελλάδα. Με αυτό ο Μεταξάς ελπίζει να δημιουργήσει μια ισχυρή εργατική υποστήριξη για το καθεστώς του».
Ο Μεταξάς, που είχε την πεποίθηση ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να ενισχύσει την αγροτική παραγωγή της με ιδανικό την αυτάρκεια παραγωγής, ήταν πρόθυμος να αντιγράψει ιδέες ή απλώς να ενημερωθεί για τα επιτεύγματα σε άλλες χώρες. Πράγματι, στα επόμενα χρόνια ενδιαφέρθηκε επίμονα για τον Έλληνα αγρότη, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί ότι αντέγραψε τελικά το αμερικανικό πρότυπο.
[5] Βλ. R. Rainero, ό.π., σελ. 36, όπου παρουσιάζεται το τηλεγράφημα του Μποσκαρέλι προς το Τμήμα Πολιτικών Υποθέσεων του ιταλικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 14-8-1936.
[6] Ο καθηγητής Δημήτρης Κιτσίκης στο βιβλίο του «Ελλάς και Ξένοι 1919-1967» (έκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 1977, σελ. 121) θεωρεί ότι η ιταλοφιλία «είχε γίνει πια της μόδας στην Ελλάδα» στις αρχές της δεκαετίας 1930, αναφερόμενος και στις δύο κύριες πολιτικές παρατάξεις της χώρας, τους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς. Και προσθέτει: «Οι στρατηγοί και των δυο παρατάξεων ήθελαν να κινηθούν “όπως στην Ιταλία” και να μιμηθούν τον Μουσσολίνι».
[7] Ο απόστρατος αξιωματικός Θεόδωρος Σκυλακάκης (1894-1944), ήταν συμμαθητής στη Σχολή Ευελπίδων και προσωπικός φίλος του Σοφοκλή Βενιζέλου. Με τον Ιωάννη Μεταξά διατηρούσε δεσμούς από το κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη το 1923, όταν ο ίδιος αποτάχθηκε. Το 1934 πρωταγωνίστησε με τον Αχιλλέα Κύρου της «Εστίας», τον Ευάγγελο Κυριάκη και άλλους παράγοντες στη δημιουργία της εθνικοσοσιαλιστικής «ΟΕΚΚ», η οποία εξέδιδε για ένα διάστημα την ημερήσια εφημερίδα «Κράτος». Ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών τον Μάιο 1936 και τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου απομακρύνθηκε με την κατηγορία ότι συνωμοτούσε για να ανατρέψει τον Ιω. Μεταξά. Η ίδια κατηγορία τού αποδόθηκε και δεύτερη φορά, τον Ιούλιο 1940, στο πλαίσιο της συνωμοσίας των γερμανοφίλων, με αποτέλεσμα να εξορισθεί στη Λευκάδα. Επί Κατοχής δεν διαδραμάτισε κανένα σημαντικό ρόλο και εκτελέστηκε από τους κομμουνιστές στα Δεκεμβριανά του 1944. Βιογραφικό του περιλαμβάνεται στο βιβλίο Δημοσθ. Κούκουνα, «Οι Έλληνες Πολιτικοί, 1926-1949», Εκδ. Μέτρον, Αθήνα 1999, σελ. 175.
[8] Ο όρος αυτός είναι μάλλον αδόκιμος, αλλά χρησιμοποιείται συμβατικά. Οι παράγοντες της δικτατορίας ποτέ δεν αποδέχθηκαν επίσημα τον όρο αυτόν, υποστηρίζοντας ότι το καθεστώς δεν αντέγραφε ξένα ιδεολογικά πρότυπα, αλλά ότι αντλούσε ιδεολογικές παρακαταθήκες από την αρχαία ελληνική κληρονομιά της κλασικής Ελλάδος, ενώ ακόμη και ο καθιερωμένος χαιρετισμός («ρωμαϊκός» ή φασιστικός) με ανάταση της δεξιάς είχε αντίστοιχη αρχαιοελληνική προέλευση.
[9] Εκτός από στελέχη της Επανάστασης του 1922 στη Θεσσαλονίκη, που είχαν επισημάνει αυτόν τον κίνδυνο, ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος είχε ανάλογη άποψη, που κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του τον οδήγησε να διορίσει επικεφαλής της νεοσύστατης Υπηρεσίας Δίωξης του Κομμουνισμού, που υπαγόταν στην Ασφάλεια, τον ιατρό και συγγραφέα Αριστείδη Ανδρόνικο. Ο τελευταίος είναι ο πρώτος εισαγαγών στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία 1920 τις θεωρίες περί συναφείας Σιωνισμού και Κομμουνισμού βάσει των αμφιλεγομένων Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών. Ο Αρ. Ανδρόνικος τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής (1944) συνέβαλε στην ανασύσταση των ΕΕΕ και είναι από εκείνους που κατέφυγαν στη Βιέννη, επιχειρώντας να σχηματίσουν ελληνική αυτοεξόριστη κυβέρνηση (1945). Προηγουμένως είχε συμμετάσχει στη γνωστή οργάνωση ΕΣΠΟ, η οποία σημειωτέον (και μεταξύ άλλων στελεχών της και ο ίδιος ο Ανδρόνικος) κρίθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου το 1948 ως πατριωτική και όχι προδοτική.
[10] Το ζήτημα των εσωτερικών διενέξεων ανάμεσα στους Εβραίους της Ελλάδος κατά την περίοδο του μεσοπολέμου δεν έχει ερευνηθεί από κανέναν ιστορικό και συνεπώς μένει αδιευκρίνιστο στις κύριες πτυχές του, παρά τις εντάσεις που αναδείχθηκαν. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι πρωτίστως από την πλευρά των «αντι-σιωνιστών» προέρχονται στελέχη της Εβραϊκής Κοινότητας που συνεργάσθηκαν με τους κατακτητές επί Κατοχής. Άλλωστε το όλο θέμα των Εβραίων δοσιλόγων εξακολουθεί να είναι και αυτό ανεπαρκώς γνωστό, με εξαίρεση δύο άρθρα του συγγραφέα στο περιοδικό «Λαβύρινθος» (αριθ. 24 και 25, Ιούνιος-Ιούλιος 2005). Από αυτά ίσως ενθαρρύνθηκε ο πρόεδρος του Κ.Ι.Σ. Μίνως Κωνσταντίνης μόλις πρόσφατα («Τα Νέα του ΚΙΣ», Ιούνιος 2008) να αναφερθεί στην ανάγκη να ερευνηθεί ιστορικά η παράμετρος αυτή.
[11] Δεν θα μπορούσε βέβαια να τεθεί θέμα ευθύνης του Στ. Γονατά αναφορικά με τον εμπρησμό, πολύ δε περισσότερο οποιαδήποτε υπόνοια ότι τον είχε υποκινήσει ή τον είχε ανεχθεί. Ωστόσο οι βενιζελικοί της Θεσσαλονίκης ενίσχυαν τα ΕΕΕ και οι ίδιοι σε πολλές περιπτώσεις είχαν έλθει σε ρήξη με παράγοντες της Εβραϊκής Κοινότητας. Υπάρχουν και δύο αξιοσημείωτες συμπτώσεις: α) γενικός γραμματέας της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας στην τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου είχε διατελέσει ο Εμμανουήλ Λουλακάκης, ο οποίος στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου πήρε μέρος ως υπουργός γεν. διοικητής Κρήτης, και β) ανώτερη διοικητική θέση στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας κατείχε τότε ο Περικλής Πέτροβας (ο οποίος εξελίχθηκε σε ηγετικό στέλεχος των ΕΕΕ, ενώ το 1933 αποχώρησε απ’ αυτά και κατήλθε στην Αθήνα, αναλαμβάνοντας την αρχηγία της εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης «Τρίαινα», αφού παραμέρισε τον ιδρυτή της Ιάκωβο Διαμαντόπουλο, κατά τη διάρκεια της Κατοχής δε στάλθηκε στη Γερμανία ως επιθεωρητής εργασίας με αρμοδιότητα τους εθελοντές εργάτες που μετανάστευσαν εκεί για να εργασθούν στη γερμανική πολεμική βιομηχανία, επίσημα διαπιστευμένος από την κατοχική κυβέρνηση Αθηνών).
Ο Στυλιανός Γονατάς, μετά τον εμπρησμό, εγκατέλειψε τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας για να αναλάβει στην Αθήνα την προεδρία της Γερουσίας. Όταν έγινε η πορεία των τριεψιλιτών προς την Αθήνα, τον Ιούνιο του 1933, ο Γονατάς τούς υποδέχθηκε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου, μαζί με τον τότε υπουργό Εσωτερικών Ιωάννη Ράλλη, τον μετέπειτα κατοχικό πρωθυπουργό.
[12] Χρησιμοποιούμε τον όρο «αντιεβραϊκή» και όχι «αντισημιτική» δράση, διότι δεν υπήρχε γενικευμένη φυλετική δράση. Και οι οξύτερες ακόμη ανακοινώσεις που είχε εκδώσει ποτέ η οργάνωση ΕΕΕ δεν στηρίζονταν σε ευγονική επιχειρηματολογία. Είναι χρήσιμο να ενσκήψουμε στο περιεχόμενο μιας αχρονολόγητης (πιθανόν μετά το 1933) προκήρυξης που είχε διανεμηθεί στην Αθήνα και απευθυνόταν γενικά στους «Έλληνες εμπόρους»: «…ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που ύπουλα και κρυφά παρασκεύασαν σ’ όλα τα Κράτη, σ’ όλην την ανθρωπότητα τις μεγαλείτερες καταστροφές. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που κατέστρεψαν την Ρωσσίαν και την διοικούν σήμερα με το αιματοβαμμένο καθεστώς των παρασκευάζοντες την κακουργία του παγκοσμίου εμφυλίου σπαραγμού. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που επιχείρησαν να καταστρέψουν – χωρίς να το επιτύχουν – την αναγεννωμένην Γερμανίαν. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που αναστατώνουν την Αμερικήν εκμεταλλευόμενοι τα πειράματα του Ρούζβελτ. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που πρωτοστάτησαν στην καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που πρωτοστάτησαν στα μαρτύρια και την διαπόμπευσιν του Γρηγορίου Ε΄. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που δεν ήθελαν ούτε θέλουν τους Έλληνας στην Θεσσαλονίκη. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που δεν μιλούν Ελληνικά ούτε τα παιδιά τους στέλλουν στα Ελληνικά Σχολεία. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που υπήρξαν οι ιδρυταί του κομμουνιστικού κόμματος της Ελλάδος (Μπεναρόγιας) και οι πρώτοι προσχωρήσαντες εις το Εν. Κομμουνιστικόν Μέτωπον. ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ που τις περισσότερες φορές δεν έχουν την Ελληνικήν υπηκοότητα, τελευταία, εδώ και δύο-τρία χρόνια ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΝ με υπομονήν, επιμονήν, και την αριστοτεχνική συνωμοτικήν ικανότητά τους, την ΓΕΝΙΚΗΝ ΕΠΙΘΕΣΙΝ τους κατά των Ελλήνων Εμπόρων, κατά της Ελληνικής Εθνικής Οικονομίας… ΔΕΝ ΑΦΗΚΑΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ. ΔΕΝ ΑΦΗΚΑΝ ΤΙΠΟΤΕ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΤΟ ΠΑΡΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥΝ ΣΤΑ ΑΠΛΗΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ! Σαν μανιτάρια δύο-τρία χρόνια τώρα με την ενίσχυσι και των Κομματικών Κυβερνήσεων που το χρήμα των και τις 9000 ψήφους των της Θεσσαλονίκης άγουν και τας φέρουν, κατώρθωσαν και γέμισε η αγορά μας από ΕΒΡΑΪΚΑ καταστήματα, έγιναν κύριοι της οικονομικής μας ζωής και μας ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ παντού. ΕΒΡΑΙΟΙ στην Βιομηχανία, ΕΒΡΑΙΟΙ στο εμπόριο, ΕΒΡΑΙΟΙ στα ψιλικά, ΕΒΡΑΙΟΙ στα Τεχνικά γραφεία, ΕΒΡΑΙΟΙ στα Παραγγελιοδοχικά, ΕΒΡΑΙΟΙ στις Τραπεζιτικές εργασίες, ΕΒΡΑΙΟΙ στις Κρατικές εργασίες, ΕΒΡΑΙΟΙ ΚΤΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΘΗΝΩΝ (ΓΟΥΔΙ), ΕΒΡΑΙΟΙ μέσω του συστήματος των Κρατικών Δημοπρασιών κατώρθωσαν και ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ τα οχυρωματικά έργα Θεσσαλονίκης για να εμπορευθούν τον σίδηρον του μπετόν αρμέ, και σήμερα η συμπρωτεύουσα είναι ανοχύρωτος, ανίκανος προς άμυναν και η Ελληνική Σημαία κινδυνεύει να υποβιβασθή από τον Λευκόν Πύργον όπου την έστησαν τα χέρια της Πολεμικής Ελληνικής Νεότητος και να υψωθή από τα χέρια των παιδιών του Ιούδα… μια… οιαδήποτε ξένη!…».
[13] Η τιτλοφορούμενη Φοιτητική Φάλαγγα ήταν οπωσδήποτε η πιο δυναμική οργάνωση ανάμεσα στους φοιτητές και αντλούσε στελέχη από τον περιώνυμο εκείνη την εποχή Εθνικό Παμφοιτητικό Σύλλογο. Διοικητής της στη Θεσσαλονίκη ήταν ο Νικόλαος Βλαχογιάννης (ο οποίος μετακινήθηκε στη Βιέννη κατά το τέλος της Κατοχής), ενώ στην Αθήνα δρούσε υπό τον Δημήτριο Σφαέλλο, που προηγουμένως ήταν γενικός γραμματέας του Παμφοιτητικού. Από τις τάξεις των φοιτητικών αυτών οργανώσεων προέκυψαν επώνυμα πολιτικά στελέχη σε διάφορα κόμματα της μεταπολεμικής περιόδου, μεταξύ των οποίων βουλευτές, υπουργοί, πανεπιστημιακοί καθηγητές, ανώτατα και ανώτερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης κ.ά.
[14] Βλ. το υπό τον τίτλο «Φως εις τα αίτια της διαστάσεως εν τη ΕΕΕ» κύριο άρθρο της εφημερίδας «Εθνικός Αγών», που ήταν όργανο της «Σωματειακής Οργανώσεως ΕΕΕ», Θεσσαλονίκη, 29 Απρ. 1934.
[15] Ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Γούλας, προεδρεύων των ΕΕΕ προ του 1936, επί Κατοχής θα ανασυστήσει την οργάνωση, χωρίς όμως να πλησιάσει τη μαζικότητα που είχε γνωρίσει προπολεμικά. Στις αρχές του 1944 επανεμφανίσθηκε με έδρα την Αθήνα (της παραχωρήθηκε επιταγμένο ακίνητο στη γωνία Σίνα-Βησσαρίωνος), ενώ είχε στη διάθεσή της την εφημερίδα «Ακρόπολις». Τα ΕΕΕ, αφού η ΕΣΠΟ είχε περιέλθει σε τέλμα υπό τον τελευταίο πρόεδρό της Γ. Τριαντόπουλο, ήταν η μόνη πολιτική οργάνωση που συνεργαζόταν ανοικτά με τους Γερμανούς την τελευταία κατοχική χρονιά. Γύρω απ’ αυτήν είχαν συσπειρωθεί όλοι οι πολιτικοί δοσίλογοι της Αθήνας και τελικά ήταν το μόνο πολιτικό σχήμα που μετακινήθηκε πριν από την Απελευθέρωση προς τη Γερμανία, εξακολουθώντας να πιστεύει στη γερμανική νίκη. Στις 10 Ιανουαρίου 1945 ο Κ. Γούλας, εκπροσωπώντας τα ΕΕΕ, πήρε μέρος στην τριμελή Ελληνική Εθνική Επιτροπή που σχηματίσθηκε στη Βιέννη υπό τον Έκτορα Τσιρονίκο, εν είδει αυτοεξόριστης κυβέρνησης (το τρίτο μέλος της ηγεσίας ήταν ο άλλοτε βουλευτής Ηρακλείου των Φιλελευθέρων Ιωάννης Πασσαδάκης, υπουργός γεν. διοικητής Κρήτης επί Κατοχής). Ο Γούλας επέστρεψε στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου και η τελευταία εμφάνισή του στις ελληνικές εφημερίδες ήταν το 1967 και οφειλόταν στην παρουσία του στη δίκη για τη δολοφονία Λαμπράκη, ως συνηγόρου υπεράσπισης.
[16] Την πληροφορία δημοσίευσε η γαλλόφωνη εβραϊκή εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Πρόοδος» (9 Μαΐου 1935), προσθέτοντας ότι η οργάνωση ΕΕΕ, στο πλαίσιο της νέας κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την καταστολή του κινήματος της 1ης Μαρτίου και την προκήρυξη εκλογών, από τις οποίες θα απείχε το Κόμμα Φιλελευθέρων, προχωρούσε στη μετατροπή της σε κόμμα φασιστικών αρχών με τη συμμετοχή όλων των παρεμφερών εθνικιστικών οργανώσεων, υπό την αρχηγία του Θ. Μανέττα. Ο εκπρόσωπος της οργάνωσης στην Αθήνα (μετά την απομάκρυνση του δημοσιογράφου Ιω. Λαζαρή) Δημ. Σφαέλλος είχε τη γνώμη ότι θα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή του νεαρού καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Παν. Κανελλόπουλου ως υπαρχηγού του νέου κόμματος, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του πρώτου με τον εκ των ηγετών της Θεσσαλονίκης Κων. Χατζηκωνσταντίνου (Αρχείο Σφαέλλου, ΕΛΙΑ, Χατζηκωνσταντίνου προς Σφαέλλο, 10 Μαΐου 1935).
[17] Η επιρροή των ΕΕΕ σ’ εκείνη την πρώτη περίοδό τους μπορούσε να παρατηρηθεί ιδίως στις αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας. Έχει επισημανθεί κάποια σχέση της οργάνωσης με τον ανεξάρτητο πολιτευόμενο Φίλιππο Δραγούμη (σύμφωνα με έγγραφα που υπάρχουν στο προσωπικό αρχείο του και ανήκουν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη), ο οποίος μετά την αναφερόμενη διάσπαση του Αγροτικού Κόμματος βρέθηκε να είναι συνεργάτης του Ιω. Σοφιανόπουλου στους κόλπους του κόμματος (βλ. Γεωργ. Μοσχόπουλου, «Από την Παλινόρθωση στη βασιλο-μεταξική δικτατορία, 1935-1940», Εκδ. Αθ. Χριστάκη, Αθήνα 1999, σελ. 257-258).
[18] Το πλήρες κείμενο της προκήρυξης της αντιηγετικής ομάδας, που την αποτελούν πρόσωπα λιγότερο γνωστά, πλην του Κ. Γαβριηλίδη, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» (18 Δεκ. 1930) και κατηγορεί ευθέως τους τέσσερις αναδειχθέντες ηγέτες για φασιστικές αντιλήψεις.
[19] Βλ. εφημερίδα «Ακρόπολις», 24 Ιανουαρίου 1935. Στο πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της υπό τον τίτλο «Ο Δήμαρχος Αθηναίων απεδοκιμάσθη χθες παταγωδώς εις την αίθουσαν του Ιταλικού Ινστιτούτου – Ζωηρότατα επεισόδια εξ αφορμής μιας ακαίρου φιλοφασιστικής διαλέξεώς του» αναφέρεται ότι ακόμη και τα ασυνήθη για την εποχή δακρυγόνα χρησιμοποιήθηκαν για να κατασταλούν τα επεισόδια εις βάρος του Κ. Κοτζιά. Είναι ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο ότι την αντίθεσή τους προς την κίνηση αυτή του δημάρχου είχαν εκφράσει με ανακοινώσεις τους, μεταξύ άλλων, ο Εθνικός Παμφοιτητικός Σύλλογος και η οργάνωση ΕΕΕ, θέτοντας το Δωδεκανησιακό υπεράνω των πολιτικών αντιλήψεών τους περί φασισμού.
[20] Ενδεικτικά αναφέρουμε ανάμεσα στους εκδηλωμένους αγγλόφιλους τον ιατρό Νικόλαο Λοράνδο, ο οποίος ήταν προσωπικός φίλος του Ιω. Μεταξά. Ο τελευταίος, δυσαρεστημένος σε προσωπικό επίπεδο με τον τότε Βρετανό πρεσβευτή Ουότερλοου, το 1939 παρακίνησε τον Λοράνδο να πάει στο Λονδίνο και να ζητήσει τεχνηέντως την αντικατάστασή του. Αποτέλεσμα ήταν, ύστερα από δραστηριότητα του Έλληνα γιατρού στις υπηρεσίες του Φόρεϊν Όφις ή άλλες και αφού είχε συναντήσει τον υπουργό Εξωτερικών Χάλιφαξ, να αποφασισθεί η αντικατάστασή του και να τοποθετηθεί ο σερ Μάικλ Πάλαιρετ, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικά συνεργάσιμος σε σχέση με τον προκάτοχό του (βλ. Ι. Κολιόπουλου, («Παλινόρθωση – Δικτατορία – Πόλεμος 1935-1941», έκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 1985, σελ. 138-139). Ανάμεσα στους πολλούς αγγλόφιλους της εποχής συγκαταλέγεται και ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος, ο οποίος ήταν πρόεδρος του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου. Ο Μιχαλόπουλος αργότερα πήρε μέρος στην κυβέρνηση Τσουδερού ως υπουργός Πληροφοριών με έδρα το Λονδίνο, όπου τελικά παρέμεινε εκεί για πολλές δεκαετίες.
[21] Μπορεί να φαίνεται παράδοξη η αναφορά σε Έλληνες που έδρασαν υπέρ ή κατά των Άγγλων ή των Γερμανών, καθώς επικράτησε να θεωρείται επιλήψιμη η δράση μόνον όσων ήταν όργανα των Γερμανών από την προπολεμική περίοδο ή κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ας μην παρασυρθούμε όμως από το γεγονός ότι οι Άγγλοι νίκησαν και οι Γερμανοί ηττήθηκαν. Στα χρόνια πριν από την εμπλοκή της Ελλάδος στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εξίσου αξιόμεμπτο θεωρείται να είναι κάποιος Έλληνας πράκτορας μυστικών ή προπαγανδιστικών υπηρεσιών της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός ότι για ευνόητους λόγους τέτοιοι έμμισθοι πράκτορες των βρετανικών υπηρεσιών ούτε καταγγέλθηκαν ούτε τιμωρήθηκαν, ίσως μάλιστα να αμείφθηκαν ακόμη και με δημόσιες έως και υπουργικές θέσεις, δεν σημαίνει ότι καλώς έπραξαν ή ότι οι ίδιοι είχαν εξασφαλισμένη καθαρή συνείδηση.


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ο ΠΑΤΗΡ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ





Η μόνη επώνυμη δήλωση, στην οποία προέβη ο πρωθυπουργός Πικραμένος αφότου προέκυψε το ζήτημα των σχέσεων της οικογένειάς του με τους Γερμανούς, ήταν η ακόλουθη:

«Δεν επιθυμώ να λάβω κατά το χρόνο άσκησης των καθηκόντων μου τις προβλεπόμενες για τη θέση μου μηνιαίες αποδοχές από τη λήψη των οποίων και παραιτούμαι».


Ομολογουμένως επικροτούμε, αφού ούτως ή άλλως ο μισθός του πρωθυπουργού είναι μεγαλύτερος από εκείνον του προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, αν και δεν χρειαζόταν να το δηλώσει σήμερα. Θα είχε μεγαλύτερη αξία βέβαια αν το είχε πράξει την πρώτη ημέρα που ανέλαβε και όχι λίγες ώρες αφότου προέκυψε ζήτημα.

Ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός Παναγιώτης Πικραμένος θεωρεί ότι υπέστη "ανοίκεια επίθεση", αν δεχθούμε ως έγκυρες τις πληροφορίες που μεταδίδει το matrix24.gr. Συγκεκριμένα αναφέρει επί λέξει:

"Συνεργάτες του Παναγιώτη Πικραμμένου μιλώντας στο matrix24.gr εκφράζουν την έκπληξή τους για την «ανοίκεια επίθεση» εκ μέρους εφημερίδας και βιβλίου στο πρόσωπο του υπηρεσιακού πρωθυπουργού.
Το σχετικό δημοσίευμα της Κυριακάτικης Δημοκρατίας κάνει λόγο για στενές σχέσεις της οικογένειας Πικραμμένου με τους Γερμανούς και το Γκέμπελς, επικαλούμενο το νέο βιβλίο του ιστορικού Δημοσθένη Κούκουνα.
Κύκλοι του υπηρεσιακού πρωθυπουργού είπαν στο matrix24.gr ότι θα υπάρξει επιστολή από άτομο μη πολιτικό που γνωρίζει καλά τα γεγονότα της εποχής και θα απαντήσει τόσο στο δημοσίευμα όσο και στο βιβλίο.
Οι ίδιοι κύκλοι πάντως σχολιάζουν ότι πράγματι η οικογένεια Πικραμμένου είχε πρακτορείο τύπου στο Μεσοπόλεμο, με έδρα την οδό Σωκράτους, το οποίο επιτάχθηκε επί κατοχής. Ο πατέρας του Π. Πικραμμένου από ιδιοκτήτης παρέμεινε ως υπάλληλος, δεδομένου ότι γνώριζε τη γερμανική γλώσσα.
Υπογραμμίζουν όμως ότι «η ιστορία περί πλουτισμού της οικογένειας είναι αστεία», καθώς όπως λένε χρεοκόπησε στην κατοχή και αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι, και μάλιστα για ένα κομμάτι ψωμί".



[επτά ώρες αργότερα τροποποιήθηκε η τελευταία παράγραφος ως εξής: "Προσθέτουν δε ότι «η ιστορία περί πλουτισμού είναι αστεία», καθώς – όπως λένε – η οικογένεια χρεοκόπησε επί κατοχής και αναγκάστηκε να πουλήσει, «για ένα κομμάτι ψωμί», το σπίτι της προκειμένου να επιβιώσει, κάτι που αναγνωρίστηκε και με μετακατοχική δικαστική απόφαση που επιδίκασε στην οικογένεια πρόσθετη αποζημίωση". Στην περίπτωση αυτή ας δοθεί στη δημοσιότητα το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης, αφού γίνεται επίκλησή της]

Το ιστολόγιό μας, που πρώτο ανάρτησε το βράδυ της περασμένης Τετάρτης 5/6 σχολιασμένο το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα, δεν θα απαντήσει ακόμα στους ανώνυμους κύκλους, μέχρι να υπάρξει μια πιο ξεκάθαρη απάντηση. Όπως αναφέρεται, "άτομο μη πολιτικό" ασχολείται με τη σύνταξη της απάντησης. Καλό θα είναι το άτομο αυτό, πριν από την απάντηση που θα δώσει, να ελέγξει προσεκτικά τα ήδη αναρτημένα στοιχεία και το ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Κούκουνα, διότι τα μέχρι στιγμής διαρρεόμενα επιχειρήματα από το πρωθυπουργικό περιβάλλον είναι μάλλον έωλα.
Εν τω μεταξύ ο συγγραφέας του βιβλίου "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" Δημοσθένης Κούκουνας μας έστειλε το ακόλουθο μήνυμα για να το αναρτήσουμε:

"Θεώρησα χρέος μου να παρακαλέσω τον φίλο διαχειριστή του ιστολογίου aera2012.blogspot.com, που ευγενώς φιλοξενεί διάφορα ιστορικά κείμενά μου, να δώσει στη δημοσιότητα το ακόλουθο σχόλιό μου σχετικά με όσα φέρονται να είπαν ανώνυμοι πρωθυπουργικοί συνεργάτες:
Δεν ήταν επιδίωξή μου να προκαλέσω ζητήματα στον υπηρεσιακό πρωθυπουργό και εν ενεργεία πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Παναγιώτη Πικραμένο, το πρόσωπο του οποίου σε καμιά περίπτωση δεν είναι - ούτε θα μπορούσε να ήταν - αντικείμενο ενός ιστορικού βιβλίου που ανάγεται σε παρελθόντα χρόνια. Άλλωστε το κείμενο του βιβλίου ήταν ολοκληρωμένο πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας και μόνο μια φράση προστέθηκε, χωρίς άλλους χαρακτηρισμούς ή παραλληλισμούς.
Προσωπικά έχω γνωρίσει τον κ. πρωθυπουργό προ 40 σχεδόν ετών, ως νεαρό δικηγόρο και εκ των ιδιοκτητών του πρακτορείου, και τότε, όπως και τώρα, έμεινα με την εντύπωση ενός καθ' όλα ευπρεπούς και αξιοπρεπούς ανθρώπου. Συνεπώς δεν θα είχα κανένα λόγο να συμμετάσχω σε μια "ανοίκεια επίθεση" εναντίον του, πολλώ δε μάλλον που στις 576 σελίδες του βιβλίου δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε βάρος του προσωπικά, ούτε καν ως υπαινιγμός.
Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφόρησε μέχρι σήμερα ακριβώς για να αποφευχθεί η πυροδότηση του πολιτικού κλίματος (όχι για το θέμα αυτό, αλλά και για όσα άλλα περιέχει και ενδεχομένως μπορεί να λάβουν πολιτικές ερμηνείες) και αποφασίσαμε με τον εκδότη του να το θέσουμε σε κυκλοφορία αμέσως μετά τις προσεχείς εκλογές. Το περιεχόμενο του βιβλίου κινείται αποκλειστικά στο ιστορικό του πλαίσιο και ένα μόνο κεφάλαιο ασχολείται με τις επιχειρήσεις Τύπου και προπαγάνδας επί Κατοχής, στο οποίο γίνεται μνεία των βασικών συνεργατών του κατακτητή που συνεταιρίστηκαν μαζί του και ειδικά με την εταιρία "Mundus", που είχαν συστήσει στο Βερολίνο οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ. Όσα αναφέρονται στο βιβλίο είναι πλήρως στοιχειοθετημένα και ανά πάσα στιγμή μπορεί να προσκομισθεί η απαραίτητη τεκμηρίωση, αν χρειασθεί. Άλλωστε αυτό αποτελεί για μένα αυτονόητη προϋπόθεση και μέχρι στιγμής τουλάχιστον δεν έχει υπάρξει αμφισβήτηση για τα ιστορικά μου κείμενα.
Αυτό βεβαίως αφορά κατά κύριο λόγο κάθε ενυπόγραφο κείμενό μου. Η αλήθεια είναι ότι τις τελευταίες τρεις μέρες έχει γίνει μια πολλαπλάσια αναπαραγωγή του αυθεντικού κειμένου μου από διάφορες ιστοσελίδες, χωρίς να παραπέμπουν απευθείας στην πηγή, άλλοτε με σχολιασμούς και άλλοτε χωρίς. Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορώ σε καμιά περίπτωση να είμαι υπόλογος των γραφομένων, παρεκτός των δικών μου. Το ίδιο ισχύει και για τις δύο εφημερίδες, διακεκριμένοι και έγκυροι συντάκτες των οποίων με δική τους πρωτοβουλία με ερώτησαν αν συναινώ στην αναδημοσίευση του κειμένου από το ιστολόγιο aera2012.blogspot.com. Φυσικά δεν είχα καμιά αντίρρηση.
Πριν ακολουθηθεί η μεθόδευση της "διαρροής" από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, θα ήθελα να αναφέρω ότι επιχειρήθηκε μια πολλαπλώς ερμηνευόμενη πλάγια προσέγγιση μέσω κοινού φίλου, που όμως δεν πρόλαβα να ακούσω διότι αρνήθηκα εκ προοιμίου τη συζήτηση. Η συζήτηση ξεκίνησε με τη φράση: "Αν και ο πρωθυπουργός δεν θέλει να υποβάλει μήνυση...". Πράγματι, καλό θα ήταν να μην υποβληθεί, διότι ένας ιστορικός πρέπει να μένει ανεπηρέαστος στο καθήκον του, ει δυνατόν αποστασιοποιημένος από κάθε πολιτική ή οποιαδήποτε υποκειμενική επιρροή. Στην περίπτωσή μου όμως, ως παλαιός δημοσιογράφος, που έχει συναντήσει πολλά στη ζωή του, υπάρχει η συνήθεια να διατηρούνται οι λεγόμενες χρυσές εφεδρείες. Ούτε ιδιοτέλειες έχω, ούτε κομματικές ή πολιτικές προτιμήσεις νομίζω πρέπον να δηλώνω. Αν από τα κείμενά μου επηρεάζονται πολιτικά θέματα, όπως έγινε με την περίπτωση του πρώην υπουργού Γιώργου Παπακωνσταντίνου, του οποίου η οικογένεια στηρίχτηκε σε μια υπογραφή του στρατηγού Τσολάκογλου για να αποκτήσει το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Πτολεμαΐδας, ή κατά καιρούς άλλα επίμαχα θέματα που ενδεχομένως ενόχλησαν άλλους ισχυρούς, δεν είναι δική μου η ευθύνη. Εγώ με την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας θέλω να ασχολούμαι και όχι με τα κομματικά παιχνίδια.
Αν κριθεί αναγκαίο, θα επανέλθω σε περίπτωση που διατυπωθεί λεπτομερής και επώνυμη απάντηση στα γραφόμενά μου. Είναι περιττό να διαψεύδω ένα προς ένα τα "διαρρεόμενα" με την επίκληση ντοκουμέντων. Οι κάθε λογής κύκλοι, για να δικαιολογούν τον μισθό τους, καλό θα είναι να μελετήσουν ένα προς ένα τα αναρτημένα στοιχεία, αφού προηγουμένως διαβάσουν προσεκτικά το ακριβές κείμενο. Ευχαριστώ.

Δ. Κούκουνας".


Για να διαβάσετε το εισαγωγικό κείμενο χτυπήστε ΕΔΩ και για το αυθεντικό απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (Εκδόσεις Ερωδιός) ΕΔΩ.







Η τύχη εκείνων που δεν ασχολήθηκαν θησαυρίζοντας με τη διακίνηση των προπαγανδιστικών εντύπων του κατακτητή. Μια χαρακτηριστική περίπτωση αγνών αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης που έδρασαν στον παράνομο Τύπο, πληρώνοντας τα έξοδα από την τσέπη τους και στο τέλος πληρώνοντας με την ίδια τη ζωή τους τα ιδανικά τους (εφημερίδα "Ελληνικόν Μέλλον" 20-2-1945), σε αντίθεση με τον Όθωνα Πικραμένο.

Διαφήμιση του ιταλικού προπαγανδιστικού περιοδικού "Τέμπο" που το είχε αναλάβει αποκλειστικά ο Όθων Πικραμένος με τη νέα εταιρία που είχε συστήσει με τους Γερμανούς και της οποίας ήταν γενικός διευθυντής.




Στον τρίτο όροφο της οδού Ακαδημίας 52 και Μαυρομιχάλη από την αρχή της Κατοχής είχε μετακομίσει η οικογένεια Πικραμένου που τον αγόρασε ολόκληρο (18 δωμάτια).

Το πατρικό της οικογένειας Πικραμένου, όπου στεγαζόταν μέχρι την Κατοχή κάτω το πρακτορείο και  επάνω η κατοικία της.

ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ ΕΠΙ ΚΑΤΟΧΗΣ

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ 1941-44

Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (Εκδόσεις Ερωδιός)


Α
πό την έναρξη της Κατοχής οι Γερμανοί κινήθηκαν αποφασιστικά για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα μέσα ενημέρωσης, ώστε να κατευθύνουν την προπαγάνδα τους. Αρχικά επεδίωξαν να μην ανατρέψουν το καθεστώς που ίσχυε στον χώρο του Τύπου και οι παρεμβάσεις τους ήταν διακριτικές, ενώ προσπάθησαν μάλιστα να δώσουν την εικόνα ότι δεν τους ενδιαφέρει η άσκηση προληπτικής λογοκρισίας, όπως συνέβαινε μέχρι τότε με τις ελληνικές υπηρεσίες λογοκρισίας. Τελικά κατέληξαν στη διευθέτηση να αναθέσουν τον τομέα αυτόν στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης Τσολάκογλου, η οποία χωρίς δυσκολία συνέχισε τις δομές που είχε κληρονομήσει από την κυβέρνηση Κοριζή. Έτσι οι ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες συνέχισαν κανονικά την έκδοσή τους, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι εκδότες πιέστηκαν να συνεχίσουν την έκδοσή τους.
Η μόνη εφημερίδα που πραγματικά παύθηκε με άνωθεν γερμανική εντολή ήταν ο «Ασύρματος». Η απόφαση ανήκε στον στρατάρχη Βίλελμ Λιστ, ανώτατο διοικητή της περιοχής Βαλκανίων και μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί το ακριβές αιτιολογικό που τον ώθησε να λάβει αυτή την απόφαση. Ίσως κάποια προσωπική αναφορά για τον ίδιο, που την εξέλαβε ως αιχμή, να τον ώθησε σ’ αυτό. Το εντελώς παράδοξο είναι ότι ο ιδιοκτήτης αυτής της εφημερίδας, ο Γεώργιος Τζιρακόπουλος, ήταν σύγγαμβρος του στρατηγού Τσολάκογλου, ο οποίος μερικούς μήνες αργότερα θα τον τοποθετήσει, πλην άλλων διορισμών σε διάφορα διοικητικά συμβούλια, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης στη θέση του κυβερνητικού επιτρόπου της Αγροτικής Τράπεζας.
Επίσης με την έναρξη της Κατοχής διέκοψε την έκδοσή της η εφημερίδα «Έθνος», όχι όμως για πολιτικούς λόγους, αλλά μάλλον για πρακτικούς. Οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις της, από τις πιο σύγχρονες τότε, δεσμεύθηκαν για να φιλοξενήσουν τις δύο νέες εφημερίδες των κατακτητών που χρειάζονταν για εσωτερική τους χρήση: την ιταλόγλωσση «Giornale dItalia» και τη γερμανόγλωσση «Deutsche Nachrichten für Griechenland».
Ταυτόχρονα οι Γερμανοί δεν αδιαφόρησαν, πέραν του πολιτικού, και για τον οικονομικό έλεγχο των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων. Ο σχεδιασμός έγινε από το Βερολίνο, απ’ όπου στάλθηκαν στην Αθήνα ειδικοί εκπρόσωποι της ειδικής ημικρατικής εταιρίας «Mundus», που είχαν από νωρίτερα συστήσει τα γερμανικά υπουργεία Εξωτερικών και Προπαγάνδας, με συμμετοχή 50% το καθένα τους. Η εταιρία αυτή, που είχε ως στόχο ακριβώς τη διάδοση της γερμανικής προπαγάνδας στις κατεχόμενες χώρες, είχε εμφανιστεί στο Παρίσι, μόλις ολοκληρώθηκε η κατάληψή του, και μεταξύ άλλων εξαγόρασε μερίδια γαλλικών εταιριών που εξέδιδαν εφημερίδες και περιοδικά[1].
Οι εκπρόσωποι αυτής της εταιρίας εμφανίστηκαν και στην Αθήνα τον Μάιο του 1941 και μελέτησαν πώς θα κινηθούν για να αποκτήσουν αποφασιστικού μεγέθους θεσμική συμμετοχή στην παραγωγή και τη διακίνηση του ελληνικού και ξένου Τύπου. Πραγματοποίησαν πολλές επαφές πριν καταλήξουν σε οριστικές αποφάσεις, ενώ έλαβαν υπόψη τους τις αναφορές και την εμπειρία των αρμοδίων της γερμανικής πρεσβείας, κυρίως του γραφείου Τύπου και του συμβούλου μορφωτικών υποθέσεων. Το κύριο βάρος των διαπραγματεύσεων είχε ο Maurach, που έφερε τον βαθμό του Rittmeister και χρησιμοποιούσε για έδρα του ένα γραφείο στον τρίτο όροφο της γερμανικής πρεσβείας, είχε όμως στη διάθεσή του πλούσιο υλικό για την αξιοπιστία όσων θα μπορούσαν να «τιμηθούν» με την εμπιστοσύνη του Ράιχ κατά την Κατοχή.
Ιδρύθηκαν έτσι τρεις βασικές εταιρίες για τον κάθετο έλεγχο του ελληνικού Τύπου, στις οποίες περισσότερο με προθυμία παρά υπό καθεστώς βίας έλαβαν μέρος οι Έλληνες επιχειρηματίες που δέχθηκαν να συνυπογράψουν τα ιδρυτικά καταστατικά με τους απεσταλμένους του Γκαίμπελς και του Ρίμπεντροπ, στους οποίους (ως επικεφαλής των δύο γερμανικών υπουργείων Προπαγάνδας και Εξωτερικών) ανήκε η εταιρία «Mundus». Το θλιβερό γεγονός της εκούσιας αυτής συμμετοχής καταδικάστηκε μετά την Απελευθέρωση από το επίσημο κράτος με τον βαρύτατο χαρακτηρισμό των εν λόγω εταιριών ως εχθρικών περιουσιών και τέθηκαν υπό μεσεγγύηση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος δεν αντιμετώπισαν ποινικές κυρώσεις, απλώς μόνον ηθικές.
Ωστόσο οι εφημερίδες, που μέχρι την Απελευθέρωση ανήκαν στο ελληνογερμανικό αυτό συγκρότημα δεν μπόρεσαν να επανεκδοθούν ποτέ, οπότε ο ευφυής Δ. Λαμπράκης άλλαξε τους τίτλους (από «Αθηναϊκά Νέα» σε «Νέα» και από «Ελεύθερον Βήμα» σε «Βήμα»), ο επανελθών στον κομμουνισμό Γιάννης Πετσόπουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει πολλά περιουσιακά στοιχεία για να παραμείνει με άλλες πηγές εισαγωγής χαρτιού στην αγορά, όσο δε για την πρακτόρευση εφημερίδων ο Όθων Πικραμένος αναγκάστηκε πρόσκαιρα να αποσυρθεί και να αρκεστεί στη διαχείριση του εργοστασίου γραφικών τεχνών «Πυρσός», ενός από τα μεγαλύτερα στην Αθήνα, που είχε βρεθεί στα χέρια του[2]. Θα ήταν ειρωνικό να συνεχίζει να διακινεί τις εφημερίδες και τα περιοδικά όταν η χώρα απελευθερώθηκε, αφού μέχρι τότε διακινούσε τις νομότυπα εκδιδόμενες υπό γερμανικό έλεγχο εφημερίδες και τις  λοιπές προπαγανδιστικές εκδόσεις, ελληνόγλωσσες και γερμανόγλωσσες.
Οι εταιρίες που ίδρυσαν οι Γερμανοί εκπρόσωποι του Γκαίμπελς και του Ρίμπεντροπ μόλις κατέλαβαν την Αθήνα:
Α.Ε. «Βίβλος». Όπως αναγραφόταν στο καταστατικό της, είχε τους εξής σκοπούς: εισαγωγή ξένων βιβλίων, μουσικών έργων (νότες), έργων εικαστικής τέχνης, εποπτικών μέσων διδασκαλίας, ως και η διεξαγωγή πασών των εργασιών ομοίας ή συγγενούς φύσεως και σχετικών επιχειρήσεων[3]. Στην εταιρία αυτή έλαβαν μέρος ως μέτοχοι, καταβάλλοντας και το αντίστοιχο κεφάλαιο, δύο από τους μεγαλύτερους Αθηναίους βιβλιοπώλες της εποχής εκείνης. Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχαν οι: Έριχ Μπέρινγκερ[4], Κωνστ. Γ. Ελευθερουδάκης, Χέρμαν Θ. Κάουφμαν, Νικ. Λούβαρις, Βάλτερ Βρέντε, Σάββας Κέντρος, Σίγκφριντ Φατ. Ο πρώτος, πολύ γνωστή προσωπικότητα στους κύκλους των διανοουμένων, ήταν πρόεδρος της εταιρίας και παράλληλα μορφωτικός σύμβουλος της γερμανικής πρεσβείας, θέση που κατείχε από προπολεμικά. Ο Κώστας Ελευθερουδάκης ήταν ο γνωστός ιδρυτής του ομώνυμου βιβλιοπωλείου και ο Κάουφμαν επίσης, ο οποίος σημειωτέον ήταν Ρώσος πρόσφυγας γερμανικής καταγωγής και όχι Εβραίος όπως νομιζόταν μέχρι τότε στην Αθήνα, πρόσφυγας από το 1917 εγκαταστημένος στην Ελλάδα[5]. Ο Νικόλαος Λούβαρις ήταν ο γνωστός γερμανόφιλος καθηγητής φιλοσοφίας, άλλοτε διακεκριμένο μέλος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου, όπως και ο τότε μεγαλοδικηγόρος Σάββας Κέντρος. Ως προς δε τον Βάλτερ Βρέντε[6], διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν από τα προπολεμικά χρόνια ο επίσημος τοπάρχης του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος για τη γερμανική παροικία της Αθήνας.
«Ένωσις Ελληνικού και Ξένου Τύπου» Α.Ε. Η εταιρία αυτή προέκυψε προκειμένου να επιτύχουν οι Γερμανοί τον απόλυτο έλεγχο κάθε διακινούμενου εντύπου και αποτελούσε μια κοινοπραξία των μέχρι τότε ελληνικών πρακτορείων μαζί με την περίφημη εταιρία «Μούντους». Σύμφωνα με το καταστατικό της σκοπός ήταν: η κυκλοφορία και η διά του οργανισμού της εταιρίας διάθεσις είτε εν τω εξωτερικώ, είτε εν τω εσωτερικώ των εκδιδομένων ενταύθα ή αλλαχού εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων ημεδαπής και αλλοδαπής, ημεροδεικτών και παντός εν γένει προϊόντος διανοίας ή τέχνης. Είχε κατά την ίδρυσή της κεφάλαιο 5.000.000 δρχ. διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές[7]. Μέτοχοι: Εταιρία «Mundus» 2550 μετοχές, Εταιρία Ελληνικού Τύπου «Τ. Α. Πικραμένος» 850, Κεντρικόν Πρακτορείον Εφημερίδων Σπύρος Τσαγγάρης, Αναγνωστοπούλου και Σία[8] 1050, Ελισάβετ Τσιβόγλου 550. Στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου έλαβαν μέρος οι Herbert Schwoerbel[9], πρόεδρος, επικεφαλής του γραφείου Τύπου της γερμανικής πρεσβείας (οιονεί εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Προπαγάνδας), Ferdinand Vorauer, στέλεχος επίσης της γερμανικής πρεσβείας (οιονεί εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών), Όθων Π. Πικραμένος (εκπρόσωπος του ομώνυμου πρακτορείου εφημερίδων και γενικός διευθυντής της νέας εταιρίας που συστάθηκε)[10], Κωνσταντίνος Ν. Νικολετόπουλος (δικηγόρος), Ιωάννης Χ. Αναγνωστόπουλος (μέλος της οικογένειας Τσαγγάρη, ο οποίος αργότερα διαρκούσης της Κατοχής θα αναλάβει την προεδρία του Δ.Σ.). Η μέτοχος Ελισάβετ Τσιβόγλου[11], ιδιοκτήτρια του ομώνυμου μικρού πρακτορείου ξένων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και διακίνησης τουριστικών εντύπων (καρτ-ποστάλ και πολύγλωσσων οδηγών), που λειτουργούσε από ετών και είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της έπειτα από τον θάνατο του συζύγου της ήδη πριν από τον πόλεμο, δεν συμμετείχε αυτοπροσώπως στο συμβούλιο, αφού άλλωστε ως από ετών συνεργάτης του Ο. Πικραμένου την εκπροσωπούσε ο τελευταίος.
«Ελεύθερον Βήμα – Εταιρία Δημοσιογραφικών Εκδόσεων» Α.Ε. Η εταιρία αυτή υποκατέστησε το δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη με τη συμμετοχή της γερμανικής «Μούντους», η οποία κατείχε το 51% των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο 49% των μετοχών ανήκε στους δημοσιογράφους Γεώργιο Συριώτη και Αλκ. Ζαφειρόπουλο, παλαιά στελέχη του συγκροτήματος Λαμπράκη, καθώς και στον διαχειριστή του, πριν και μετά την Κατοχή, Ιορδάνη Τσαρτίλη. Οι Γερμανοί κατέβαλαν μετρητά για την απόκτηση του ποσοστού αυτού[12], ώστε μεταπολεμικά η εταιρία θεωρήθηκε ως εχθρική περιουσία και τέθηκε υπό μεσεγγύηση ως ανήκουσα στο γερμανικό δημόσιο. Η εταιρία κατείχε εις χείρας της όχι μόνο τους τίτλους του συγκροτήματος («Ελεύθερον Βήμα», «Αθηναϊκά Νέα» και «Οικονομικός Ταχυδρόμος»), αλλά και τις τυπογραφικές εγκαταστάσεις του, καθώς βεβαίως και την εν γένει δημοσιογραφική επιχείρηση. Σύμφωνα με το καταστατικό, σκοπός της ήταν η έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και παντός ετέρου εντύπου, καθώς και κάθε συναφής εργασία. Τα τυπογραφεία του συγκροτήματος χρησιμοποιήθηκαν τόσο για ελληνόγλωσσες εκδόσεις, όσο και ξενόγλωσσες, ακόμη και αραβόγλωσσες προπαγανδιστικές εκδόσεις που αποστέλλονταν στις στρατιές του Ρόμελ ή προς χρήση των μελών της αραβικής παροικίας που είχε δημιουργηθεί εκτάκτως στο Λαύριο[13]. Στο διοικητικό συμβούλιο πρόεδρος ήταν ο Νικόλαος Λούβαρις[14], ο οποίος σημειωτέον δεν είχε γίνει ακόμη υπουργός, και αντιπρόεδρος ο ιατρός Γεώργιος Βλαβιανός, ο ιδρυτής της γνωστής και τόσο κακοφημισμένης οργάνωσης ΕΣΠΟ, που έδρασε επί Κατοχής. Συμμετείχαν επίσης τα στελέχη της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα Φερδινάνδος Φοράουερ και Ερβέρτος Σβαίρμπελ, οι εκπρόσωποι του συγκροτήματος Γεώργ. Α. Συριώτης, Αλκ. Π. Ζαφειρόπουλος και Ιορδάνης Ε. Τσαρτίλης, καθώς και ο μεγαλοδικηγόρος Σάββας Χ. Κέντρος[15].
Εκτός από τις προαναφερθείσες τρεις εταιρίες, που ιδρύθηκαν με τη συμμετοχή και τον απόλυτο έλεγχο της γερμανικής προπαγανδιστικής εταιρίας «Μούντους», στην πορεία προέκυψε ζήτημα με τις εισαγωγές χάρτου. Όσο και αν φανεί περίεργο, το χαρτί και κυρίως το δημοσιογραφικό, που δεν παραγόταν στην Ελλάδα, ήταν χαρακτηρισμένο ως είδος πρώτης ανάγκης και υπό την έννοια αυτή η Γερμανία ως κατέχουσα δύναμη όφειλε να μεριμνά για την επαρκή κάλυψη της χώρας. Επί Κατοχής εισαγόταν δημοσιογραφικό και κοινό χαρτί, καθώς και χαρτί για την εκτύπωση χαρτονομισμάτων από τη Γερμανία, κυρίως φινλανδικής και ελάχιστα γερμανικής προέλευσης. Μέχρι ενός χρονικού σημείου, οι Γερμανοί αδιαφορούσαν για την επακριβή διοχέτευση του εισαγόμενου χαρτιού, αφού καλύπτονταν οι βασικές ανάγκες των εφημερίδων, η δε διαχείριση του χαρτιού γινόταν μέσω της Α.Ε. «Τύπος», η οποία ανήκε στον Γιάννη Πετσόπουλο και την οικογένειά του. Η εν λόγω εταιρία ήταν ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού στην Ελλάδα από την προπολεμική περίοδο, αλλά όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί στη χώρα ανέθεσαν στην εταιρία του, προφανώς από λόγους εμπιστοσύνης, τη διαχείριση όχι μόνο των δικών τους χαρτιών, αλλά και των ποσοτήτων που βρήκαν και που είχαν κατασχεθεί κατά την έναρξη της Κατοχής.
Στη συνέχεια όμως έκαναν μια άλλη διαπίστωση που τους ανησύχησε. Ένα μέρος από τις εισαγόμενες ποσότητες περνούσε στη μαύρη αγορά και κάποιοι κερδοσκοπούσαν υπερβολικά. Έτσι πήραν την απόφαση να θέσουν υπό αυστηρότερο έλεγχο τη διανομή του χαρτιού, κλείνοντας τις στρόφιγγες προς την ελεύθερη αγορά. Τους ενδιέφερε πρωταρχικά η χρήση του για την προπαγάνδα και δεν ήθελαν το χαρτί που εισήγαγαν να καταλήγει σε τρίτους, όπως για παράδειγμα στο εμπόριο για συσκευασία ή σε εκδότες για να εκδίδονται ποιητικές συλλογές. Η διαρροή ποσοτήτων χαρτιού γινόταν κυρίως με πρόσχημα τη φύρα και την υγρασία, ενώ οι επιτήδειοι προωθούσαν κρυφά τις ποσότητες που εξοικονομούσαν στη μαύρη αγορά. Αίφνης όμως οι Γερμανοί έκαναν και μια δεύτερη διαπίστωση: Ένα μέρος αυτού του χαρτιού έφτανε στα χέρια των αντιστασιακών οργανώσεων για την εκτύπωση παράνομων εφημερίδων.
Για κάποιους βασικά ανεξήγητους και απροσδιόριστους λόγους, τον Πετσόπουλο τον είχαν σε εκτίμηση οι χιτλερικοί συνδικαλιστές. Ακόμα πιο μυστηριώδης ήταν η στάση του στις παραμονές του πολέμου, όταν για μεγάλο διάστημα παρέμεινε στη Γερμανία. Η αλήθεια όμως είναι ότι ξαφνικά απέκτησε έναν απροσδόκητο ανταγωνιστή στις προτιμήσεις των Γερμανών ως προς τους εισαγωγείς χαρτιού στην κατεχόμενη Ελλάδα: Επρόκειτο για τον δικηγόρο και άλλοτε φανατικό βενιζελικό πολιτικό Ευστράτιο Κουλουμβάκη, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής μιας άλλης «προνομιακής» χαρτεμπορικής εταιρίας.
Επρόκειτο για την Α.Ε.Ε. «Εμπορίου και Βιομηχανίας Χάρτου» (Χαρτέξ)[16], που ιδρύθηκε στα τέλη του 1941 με αντικείμενο: Εμπόριο και βιομηχανία χάρτου, αντιπροσωπείες οίκων εξωτερικού και εσωτερικού. Οι τέσσερις συνιδρυτές της εταιρίας, οι Ευστράτιος Γ. Κουλουμβάκης, Νικόλαος Σ. Καστρινός, Γαβριήλ Παρουσιάδης και Ιωάννης Κ. Βελλίδης) αποτέλεσαν το πρώτο διοικητικό της συμβούλιο.
Οι δύο προνομιούχες χαρτεμπορικές εταιρίες βρέθηκαν σε μεγάλη διάσταση μεταξύ τους, καθώς – πέραν του οικονομικού αντικειμένου – υπήρχε προϊστορία για τις προσωπικές σχέσεις Κουλουμβάκη-Πετσόπουλου από 25ετίας. Ο ανταγωνισμός αυτός είχε απήχηση και στη μαύρη αγορά του χαρτιού, όχι μόνο του δημοσιογραφικού, αλλά και του εμπορικού. Ήδη από γερμανικής πλευράς είχε πραγματοποιηθεί μια παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά με την ίδρυση μιας εταιρίας για παραγωγή χαρτιών συσκευασίας. Συγκεκριμένα είχε ιδρυθεί στην Αθήνα η Ελληνική Βιομηχανία Χαρτοσάκκων «Ασπίς» από τους Βάλτερ Ντίρμπεκ και Νικόλαο Νικολόπουλο[17].
Με αφορμή τον ανταγωνισμό των δύο βασικών εισαγωγέων χαρτιού, του Πετσόπουλου και των Κουλουμβάκη και λοιπών Βορειοελλαδιτών πρώην εκδοτών, οι αρμόδιοι Γερμανοί της πρεσβείας πληροφορήθηκαν ότι και από τις δύο εταιρίες διέρρεε το χαρτί που κατέληγε στα τυπογραφεία των παράνομων αντιστασιακών εφημερίδων.
Τότε αποφασίστηκε να λάβουν αυστηρά μέτρα για να εμποδίσουν αυτή τη διαρροή του χαρτιού. Τον Δεκέμβριο του 1942 ιδρύθηκε μια νέα εταιρία, στην οποία περιερχόταν ο έλεγχος των εισαγωγών χαρτιού. Επρόκειτο για την Α.Ε. «Ανώνυμος Ελληνική Εμπορική Εταιρία»[18]. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ο πρώην κομμουνιστής και άλλοτε εκδότης του «Ριζοσπάστη» Γιάννης Πετσόπουλος, ο οποίος είχε από παλαιά περίεργες προνομιακές σχέσεις με τα συνδικάτα των εργαζομένων στις γερμανικές χαρτοβιομηχανίες, τα οποία σημειωτέον ανήκαν με φανατισμό στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Ο Πετσόπουλος[19] στα προπολεμικά χρόνια είχε αποκτήσει τεράστια περιουσία ως χαρτέμπορος και αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού με την Α.Ε. «Τύπος», ενώ γύρω στα χρόνια της Κατοχής καθετοποίησε τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους πελάτες του, οργανώνοντας στην οδό Αναξαγόρα[20] ένα μεγάλο τυπογραφικό συγκρότημα για εκτύπωση εφημερίδων και περιοδικών για λογαριασμό των πελατών του. Στη νέα εταιρία, που λειτούργησε παράλληλα με την εταιρία «Τύπος», συμμετείχε και η περιώνυμη γερμανική εταιρία «Μούντους» του Γκαίμπελς[21].


[1]. Η εταιρία «Μούντους» αποτέλεσε μεταπολεμικά αντικείμενο στις μεγάλες δίκες της Νυρεμβέργης, αλλά ελάχιστες αναφορές έγιναν για τη δράση της στην Ελλάδα. Για τη δράση της στη Γαλλία, βλ. την κατάθεση του Γάλλου πολιτικού Εντγκάρ Φωρ στη Δίκη της Νυρεμβέργης στις 5 Φεβρουαρίου 1946.
[2]. Τη θέση του γενικού διευθυντή (είχε κάνει ειδικές σπουδές στη Γερμανία) είχε και για ένα μικρό διάστημα μέχρι το 1928. Η εταιρία «Πυρσός», που στο παρελθόν είχε εκδώσει τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεία, όπως και η κατασκευαστική εταιρία «Προμηθεύς», ανήκαν βασικά στον Παυσανία Μακρή (κεντρικό πρόσωπο στα σκάνδαλα της οδοποιίας στα χρόνια του μεσοπολέμου, με χρηματοδότες τους Άγγλους τραπεζίτες Χάμπρο και Σάμιουελ), στενό συγγενή της οικογένειας Πικραμένου. Και οι δύο αυτές εταιρίες συνεργάστηκαν οικονομικά με τους Γερμανούς κατά την Κατοχή, η μεν μία σε εκτυπωτικές εργασίες η δε άλλη σε κατασκευαστικές. Τελικά ο Όθων Πικραμένος θα επανέλθει αργότερα, αφού θα αποφύγει τη δίωξη για δοσιλογισμό, όπως και όλοι όσοι συνεταιρίστηκαν με τους εκπροσώπους της εταιρίας «Μούντους», στην πρακτόρευση εφημερίδων και περιοδικών, δημιουργώντας το λεγόμενο «Νέο Πρακτορείο», συνέχεια του οποίου – ύστερα από διάφορες μεταβιβάσεις μετά τον θάνατό του στα χρόνια της δικτατορίας και αφού ο μεγαλύτερος υιός του, αν και για ένα διάστημα το διαχειρίστηκε, αποφάσισε να το εγκαταλείψει για να σταδιοδρομήσει στο δικαστικό σώμα – είναι σήμερα το πρακτορείο εφημερίδων «Ευρώπη». Από τα τέλη του 1944 (τυπικά τον Ιανουάριο 1945) όμως είχε συγκροτηθεί το «Πρακτορείο Αθηναϊκού Τύπου», που αμέσως πήρε το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς και διάδοχος του οποίου – ύστερα από την εξαγορά του από το συγκρότημα Λαμπράκη μετά τον θάνατο του Παρασκευά Χριστοδουλόπουλου – είναι σήμερα το πρακτορείο «Άργος». Τον Μάιο 2012 ο υιός του Όθωνος Παναγιώτης Πικραμένος ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός.
[3]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 26.7.1941.
[4]. Ο καθηγητής Erich Boehringer (1897-1971) υπήρξε αρχαιολόγος και νομισματολόγος. Το 1937 έγινε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και τον Μάρτιο 1940 έφτασε στην Αθήνα ως μορφωτικός ακόλουθος, θέση που διατήρησε μέχρι τον Απρίλιο 1943. Μεταπολεμικά έγινε πρόεδρος του κεντρικού Γερμανικού Αρχαολογικού Ινστιτούτου.
[5]. Περί των κινήσεων του Χέρμαν Κάουφμαν (1897-1965) όταν του προτάθηκε η συνεργασία με τους Γερμανούς, έχουμε πληροφορίες από τον τότε δικηγόρο του που χειριζόταν τις υποθέσεις του (Χρ. Χρηστίδη, Χρόνια Κατοχής 1941-1944, Μαρτυρίες Ημερολογίου, Αθήνα 1971, σελ. 28, 46 κ.α.). Από τις εγγραφές προκύπτει ότι όχι μόνον ενδιαφερόταν να συμμετάσχει ο Κάουφμαν, αλλά έτρεφε και ανησυχίες μήπως αποκλειστεί από τη συμφωνία με τη «Μούντους».
[6]. Καθοριστικής σημασίας ήταν στην Ελλάδα η παρουσία του Walther Wrede (1893-1990) ως διευθυντή της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα (1937-43), ενώ στη χώρα μας έζησε πολλά χρόνια από το 1921. Φανατικός εθνικοσοσιαλιστής, το 1935 τοποθετήθηκε ως επικεφαλής του κόμματος για τη σχετικά πολυάριθμη γερμανική παροικία στην Αθήνα. Εγκατέλειψε την Αθήνα μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα που αποχωρούσαν τον Οκτώβριο 1944. Η έντονη κομματική δραστηριότητά του τον εμπόδισε μεταπολεμικά να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του, ούτως ή άλλως αμαυρωμένη από καταγγελίες για παράνομες ανασκαφές, και έστρεψε το ενδιαφέρον του στη βοτανική.
[7]. Εφημερίδες Οικονομικός Ταχυδρόμος 2.6.1941, Οικονομολόγος 26.7.1941.
[8]. Το Κεντρικό Πρακτορείο Εφημερίδων είχε ιδρυθεί από τον δραστήριο Σπύρο Τσαγγάρη (1852-1931), που θεωρείται ως ένας από τους πρώτους στυλοβάτες του ελληνικού Τύπου. Οι διάδοχοι του Τσαγγάρη συνέχισαν την επιχείρηση και στην Κατοχή συνεταιρίστηκαν με τους Γερμανούς.
[9]. Ο Ερβέρτος Σβαίρμπελ (1881-1969) μετά τις πανεπιστημιακές σπουδές του εισήλθε στη γερμανική διπλωματική υπηρεσία και κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων υπηρετούσε στο προξενείο Θεσσαλονίκης, ενώ ένα κείμενό του το 1916 αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους. Αργότερα υπηρέτησε σε προξενικές θέσεις στη Βυρητό και την Καμπούλ. Κατά τη διάρκεια του χιτλερικού καθεστώτος χρησιμοποιήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών σε θέματα προπαγάνδας και μεταξύ άλλων υπήρξε συντάκτης λευκών βίβλων και εκδότης της προπαγανδιστικής αξονικής επιθεώρησης Illustrierten Berlin Rom Tokio. Το 1940 επιλέχθηκε ως ελληνομαθής να αναλάβει διευθυντής του γραφείου Τύπου στη γερμανική πρεσβεία Αθηνών, αλλά σύντομα ανέλαβε ευρύτερες αρμοδιότητες στην έδρα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με αντικείμενο ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων. Μεταπολεμικά δεν μπόρεσε να επανέλθει στη διπλωματία και έγινε δημοσιογράφος στο Πασάου. Στην Ελλάδα, λόγω και της παλαιάς θητείας του, είχε εκτεταμένες επαφές με Έλληνες δημοσιογράφους και πολιτικούς και μετά τη γερμανική εισβολή επανήλθε για μικρό διάστημα και ασχολήθηκε με τη δημιουργία των μικτών ελληνικών επιχειρήσεων στον χώρο της προπαγάνδας με τη συμμετοχή της «Μούντους». Το 1942 τοποθετήθηκε ως ακόλουθος Τύπου στην πρεσβεία Αθηνών ο συνονόματος υιός του, ο οποίος επανειλημμένα δημοσίευσε άρθρα στον κατοχικό Τύπο. Συχνά γίνεται σύγχυση ανάμεσα στον πατέρα (1881-1969) και στον υιό (1911-), ενώ ο δεύτερος υιός Edgar (1918-) υπηρέτησε μεταπολεμικά και αυτός στη γερμανική διπλωματία και μεταξύ άλλων στην κεντρική υπηρεσία της Βόννης ως υπεύθυνος για την Ελλάδα και την Κύπρο.
[10]. Το ωραίο τετραόροφο ακίνητο της οδού Σωκράτους 43, σήμερα διατηρητέο κτίριο, που ανήκε στον Όθωνα Πικραμένο και σ’ ένα τμήμα του οποίου μέχρι τότε κατοικούσε, πωλήθηκε – ως απόρροια της συμφωνίας με τη γερμανική «Μούντους»  – στην ελεγχόμενη και εξαγορασμένη πλέον από τους Γερμανούς Εταιρία Βωξιτών Παρνασσού με ονομαστική τιμή 22 εκατ. δρχ. Με τα χρήματα αυτά αγοράστηκε από την οικογένεια Πικραμένου αυθημερόν ένας όροφος 18 δωματίων στην εντυπωσιακή πολυκατοικία της οδού Ακαδημίας 52, όπου μετεγκαταστάθηκε και όπου έζησε όλες τις επόμενες δεκαετίες, ενώ δύο ακόμη όροφοι από την οικογένεια Πιζάνη. Το κτίριο της οδού Σωκράτους 43 μεταπολεμικά περιήλθε στην ιδιοκτησία του ανταγωνιστικού Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου. Ο αρχικός ιδρυτής το 1917 της Εταιρείας Ελληνικού Τύπου Τάκης Πικραμένος (1876-1935) ήταν δικηγόρος και σταφιδέμπορος από την Πάτρα.
[11]. Η οικογένεια Τσιβόγλου προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη και κατά τη διάρκεια της Κατοχής μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων κατείχε το ακίνητο, στο οποίο διαδραματίστηκε το 1944 το «μπλόκο της Κοκκινιάς» και που ο χώρος αυτός απαλλοτριώθηκε το 1982 για να γίνει εκεί το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης (βλ. εφημερίδα Ριζοσπάστης 5.3.2005). Η αναφερόμενη Ελισάβετ Τσιβόγλου, που πέθανε στις αρχές του 1945, ήταν από τον πρώτο γάμο της με τον θεατρικό συγγραφέα Μιλτιάδη Ιωσήφ μητέρα του δημοσιογράφου και πολιτικού Ανδρέα Ιωσήφ, του οποίου η εβραϊκής καταγωγής σύζυγος Μαρία Ρεζάν την διαδέχθηκε μεταπολεμικά στο πρακτορείο ξένου Τύπου, που το μετέφερε στην οδό Αμερικής, εμπλουτίζοντάς το με γαλλικά, αγγλικά και αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες – αφού φυσικά πλέον δεν υπήρχαν γερμανικά και ιταλικά προπαγανδιστικά έντυπα προς διανομή. Βλ. Μαρίας Ρεζάν, Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000, σελ. 84 κ.α. Μέχρι την Κατοχή το πρακτορείο Τσιβόγλου διατηρούσε τη στενότατη συνεργασία του με το πρακτορείο Πικραμένου, στο κτίριο του οποίου από πολλών ετών στεγαζόταν.
[12]. Αξιοσημείωτο είναι ότι αμέσως μετά την εξαγορά του 51% του ομώνυμου συγκροτήματος από τους Γερμανούς τον Σεπτέμβριο 1941, η σύζυγος του αρχικού ιδιοκτήτη Έλζα Λαμπράκη (απεβίωσε τον Απρίλιο 2012 σε ηλικία 104 ετών) αγόρασε στις 27 Οκτωβρίου 1941 μια μονοκατοικία στο Κολωνάκι, στην οδό Αναγνωστοπούλου 5, στο οικόπεδο της οποίας αργότερα η οικογένεια ανήγειρε πολυκατοικία. Η τιμή που αναφερόταν στο συμβόλαιο ήταν 4 εκ. δρχ., ποσόν που αντιστοιχούσε σε 220 χρυσές λίρες (Βλ. εφημερίδα Οικονομολόγος 8.11.1941). Η Έλζα Λαμπράκη, όπως και ο δεκάχρονος τότε γιος του ζεύγους Χρήστος, αργότερα διέφυγε στη Μέση Ανατολή, αφού είχε προηγηθεί ο σύζυγός της, ο οποίος μάλιστα αντιμετώπισε την αντίδραση των αγγλικών αρχών και – παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Ε. Τσουδερού και του Β. Καραπαναγιώτη – παρέμεινε φυλακισμένος από τους Άγγλους ως ύποπτος για γερμανοφιλία, ακριβώς λόγω της μεταβίβασης του συγκροτήματος.
[13]. Ο συγγραφέας του παρόντος έχει ασχοληθεί και σε άλλα δημοσιεύματά του με την περίπτωση Λαμπράκη κατά την Κατοχή. Μεταξύ άλλων βλ. Δ. Κούκουνα, Η γερμανική και η ιταλική προπαγάνδα πριν και κατά την Κατοχή 1941-1944, Πάτρα 1981, ιστορική επιθεώρηση Τότε, αριθ. 51-53, Σεπ.-Νοέμ. 2008, περιοδικό Λαβύρινθος, αριθ. 2, Αύγ. 2003, σελ. 40-46 κ.ά.
[14]. Ο καθηγητής Νικόλαος Λούβαρις ανέλαβε, όπως είπε κατά τη δίκη του τον Μάιο του 1945, τη θέση αυτή ύστερα από έντονες πιέσεις του Δ. Λαμπράκη, με τον οποίο σημειωτέον συνδεόταν με προσωπική φιλία, και των δημοσιογραφικών στελεχών του συγκροτήματος. Επί λέξει είπε ότι ανέλαβε την προεδρία «κατά συμφωνίαν του κ. Λαμπράκη και των συντακτών του, οι οποίοι ήλθαν εις εμέ είκοσι και πλέον φοράς και δεν ήθελαν να με αφήσουν…»
[15]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 27.9.1941.
[16]. Εφημερίδες Οικονομολόγος 20.12.1941 και Οικονομικός Ταχυδρόμος 22.12.1941. Πλην του πρώτου, οι άλλοι τρεις προέρχονταν από τον εκδοτικό χώρο της Θεσσαλονίκης, τον οποίο είχαν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν με τη γερμανική κατοχή, διότι οι κατακτητές απαγόρευσαν – σε αντίθεση με ό,τι έγινε στην Αθήνα και άλλες πόλεις – τη συνέχιση της έκδοσής τους. Ορισμένοι από τους πρώην εκδότες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και ασχολήθηκαν με το χαρτεμπόριο, εισάγοντας δημοσιογραφικό χαρτί από τη Γερμανία και τις άλλες χώρες του Άξονα. Ίσως αυτό να αποτελούσε μια αντιπαροχή εν είδει αποζημίωσης για το κλείσιμο των εφημερίδων. Ο Ιωάννης Βελλίδης ήταν ο εκδότης της εφημερίδας Μακεδονία, ενώ ο Νικόλαος Καστρινός είχε γαμπρό τον μυστηριώδη Βασίλειο Λαμψάκη, φανατικό γερμανόφιλο, ο οποίος παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και εξαφανίστηκε λίγο πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί και μεταπολεμικά καταδικάστηκε σε θάνατο ως δοσίλογος. Μοναδική και εξαντλητική κάλυψη των ζητημάτων που σχετίζονται με τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους της Θεσσαλονίκης γίνεται από τον εκλεκτό συγγραφέα Μανώλη Κανδυλάκη στο εμπεριστατωμένο βιβλίο του Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης (δ΄ τόμος, Από τον πόλεμο στη δικτατορία, 1941-1967), Εκδόσεις University Studio Press - Έκφραση, Θεσσαλονίκη 2008.
[17]. Εφημερίδα Οικονομικός Ταχυδρόμος 27.1.1942. Ο Ντίρμπεκ ήταν ένας από τους Γερμανούς «επενδυτές» που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, αναζητώντας ευκαιρίες πλουτισμού. Ο Νικόλαος Νικολόπουλος ήταν αδελφός και συνεταίρος του περίφημου Χρήστου Νικολόπουλου, αντιπροσώπου της «Λουφτχάνσα» στην προπολεμική και κατοχική Ελλάδα, ο οποίος ταυτόχρονα υπήρξε ένας από τους βασικούς πράκτορες της Άμπβερ στην Αθήνα.
[18]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 19.12.1942.
[19]. Ο Γιάννης Πετσόπουλος, παλαίμαχος κομμουνιστής, εμφανίστηκε και στα τέλη της Κατοχής ως δραστήριος αριστερός με παρασκηνιακή δράση, ενώ τον Ιούνιο 1944 έφυγε και αυτός για το βουνό, αλλά μετά την επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη την άνοιξη του 1945 διεγράφη από το Κ.Κ.Ε., εξ ου και τον Ιούνιο 1946 εξέδωσε το βιβλίο Τα πραγματικά αίτια της διαγραφής μου από το ΚΚΕ. Σ’ αυτό επιχειρεί να ανατρέψει τις σε βάρος του κατηγορίες για δοσιλογισμό, που οδήγησαν στη διαγραφή του από το κόμμα.
[20]. Αργότερα οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις περιήλθαν στην ιδιοκτησία του εκδότη του περιοδικού Ρομάντσο Νικ. Θεοφανίδη.
[21]. Στον Γιάννη Πετσόπουλο είχε γίνει πρόταση από τους εκπροσώπους της «Μούντους», που ενέσκηψαν στην Αθήνα τον Μάιο 1941, προκειμένου να οικειοποιηθούν όλο το σύστημα παραγωγής και κυκλοφορίας εντύπων, για να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε. «Τύπος» και να λάβουν την πλειοψηφία. Ο Πετσόπουλος δεν θέλησε να γίνει αυτός ο συνεταιρισμός, ώστε να μην χάσει την αυτοτέλειά του. Και τότε ήλθε σε σύγκρουση με τον Σβαίρμπελ, ο οποίος του το είχε προτείνει, και έσπευσε να χρησιμοποιήσει τις ισχυρές γνωριμίες του στο Βερολίνο (μεταξύ των οποίων και ο Δρ Robert Ley, επικεφαλής του Εργατικού Μετώπου, δηλαδή των εθνικοσοσιαλιστικών συνδικάτων). Η πρόταση ανακλήθηκε, αλλά τον Δεκέμβριο 1942 πήρε τη μορφή της εταιρίας που προαναφέρεται. Στη νέα εταιρία ο Σβαίρμπελ εκπροσώπησε τους Γερμανούς μαζί με τον Φραγκίσκο Έλσνερ, ενώ στο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχε και ο αδελφός του Γεώργιος Πετσόπουλος, καθώς και ο γερμανόφιλος μεγαλοδικηγόρος Σάββας Κέντρος.