Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΕΡΚΕΛ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1939!


Η επίσκεψη του Γιόζεφ Γκαίμπελς στη βίλα της οικογένειας Μέρκελ στην Αθήνα (31 Μαρτίου 1939). Η κυρία Μέρκελ τον υποδέχεται στην είσοδο, κρατώντας το κοριτσάκι της.


ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΜΕΡΚΕΛ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1939


ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΡΑΟΥ ΜΕΡΚΕΛ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΟΥΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 1940…


Του Δημοσθένη Κούκουνα

Πρόσφατα ερωτήθηκα από φίλους, μόλις κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούνιο το βιβλίο μου με τίτλο «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια», όπου περιέχονται πολλά στοιχεία για τους οικονομικούς δοσιλόγους, αν υπάρχουν και άλλα που ενδεχομένως θίγουν άλλα σημαίνοντα πρόσωπα. Η αλήθεια είναι ότι έδωσα στη δημοσιότητα όσα αναμφισβήτητα στοιχεία υπήρχαν για το θέμα αυτό, χωρίς επιλεκτικά να αφαιρέσω ή να προσθέσω, φυσικά μέσα στο αντικείμενο του βιβλίου αυτού. Όταν εντός του έτους θα κυκλοφορήσει το επόμενο βιβλίο μου για την Ιστορία της Κατοχής, που θα αναφέρεται συνολικά και αναλυτικά στη δράση των πολιτικών και οικονομικών δοσιλόγων κατά την περίοδο 1941-44, ασφαλώς θα υπάρχουν περισσότερα στοιχεία.
Η πρόθεσή μου ήταν μέσα από το βιβλίο που εκδόθηκε να αναδείξω στο πρώτο μέρος, όπως προκύπτει από τον τίτλο, την ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή, ενώ στο δεύτερο μέρος γίνεται εκτενής λόγος για τα κατοχικά δάνεια. Αν και μέσα σ’ ένα ιστορικό βιβλίο δεν μπορούν να γίνουν πολλές αναγωγές στη σημερινή πραγματικότητα, θεώρησα υποχρέωσή μου να τονίσω ότι η διεκδίκηση των κατοχικών δανείων δεν είναι μια αστεία υπόθεση και ότι πρόκειται για μια απολύτως έγκυρη διεκδίκηση από την ελληνική πολιτεία. Η έκκλησή μου προς την παρούσα πολιτική ηγεσία ήταν σαφής και διατηρώ την ελπίδα ότι θα αξιοποιηθεί άμεσα το ζήτημα αυτό, διότι ένας ιστορικός συγγραφέας δεν παύει να είναι ένας αγωνιών Έλληνας πολίτης.
Δεν κρύβω ότι συνεχίζω να κατέχομαι από την αισιόδοξη προσδοκία, ότι αφενός η ελληνική κυβέρνηση θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, ιδίως αυτών που βιώνει σύμπας ο Ελληνικός Λαός στις μέρες μας, αλλά ακόμα και ότι η σημερινή γερμανική κυβέρνηση θα συναισθανθεί την ευθύνη να αποδώσει τις συγκεκριμένες οικονομικές οφειλές προς την πληττόμενη Ελλάδα. Μίλησα μάλιστα με σαφήνεια στο βιβλίο αυτό για το ΧΡΕΟΣ ΤΙΜΗΣ και όχι ένα απλό χρέος που ως έτυχε υπέχει η Γερμανία έναντι της χώρας μας. Το ποσόν των 510 δισεκατομμυρίων ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η πλήρως βεβαιωμένη αυτή οικονομική οφειλή, απολύτως στοιχειοθετημένη από το 1942, υπερκαλύπτει το σημερινό εξωτερικό χρέος της Ελλάδος.
Αλλά μέσα στην αισιοδοξία μου ότι με τα στοιχεία, που παρατίθενται στο βιβλίο μου, σχεδόν όλα προερχόμενα από γερμανικής πλευράς, πίστευα ότι η κυβέρνηση της κ. Μέρκελ θα αποφάσιζε να αντιδράσει θετικά. Και, επί πλέον, ότι δεν θα επέτρεπε να επικρατήσει οποιαδήποτε συνωμοσιολογική διάθεση περί ανθελληνισμού των συγχρόνων Γερμανών. Φαίνεται όμως ότι πίσω από τη γερμανική άρνηση να εξοφληθούν τα κατοχικά δάνεια υπάρχουν συμπλεγματικά απωθημένα μακράς πνοής.
Στο εν λόγω ιστορικό βιβλίο μου δεν θέλησα να περιλάβω τέτοιες σκέψεις, πολύ δε περισσότερο να τις συσχετίσω με άλλα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου, φυσικά προερχόμενα και αυτά από τη μακρά ιστορική έρευνά μου.
Ήδη όμως είμαι υποχρεωμένος να θέσω τα ακόλουθα ερωτήματα προς την καγκελάριο της Γερμανίας κ. Άνγκελα Μέρκελ:
Η οικογένεια του πρώτου συζύγου της, το όνομα του οποίου τόσο υπερηφάνως υιοθέτησε για να το χρησιμοποιήσει στην πολιτική σταδιοδρομία της, του Ούλριχ Μέρκελ, συνδέεται με την Ελλάδα στις παραμονές και τις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου;
Ποία η συγγενική σχέση του πρώτου συζύγου της με τον υπηρετήσαντα μέχρι το 1940 ως διευθυντή της «Τελεφούνκεν» στην Αθήνα, ο οποίος υποχρεώθηκε εσπευσμένα να εγκαταλείψει τη μεγαλόπρεπη βίλα του στην Ελλάδα ως εμπλεκόμενος σε κατασκοπευτική δράση εις βάρος της χώρας μας;
Ποία προσωπική σχέση διατηρούσε η οικογένεια Μέρκελ με τον περίφημο υπουργό Προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ Γιόζεφ Γκαίμπελς;
Είναι αληθές ότι όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε ανεπίσημα την Αθήνα στα τέλη Μαρτίου 1939, εκτός από ορισμένες εθιμοτυπικές επισκέψεις που πραγματοποίησε, φιλοξενήθηκε από την οικογένεια Μέρκελ, όπως προκύπτει και από τη φωτογραφία που δίνω στη δημοσιότητα;
Θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα ερωτήματα προς απάντηση, αλλά περιορίζομαι σ’ αυτά για να θέσω το βασικότερο ερώτημα:
Η σημερινή καγκελάριος της Γερμανίας μεταφέρει κάποιου είδους οικογενειακά συμπλέγματα όταν συμπεριφέρεται με τέτοιον τρόπο προς την Ελλάδα, επειδή ίσως ο χερ Μέρκελ, εμφανιζόμενος ως διευθυντικό στέλεχος της «Τελεφούνκεν» στη χώρα μας, υποχρεώθηκε από τον Μανιαδάκη το 1940 να εξαφανιστεί κακήν-κακώς;


ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ κ. Α. ΜΕΡΚΕΛ
ΚΛΙΚ ΕΔΩ


Το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα για την κατοχική οικονομία και τα δάνεια.

Οι αθηναϊκές εφημερίδες αναγγέλλουν πώς πέρασε την πρώτη μέρα του στην Αθήνα ο Γκαίμπελς (1.4.39)

Ένας κρητικός βρακοφόρος υποδέχεται με φασιστικό χαιρετισμό τον Γκαίμπελς. Πρόκειται για έναν από τους πιστούς σωματοφύλακες του τότε υπουργού Κώστα Κοτζιά.

Φωτογραφία από την άφιξη του Γκαίμπελς στο αεροδρόμιο Τατοΐου (31.3.39). Τον υποδέχεται ο Κ. Κοτζιάς.

Συνάντηση του Γκαίμπελς με τον Μεταξά την ίδια μέρα. Λίγο αργότερα ο ναζιστής ηγέτης επισκέφτηκε τη μεγαλόπρεπη βίλα της οικογένειας Μέρκελ στην Αθήνα. Ο χερ Μέρκελ ήταν διευθυντικό στέλεχος της "Τελεφούνκεν" στην Ελλάδα μέχρι το 1940, που του υποδείχθηκε να φύγει από την Ελλάδα ως ύποπτος για κατασκοπεία.

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΕΥΘΥΝΩΝ ΤΟΥ

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος Αντώνης Σαμαράς είναι πλέον απολύτως ενήμερος για το ζήτημα των κατοχικών δανείων και όλες τις παραμέτρους τους, ακόμη και αν - ως υπεύθυνος πολιτικός και μάλιστα οικονομολόγος - δεν θα το γνώριζε. Απομένει να δημοσιοποιηθεί η θέση του ως προς τη διεκδίκηση αυτής της γερμανικής οφειλής, που σήμερα υπερβαίνει τα 510 δισεκατομμύρια ευρώ.



ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Δ. ΚΟΥΚΟΥΝΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ


Στον πρωθυπουργό Α. Σαμαρά ο ιστορικός συγγραφέας Δ. Κούκουνας έστειλε την ακόλουθη επιστολή, παροτρύνοντάς τον να επιδιώξει την άμεση διεκδίκηση των κατοχικών δανείων που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα από την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Μέχρι τώρα δεν έγινε γνωστή η αντίδρασή του.

"Αθήνα, 17 Ιουλίου 2012

Προς τον Κύριο
Αντώνη Σαμαρά
Πρωθυπουργό της Ελλάδος
Μέγαρο Μαξίμου
Ενταύθα

Αγαπητέ Κύριε Πρόεδρε, 
Θεώρησα χρέος μου να σας προσφέρω τιμητικά ένα από τα πρώτα αντίτυπα του νέου βιβλίου μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια», που μόλις κυκλοφόρησε, αφ’ ενός λόγω της μακράς προσωπικής γνωριμίας μας, αφ’ ετέρου διότι πιστεύω ότι θα πρέπει να είσθε ενήμερος υπό τη θεσμική σας ιδιότητα των όσων αναφέρονται σ’ αυτό.
Αν ένας νηφάλιος παρατηρητής θα επιχειρούσε να αναζητήσει πού ακριβώς οφείλεται η σημερινή ελληνική τραγωδία, θα διαπίστωνε ότι είναι μια μετεξέλιξη της τραγωδίας που βίωσε σε τόσο δραματικούς τόνους ο Ελληνικός Λαός κατά την κατοχική περίοδο 1941-44. Διότι η περίοδος εκείνη στην πραγματικότητα δεν έκλεισε, ως προς τις συνέπειές της, ούτε με το τέλος του Εμφυλίου, ούτε με τις ανασυγκροτήσεις και αναδιαρθρώσεις που επιχειρήθηκαν σε διάφορες επόμενες φάσεις, ούτε καν με τη Μεταπολίτευση και ό,τι ακολούθησε.
Και δεν έκλεισε διότι την εποχή εκείνη απομυζήθηκε από τον κατακτητή, εξίσου βάναυσα όπως και στο ανθρωπιστικό πεδίο, κάθε ικμάδα της ελληνικής οικονομίας μέχρι ολικής ξηρασίας. Δεν ήταν ο πόλεμος και οι συνθήκες του, ήταν ο συγκεκριμένος εχθρός που έτσι απάνθρωπα αποστράγγισε το παν από τη χώρα μας. Διαρκούσης της σκληρότατης αυτής κατοχής ο λαός μας άντεξε προσβλέποντας στην ελπίδα ότι σύντομα θα τελείωνε αυτή η φάση και έπειτα θα δικαιωνόταν. Βεβαίως εδώ δεν έχει θέση να κριθεί πώς και κατά πόσο ικανοποιηθήκαμε με το Συνέδριο Ειρήνης, αλλά είναι αλήθεια πως δόθηκαν επανορθώσεις και αποζημιώσεις.
Δεν ρυθμίστηκαν όμως τα αναγκαστικά κατοχικά δάνεια, τα οποία ο κατακτητής συστηματικά απαίτησε και έλαβε ποικιλοτρόπως από την ελληνική οικονομία, γεγονός που αυτομάτως επιδείνωσε μέχρις εξαντλήσεως την πείνα, τη δυστυχία, τον αφανισμό. Αυτά τα κατοχικά δάνεια, ύψους 100 δις ευρώ ως προς το κεφάλαιό τους τότε, αν είχαν αποδοθεί τότε θα αποτελούσαν για την Ελλάδα το ουσιαστικό κεφάλαιό της για την επανεκκίνηση της οικονομίας της. Αλλά μη διαθέτοντας αυτό το κεφάλαιο, εξαναγκάστηκε επανειλημμένα από τότε να προσφεύγει σε διάφορους δανειστές και ποικίλες διαδικασίες για να το αναπληρώνει.
Λίγο ώς πολύ, ως οικονομολόγος και πολιτικός, θα γνωρίζετε τι απέγινε μέχρι σήμερα. Με διάφορα προσχήματα, οσάκις εθίγη το θέμα, ουδέποτε ικανοποιήθηκε η χώρα μας εκ μέρους της Γερμανίας (σε αντίθεση με ό,τι έγινε με την Ιταλία) με την επιστροφή των κατοχικών δανείων, τα οποία είχαν μορφή διακρατικής δανειακής σύμβασης. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει καμιά αξία να αποδοθούν ευθύνες στους Έλληνες υπεύθυνους ηγέτες που κατά το παρελθόν παρέλειψαν το καθήκον τους και αδιαφόρησαν να διεκδικήσουν την εξόφληση αυτών των δανείων, διότι δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπήρχε δόλος. Ούτε είναι το ζητούμενο στην παρούσα συγκυρία.
Όταν όμως ο Λαός μας φθάνει σ’ αυτό το σημείο εξαθλίωσης τα πράγματα αλλάζουν. Το ζήτημα των κατοχικών δανείων θα πρέπει να λήξει οριστικά και ικανοποιητικά. Και επειδή, Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε πόσο σας εκτιμώ προσωπικά, δεν θα ήθελα να προστεθεί και η κυβέρνησή σας στο σύνολο των μεταπολεμικών πολιτικών ηγεσιών που αδιαφόρησαν για τη συγκεκριμένη γερμανική οφειλή, η οποία κατά την εκτίμησή μου υπερβαίνει τα 510 δις ευρώ, κατά την εκτίμηση άλλων μεγαλύτερη ή μικρότερη.
Έχω την πεποίθηση ότι επί των ημερών σας το ζήτημα των κατοχικών δανείων μπορεί να λήξει, οπότε η Ελλάδα θα ξεπεράσει το αδιέξοδό της, συμψηφίζοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το εξωτερικό χρέος της έναντι της γερμανικής οφειλής. Σας καλώ και σας προτείνω να σχηματίσετε μια επιτροπή ειδικών που με επείγουσες διαδικασίες, αφού επιβεβαιώσει την τυπική υπόσταση των κατοχικών δανείων και επαληθεύσει το σημερινό ύψος τους, να σας εισηγηθεί τον τρόπο αποτελεσματικού χειρισμού του ζητήματος. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αν δεν επαρκούν τα όσα υπάρχουν στις αρμόδιες αρχές ή τα όσα αναφέρονται στο εν προκειμένω εξειδικευμένο βιβλίο, εννοείται ότι είμαι στην απόλυτη διάθεσή σας να συμβάλω ως Έλληνας πολίτης, παρέχοντας κάθε επιπρόσθετη πληροφορία που τυχόν γνωρίζω ή κάθε στοιχείο που βρίσκεται στο προσωπικό μου αρχείο από τη μακρόχρονη ιστορική έρευνα που έχω διεξαγάγει για τα κατοχικά θέματα.
Με θερμές ευχές, πάντοτε στη διάθεσή σας και
Με εξαίρετη τιμή
Δημοσθένης Κούκουνας"


ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΕΡΩΤΗΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ


Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας κατά τη διάρκεια ομιλίας του στη Βουλή, σε απάντηση σχετικής ερώτησης του βουλευτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων καθηγητή Νότη Μαριά, έλαβε θέση για τις ελληνικές απαιτήσεις έναντι της Γερμανίας από την εποχή του πολέμου.

Σύμφωνα με το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ (3 Σεπτεμβρίου 2012):

Διαδικασία για να αποτυπωθεί με νηφαλιότητα το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων ξεκίνησε το υπουργείο Οικονομικών, σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Χρήστο Σταϊκούρα προκειμένου «οι διεκδικήσεις να μην γίνουν με αερολογίες αλλά με βούληση, τεκμηρίωση και επιμονή».
Επιπροσθέτως, ο κ. Σταϊκούρας μιλώντας στην Βουλή αποκάλυψε ότι «το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μετά από έγγραφο του Πταισματοδικείου (29.06.2012) έχει ξεκινήσει διαδικασία προσδιορισμού του ποσόυ των γερμανικών αποζημιώσεων με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα». Σύμφωνα πάντα με τον υπουργό μεταξύ των διαθέσιμων δεδομένων είναι 7,5 δις δολάρια που ήταν η απαίτηση της ελληνικής αντιπροσωπίας κατά την Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων 1945-1946 «από ζημιές κάθε είδους που υπέστη στο διάστημα της Γερμανικής Κατοχής». Εναντι του ποσού αυτού η Ελλάδα – σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου – έχει λάβει κατά καιρούς:
-  20 εκατ. δολάρια το 1946 από τη διάλυση της Γερμανικής Πολεμικής Βιομηχανίας σε οπλισμό
-   Όλες οι περιουσίες των Γερμανών υπηκόων (1946) περιήλθαν ατο ελληνικό δημόσιο η αξία των οποίων δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί
-  4,8 εκατ. γερμανικά μάρκα το 1961 για αφαιρεθέντα καπνά από τις γερμανικές αρχές κατοχής. Το ισότιμο ποσό σε δραχμές διανεμήθηκε σύμμετρα στους δικαιούχους
- 115 εκατ. γερμανικά μάρκα το 1961 στα θύματα του ναζισμού (θάνατος, ομηρίες, σωματικές βλάβες)
Πέραν αυτών, ο κ. Σταϊκούρας επισήμανε ότι «η Ελλάδα δεν παραιτείται των αξιώσεών της. Οι συγκεκριμένες εκκρεμότητες εξακολουθούν να υφίστανται» και συμπλήρωσε πως «για πρώτη φορά το υπουργείο ξεκίνησε διαδικασία αποτύπωσης της κατάστασης ώστε να μπορούν να θεμελιωθούν οι όποιες ενέργειες σε στέρεες βάσεις… έχει ήδη δρομολογηθεί η συγκέντρωση του σχετικού αρχειακού υλικού προκειμένου να ερευνηθεί αρμοδίως και να αξιοποιηθεί».
Πρόσθεσε μάλιστα ότι για τον σκοπό αυτό έχει συγκροτηθεί ομάδα εμπειρογνωμόνων που επεξεργάζονται «17 δερματόδετους τόμους αρχείο με 2.800 σελίδες έκαστος» ενώ στις διαδικασίες εκτίμησης συμμετέχει και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.
Στο αρχείο – σύμφωνα πάντα με τν υπουργό – καταγράφονται τα πλήρη στοιχεία των δικαιούχων (ονοματεπώνυμο, αριθμός μητρώου κ.α.) καθώς και νομικά έγγραφα όπως αριθμοί εντολής πληρωμών και ποσά.
Επιπροσθέτως, σημείωσε ότι «οι απαιτήσεις της χώρας μας από επανορθώσεις και αποζημιώσεις από την πρώην Ανατολική και την Δυτική Γερμανία χρονολογούνται από τον Α και Β Παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται:
-  Για αξιώσεις του Ελληνικού Δημοσίου για ζημιες που προκλήθηκαν στην υποδομή της χώρας και γενικά στην δημόσια περιουσία
- Για επιστροφή του «κατοχικού δανείου»
-  Για αξιώσεις Ελλήνων πολιτών για αποζημιώσεις λόγω ζημιών στην ιδιωτική τους περιουσία




ΦΟΒΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΩΘΕΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΧΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ


Με αφορμή τις διατυπώσεις του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα στη Βουλή, εκφράστηκαν έντονες ανησυχίες για τον κίνδυνο να κουκουλωθεί το ζήτημα των κατοχικών δανείων. Η σημαντικότερη επισήμανση έγινε από το olympia.gr, που αντέδρασε αμέσως (ΚΛΙΚ ΕΔΩ).

Ενισχύοντας τις ανησυχίες που εκφράστηκαν, ο ιστορικός συγγραφέας Δημοσθένης Κούκουνας έστειλε στο  olympia.gr το ακόλουθο κείμενό του (ΚΛΙΚ ΕΔΩ για τη σχετική ανάρτηση):


Αισθάνομαι χρέος να σας συγχαρώ για την απαρασάλευτη πατριωτική στάση σας στις δύσκολες στιγμές που περνάει ο Ελληνισμός. Καθημερινά αποδεικνύεται περίτρανα ότι το olympia.gr είναι ένας μοναδικός ιστότοπος υπεύθυνης και ανιδιοτελούς ενημέρωσης, που με οξυδέρκεια επιλέγει τα θέματά του και τα σχολιάζει.
Ειδικά για το θέμα των κατοχικών δανείων, πιστεύω ότι είστε οι μόνοι στο ελληνικό διαδίκτυο που το αντιμετωπίζετε με την ανάλογη προς τη σπουδαιότητά του σοβαρότητα. Όπως πολύ σωστά επισημάνατε, τα τελευταία 24ωρα αρχίζει να διαφαίνεται μια προσπάθεια συστηματικής υποβάθμισης του θέματος, προφανώς για να εξυπηρετηθούν τα γερμανικά συμφέροντα εις βάρος των ελληνικών. Είναι και αυτό απόρροια των όρων του αρχικού μνημονίου που υπέγραψαν είτε βλάκες είτε προδότες, μπορεί και τα δύο. Τότε, το 2010, οι Γερμανοί, κάθε άλλο παρά προδότες για τη δική τους πατρίδα, είχαν την πρόνοια να επιβάλουν μεταξύ των άλλων γνωστών όρων δύο στοιχειώδεις 
κατευθυντήριες γραμμές: α) Η Ελλάδα αίρει την εθνική κυριαρχία της, και β) δεν επιτρέπεται συμψηφισμός των εκατέρωθεν οφειλών. Ο τελευταίος όρος αναφερόταν αναμφισβήτητα στο ζήτημα των ελληνικών αξιώσεων περί των κατοχικών δανείων.

Άλλωστε αυτή είναι η μόνη απαράγραπτη (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) οικονομική απαίτηση που έχει στη διάθεσή της η χώρα μας από τη Γερμανία, μάλιστα δε επί απολύτως ουσιαστικής βάσης, καθώς αυτή έχει τη μορφή δανειακής κρατικής σύμβασης.
Όσοι εξακολουθούν να αγνοούν το θέμα στις πραγματικές διαστάσεις του και δεν μπορούν να αντιληφθούν τι αντιπροσωπεύει για την καθημαγμένη σημερινή Ελλάδα, το λιγότερο είναι αδιάβαστοι. Και αυτό, ιδίως για υπεύθυνους πολιτικούς που εκφράζουν δημοσία άποψη, είναι απαράδεκτο. Αφότου δόθηκε στη δημοσιότητα το τελευταίο βιβλίο μου, αμέσως μετά τις τελευταίες εκλογές του Ιουνίου, που έχει τον τίτλο “Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια”, θα πρέπει κανείς να είναι ανθέλληνας ή έστω κακόπιστος, για να μην αντιλαμβάνεται περί τίνος πρόκειται. Δίνονται στη δημοσιότητα έγγραφα κυρίως από τα γερμανικά διπλωματικά αρχεία της εποχής που συνομολογήθηκαν τα αναγκαστικά κατοχικά δάνεια (1942), καθώς και από το προσωπικό αρχείο του τότε κατοχικού υπουργού Οικονομικών Σωτηρίου Γκοτζαμάνη, ώστε προκύπτει όχι απλώς το γράμμα, αλλά και το πνεύμα που επικρατούσε τότε. Διεκτραγωδείται τεκμηριωμένα όλο το παρασκήνιο, αλλά και το προσκήνιο βεβαίως. Πώς και γιατί καταλήστευσαν τότε οι κατακτητές την ελληνική οικονομία, όχι μόνον εξαναγκάζοντας την Τράπεζα της Ελλάδος να παραδίδει τεράστιες ποσότητες χαρτονομισμάτων στα στρατιωτικά φορτηγά που περίμεναν απέξω να τα φορτώσουν, αλλά και με τη δέσμευση των γεωργικών προϊόντων και άλλων ειδών διατροφής, κρεάτων, φρούτων κλπ. Χώρια τα μεταλλεύματα, τα καπνά κ.ά.
Οι κατακτητές τότε μας πήραν ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, μας άφησαν να πεινάσουμε και κυριολεκτικά να πεθάνουμε από πείνα, για να αντλήσουν και την τελευταία ικμάδα που είχε απομείνει, ενώ ταυτόχρονα δεν παρέλειπαν εκτελέσεις, φυλακίσεις, ομηρίες, βιαιότητες. Αλλά αυτοί οι ίδιοι οι κατακτητές, που έκαναν ό,τι ήθελαν εις βάρος μας, δήλωσαν τότε ενυπογράφως και ανεπιφυλάκτως ότι θα μας επέστρεφαν τα ποσά που έτσι βάναυσα έπαιρναν, αμέσως μόλις θα τελείωνε ο πόλεμος.
Αυτή ακριβώς είναι η υπόσταση των κατοχικών δανείων. Η χιτλερική Γερμανία έβαλε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή της και εγγυήθηκε την αποπληρωμή τους. Οι μεταπολεμικοί διάδοχοί της, με αποκορύφωμα τη σημερινή αρχικαγκελάριο κυρία Μέρκελ, αρνήθηκαν συστηματικά με την επίκληση διαφόρων προσχημάτων να εξοφλήσουν την οφειλή αυτή, η οποία λόγω της φύσης της όσος καιρός να περάσει δεν διαγράφεται και δεν παραγράφεται. Σημειωτέον ότι μεταπολεμικά η Ιταλία έπραξε το αυτονόητο: αποδέχθηκε το αντίστοιχο χρέος της, προερχόμενο από τις ίδιες συμφωνίες και συμβάσεις, και το εξόφλησε προς την Ελλάδα.
Ως προς το συνολικό ύψος της ελληνικής απαίτησης έναντι της Γερμανίας, το οποίο κατά μετρίους υπολογισμούς υπερβαίνει σήμερα τα 510 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι μια εκτίμηση που στηρίζεται στη βάση του κεφαλαίου των 100 δισεκατομμυρίων κατά τη λήξη του πολέμου, με επιτόκιο 2,5%. Επειδή ο υπολογισμός του κεφαλαίου στηρίζεται σε αποπληθωριστικές ρήτρες, μπορεί να υπάρχουν διαφορές ως προς το ύψος, γι’ αυτό και στο βιβλίο μου (πολλά σχετικά αποσπάσματα του οποίου είναι μόνιμα αναρτημένα στο φιλικό ιστολόγιο aera2012.blogspot.gr) προτείνω τη συγκρότηση μιας εθνικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων. Βεβαίως δεν εννοώ παρά να υπάρξει μια υπεύθυνη επιστημονική εργασία από ελληνικής πλευράς για τον εντοπισμό των πραγματικών μεγεθών. Δεν εννοώ να συγκροτηθεί μια κλίκα για να κλείσει όπως-όπως το θέμα και να ικανοποιηθούν οι Γερμανοί.
Αυτή η εργασία δε, θα ήθελα να τονίσω, δεν είναι αρμοδιότητα της παρέας με τον βαρύγδουπο τίτλο “Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών”, όπως νομίζουν οι κύριοι που το αποτελούν (δηλαδή ο Μανώλης Γλέζος, ο από χρόνια αποτραβηγμένος από κάθε δραστηριότητα Ευάγγελος Μαχαίρας, ο ηθοποιός Στέφανος Ληναίος και ένας εσχάτως τοποθετηθείς, άγνωστο υπό ποίες διαδικασίες, απόστρατος στρατηγός). Κανείς δεν γνωρίζει το νομικό του πλαίσιο, αν είναι ΜΚΟ ή αστική μη κερδοσκοπική εταιρία ή ο,τιδήποτε άλλο, η ουσία όμως είναι ότι στις τελευταίες δύο δεκαετίες ουδέποτε είχε μέχρι τώρα ασχοληθεί με το υποτιθέμενο κύριο αντικείμενό του, εξαιρέσει (αν δεν απατώμαι) του αιτήματος των αποζημιώσεων που διεκδικεί η κ. Σταμούλη. Περί κατοχικών δανείων δεν υπάρχει καμιά ενέργεια αυτού του “Εθνικού Συμβουλίου”. Αντίθετα, προβάλλονται ως μόνες γερμανικές οφειλές θέματα επανορθώσεων και αποζημιώσεων, που είναι πλήρως αποσυνδεδεμένα από τα κατοχικά δάνεια.
Αν οι συμμετέχοντες σ’ αυτό θα ήθελαν να προσφέρουν πράγματι εθνικό έργο είχαν μέχρι τώρα άπειρες ευκαιρίες και το μόνο που επέτυχαν είναι να αναμιγνύουν όλα αυτά τα κονδύλια, ώστε να διερωτάται κανείς μήπως η σημερινή Γερμανία ωφελείται με τη σύγχυση, ενώ η χρήση της υπογραφής του “Εθνικού Συμβουλίου” έχει περιορισμένο κομματικό στόχο για να νομίζει κανείς ότι κάποιος κάτι κάνει.
Τέλος, θα ήθελα μέσα απ’ αυτό το σημείωμα να προσθέσω, πέραν όσων αναφέρονται στο συγκεκριμένο βιβλίο μου, ότι για το θέμα των κατοχικών δανείων έχουν θετικά και με σαφήνεια αναφερθεί μεταπολεμικά οι δύο Γερμανοί διπλωμάτες που υπηρέτησαν επικεφαλής της γερμανικής πρεσβείας κατά την Κατοχή: ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ και ο διάδοχός του Κουρτ-Φριτς φον Γκραίβενιτς. Και οι δύο ομίλησαν ανεπιφύλακτα για τη γερμανική οφειλή.
Ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ το 1964 κλήθηκε από το γερμανικό υπουργικό Εξωτερικών να εκφέρει την άποψή του για τη βασιμότητα του κατοχικού χρέους προς την Ελλάδα. Απάντησε με υπόμνημά του ανεπιφύλακτα υπέρ του ελληνικού δικαίου.
Επίσης ο άλλος Γερμανός διπλωμάτης, ο Γκραίβενιτς, στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του, γραμμένα λίγα χρόνια πριν πεθάνει κατά τη δεκαετία 1980, που προ ολίγων ετών είχε την καλοσύνη να μου στείλει ο υιός του, επίσης Γερμανός διπλωμάτης, εκφέρει την ίδια άποψη.
Σημειωτέον ότι και οι δύο αυτοί διπλωμάτες όχι απλώς αρμόδιοι ήταν, αλλά είχαν παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων του 1942 κ.ε. που κατέληξαν στις συμφωνίες, επί των οποίων στηρίζεται η διεκδίκηση των κατοχικών δανείων. Και η γνώμη τους ήταν και πολλές δεκαετίες αργότερα ότι εκκρεμεί η αποπληρωμή τους από τη Γερμανία προς την Ελλάδα.
Τι θέλει επιτέλους η κ. Μέρκελ για να αντιληφθεί ότι αυτό το γερμανικό χρέος πρέπει να αποδοθεί, ότι πρόκειται περί ΧΡΕΟΥΣ ΤΙΜΗΣ αν μη τι άλλο;
Ομιλώ με την ιδιότητα ενός απλού Έλληνα πολίτη, που τυχαίνει ως ιστορικός συγγραφέας να έχει ασχοληθεί με το θέμα. Ως πολίτης λοιπόν έχω την αξίωση από την ελληνική κυβέρνηση να πράξει το αυτονόητο και να ανταποκριθεί στο καθήκον της, απαιτώντας από τη Γερμανία να πληρώσει. Και δεν διανοούμαι ότι θα υπάρξουν στελέχη αυτής της κυβέρνησης, όπως ας πούμε ο κ. Χρ. Σταϊκούρας, πολύ δε περισσότερο ο κ. Α. Σαμαράς, που θα θελήσουν να κλείσουν με οποιοδήποτε τρόπο ή πρόσχημα το θέμα αυτό για να μην ενοχλείται η κ. Μέρκελ. Τότε, επειδή το θέμα αυτό το έχω μελετήσει, θα αντιδράσω με όλη την ένταση της φωνής μου και θα καλέσω όλη την ελληνική κοινή γνώμη να λάβει θέση.
Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία και σας συγχαίρω για τον αγώνα σας
Δημοσθένης Κούκουνας



Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ






ΠΡΟΛΟΓΟΣ Α΄ ΕΚΔΟΣΗΣ


του βιβλίου του Δημοσθένη Κούκουνα "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (Εκδόσεις Ερωδιός, τηλ. 2310  282782)


Ο
σο κυλούν τα χρόνια, και αισίως τώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές βρισκόμαστε στα εβδομήντα χρόνια αφότου τα κύρια γεγονότα συντελέστηκαν, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι τα όσα αφορούν την κατοχική οικονομία τείνουν συχνά να μυθοποιηθούν. Έχει δημιουργηθεί μεγάλη σύγχυση για το αν η Ελλάδα έλαβε ή δεν έλαβε επανορθώσεις και αποζημιώσεις από τους κατακτητές της περιόδου 1941-44 και τι τελικά της οφείλεται. Στην αχλύ της παραϊστοριογραφίας έχει περιπέσει το ζήτημα των κατοχικών δανείων και είναι σύνηθες πλέον να γίνονται αναφορές, σε καθημερινή σχεδόν βάση, για την επιτακτική διεκδίκησή τους, ενώ το ύψος λαμβάνει όντως μυθικές διαστάσεις και με χαρακτηριστική άνεση αυξομειώνεται κατά βούληση. Η μεγάλη οικονομική κρίση, που διέρχεται η Ελλάδα, είναι μοιραίο να το επαναφέρει συχνά στην επικαιρότητα και να του δίνει διαστάσεις υπερτιμημένες.
Φυσικά η περίοδος της επάρατης εκείνης εποχής, της Κατοχής, δεν είναι ένα απλό οικονομικό μέγεθος, πολύ δε περισσότερο μια δοσοληψία. Δεν είναι καν μια αυτοτελής σειρά πολιτικών και στρατιωτικοπολεμικών γεγονότων. Πάντως δεν είναι άψυχοι αριθμοί. Είναι ένα μίγμα κοινωνικής δυστυχίας, ανθρώπινου πόνου, ταυτόχρονα εξάρσεων εθνικής ανάτασης, οργής και θυμού. Με εξαιρέσεις αρκετές, που μπορεί και να μην επισημάνθηκαν ποτέ. Τέλος, με άρωμα ευκλείας, χωρίς να λείπουν κάποιες δυσωδίες, ελάχιστες αλλά χαρακτηριστικές.
Σε προσωπικό επίπεδο, για περισσότερα από σαράντα χρόνια ασχολούμαι με την έρευνα και τη μελέτη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, με βασικό επίκεντρο την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας και την (λογικά αυτονόητη) αποδέσμευσή της από κάθε είδους πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες. Έχει μεγάλη σημασία αυτό, διότι τα ακριβή γεγονότα για τα κρίσιμα αυτά χρόνια έχουν επανειλημμένα και από πρόθεση πολλαπλώς κακοποιηθεί. Έχουν δυστυχώς αφαιρεθεί και εξαφανισθεί αρχεία, έχουν αποσιωπηθεί γεγονότα, έχει χαθεί η απόλυτη βάση δεδομένων. Ταυτόχρονα όμως δύο άλλοι παράγοντες πρόκειται να δυσκολέψουν τον «μελλοντικό ιστορικό» στο τελεσίδικο έργο του: Η μονομέρεια και η μεροληψία. Τόσο με θετικό τρόπο, ως προς την υπέρμετρη προβολή συγκεκριμένων προσώπων και ομάδων, όσο και με αρνητικό, σε βάρος άλλων προσώπων και ομάδων.
Συνειδητά και συστηματικά, σε ό,τι με αφορά, έχω προσπαθήσει να αγνοήσω την επίδραση αυτών των παραγόντων. Από τα πρώτα δημοσιεύματά μου μέχρι σήμερα, αδιαφόρησα για τις αυθαίρετες γενικεύσεις ή τις υποκειμενικές ωραιοποιήσεις. Ενώ, παράλληλα, ασχολήθηκα επίμονα με την αναζήτηση των αυθεντικών καθοριστικών πηγών και τη διάσωση μαρτυριών, χωρίς να εγκαταλειφθεί η έρευνα προς κάθε πλευρά.
Στο πλαίσιο αυτής της πολύχρονης ιστορικής έρευνας, επεδίωξα να γνωρίσω προσωπικά τους επιζώντες συντελεστές για να έχω την άποψή τους. Ειδικά για την οικονομική πλευρά της κατοχικής περιόδου, χρήσιμες ήταν – μεταξύ άλλων – οι επαφές μου με τον Ιωάννη Βουλπιώτη, τον Ευάγγελο Σαββόπουλο, τον Σπύρο Χατζηκυριάκο και τον Θεόδωρο Τουρκοβασίλη, τον Χριστόφορο Γκοτζαμάνη, ανιψιό και συνεργάτη του κατοχικού υπουργού Οικονομικών, τον Αθανάσιο Σμπαρούνη και τον Κωνσταντίνο Βεναρδή, καθώς και μια σειρά άλλων προσώπων, κυρίως επώνυμων επιχειρηματιών, που είχαν αναπτύξει πρόσθετες δραστηριότητες την εποχή εκείνη.
Ωστόσο, το βιβλίο αυτό δεν στηρίζεται αποκλειστικά στις μαρτυρίες μερικών από τους πρωταγωνιστές, οι οποίες αναμφίβολα βοήθησαν την ιστορική έρευνα, αλλά στηρίζεται σε αδιαμφισβήτητες πηγές. Εδράζεται, πάνω απ’ όλα, στα αυθεντικά γεγονότα, στα ψυχρά τεκμήρια και στους ακόμη ψυχρότερους – μια που πρόκειται για οικονομικά θέματα – αριθμούς.
Φυσικά έχω, όπως δικαιούται κάθε πολίτης, άποψη για τα πολιτικά πράγματα. Επιδιώκω όμως η πολιτική μου ταυτότητα να μην επηρεάζει τα ιστορικά μου κείμενα, σε σημείο μάλιστα που ορισμένοι αυθαίρετα με έχουν κατατάξει πότε στο ένα και πότε στο άλλο άκρο.
Στην παρούσα τραγική συγκυρία, που διέρχεται από το 2010 ολόκληρη η Ελλάδα, πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμο ένα αντικειμενικό ιστορικό βιβλίο με θέμα την κατοχική οικονομία και τη χρεοκοπία της. Από τη θυμωμένη έως εξοργισμένη κοινή γνώμη γίνεται πολύς λόγος για τα κατοχικά δάνεια ή τον χρυσό που εκλάπη. Εύκολα διατυπώνονται θεωρίες και εικασίες. Ακούγονται διάφορα ποσά, που συχνά είναι μυθικά. Στα μέσα ενημέρωσης υψώνεται ο τόνος των ομιλητών για τις επανορθώσεις και τις αποζημιώσεις, ιδιαίτερα για τα κατοχικά δάνεια. Πράγματι, αυτά δεν επιστράφηκαν ποτέ, αλλά το ερώτημα είναι σε τι ύψος ανέρχονται.
Μέχρι το 1967, οπότε διατηρούσε τη βουλευτική του ιδιότητα, ο Ευάγγελος Σαββόπουλος, ευπατρίδης οικονομολόγος και πολιτικός (ο ίδιος επέμενε να δηλώνει ότι είναι πρωτίστως κοινωνιολόγος), άνθρωπος με μεγάλη παιδεία και ασυνήθιστη ακεραιότητα, ήταν κυρίως εκείνος που ενδιαφέρθηκε για την επιστροφή των κατοχικών δανείων από τους κατακτητές. Ως υπουργός μάλιστα πραγματοποίησε και ειδικό ταξίδι στη Βόννη, τότε πρωτεύουσα της Γερμανίας, για να επιτύχει αποτελέσματα. Μια ανάλογη κίνηση είχε επιχειρήσει ένα χρόνο νωρίτερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, το 1965, και ακόμη ένα χρόνο νωρίτερα, το 1964, ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος. Φυσικά, δεν υπήρξε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα.
Από την άλλη μεριά, ο Σωτήριος Γκοτζαμάνης, ως κατοχικός υπουργός Οικονομικών (καίτοι μαιευτήρας, όπως κατά συγκυρία και ο τότε πρωθυπουργός Κων. Λογοθετόπουλος), είναι εκείνος που επί των ημερών του κατοχυρώθηκε το δικαίωμα της Ελλάδος να ομιλεί σήμερα για κατοχικά δάνεια. Φυσικά είναι ο ίδιος που επί των ημερών του η πάμπτωχη Ελλάδα εξαναγκάσθηκε να δώσει αυτά τα μυθώδη ποσά στους τότε οικονομικά παντοδύναμους Γερμανούς και Ιταλούς. Το 1952, ύστερα από μια μακρά φυγοδικία, κατά τη διάρκεια της οποίας καταδικάστηκε σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων τον Μάιο 1945, εγκατέλειψε το καταφύγιό του στην Ιταλία και επέστρεψε, αφού στο μεταξύ είχε ψηφιστεί η παραγραφή της ποινής του, ενώ εμφανίστηκε ως σωτήρας, υποδεικνύοντας να ζητηθούν τα οφειλόμενα ποσά. Ο Γκοτζαμάνης πέθανε το 1958 χωρίς να αφήσει δικά του παιδιά, αλλά πολλά χρόνια αργότερα γνώρισα τον ανιψιό του Χριστόφορο Γκοτζαμάνη, ταυτόχρονα στενό συνεργάτη του. Εκείνος είναι που ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου και μου παραχώρησε αντίγραφα από ένα σημαντικό μέρος του αρχείου του, που ανήκε πλέον σ’ αυτόν, αναφερόμενο στην εποχή των διαπραγματεύσεων που είχαν διεξαχθεί στο Βερολίνο και τη Ρώμη το φθινόπωρο του 1942. Επί των διαπραγματεύσεων αυτών (που δεν κατέληξαν σε συμφωνία, με τη στενή έννοια του όρου) στηρίζεται η διεκδίκηση των κατοχικών δανείων. Στο παρόν έργο γίνεται εκτεταμένη και πολύπλευρη αναφορά στο τόσο κρίσιμο αυτό θέμα.
Την ίδια εποχή γνώρισα προσωπικά τους κατοχικούς διοικητές της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Αρκάδα παλαιό πολιτικό και υπουργό κατά τον Μεσοπόλεμο Θεόδωρο Τουρκοβασίλη, εντυπωσιακή όντως προσωπικότητα, και τον οικονομολόγο Σπύρο Χατζηκυριάκο. Ο πρώτος διατηρούσε ένα μικρό γραφείο στην οδό Πραξιτέλους, μάλλον πολιτικό παρά δικηγορικό. Αν και επί των ημερών του ως διοικητή έγιναν γενναίες καταβολές προς τις κατοχικές δυνάμεις, δεν είχε ή δεν θέλησε να δώσει στοιχεία επ’ αυτών. Όταν γινόταν λόγος περί Κατοχής, επίμονα εστίαζε τη συζήτηση στις αντιστασιακές εκδηλώσεις των υπαλλήλων της τράπεζας που διοικούσε και στη σύλληψη και φυλάκισή του από τους Γερμανούς.
Ο δεύτερος, ο Σπύρος Χατζηκυριάκος, που διαδέχθηκε τον προηγούμενο στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν πιο ομιλητικός. Τον επισκέφθηκα πολλές φορές στο πολυτελέστατο σπίτι του, στη γωνία των οδών Μουρούζη και Ηρώδου Αττικού. Σε σχετικά νεαρή ηλικία είχε γίνει επί Μεταξά μέλος του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου και μετά τη γερμανική εισβολή, καθώς ήταν γερμανόφιλος, προωθήθηκε στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, αρχικά ως απλό μέλος του Δ.Σ., ύστερα ως γενικός γραμματέας του, και αργότερα ως υποδιοικητής και στο τέλος διοικητής. Καταδικάσθηκε ερήμην για δοσιλογισμό, ενώ είχε κατορθώσει να διαφύγει αρχικά στην Ελβετία και τελικά στη Γαλλία. Λίγο πριν παραγραφεί η ποινή του, ίσως από σφάλματα των δικηγόρων του, συνελήφθη από τις γαλλικές αρχές και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Ανατρέχοντας πρόσφατα στις σημειώσεις που είχα κρατήσει κατά τη διάρκεια των συναντήσεών μας, επιβεβαίωσα και πάλι ότι τα ποσά που κατά τη γνώμη του φέρεται η Γερμανία να οφείλει στο ελληνικό κράτος υπερβαίνουν το ποσόν των 40 εκατομμυρίων χρυσών λιρών.
Την ίδια εποχή που γνώρισα τον Σπ. Χατζηκυριάκο, ήδη είχα αρχίσει να επισκέπτομαι και να συναντώμαι τακτικά με τον Ιωάννη Βουλπιώτη. Αυτός έμενε δυο δρόμους πιο κάτω, στην αρχή της οδού Βασ. Γεωργίου Β΄, ακριβώς απέναντι από το βασιλικό αυλαρχείο. Όταν διαπίστωσα ότι τα δύο αυτά πρόσωπα δεν είχαν συναντηθεί από τα χρόνια της Κατοχής, μου φάνηκε παράξενο. Γνώριζα ότι και οι δύο ήταν κοσμικοί και συνήθεις προσκαλεσμένοι στα σαλόνια της καλής αθηναϊκής κοινωνίας, αλλά προφανώς δεν είχε τύχει να βρεθούν μαζί σε μια δεξίωση. Πήρα την πρωτοβουλία και τους έφερα σε επαφή, αφού εξασφάλισα τη συγκατάθεσή τους. Δώσαμε ένα ραντεβού και κάναμε οι τρεις μας έναν περίπατο στον Εθνικό Κήπο. Είχαν οπωσδήποτε πολλά πράγματα να πουν, αλλά από τότε ελάχιστα ιδωθήκαμε και οι τρεις μαζί. Πιθανόν να μην ήθελαν να παρευρίσκεται ένας τρίτος στις συζητήσεις τους, αν και αυτές δεν συνεχίστηκαν για πολύ, όπως αργότερα κατάλαβα.
Ο Χατζηκυριάκος, γόνος της γνωστής οικογένειας, δεν υπήρξε πολύ χρήσιμος στο να μου δώσει μαρτυρίες και σύντομα χαλάρωσε η επαφή μας. Η αλήθεια είναι πως, πολύ νέος και άπειρος στην άντληση πληροφοριών, καθώς ήμουν τότε στα πρώτα ξεκινήματα αυτής της μακρόχρονης ιστορικής έρευνας, έγινα ενοχλητικός με ευθείες ερωτήσεις. Δεν ξέρω τι απέγινε, ούτε έμαθα ποτέ αν πράγματι έδωσε στη δημοσιότητα τις αναμνήσεις του, που συνέχιζε τότε να γράφει και ορισμένα τμήματα των οποίων μου είχε διαβάσει. Υποθέτω ότι θα έχει αποβιώσει εδώ και πολλά χρόνια, ίσως πριν από το 1980, αλλά από εκείνα τα χρόνια δεν τον ξαναείδα, ούτε άκουσα γι’ αυτόν.
Στη γενικότερη ιστορική έρευνα της κατοχικής περιόδου, οφείλω να σημειώσω τη χρήσιμη συμβολή, αν και πολύ έμμεση, που μου παρείχε ο πρώην πρωθυπουργός, ο αείμνηστος Γεώργιος Ράλλης. Γιος του τελευταίου κατοχικού πρωθυπουργού και, παρά το νεαρό της ηλικίας του τότε, συνήγορός του κατά τις δίκες των δοσιλόγων, υπήρξε πάντοτε ειλικρινής και φιλικός προς εμένα, ιδιαίτερα όταν ο λόγος αναφερόταν στα χρόνια εκείνα και στην ιστορική παρουσία του πατέρα του. Υπήρξε οικογενειακός φίλος και είχα την ευκαιρία έτσι να τον γνωρίσω από τα πολύ-πολύ νεανικά μου χρόνια. Ωστόσο, παρά τα επίμονα και επανειλημμένα αιτήματά μου, να δώσει στη δημοσιότητα την περίφημη «βαλίτσα» του πατέρα του, δηλαδή το κατοχικό αρχείο του, τελικά δεν το έπραξε. Όλο το ανέβαλε, προφανώς για να μην επηρεαστεί η τρέχουσα πολιτική σταδιοδρομία του, σε σημείο που λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του, που συνέβη το 2006, άρχισα να καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αρχείο εκείνο δεν θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Παρ’ όλα αυτά, συχνά ο σεβαστός αυτός φίλος ήταν πρόθυμος, αν όχι να προσφέρει στοιχεία, πάντως να εκφράσει απόψεις, γνώμες και συμβουλές.
Ο περίφημος Ιωάννης Βουλπιώτης υπήρξε μια εμβληματική προσωπικότητα στα κατοχικά χρόνια. Πρωταγωνιστής των παρασκηνίων, πανέξυπνος και δαιμόνιος. Είχε ένα οξύ βλέμμα και εύστροφο πνεύμα, πολύ καλλιεργημένος με εξαιρετικές σπουδές στη Γερμανία, κατά τη δεκαετία 1920, όχι μόνο στη μηχανική, της οποίας ήταν διδάκτορας, αλλά και στη φιλοσοφία, της οποίας επίσης έγινε διδάκτορας. Η πρώτη του γυναίκα ήταν κόρη του Ζήμενς. Όταν τον γνώρισα, πριν σαράντα και πλέον χρόνια, ζούσε με την τρίτη σύζυγό του, τη Ζανέτ Καραϊωσηφόγλου, γνωστή και σεβαστή στην παλιά αθηναϊκή κοινωνία, όπως και η αδελφή της Ντορέτ, σύντροφος του καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη, παντοδύναμου οικονομικού παράγοντα μέχρι τότε.
Ο Βουλπιώτης δεν είχε ευθεία ανάμιξη ως προς τα κατοχικά δάνεια, αναμφίβολα όμως ήταν ενήμερος. Είναι γεγονός ότι διατηρούσε προσωπική φιλία με πολλές κορυφαίες προσωπικότητες, ελληνικές και γερμανικές, ενώ χαρακτηριζόταν – λόγω της πολυπραγμοσύνης και των διασυνδέσεών του – ως υπερ-πρωθυπουργός, ιδιαίτερα αφότου με την επιμονή του επέβαλε ως κατοχικό πρωθυπουργό τον Ιωάννη Ράλλη. Επί Κατοχής παρέμενε στην Αθήνα ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Ομίλου Ζήμενς, που πλην άλλων περιλάμβανε, εκτός από τη μητρική εταιρία, την Τελεφούνκεν και την AEG. Ταυτόχρονα είχε υπό τον απόλυτο έλεγχό του την κρατική ραδιοφωνία, το μόνο μαζικό μέσο επικοινωνίας – και προπαγάνδας.
Για τα θέματα των κατοχικών δανείων, ως έναν από τους βασικούς άξονες της ιστορικής έρευνάς μου, είχα και διάφορες άλλες επαφές, αφενός με τον καθηγητή της Ανωτάτης Εμπορικής Αθανάσιο Σμπαρούνη και αφετέρου με τον Κωνσταντίνο Βεναρδή, ο οποίος όταν τον γνώρισα – μετά τη Μεταπολίτευση – ήταν γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών. Και οι δύο συμμετείχαν στην αποστολή Γκοτζαμάνη στο Βερολίνο και τη Ρώμη. Και οι δύο, σημειωτέον, δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για τον προϊστάμενο υπουργό τους, ειδικά για την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Στο ευρύτερο θέμα της κατοχικής οικονομίας, πλην του Ιωάννη Βουλπιώτη, γνώρισα και κάποιους επιχειρηματίες με πρωτοφανή πληθωρικότητα επί Κατοχής. Καθώς δεν επρόκειτο για δημόσια πρόσωπα και καθώς η επαγγελματική δράση τους προϋπήρξε από το επίμαχο διάστημα, θα αποφύγω εδώ να τους αναφέρω προσωπικά. Δεν τους αποκρύπτω βεβαίως από το ιστορικό τοπίο, όπως εύκολα θα διαπιστώσει στη συνέχεια ο αναγνώστης. Πάνω απ’ όλα σέβομαι τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της ιστορίας, είτε πρόκειται για θετική είτε για αρνητική δράση.
Γεγονός είναι ότι παράπλευρα σε εκείνους που εκούσια περιόρισαν την επαγγελματική δραστηριότητά τους, κυρίως για λόγους αρχών, κάποιοι άλλοι αναζήτησαν ευκαιρίες υπέρμετρου πλουτισμού. Τρεις κύριες κατηγορίες επαγγελματιών θησαύρισαν: α) οι εργολήπτες οχυρωματικών, λιμενικών και άλλων κατασκευαστικών έργων, β) οι προμηθευτές των αρχών κατοχής, κατά κανόνα με ανάθεση, και γ) οι συντεταγμένοι ή ασύντακτοι μαυραγορίτες. Θα πρέπει να αναφερθεί ειδικά για τους τελευταίους, οι οποίοι ευθύνονται κατά ένα σημαντικό μέρος για την πείνα και τις στερήσεις στη διάρκεια της Κατοχής, ότι στην πραγματικότητα δεν τιμωρήθηκαν. Παρά τις κατά καιρούς απόπειρες ποινικοποίησης της δράσης τους, αρχής γενομένης από τις κατοχικές κυβερνήσεις που καθιέρωσαν τα ευρηματικά «αισχροδικεία», τελικά βγήκαν αλώβητοι και με καλά φυλαγμένους τους θησαυρούς που συγκέντρωσαν.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με τους προμηθευτές των αρχών κατοχής, οι οποίοι με τις αναθέσεις που έπαιρναν είχαν την ευχέρεια να τιμολογούν κατά βούληση, τα δε τιμολόγιά τους να οδεύουν προς εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν μπορούσε να έχει την παραμικρή αντίρρηση. Πολύ μεγαλύτερο όφελος είχαν οι εργολάβοι που αναλάμβαναν τα δομικά έργα των κατοχικών αρχών. Στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους οι δαιμόνιοι αυτοί κατασκευαστές οχυρωματικών έργων, λιμενικών εγκαταστάσεων και άλλων έργων, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή των τσιμεντένιων φορτηγίδων (!), καθαρά ελληνική ευρεσιτεχνία που ασμένως υιοθέτησαν οι Γερμανοί και μάλιστα την εφάρμοσαν αμέσως με τα τσιμεντένια ποταμόπλοια που παρήγαγαν σε μεγάλη κλίμακα στο εσωτερικό του Ράιχ, είχαν φροντίσει εγκαίρως να χρηματοδοτούν αντιστασιακές οργανώσεις και ιδίως παράνομες εφημερίδες ή ακόμη και να συνεργάζονται με πράκτορες συμμαχικών υπηρεσιών, ώστε να κτίζουν άλλοθι για μεταπολεμική χρήση.
Αυτοί οι κερδοσκόποι, με τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό, ούτε καν φορολογήθηκαν. Μόνο μεταπολεμικά επιχειρήθηκε αυτό, θα έλεγε κανείς υποτονικά μάλιστα. Είναι ενδιαφέρον να υπογραμμισθεί ότι το αίτημα για τον εντοπισμό των υπέρογκων εισοδημάτων τους και την αντίστοιχη φορολόγησή τους, υποβλήθηκε στους Γερμανούς και τους Ιταλούς από τον κατοχικό υπουργό Οικονομικών Γκοτζαμάνη ως ένας από τους όρους κατά τις διαπραγματεύσεις του Βερολίνου το φθινόπωρο του 1942!
Και οι τρεις αυτές κατηγορίες «πλουτισάντων», που προαναφέρθηκαν, συνέβαλαν στην εξάρθρωση της κατοχικής οικονομίας και στη λαϊκή δυστυχία. Το μερίδιο του λέοντος είχαν όμως οι ίδιοι οι κατακτητές, οι οποίοι κυριολεκτικά λεηλάτησαν τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία. Πολύ πολλαπλάσια είναι η εγκληματική ευθύνη των τελευταίων για το μέγα ζήτημα του επισιτισμού κατά την Κατοχή, που ευθέως συνδέεται με την κατοχική χρεοκοπία.
Αν μελετηθούν προσεκτικά οι αριθμοί, η δραματική εξάρθρωση της κατοχικής οικονομίας δεν συνδέεται απαραιτήτως με τις καταβολές του Ελληνικού Δημοσίου για έξοδα κατοχής, υποχρέωσή του που ούτως ή άλλως ορίζεται από διεθνείς συνθήκες. Ούτε το όλο δράμα οφείλεται στην πρόθεση των κατακτητών να καθυποτάξουν τη χώρα και τον λαό της. Η βασική αιτία είναι ότι η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδος απέβη εν προκειμένω αρνητική, διότι μέσω του εδάφους της γινόταν η τροφοδοσία και ο εξοπλισμός της στρατιάς του Ρόμελ.
Χρειάστηκε να συρθεί στο χάος η ελληνική οικονομία, ώστε να χρηματοδοτηθεί η εκστρατεία του Afrika Korps. Ακόμη και ελληνικά λαχανικά και φρούτα δεσμεύονταν για να σταλούν στους Γερμανούς στρατιώτες εκεί, ενώ στην Ελλάδα «φιλοξενούνταν» οι Άραβες σύμμαχοί τους, γερμανοντυμένα μέλη της Αραβικής Λεγεώνας, που σε τίποτα δεν διέφεραν από τις άλλες γερμανικές μονάδες κατοχής – πλην του χρώματος της επιδερμίδας. Σε ελληνικά τυπογραφεία τυπώνονταν αραβόγλωσσα προπαγανδιστικά έντυπα, που τα έριχναν γερμανικά αεροπλάνα στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής.
Όσο για τους Γερμανούς τραυματίες, ιδίως από το Ανατολικό Μέτωπο, η ηλιόλουστη Ελλάδα ήταν ένα αναζωογονητικό θέρετρο. Πριν από τον πόλεμο, αλλά και έπειτα απ’ αυτόν, οι ελληνικές παραλίες, τα ελληνικά νησιά και άλλες γραφικές περιοχές, ήταν πόλος έλξης τουριστικού ενδιαφέροντος κατά τις ειρηνικές περιόδους. Στη διάρκεια της Κατοχής όλες αυτές οι τουριστικές περιοχές χρησιμοποιήθηκαν για να «φιλοξενηθούν» λόγω κλίματος οι προς ανάρρωση τραυματίες. Φυσικά σε επιταγμένα ξενοδοχεία και καταλύματα με την ανάλογη επιτόπια τροφοδοσία.
Όλες αυτές οι δαπάνες, πέρα και πολύ μακριά από τις διεθνείς συνθήκες, οδήγησαν στην κατοχική χρεοκοπία. Στην πραγματικότητα η χώρα δεν συνήλθε ποτέ μέχρι σήμερα απ’ αυτήν την αιτία και η οικονομία της έμεινε μόνιμα καθηλωμένη. Θα το κατανοήσουμε καλύτερα αν γνωρίζουμε τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.
Σ’ αυτό στοχεύει το παρόν βιβλίο. Να τα γνωρίσουμε ανεπιτήδευτα και αυθεντικά. Με καθαρή και ανυποχώρητη ματιά.
Αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω θερμά όλους όσους συνέβαλαν στη συγκέντρωση των στοιχείων που δίνονται μέσα απ’ αυτό το βιβλίο. Εκτός από όσους ονομαστικά προαναφέρθηκαν, υπάρχουν και άλλοι που πρόθυμα βοήθησαν.
Ευχαριστίες οφείλω στον διπλωμάτη της Γερμανίας Hanno von Graevenitz, ο οποίος είχε την καλοσύνη προ ολίγων ετων να μου εμπιστευθεί τις ανέκδοτες αναμνήσεις του πατέρα του, του Κουρτ-Φριτς φον Γκραίβενιτς, που διαπιστεύθηκε ως ανώτερος διπλωματικός το 1938 στην Αθήνα και παρέμεινε συνεχώς στην εδώ γερμανική πρεσβεία μέχρι τον Οκτώβριο 1944, υπηρετώντας – μετά την αποχώρηση του Άλτενμπουργκ στα τέλη του 1943 – ως επιτετραμμένος του Ράιχ. Ήταν ο τελευταίος από το πολιτικό προσωπικό που έφυγε όταν οι Γερμανοί εγκατέλειπαν την ελληνική πρωτεύουσα και εκείνος που την τελευταία ημέρα ενεχείρισε στον Ιωάννη Ράλλη μια πολύ σύντομη επιστολή, στην οποία αναφερόταν κατά τη γερμανική άποψη το ολικό ποσόν που οφειλόταν στο Ελληνικό Δημόσιο. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών στη Βιέννη, ως οιονεί διαπιστευμένος Γερμανός διπλωματικός εκπρόσωπος στην υπό τον Τσιρονίκο αυτοεξόριστη κυβέρνηση των Ελλήνων χιτλερικών.
Το πλήρες κείμενο των προσωπικών αναμνήσεων του Γκραίβενιτς παραμένει ακόμα ανέκδοτο, ενώ το τμήμα όσων αναφέρονται στην περίοδο κατά την οποία ασχολήθηκε με τα ελληνικά πράγματα θα δοθεί προσεχώς στη δημοσιότητα. Στο παρόν βιβλίο χρησιμοποιούνται τα στοιχεία που σχετίζονται με το θέμα. [...]

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΚΔΟΣΗΣ

  
Η
θετική αντίδραση του αναγνωστικού κοινού οδήγησε στην άμεση εξάντληση των αντιτύπων της πρώτης έκδοσης και στην παραγωγή της δεύτερης. Γεγονός είναι ότι η υποδοχή αυτού του έργου υπήρξε ενθουσιώδης, ιδίως στον διαδικτυακό χώρο, όπου αναπαράχθηκαν πολλά αποσπάσματά του.
Έχουμε την πληροφόρηση ότι, εκτός από τα εκατοντάδες διάφορα ιστολόγια που πήραν την πρωτοβουλία να φιλοξενήσουν αποσπάσματα αυτού του βιβλίου, υπήρξε μια καταιγιστική αναπαραγωγή ορισμένων αποσπασμάτων, ιδίως από τις προδημοσιεύσεις που παρουσιάστηκαν μέσω του φιλικού ιστολογίου aera2012.blogspot.gr (το οποίο συχνά αναρτά κείμενα του συγγραφέα), σε εκατοντάδες χιλιάδες ηλεκτρονικών μηνυμάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Αν και οι αναπαραγωγές χρησιμοποιήθηκαν για να γίνει κατά βούληση πολιτικός σχολιασμός, ιδίως λόγω της θερμότητας των δύο προσφάτων εκλογικών αναμετρήσεων, με κύρια αιχμή ορισμένα πολιτικά πρόσωπα που είναι επίγονοι πρωταγωνιστών ή μάλλον δευτεραγωνιστών του παρόντος βιβλίου, ο συγγραφέας δεν είχε άμεση ανάμιξη σ’ αυτή τη δραστηριότητα. Ούτε άλλωστε ανήκε στις προθέσεις του να αναμιχθεί μέσω της έκδοσης ενός βιβλίου σε τρέχοντα πολιτικά θέματα.
Το ανά χείρας βιβλίο παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι, παρά το αυστηρώς ιστορικό περιεχόμενό του, συνδυάζεται με τη σύγχρονη οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, διότι αναφέρεται στο εκκρεμές ζήτημα των κατοχικών δανείων. Και ως γνωστόν, το παλαιό αυτό ζήτημα αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική λύση για να ξεπεραστεί το οικονομικό αδιέξοδο που βιώνει η σύγχρονη Ελλάδα. Μια λύση που δυστυχώς ακόμη δεν έχουν ενστερνισθεί οι κυβερνήσεις μας υπό το άγχος να μην κακοχαρακτηρισθούν από τη σύγχρονη Γερμανία, η οποία αυταρχικά ηγεμονεύει στη μεταπολεμική Ευρώπη, ως απόλυτος διάδοχος της χιτλερικής Γερμανίας.
Στο μέτρο που μας επιτρέπεται κάναμε επανειλημμένα, τόσο μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, όσο και από το βήμα των ΜΜΕ όταν μας δόθηκε η ευκαιρία, έκκληση προς τους αρμοδίους της ελληνικής πολιτείας να προχωρήσουν στην άμεση διεκδίκηση των κατοχικών δανείων από τη Γερμανία (για την Ιταλία δεν τίθεται τέτοιο θέμα, διότι αυτή από δεκαετιών έχει εξοφλήσει τις συναφείς υποχρεώσεις της). Επαναλαμβάνουμε με σθένος αυτή την έκκληση, μαζί με την προσθήκη ότι υπάρχουν ιστορικές ευθύνες για όσους αδιαφορούν να επιτελέσουν το αυτονόητο καθήκον τους, το οποίο ευθέως θα απαλύνει τη βαθύτατη οικονομική και κοινωνική κρίση που απειλεί πλέον με αφανισμό την ελληνική κοινωνία…
Αύγουστος 2012


Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΣΠΟ


Η παράδοξη αλήθεια για την ΕΣΠΟ,
τη γνωστότερη οργάνωση γερμανοφίλων
που είχε δράσει επί Κατοχής

ΠΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΙΔΡΥΘΗΚΕ ΤΟ 1941

Μια σπάνια φωτογραφία της εικόνας που είχε η πρόσοψη των γραφείων της ΕΣΠΟ στη γωνία των οδών Πατησίων 8 και Γλάδστωνος, αμέσως μετά την έκρηξη που τα κατέστρεψε.

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Μια περίεργη δικαστική απόφαση του 1948 που αθωώνει τους ιδρυτές της και δεν καταδικάζει τα στελέχη της • Ποιοι και γιατί δημιούργησαν την ΕΣΠΟ • Η αναλογικά μαζικότερη οργάνωση γερμανοφίλων συνεργατών επί Κατοχής • Αξιωματικοί, γιατροί, δικηγόροι ανάμεσα στα μέλη της (μεταξύ των οποίων και μερικά γνωστά ονόματα) • Η προκλητική δράση τους προκαλεί την απόφαση στην αντιστασιακή ΠΕΑΝ να ανατινάξει τα γραφεία τους • Είχαν σχηματίσει τμήμα νεολαίας, ακόμα και οργάνωση ...λογοτεχνών • Τι πληροφορίες είχαν συλλεγεί τότε από τις συμμαχικές υπηρεσίες στη Μέση Ανατολή

Δεν υπάρχει Έλληνας που να μην γνωρίζει μετά τόσες δεκαετίες ότι επί Κατοχής δημιουργήθηκε και έδρασε στο πλευρό των Γερμανών μια οργάνωση, που λεγόταν ΕΣΠΟ. Και είναι κυρίως γνωστή από την ανατίναξη του κτιρίου όπου στεγαζόταν (γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος), που την πραγματοποίησε η ΠΕΑΝ του Κώστα Περρίκου. Ποιος Έλληνας όμως έχει υπ’ όψη του ότι υπάρχει βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που την θεωρεί «πατριωτική»; Και όμως. Με την υπ’ αριθ. 504 απόφασή του (Απρίλιος 1948) το Συμβούλιο Εφετών, που απάρτιζαν οι Π. Τζαννετάκης, Μαρ. Παντελής και Ηρ. Καμούτσης, αναφέρει επί λέξει, μεταξύ άλλων:
«...Κατά μήνα Μάιον έτους 1941, πλείστοι ανώτατοι και ανώτεροι Αξιωματικοί του Στρατού ημών, διακεκριμένοι Νομομαθείς, ιατροί, και πολιτευόμενοι των εθνικών κομμάτων, συνταξιούχοι ανώτατοι και ανώτεροι υπάλληλοι, εν ενεργεία τοιούτοι ως και άλλων ιδιοτήτων, τα μάλλα όντες συγκεκινημένοι το μεν εξ της κατοχής της πατρίδος ημών εκ μέρους των κατακτητών, το δε λόγω των θλιβερών αποτελεσμάτων της τοιαύτης κατοχής εις βάρος της Ελληνικής Κοινωνίας, απεφάσισαν όπως ιδρύσωσιν οργάνωσιν τινά, ήτις τη βοηθεία της τότε Κυβερνήσεως της χώρας ημών, των πάσης αρμοδιότητος κρατικών υπηρεσιών και εν γένει Ιδρυμάτων και Οργανισμών, ως και διά προσφυγής αξιοπρεπούς και εθνοπρεπούς προς την εν Γερμανία διοίκησιν αυτής μεριμνά, πρώτον, διά την εξασφάλισιν της ακεραιότητος της πατρίδος μας, δεύτερον διά την συγκέντρωσιν εν νοσοκομείοις και περίθαλψιν απάντων των τραυματιών και ασθενών του τελευταίου ημών πολέμου, τρίτον διά την διατήρησιν και τόνωσιν του εθνικού φρονήματος της δεινώς δοκιμαζομένης Κοινωνίας μας, τέταρτον διά την ηθικήν και υλικήν προστασίαν παντός δεινοπαθούντος και δεομένου τοιαύτης Έλληνος ως και των δεομένων τοιαύτης εκ των μελών αυτής και, πέμπτον διά την σωτηρίαν της τε Πατρίδος και Κοινωνίας ημών εκ του κινδύνου μείζονος τοιούτου του εκ της κατοχής, του κομμουνισμού. Και πράγματι συσταθείσης της τοιαύτης οργανώσεως κατά μήνα Μάιον έτους 1941, υπό την επωνυμίαν «Ελληνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» και με πρώτον αρχηγόν αυτής τον ιατρόν και υφηγητήν Πανεπιστημίου Γ. Βλαβιανόν, μέλη δε κατά το πλείστον εκ των άνω αναφερομένων προσωπικοτήτων, λίαν αξιολόγους κατέβαλον προσπαθείας πάντες ούτοι, όπως επιτελέσωσι τους ανωτέρω αποφασισθέντας ιερούς σκοπούς.
Ατυχώς όμως, πλην ελαχίστων εθνικού περιεχομένου ενεργειών, δεν ηδυνήθησαν οι ανωτέρω επίλεκτοι ιδρυταί της εν λόγω οργανώσεως να προαγάγωσι το έργον αυτής, το μεν διότι αι υπηρεσίαι κατοχής αντέδρων εις πάσαν τοιαύτην αυτών ενέργειαν ως εκ των απολύτως ελληνοπρεπών και υπέρ των συμμάχων μας αισθημάτων αυτών, το δε διότι οι αρχικώς λίαν ελάχιστοι φιλικώς διακείμενοι προς τας αρχάς κατοχής εκ των μελών της επεδίωξαν κατά τας αρχάς του έτους 1942, διά μη ηθικού τρόπου και μέσων, την κατασυκοφάντησιν των ανωτέρω πράγματι αρίστων πατριωτών μελών, την απομάκρυνσιν αυτών εκ της εν λόγω οργανώσεως και συνάμα την ανάληψιν της αρχηγίας και διοικήσεως αυτής υπ’ αυτών. Και όντως απομακρυνθέντος του πρώτου ως άνω αρχηγού, η διοίκησις της ειρημένης οργανώσεως, κατά τους πρώτους μήνας του 1942 περιήλθεν εις την ελαχίστην μειοψηφίαν των μελών αυτής, των φιλικώς προσκειμένων προς τον κατακτητήν, με αρχηγόν τον Σ. Στεροδήμαν, μη καλόν Έλληνα, ήδη αποβιώσαντα, μικρόν δε κατά μικρόν έκτοτε η εν λόγω οργάνωσις ου μόνον απεμακρύνθη και εγκατέλειψε τους ανωτέρω ιερούς σκοπούς αυτής, αλλ’ επί πλέον η νέα διοίκησις αυτής επεδίωξεν επαφήν και συνεργασίαν μετά του κατακτητού, κυρίως προς απόκτησιν ατομικών ωφελειών των ελαχίστων ως άνω είρηται τοιούτων μελών αυτής και των προστατευομένων της. Δι’ ο από της δευτέρας ταύτης περιόδου της δράσεώς της μέγας αριθμός εκ των ανωτέρω εξαιρέτων πρώτων ιδρυτικών μελών αυτής, απεχώρησαν χωρίς παντάπασιν εφεξής να επανέλθωσιν ή οπωσδήποτε να αναμιχθώσιν εις το ουχί εθνικόν αυτής έργον.
Επίσης δε λόγω της τοιαύτης σοβαράς παρεκκλίσεως εκ των ηθικών και εθνικών αρχών αυτής, επεδιώχθη και εξετελέσθη η κατά μήνα Αύγουστον ή Σεπτέμβριον 1942 ανατίναξις του οικήματος της εν λόγω οργανώσεως και η συνεπεία ταύτης θανάτωσις ικανού αριθμού εκ των συνεδριαζόντων, αντιθέτων αντιλήψεων των αρχικών τοιούτων μελών της, εν οις και ο δεύτερος αρχηγός αυτής Σ. Στεροδήμας...».
Αυτά είπε το Συμβούλιο Εφετών, αποδίδοντας εύσημα στην «πρώτη περίοδο» της ΕΣΠΟ. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ή κατατεμαχίστηκε η ενιαία ιστορική παρουσία της ΕΣΠΟ κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να μην δικαστούν ορισμένα μόνο από τα μέλη της;
Γεγονός πάντως είναι ότι ο Γεώργιος Βλαβιανός, που πρώτος είχε την έμπνευση να ιδρύσει αυτή την οργάνωση, της οποίας αμέσως ανέλαβε την αρχηγία, ώστε με τη βοήθεια «της τότε Κυβερνήσεως της χώρας ημών» (Τσολάκογλου), καθώς και με την προσφυγή «προς την ανωτάτην εν Γερμανία διοίκησιν» (=Χίτλερ) να αποτελεί τον ουσιαστικό μεσολαβητή μεταξύ Τσολάκογλου και Γερμανών, υπήρξε ένας γερμανόφιλος αναμφισβήτητα. Τον Βλαβιανό έσπευσε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση να τον χρίσει πρόεδρο της κοινότητας Κηφισιάς, ενώ η γερμανική πρεσβεία τον είχε επισκέπτη της σχεδόν καθημερινά. Και όταν ιδρύθηκε η ελληνογερμανική προπαγανδιστική εταιρία «Ελεύθερον Βήμα», ο Βλαβιανός τοποθετήθηκε αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας, με αναπληρωτή του τον υπάλληλο της γερμανικής πρεσβείας Φερδ. Φοράουερ.
Αλλά ας δούμε πώς η Ελληνική Δικαιοσύνη, υποκαθιστώντας προς στιγμήν την Ελληνική Ιστορία, έκρινε τον Γεώργιο Βλαβιανό, με την υπ’ αριθ. 31/20.1.1947 απόφαση του Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, που υιοθέτησε αθωωτική πρόταση του Επιτρόπου Σπ. Φραγκούλη:
«...Αληθές είναι ότι ο κατηγορούμενος ούτος υπήρξεν εκ των πρωτεργατών της συστάσεως της οργανώσεως ΕΣΠΟ και επί τινας μήνας από της συστάσεώς της αρχηγός της, δεν πιθανολογείται όμως εκ της προανακρίσεως, αντιθέτως δ’ αποκρούεται εξ αυτής και δη εκ των συνδυαζόντων αλλήλαις ως προς τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα και συνεκτιμωμένων καταθέσεων των Γ. Αναφιώτη, Γ. Μπότση, Ηλ. Ξηρού, Γ. Μονοπούλου, Νικ. Παπαδημητρίου, Πόπης Κουνδούρου, Παν. Σιγαλού, Στ. Παπανδρέου, Β. Μοίρα, Τηλ. Πατεράκη, Στ. Δημητρακάκη, Δημ. Διακοπούλου, Γ. Πατρονικόλα κλπ. ότι οι σκοποί της ως είχεν αύτη κατά την αρχικήν της σύνθεσιν, υπήρξαν προδοτικοί διά το αγωνιζόμενον Έθνος, υποστηρίζεται δε μάλλον υπό τινων των ως είρηται μαρτύρων ότι οι σκοποί της έτεινον εις εξυπηρέτησιν των Ελλήνων διά της εκμεταλλεύσεως υπέρ αυτών των στενών σχέσεων, ας είχον οι ιδρυταί της μετά των Γερμανών. Βραδύτερον η εν λόγω οργάνωσις εκτραπείσα του ως είρηται αρχικού σκοπού της κατέστη οργάνωσις δουλική, εξάρουσα, προπαγανδίζουσα και συντρέχουσα ποικιλοτρόπως το έργον των κατακτητών το εγκληματικόν διά την όλην ανθρωπότητα και ιδιαζόντως διά την ατυχή ταύτην χώραν και μετετράπη εις οργάνωσιν μη διαφέρουσαν, ίσως δε και υπερακοντίσασα εις βαναυσότητα και ατιμίας, οιανδήποτε γερμανικήν τοιαύτην, αλλ’ εκ της όλης προανακρίσεως απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος ευθύς ως αντελήφθη τας αντεθνικάς τάσεις αυτής διέκοψε πάσαν μετ’ αυτής επικοινωνίαν, αποβαλών και την αρχικήν ιδιότητα και κατά τινας μάρτυρας ετάχθη αντιμέτωπος αυτής, ούτω δε εμφανίζεται ήδη, κατά την γνώμην μου, εξιλεασθείς διά την δημιουργίαν αυτής της τόσον ζημιωσάσης τον εθνικόν αγώνα...».
Στο σκεπτικό της αποφάσεως, που προαναφέρθηκε, γίνεται μνεία για τις κατηγορίες που βάρυναν τον ιδρυτή της ΕΣΠΟ Γεώργιο Βλαβιανό. Συγκεκριμένα:
«...Λαβήν εις την άσκησιν ποινικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου έδωκαν κυρίως: 1) η από 16.11.48 εν Καΐρω έκθεσις του μέλους της συμμαχικής οργανώσεως «Μήδας» Σωτ. Ταγκλή, εμπόρου, καθ’ ην «φιλοαξονική οργάνωσις εν Ελλάδι, εκτός άλλων, ήτο και η ΕΣΠΟ», αρχηγός της οποίας ήτο ο κατηγορούμενος, βραδύτερον δε ο Στεροδήμας, 2) η από 26.8.44 κατάθεσις εν Καΐρω του Πλωτάρχου Π.Ν. Ν. Γιγάντε, καθ’ ην ωσαύτως η ΕΣΠΟ εθεωρείτο ως φιλοαξονική οργάνωσις, ης διευθυντής ήτο ο κατηγορούμενος, και 3) η πληροφορία ατόμου τινός ονομαζομένου Παύλου Μέγα προς τον υποδιευθυντήν της ΔΕΥΠ Ιω. Πανόπουλον, καθ’ ην ο κατηγορούμενος ήτο αναμφισβητήτως πράκτωρ των Γερμανών, ιδρύσας την ΕΣΠΟ εξ ης όμως απεχώρησε διαφωνήσας προς τα άλλα γερμανόφιλα μέλη, αλλ’ ότι ούτος δεν έπαυσε να είναι πράκτωρ, συχνάζων εις την Γερμανικήν Πρεσβείαν, περιερχόμενος τα διάφορα Υπουργεία προς διεκπεραίωσιν υποθέσεων ιδιωτών επ’ αμοιβή κλπ. Εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως προέκυψε το αναμφισβήτητον γεγονός ότι πράγματι ο κατηγορούμενος μετ’ άλλων ιδιωτών συνέπηξαν κατά το τέλος Ιουνίου 1941 την ως άνω οργάνωσιν, ης σκοπός εφέρετο ότι ήτο η απάλυνσις της σκληρότητος του Γερμανού κατακτητού έναντι των καταπιεζομένων υπό της δουλείας Ελλήνων, ήτις θα επήρχετο διά της επιφανειακής φιλικής πολιτείας της οργανώσεως προς τον κατακτητήν. Επίσης προέκυψεν ότι πρώτος πρόεδρος της οργανώσεως ανέλαβεν ο κατηγορούμενος, ως εκ της γερμανομαθείας του, δεδομένου ότι είχε φοιτήσει εις διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια, του εκ του γάμου του μετά Γερμανίδος, λαβόντος χώραν αρκετά έτη προ του πολέμου, συνδέσμου του κλπ. ...».
Τα ανωτέρω αναφέρονται όχι για να κριθεί ο Γεώργ. Βλαβιανός, αλλά για να δοθεί μια εικόνα της ΕΣΠΟ, για την οποία η Ελληνική Δικαιοσύνη διατύπωσε μια δική της εκδοχή στο ερώτημα αν είχε συνεργασθεί με τον κατακτητή ή όχι. Με βάση τα προαναφερθέντα και σειρά άλλων στοιχείων, προκύπτει το ιστορικό της ΕΣΠΟ:
Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε αμέσως μετά την έναρξη της Κατοχής από τον Γεώργιο Βλαβιανό και άλλους γερμανόφιλους, που είχαν ως συνισταμένη την επιθυμία τους να πολιτευθούν στο πλευρό των Γερμανών. Όπως και αλλού αναφέραμε, μετά την είσοδο των τελευταίων στην Ελλάδα, δημιουργήθηκαν διάφορες πρόθυμες για συνεργασία οργανώσεις και κόμματα, με διάχυτο τον στόχο να ικανοποιήσουν φίλαρχες φιλοδοξίες. Ο μεν Αλ. Γιάνναρος με τον Περ. Κάβδα και άλλους συνεργάτες του δραστηριοποιήθηκαν (ανεπιτυχώς τελικά) για να σχηματίσουν κατοχική κυβέρνηση, ο δε Γεώργ. Μερκούρης εμφανίστηκε και αυτός με τον ίδιο στόχο. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και ο Γ. Βλαβιανός, επιδιώκοντας προφανώς όχι υλικά ωφελήματα, αλλά υπουργικό αξίωμα. Έτσι και ίδρυσε την ΕΣΠΟ, της οποίας οι προθέσεις είναι διαφανείς.
Τα στελέχη που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη δημιουργία της αδιαμφισβήτητα γερμανόφιλης αυτής οργάνωσης, ήταν σαφώς συμφωνούντα με τη θεωρία της «συνεργασίας» με τον κατακτητή. Άλλωστε πολλοί απ’ αυτούς είχαν και προπολεμικά διακριθεί για φασιστική δραστηριότητα, ενώ και κατά τη διάρκεια της Κατοχής επέδειξαν ανάλογη δράση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ιατροφιλόσοφου Αριστείδη Ανδρόνικου, ιδρυτικού μέλους της ΕΣΠΟ μαζί με τον Γ. Βλαβιανό, ο οποίος απηλλάγη και αυτός με το ίδιο αιτιολογικό. Αλλά ο Ανδρόνικος, γνωστός συγγραφέας πολλών αντισιωνιστικών και αντικομμουνιστικών βιβλίων, ήταν όχι μόνο μέλος και στις υπόλοιπες περιόδους της ΕΣΠΟ, αλλά όταν έφευγαν οι Γερμανοί από την Ελλάδα, τους ακολούθησε με την οικογένειά του και παρέμεινε στη Βιέννη, όπου ο Ε. Τσιρονίκος είχε σχηματίσει αυτοεξόριστη κυβέρνηση, περιμένοντας την εφεύρεση του «νέου όπλου» των Γερμανών. Ο Ανδρόνικος, όπως και δύο χιλιάδες άλλοι Έλληνες που βρέθηκαν τότε στην Αυστρία, παρέμειναν εκεί μέχρι τον Απρίλιο του 1945 ελπίζοντας στη χίμαιρα της θριαμβευτικής επανόδου τους στην Ελλάδα.
Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του Σταύρου Βελλόπουλου, επίσης ιδρυτικού μέλους της ΕΣΠΟ, ο οποίος απηλλάγη με την ίδια δικαστική απόφαση. Ο Βελλόπουλος, φίλος και αυτός του Βλαβιανού, ανήκε στη φιλόδοξη ομάδα του Ανδρέα Κονδάκη (παρ’ ολίγο κατοχικού υπουργού Εργασίας), είχε δε υπογράψει στις 25 Απριλίου 1941, ως εκπρόσωπος παλαιοπολεμιστικής οργάνωσης, έγγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν:
«...Οι συμμορίται της βλεδυράς 4ης Αυγούστου, εν γνώσει του αναποφεύκτου της εθνικής συμφοράς, έθεσαν εν κινδύνω αυτήν την ύπαρξιν της Ελληνικής φυλής, δολίως παρασύραντες εκ νέου την πτωχήν Ελλάδα με το μέρος των πλουτοκρατών και του Διεθνούς Εβραιομασσωνισμού... Ο δε ξένος προς την Ελληνικήν ψυχήν πρώην Βασιλεύς Γεώργιος Β’, τον οποίον δι’ εξαπατήσεως του λαού εγκατέστησεν εν Ελλάδι η διεθνής πλουτοκρατία, όστις ήθελε να παριστάνη τον Λεωνίδαν των Θερμοπυλών, αυτός εδραπέτευσε διά νυκτός εξ Αθηνών πριν ακόμη ο κίνδυνος εμφανισθή καν εις Θερμοπύλας...».
Και μια παρόμοια περίπτωση: του δικηγόρου Δημ. Μπάφαλη (επίσης απαλλαγέντος με την ίδια απόφαση, ιδρυτικού μέλους και αυτού της ΕΣΠΟ), ο οποίος υπέγραψε μαζί με τον τότε δήμαρχο Καλλιθέας Ιω. Αραπάκη την ακόλουθη δήλωση, όταν οι Γλέζος και Σάντας κατέβασαν από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία:
«Ο λαός της Καλλιθέας εξ αφορμής των εις βάρος της Γερμανικής Κατοχής διαπραχθέντων βανδαλισμών, αποδοκιμάζει τους δράστας τοιούτων πράξεων ανάνδρων. Αι αισχραί αύται πράξεις ουδεμίαν αισθηματικήν συνείδησιν ερμηνεύουν, ει μη μόνον τον κακώς εννοούμενον ατομισμόν εις βάρος του συνόλου του Ελληνικού Λαού. Ο πάντοτε φιλόνομος λαός της Καλλιθέας μαζί με τον σεβασμόν και την αγάπην του προς τα εν Ελλάδι Γερμανικά στρατεύματα, διαδηλοί πίστιν και νομιμοφροσύνην».
Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε με περισσότερες λεπτομέρειες στους ιδρυτές της ΕΣΠΟ, οι οποίοι εμφανίστηκαν μεταπολεμικά σαν αθώες περιστερές. Πλην των προαναφερθέντων και του Γ. Βλαβιανού, ο οποίος παρουσιαζόταν πολυπράγμων επί Κατοχής και κατά κανόνα ως «μεσάζων» στους Γερμανούς για διάφορες μικροϋποθέσεις ιδιωτών, ιδρυτικά στελέχη της ΕΣΠΟ ήταν ακόμη οι:
Σπύρος Στεροδήμας, γιατρός, διάδοχος του Βλαβιανού στην ηγεσία της οργάνωσης.
Γεώργιος Σουλιώτης, απόστρατος αξιωματικός.
Δημοσθένης Κακίδης, απόστρατος αξιωματικός.
Σπυρίδων Τσάκωνας, απόστρατος αξιωματικός του Ναυτικού.
Αχιλλεύς Κονταράτος, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού.
Νικόλαος Βελισσαρόπουλος, δημοσιογράφος και εκδότης προ της 4ης Αυγούστου της ημερήσιας εφημερίδας «Κράτος», άλλοτε στέλεχος της Οργάνωσης Εθνικού Κυριάρχου Κράτους, λίγο αργότερα συνεργάτης του Ν. Ματούση στο θέμα του «πριγκιπάτου» της Πίνδου.
Γεώργιος Τριαντόπουλος, δικηγόρος και δημοσιογράφος, ο τρίτος αρχηγός της ΕΣΠΟ μετά την ανατίναξη των γραφείων της.
Δημήτριος Αναστασίου, δημόσιος υπάλληλος, αρχηγός των μαχητικών ταγμάτων της ΕΣΠΟ.
Νικόλαος Ματθαίου, δημοσιογράφος, επικεφαλής του τμήματος νέων λογοτεχνών της οργάνωσης.
Γεράσιμος Μονόπολης, επιχειρηματίας.
Κωνσταντίνος Κουτουμάνος, υπάλληλος του ΙΚΑ.
Ανδρέας Καλογεράς κ.ά.

Η οργάνωση αμέσως μετά την ίδρυσή της φιλοδόξησε να ενσαρκώσει τον εθνικοσοσιαλισμό στην Ελλάδα και να αποτελέσει φυτώριο για την τοποθέτηση των μελών της σε κυβερνητικές θέσεις. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι η όλη κίνηση ενόχλησε τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου, ο οποίος προσπάθησε να μειώσει την επιρροή της στους ανάλογους κύκλους, μάλλον χωρίς επιτυχία.
Τον Φεβρουάριο 1942 ανέκυψαν μέσα στους κόλπους της οργάνωσης διαφωνίες, κυρίως μεταξύ γερμανοφίλων και ιταλοφίλων και στη συνέχεια παραιτήθηκε από την αρχηγία της ο γιατρός Γεώργιος Βλαβιανός για να αντικατασταθεί από τον επίσης γιατρό Στεροδήμα. Ο τελευταίος, φανατικός γερμανόφιλος και αυτός, είχε ρητορικές ικανότητες, που τις επεδείκνυε σε συχνές συγκεντρώσεις των μελών της ΕΣΠΟ, διακηρύσσοντας λαϊκιστικές αντιλήψεις.
Οι Γερμανοί, εξυπηρετούμενοι ποικιλοτρόπως από το πνεύμα συνεργασίας με τις Αρχές Κατοχής που καλλιεργούσε η οργάνωση, παρείχαν αφειδώς οικονομικά μέσα για τη λειτουργία της, ενώ πολλά μέλη της τα απασχολούσαν σε διάφορες γερμανικές υπηρεσίες. Από τα γραφεία της, που βρίσκονταν στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, γινόταν η διανομή διαφόρων προπαγανδιστικών εκδόσεων, που κυρίως τυπώνονταν στη Γερμανία στην ελληνική γλώσσα. Παράλληλα όμως, η ίδια η οργάνωση διέθετε δικό της τυπογραφείο, όπου τύπωνε μια σειρά από δικά της φυλλάδια και προκηρύξεις.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μια ομάδα νεολαίων της οργάνωσης είχε ιδρύσει την «Ανεξάρτητη Ομάδα Νέων Λογοτεχνών», που εξέδιδε και λογοτεχνικό περιοδικό με τον τίτλο «Κοραής». Επικεφαλής αυτής της ομάδας ήταν οι Νίκος Ματθαίου (εξελίχθηκε σε ηθοποιό με κύρια παρουσία στο ραδιόφωνο) και Τάσος Σγάντζος (συνεργάτης του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Ασημάκη Γιαλαμά πριν ο τελευταίος μεταπηδήσει στο ΕΑΜ).
Η ΕΣΠΟ διέθετε επίσης τμήμα νεολαίας (το ονόμαζε Τμήμα Πρωτοπόρων Νέων), στο οποίο είχαν δραστηριοποιηθεί πολύ νεαροί αντικομμουνιστές, μερικοί των οποίων μετά από την Απελευθέρωση συνελήφθησαν για να δικασθούν. Έτσι, στην Ελλάδα ήταν υπόδικοι ανήλικοι δοσίλογοι τα μέλη της νεολαίας της ΕΣΠΟ και το υπουργείο Δικαιοσύνης, λίγο πριν από τα Δεκεμβριανά, πήρε την απόφαση να δημιουργήσει Ειδική Αναμορφωτική Φυλακή Νέων στην Κηφισιά. Στα Δεκεμβριανά, ενήμεροι όντες οι μαχητές του ΕΛΑΣ, συνέλαβαν μερικούς από τους νεολαίους της ΕΣΠΟ, οι οποίοι και εντάχθηκαν στους κηφισιώτες ομήρους και υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τη δραματική πορεία εκείνων των ομήρων του ΕΛΑΣ. Σε κάποια ανάπαυλα της πορείας, κάπου κοντά στον Ωρωπό, έξι από τους νεολαίους (ανάμεσά τους τα δύο αδέλφια του αργότερα γνωστού θεατρικού επιχειρηματία Βαγγέλη Λιβαδά) εκτελέστηκαν, χωρίς προηγούμενη δίκη φυσικά.
Η όλη δραστηριότητα της ΕΣΠΟ, από την αρχή της ίδρυσής της, είχε προκαλέσει όπως ήταν ευνόητο την αντίδραση των αντιστασιακών οργανώσεων και η ΠΕΑΝ (αρχηγός της ο Κώστας Περρίκος, που ανήκε στο περιβάλλον του Π. Κανελλόπουλου) πήρε την απόφαση να την πλήξει μέσα στην έδρα της.
Έτσι, στις 26 Σεπτεμβρίου 1942 πραγματοποιήθηκε η δυναμιτιστική ανατίναξη των γραφείων της ΕΣΠΟ, που είχε ως αποτέλεσμα τον φόνο ορισμένων μελών της (ο αριθμός δεν έχει αποσαφηνισθεί, αλλά σύμφωνα με πληροφορίες επρόκειτο περί 26), τον τραυματισμό πολλών, ενώ μεταξύ των θυμάτων ήταν και κάποιοι Γερμανοί που υπηρετούσαν σε στεγαζόμενη στο ίδιο κτίριο στρατιωτική υπηρεσία. Από την τόσο ισχυρή έκρηξη, προς στιγμήν γλύτωσε ο Σπ. Στεροδήμας, ο οποίος θέλησε στη συνέχεια να πλησιάσει στο γραφείο του για να περισυλλέξει έγγραφα και χρήματα που είχε εκεί. Ήδη όμως είχε απλωθεί πυρκαγιά μετά την έκρηξη και ο Στεροδήμας υπέστη σοβαρά εγκαύματα, με αποτέλεσμα τον θάνατό του ύστερα από μερικές μέρες στον «Ευαγγελισμό», όπου είχε μεταφερθεί.
Ακολούθησαν πρωτοφανώς αυστηρές ανακρίσεις των Γερμανών, από τις οποίες ελάχιστοι μόνον από τους οργανωτές και εκτελεστές της ανατίναξης μπόρεσαν να διαφύγουν και να επιζήσουν (ο τελευταίος εξ αυτών, ο Αντώνης Μυτιληναίος, πέθανε προ δεκαετίας).
Η ΕΣΠΟ σύντομα ανασυστήθηκε και την αρχηγία της ανέλαβε ο Γεώργιος Τριαντόπουλος, στεγάστηκε δε αρχικά στο κτίριο Γουτάκη της οδού Σταδίου και αργότερα στο επιταχθέν κτίριο του Οικονομικού Γυμνασίου (γωνία Ακαδημίας και Χαρ. Τρικούπη).
Τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής διαλύθηκε όμως, ενώ ο υπαρχηγός της Γεώργ. Παντέλογλου (που μετακατοχικά εκτελέστηκε) είχε ιδρύσει μαζί με άλλα στελέχη την ΟΕΔΕ. Η τελευταία αυτή λειτούργησε μέχρι την τελευταία ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί και μερικοί από τους ιθύνοντες κατευθύνθηκαν στη Βιέννη, όπου παρέμειναν μέχρι την τελική πτώση του Τρίτου Ράιχ.
Ενδιαφέρον, τέλος, είναι να παρακολουθήσουμε τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει οι αρμόδιες ελληνοσυμμαχικές στρατιωτικές υπηρεσίες της Μέσης Ανατολής για την ΕΣΠΟ. Σε σχετικά έγγραφα αναφέρονται και τα ακόλουθα για τη συγκεκριμένη οργάνωση, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί ότι μερικά στοιχεία από τα όσα περιέχονται δεν είναι εξακριβωμένα, καθώς η συλλογή τους λόγω των περιστάσεων γινόταν με κάποια προχειρότητα:

«Ιδρύθη τον Οκτώβριο 1941, πρωτοστατούντος του ιατρού Βλαβιανού (όστις υπήρξε ο πρώτος Διευθυντής) εν συνεργασία μετά των Λούβαρη, Αλ. Γιάνναρου, Γ. Μερκούρη, Πατρονικόλα (ιατρού), Μπίνου κ.ά. Ανέλαβε την αρχηγίαν ο ιατρός Στεροδήμας μετά τον θάνατον του οποίου διευθύνεται από επιτροπήν εκ των Κονδάκη, Νικολαρεΐζη (δημοσιογράφου εκ Δωδεκανήσου), δικηγόρου Παπατάσου, Ζαρπαλά (υπαλλήλου υπουργείου Τύπου), Τσόλκα ιατρού. Μετέχουν οι: στρατηγός Οικονομάκος, Π. Σακελλαρόπουλος, Στ. Καστέλης και ο νεαρός Πομόνης. Ο εκ των σημαινόντων μελών της απόστρατος πλοίαρχος Π.Ν. Τσάκωνας (αντιπρόεδρος) παρητήθη αποδοκιμάσας την τροπήν της οργανώσεως εις αντεθνικήν δράσιν.
Τα μέλη της ανήλθον εις 2500 πολλά των οποίων διέρρευσαν, αποτελούντο δε κυρίως από νεαρούς και νεαράς μέλη της Ε.Ο.Ν. Εις τα γραφεία της συνεκεντρούντο νέοι και νεάνιδες και ήρχοντο εις επαφήν με γερμανούς αξκούς και κατόπιν εξαπελύοντο προς συλλογήν πληροφοριών. Ησχολείτο με την παρακολούθησιν πατριωτών τους οποίους κατέδιδε εις την Γκεστάπο μετά της οποίας συνειργάζετο. Είχε σκοπόν την δημιουργίαν ταγμάτων τα οποία να εκπαιδευθούν και πολεμήσουν παρά το πλευρόν των γερμανών.
Την μεσημβρίαν της 20.9.42 ανετινάχθησαν διά δυναμίτιδος τα επί της οδού Πατησίων γραφεία της, εφονεύθησαν αρκετοί και ετραυματίσθησαν 40, μεταξύ των οποίων και ο τότε αρχηγός Στεροδήμας αποθανών μετ’ όλίγας ημέρας συνεπεία των τραυμάτων του.
Τα γραφεία της εγκατεστάθησαν έκτοτε εις την γωνίαν των οδών Αχαρνών και Σουρμελή. Διαθέτει τυπογραφεία επί της οδού Παπαρηγοπούλου 2-4, εις τα οποία εκτυπούνται προπαγανδιστικά φυλλάδια και εικόνες. Μεταξύ των μελών της περιλαμβάνονται και μέλη άλλων φιλοαξονικών οργανώσεων δεδομένου ότι όλαι σχεδόν έχουν τα αυτά μέλη και διαφόρους τίτλους ίνα παρουσιάζουν όγκον.
Παρουσιάζει σοβαράν δράσιν. Αρκετός αριθμός μελών της κατετάγη ως άνευ θητείας χωροφύλακες εις την ειδικήν ασφάλειαν. Μεταξύ των μελών είναι ο Γ. Στιλόπουλος. Ονομαστικόν κατάλογον των μελών της ΕΣΠΟ παρέδωσε εις τον εν Σμύρνη κ. Μπουγιώταν ο ιατρός Καβουνίδης Βασ. ως ο ίδιος αναφέρει».

«Είναι οργάνωσις φασιστική. Εστρατολόγησε τους αισχροτέρους και επικινδυνωδεστέρους χαφιέδες προς αντιμετώπισιν των λαϊκών εξεγέρσεων. Ασχολούνται με την προδοσίαν κομμουνιστών κυρίως. Επίσης, ανέλαβον αντιεβραϊκόν αγώνα. Κατά τον Σεπτέμβριον ομάς εκ τριάκοντα οπλισμένων με γκλόπς επετέθησαν εις την συναγωγήν των Αθηνών ζητούντες οικονομικήν ενίσχυσιν της οργανώσεως, άμα δε έλαβον αρνητικήν απάντησιν επέπεσαν και κατεκερμάτισαν τα πάντα. Τελεί υπό την αρχηγίαν του Σπύρου Στεροδήμα, εκ μέρους δε της Γερμανικής Πρεσβείας ο κ. Καββαδίας, ανταποκριτής Αιγυπτιακής εφημερίδος. Η οργάνωσις χρηματοδοτείται από τον Γκοτζαμάνην και την Γκεσταπό. Έλαβε ως πρώτην δόσιν 2 εκατομμύρια.
Βασική αρχή και ιδανικός σκοπός στο καταχθόνιο πρόγραμμά της Νέας Τάξεως είναι η ψυχική και πνευματική κατάκτησις των υποδούλων λαών. Ευρίσκεται καμουφλαρισμένη από αθώα προσχήματα και εξωραϊσμένη με δελεαστικά θέλγητρα που παρασύρουν τους αφελείς νέους. Διακηρύττουν ότι: Σκοπός είναι η μεθοδική αληθινή εξύψωσις της ιδέας της πατρίδος, θρησκείας και οικογενείας μέσα εις το πλαίσιον του Σοσιαλισμού και της Νέας Τάξεως. Πιστεύουν συνειδητά εις την εθνικοσοσιαλιστικήν ιδέαν. Η «ΕΣΠΟ» προς ολοκλήρωσιν της δράσεώς της προέβη εις την ίδρυσιν «Διευθύνσεως Πρωτοπόρων Νέων». Ευρίσκεται υπό την προστατευτικήν σκέπην του Υπουργείου Παιδείας με σκοπούς και επιδιώξεις να μυηθούν εις τα νεώτερα ιδανικά οι νέοι και νέες μέσα στα πλαίσια του Σοσιαλισμού και του Πατριωτισμού. Το «νέο κράτος», εξουσία και αστυνομία έρχονται εις ενίσχυσιν του «Εθνοσωτηρίου» αυτού έργου.
Είς την οδόν Δήμητρος αριθ. 11 ευρίσκεται το Παράρτημα της οργανώσεως Καλλιθέας. Ιδιαίτερος Γραμματεύς της οργανώσεως είναι ο δικηγόρος Θεοδωρόπουλος, τμηματάρχης του οργανωτικού ο Μηχανικός Αρνάκης και του οκονομικού ο υπάλληλος της Τραπέζης Ελλάδος Άννινος.
Οι Γερμανοί κατακτηταί θα δώσουν στολάς και παπούτσια. Κάθε νέο μέλος πρέπει να έχη πιστοποιητικό της Ασφαλείας, προσπαθούν δε να κάμουν και Τάγματα εφόδου. Η εισδοχή εις ταύτην γίνεται βάσει αιτήσεως ήτις αποστέλλεται εις Γκεσταπό και αφού ελεγχθή ότι το προς πρόσληψιν μέλος είναι Γερμανόφιλον αποστέλλεται η αίτησις, εις τα γραφεία της ΕΣΠΟ και διά καταβολής 180 δρχ. γίνεταί τις μέλος αφού προηγουμένως παρακολουθήσει ωρισμένας διαλέξεις. Η εκδιδομένη ταυτότης είναι γεγραμμένη εις την Ελληνικήν και Ιταλικήν και θεωρείται από Έλληνα και Γερμανόν αξ/κόν. Διά της ταυτότητος ταύτης παρέχεται πλήρης ελευθερία κινήσεως εις τράμ, σιδηροδρόμους δωρεάν.
Είς την ΕΣΠΟ καταλέγονται ο Στρατηγός Οικονομάκος του Πεζικού, ο αντ/ρχης Κουρκουλάκος, αι θυγατέρες του Στρατηγού Μπάκου, ο Γ. Μερκούρης και μέλη εκ των παλαιών οργανώσεων του Γιάνναρου. Τα γραφεία ευρίσκονται επί της οδού Πατησίων και ανετινάχθησαν κατά Σεπτέμβριον 1942. Η σφραγίς της έχει Ελληνικήν σημαίαν και αγκυλωτόν σταυρόν».