Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Κώστα Μαρδά: Η "Ιστορία της Κατοχής" του Δ. Κούκουνα


«Ιστορία της Κατοχής»
δύο τόμοι με ντοκουμέντα ηρωισμού, οδύνης αλλά και ντροπής

Τις 1.267 μέρες δουλείας και στερήσεων, υπό τον ζυγό του Άξονα το 1941- 44, φωτίζει το δίτομο έργο «Ιστορία της Κατοχής» του Δημοσθένη Κούκουνα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη. Είναι μια εξιστόρηση χωρίς παρωπίδες, κυρίως μέσα από έγγραφα της εποχής και πηγές- βιβλία πρωταγωνιστών και ιστορικών. Ξεκινάει από το βενιζελικό κίνημα του 1935, τη δικτατορία του Μεταξά το 1936, τη στρατιωτική προετοιμασία μέσα σε μια διαμάχη αγγλόφιλων – γερμανόφιλων, για να καταλήξει στην αντίσταση των Κρητικών με νύχια και με δόντια κατά των γερμανών αλεξιπτωτιστών. Και από κει στις δωσιλογικές κυβερνήσεις και στη φοβερή τριπλή κατοχή (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία) που έφερε τον τρομερό θάνατο από πείνα, οδηγώντας παράλληλα στην οργάνωση της εθνικής αντίστασης.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα δίχως ιδεολογικά στερεότυπα και κατεστημένες οπτικές, προσφέροντας στον αναγνώστη δεκάδες ντοκουμέντα της εποχής και εκατοντάδες φωτογραφίες που ζωντανεύουν την ατμόσφαιρα νίκης, ήττας, προδοσίας, ηρωισμού, ίντριγκας, φοβίας, διχασμού, ελευθερίας και ξανά μισαλλοδοξίας.
Μελετώντας τις 1.053 σελίδες μεγάλου σχήματος των δύο τόμων, ξεχωρίσαμε ορισμένα γνωστά αλλά και λιγότερο γνωστά γεγονότα και έγγραφα, όπως είναι για παράδειγμα η επιστολή Ζαχαριάδη για συστράτευση κατά των Ιταλών φασιστών όταν επιτέθηκαν στο Αλβανικό μέτωπο. Η επιστολή παρατίθεται ολόκληρη στο Α΄τόμο με αναφορά στο τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε. Ας θυμηθούν λοιπόν οι παλιοί και ας μάθουν οι νέοι:
Ο φυλακισμένος για κομμουνιστική δράση αρχηγός του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, σε ανοιχτό του γράμμα που δημοσιεύθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1940 σε όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες και μεταδόθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο, κάλεσε τον ελληνικό λαό σε εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι γράφοντας, μεταξύ άλλων: «Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη».
Σε μακροσκελή του επιστολή-ανάλυση της κατάστασης στα Βαλκάνια ο Χίτλερ έγραψε τις ανησυχίες του στις 20 Νοεμβρίου του 1940 στο Μουσολίνι βλέποντας πως δεν θα καταφέρει να νικήσει στο Αλβανικό μέτωπο. Η Ελλάδα του φασίστα Μεταξά θαύμαζε τον εθνικοσοσιαλισμό, αλλά στην εξωτερική πολιτική είχε συμμαχήσει με τη Μεγάλη Βρετανία επιτρέποντας την παρουσία στρατιωτικών της δυνάμεων στην ελληνική επικράτεια: «Οι στρατιωτικές συνέπειες είναι, Ντούτσε, πολύ σοβαρές. Η Αγγλία θα αποκτήσει κάποιον αριθμό αεροπορικών βάσεων, που όχι μόνο θα την φέρουν κοντά στις πετρελαιοπηγές του Πλοεστίου, αλλά επίσης σε άμεση γειτνίαση με ολόκληρη τη Νότια Ιταλία, ιδίως δε τα λιμάνια επιβιβάσεως, τη μητροπολιτική Ιταλία και την Αλβανία. Ενώ μέχρι τώρα οι ρουμανικές πετρελαιοπηγές δεν ήταν καν μέσα στην ακτίνα δράσεως των βρετανικών βομβαρδιστικών, αυτά πλησίασαν τώρα σε απόσταση πτήσεως μικρότερη των 500 χιλιομέτρων».
Όμως ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ δεν έδειχνε διάθεση να πολεμήσει υπέρ της χώρας μας εναντίον των Γερμανών. Στις 6 Μαρτίου του 1941 τηλεγράφησε στον υπουργό του επί των Εξωτερικών που βρισκόταν στην Αθήνα: «Οφείλουμε να απαλλάξουμε τους Έλληνες από το συναίσθημα ότι είναι υποχρεωμένοι να απορρίψουν γερμανικό τελεσίγραφο. Αν από μόνοι τους αποφασίσουν να πολεμήσουν, οφείλουμε σε κάποιο βαθμό να συμμερισθούμε την τύχη τους. Αλλά μια γρήγορη γερμανική προέλαση μπορεί να αποτρέψει την εμπλοκή σοβαρών βρετανικών δυνάμεων. Η απώλεια της Ελλάδος καθόλου δεν αποτελεί μεγάλη καταστροφή για μας…». Πράγματι, μετά την εισβολή των Γερμανών και την ελληνική υποχώρηση και ενώ συνεχιζόταν η γερμανική προέλαση, οι 57.000 Άγγλοι στρατιώτες αποδύθηκαν σε ένα αγώνα διαφυγής αφήνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακάλυπτες τις ελληνικές δυνάμεις…
Ο συγγραφέας δίνει εν εκτάσει τις διαδικασίες συνθηκολόγησης:
Η ελληνική επικράτεια παραδόθηκε στους Γερμανούς με τέσσερα πρωτόκολλα συνθηκολόγησης. Το πρώτο υπογράφτηκε στις 9 Απριλίου του 1941 από τον στρατηγό Κωνσταντίνο Μπακόπουλο .Αφορούσε την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Τα άλλα τρία υπογράφτηκαν από τον στρατηγό Γεώργίο Τσολάκογλου στις 20, 21 και 23 Απριλίου του 1941 . Ο στρατηγός Μπακόπουλος ενήργησε με τη συγκατάθεση του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου. Αντιθέτως, ο φιλοναζιστής στρατηγός Τσολάκογλου, τιμηθείς επ΄ανδραγαθία στο μέτωπο, θεωρώντας πως ήταν άσκοπη η περαιτέρω θυσία αίματος, παρέδωσε με δική του πρωτοβουλία. Ανέλαβε κατοχικός Πρωθυπουργός, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να καταδικασθεί μεταπολεμικά σε θάνατο λόγω εσχάτης προδοσίας.
Στο πρώτο πρωτόκολλο παράδοσης οι δύο πλευρές δήλωσαν πως «αναγνωρίζεται ρητώς, ότι μέχρι του τέλους των διαπραγματεύσεων, τα Ελληνικά Στρατεύματα της Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας ηγωνίσθησαν γενναίως κατά των γενναίων Γερμανικών Στρατευμάτων». Οι έλληνες στρατιώτες δεν θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Κάτι που έγινε για πρώτη φορά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως, στα επόμενα πρωτόκολλα οι όροι καταπατήθηκαν από τους Ναζί κατόπιν πιέσεων από τους νικημένους Ιταλούς.
Απροκάλυπτα προπαγανδιστής του Χιτλερισμού ήταν ο Τσολάκογλου με την πρώτη του ημερήσια διαταγή «προς τον τέως στρατόν μας», στις 6Μαίου του 1941: «Ο γερμανικός στρατός δεν ήλθεν ως εχθρός, ως πολέμιος. Ήλθεν ως φίλος. Κατέλαβε τα εδάφη μας δια να εκδιώξει εκ της ηπειρωτικής Ελλάδος τους Άγγλους, οίτινες κακή τη μοίρα προσεκλήθησαν παρά της εγκληματικής κυβερνήσεως εις το εθνικόν μας έδαφος. Εν τη περιπτώσει ταύτη έχομεν υποχρέωσιν να δείξωμεν τα φιλικά μας αισθήματα, να συμμορφωθώμεν προς την νέαν τάξιν πραγμάτων και να ενστερνισθώμεν τα μεγάλα δόγματα και τας υψηλάς αρχάς του εθνικοσοσιαλισμού και της νέας αυτής πολιτικής θρησκείας, την οποίαν η φωτεινή διάνοια και η μεγάλη ψυχή του Φύρερ εδημιούργησε».
Παραστατική είναι και η αναφορά του συγγραφέα στην υπερφίαλη συμπεριφορά των Ιταλών φασιστών στα Ιόνια Νησιά:
Στην Κέρκυρα οι Ιταλοί διόρισαν νομάρχη τον Ιωάννη Καποδίστρια, τελευταίο επιζώντα της ιστορικής οικογένειας του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, με βασικό προσόν του το ότι διατηρούσε τον τίτλο του κόμητα που θα τους έφερνε σε επαφή με την τοπική αριστοκρατική τάξη. Αλλά ο κόμης, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του απολυταρχικού διοικητή Πιέρο Παρίνι, δεν έδειξε ουδεμία προθυμία.
Τραγική και συνάμα… γραφική ήταν και η στάση της ρουμανικής… ανθυπομειονότητας:
Στην κατακτημένη Δυτική Μακεδονία και στη Θεσσαλία βρέθηκαν ρουμανίζοντες λατινόφωνοι Βλάχοι να διακηρύξουν τη δημιουργία …πριγκιπάτου με πρωτεύουσα τη Λάρισα, έχοντας επικεφαλής τον Αλκιβιάδη Διαμάντη, ο οποίος σε μανιφέστο του υπό ημερομηνία 1 Μαρτίου του 1942 ισχυριζόταν: «Το καθήκον μας επιβάλλει, ως απόγονοι των Αρχαίων Ρωμαϊκών Λεγεώνων και των πέραν του Δουνάβεως ελευθέρων εδαφών ν΄αγωνισθώμεν παρά το πλευρόν της Ιταλίας και Γερμανίας»! Δηλαδή απαιτούσαν δικό τους κράτος με το σκεπτικό ότι είχαν ξεμείνει επί δύο χιλιάδες χρόνια στην Ελλάδα και καταπιέζονταν…
Το ίδιο και οι Μουσουλμάνοι φιλοαλβανοί Τσάμηδες της Θεσπρωτίας που προέβησαν σε σφαγές αμάχων και άλλες ανήκουστες πράξεις βίας. Μόνο στα χωριά του Φαναρίου δολοφόνησαν, σε συνεργασία με τους κατακτητές, 632 άτομα, βίασαν 209 γυναίκες, πυρπόλησαν 2.332 κατοικίες, προκαλώντας ελληνικά αντίποινα εκ μέρους του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα αρχηγού του ΕΔΕΣ.
Ο δεύτερος τόμος ρίχνει φως σε ένα θέμα ντροπής:
Το πληροφοριακό δίκτυο των Γερμανών στη χώρα μας είχε συγκροτηθεί από τις δυνάμεις του Γ΄ Ράϊχ πολύ πριν από την εισβολή και διατηρήθηκε και μετά την ήττα του Άξονα. Επρόκειτο για το δίκτυο «Σωκράτης» που αντλούσε τις πληροφορίες του από την πολυάριθμη δεξαμενή γερμανόφιλων. Αρχηγός αυτής της κατασκοπευτικής οργάνωσης υπήρξε μια γυναίκα, η φανατική εθνικοσοσιαλίστρια Λίλη Βουτσινά, το γένος Σμόλκα, γερμανικής καταγωγής, σύζυγος γνωστού στην αθηναϊκή κοινωνία Έλληνα. Συνολικά ο αριθμός των Ελλήνων που συνεργάσθηκαν με τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες υπολογίζεται σε πέντε χιλιάδες…
Ο Δημοσθένης Κούκουνας γεννήθηκε το 1950 στην Πάτρα και σπούδασε οικονομικά στην Αγγλία. Εργάσθηκε ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες, εκδότης του "Νεολόγου Πατρών", διευθυντής των περιοδικών "Νέα Ηγεσία", "Λαβύρινθος", "Τότε" και του βιογραφικού λεξικού "Who is Who". Επί σαράντα χρόνια έχει ασχοληθεί με την ιστορική έρευνα της κατοχής και συνεχίζει απτόητος…

Κώστας Μαρδάς

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ - ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ



Η τελευταία υπέρβαση του τελευταίου

ευπατρίδη των ελληνικών γραμμάτων

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Εξεμέτρησε το ζην και ο τελευταίος Έλληνας ευπατρίδης διανοούμενος. Στις αρχές του μηνός που πέρασε [Φεβρουάριος 2004], ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, μια σημαντική και κυριολεκτικά διακριτή μορφή των ελληνικών γραμμάτων, διήλθε στο παρελθόν.
Και ενώ ο ίδιος δεν θα δίσταζε προθύμως να αποδεχθεί την αναγκαιότητα των αριθμών και συνεπώς τα όρια του χρόνου, ακόμη και όταν επρόκειτο για τη ζωή του, το βέβαιο είναι ότι έφυγε προώρως. Ας φανεί οξύμωρο το σχήμα. Μπορεί κάποιος να φεύγει προώρως σε ηλικία σχεδόν ενενήντα ετών; Όχι, δεν μπορεί, εκτός αν είναι ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος είχε πολλά ακόμη να δώσει στη σύγχρονη γραμματεία μας.
Δεν ήταν μεν πολυγραφότατος, με τη στενή έννοια του όρου. Και η τελευταία φράση του όμως, η έσχατη λέξη του είχε ένα μοναδικό ποιοτικό κριτήριο. Πίσω απ’ αυτήν, που οπωσδήποτε είχε επιλεγεί με έμπνευση και γνώση, δεν υπήρχε μόνον η ακρίβεια της διατύπωσης. Υπήρχε ένα νόημα γενναίων διαστάσεων.
Χωρίς αμφιβολία, αυτή ήταν η αυθεντία του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τα ελληνικά τα ήξερε άριστα, τα χρησιμοποιούσε και τα καλλιεργούσε. Και βεβαίως τα αναδείκνυε.
Έτσι απλά προφανώς είχε οριοθετήσει την αποστολή ενός διανοούμενου. Η έμπνευση δεν αρκούσε, αν δεν είχε εξασφαλισθεί ως θεμελιώδης προϋπόθεση η γνώση της γλώσσας. Σήμερα, στην εποχή της αυθαιρεσίας και της ισοπέδωσης, ο διανοούμενος εκφράζεται χωρίς να επιτυγχάνει να γίνεται αντιληπτός. Αλλά συνήθως και που εκφράζεται, δεν έχει κάτι να πει...
Στα δεκατρία μου, όταν μόλις είχα εισαχθεί - με προτροπή του τόσο αγαπητού μου φιλόλογου καθηγητή Π. Μώραλη, που έφυγε πολύ νέος - στον Έλιοτ και στον Πάουντ, αντάλλαξα την πρώτη χειραψία με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Όπως τον πρωτοαντίκρυσα, μου φάνηκε ότι έβλεπα τον Τόμας Έλιοτ. Οι περιγραφές, η ατμόσφαιρα, το στυλ, το ντύσιμο, η ομιλία, όλα με καθοδήγησαν σε μια τέτοια παρομοίωση. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικός ένας Αγγλοσάξονας ευπατρίδης διανοούμενος...
Ελάχιστα χρόνια αργότερα από μια εφημερίδα μαθαίνω την απίστευτη είδηση: ο Πάουντ βρίσκεται στην Ελλάδα! Πανικός. Κατόρθωσα να εντοπίσω το αθηναϊκό ξενοδοχείο στο οποίο έμενε ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής. Το επόμενο βήμα είναι να περιμένω μπροστά από την πόρτα πότε θα βγει για να πλησιάσω και να κατορθώσω να του σφίξω το χέρι. Περίμενα. Περίμενα ώρες. Και τελικά έγινε πράξη το όνειρο. Ακούμπησα το χέρι του ποιητή του αιώνα. Ποτέ δεν θυμήθηκα τι του είχα πει, θυμάμαι όμως πάντα την απάντησή του: ένα συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού του.
Σαν μεθυσμένος έφυγα. Είχα όντως αγγίξει το ιερό τέρας. Αλλά και την επόμενη μέρα ήθελα να επαναλάβω το ίδιο, να αγγίξω πάλι το χέρι του Έζρα Πάουντ. Εγκαταστάθηκα λοιπόν το πρωί πάλι στην είσοδο του ξενοδοχείου και περίμενα. Αντί όμως να βγει ο μεγάλος Πάουντ, όπως περίμενα υπομονετικά, είδα μιαν άλλη γνώριμη φυσιογνωμία να έρχεται. Ήταν ο Έλληνας Τόμας Έλιοτ, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ήμουν βέβαιος ότι ερχόταν να τον επισκεφθεί.
Όντως. Βιαστικός και κάπως συνεπαρμένος πλησίαζε στην είσοδο. Δεν έχασα την ευκαιρία να του μιλήσω, να βεβαιωθώ ότι ερχόταν να δει το ιερό τέρας, να αντλήσω πληροφορίες. Δεν είχα το δικαίωμα, αλλά τον ζήλευα εκείνη την ώρα τον Λορεντζάτο, που είχε το προνόμιο να πηγαίνει να επισκεφθεί τον μεγάλο ποιητή και να μπορεί να συνδιαλεχθεί μαζί του. Τον θαύμαζα και τον ζήλευα.
Τον είχα για πρότυπο τον Λορεντζάτο. Σαράντα χρόνια μετά, δεν χωρεί αμφιβολία ότι δεν μπόρεσα να τον αντιγράψω. Μου φαίνεται, και αν ακόμη παραβλέψουμε τα ατομικά χαρακτηριστικά, ότι κανείς δεν θα μπορούσε να κοπιάρει ένα τέτοιο στυλ και αυθαίρετα να οικειοποιηθεί στοιχεία που προσδιορίζουν ένα πνεύμα που συνεχώς αναδομείται και ανανεώνεται ή μια έκφραση που είναι προϊόν δημιουργικής τελειομανίας.
Ο άνθρωπος αυτός, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, δεν νοιαζόταν για την προβολή του. Αυτό, όσον αφορά τον Έλληνα αναγνώστη, δεν του στερεί μια θέση ανάμεσα σε μια παρέα παρόμοιων μεγεθών, ύφους ή παιδείας: Πάουντ, Έλιοτ, Τζόις, Γητς, Σεφέρης, Λορεντζάτος.
Είναι ανάμεσά τους και δυστυχώς δεν είναι και ανάμεσά μας. Πορεύεται για τη μεγάλη ανάπαυση τώρα που εξασφάλισε την υπέρβαση. Την υπέρβαση από τον μάταιο κόσμο.
Στην κόρη του, την αγαπητή Πιερέτα, την Πιερούλα όπως την θυμάμαι από προηγούμενα χρόνια, που τον ξεπροβόδισε σε δίσεκτο μήνα, της εύχομαι να τον θυμάται όπως εκείνη μπορεί να ξέρει. Γιατί όλοι εμείς οι υπόλοιποι θα τον θυμόμαστε μέσα από τα γραπτά του που μας ξενύχτισαν, μας ενέπνευσαν, μας ζωντάνεψαν, μας καθοδήγησαν, μας χάρισαν εξάρσεις και ανατάσεις, μας υπέδειξαν δρόμους και πορείες...
Αυτός είναι ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, που κανείς μας δεν έχει δικαίωμα να ξεχάσει.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Λαβύρινθος", τεύχος Μαρτίου 2004]





Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

ΤΑ ΤΖΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΟΧΗ


ΟΙ ΔΟΣΙΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Του Δημοσθένη Κούκουνα

(Άρθρο στο περιοδικό CRASH, Δεκέμβριος 2013, σελ. 154-160)



Στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό δεν αναγνωρίζεται η συλλογική ή η οικογενειακή ευθύνη. Και καλώς, θα έλεγα. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα, με την κληρονομική διαδοχή των πολιτικών οικογενειών. Δεν είναι τωρινό φαινόμενο, ούτε καν περιορίζεται στην Ελλάδα. Είναι σχεδόν καθιερωμένο οι πολιτικές οικογένειες να διαιωνίζονται και να ασκούν εξουσία. Υπό μία οπτική γωνία θα πρόσθετα μάλιστα ότι είναι και ένδειξη δημοκρατικής λειτουργίας. Δεν πρέπει να δίνονται σε όλους ίσες ευκαιρίες; Γιατί να μην παρέχεται και στους γόνους των πολιτικών οικογενειών η δυνατότητα να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική;
Αλλά αυτά δεν είναι παρά ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός προβληματισμός. Όπως και να το κάνουμε, υπάρχουν στη χώρα μας πολιτικά τζάκια και επιβιώνουν μέσα από την κληροδοσία ενός προνομιακού «δαχτυλιδιού», όπως επίσης υπάρχουν και μεγαλοεπιχειρηματικά τζάκια. Και τα δύο είδη ανακυκλώνονται αενάως…
Έχει διαπιστωθεί ότι οι πολιτικοί και οι μεγαλοεπιχειρηματίες έχουν μια ιδιότυπη αντίληψη περί του νομίμου και του ηθικού. Ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, από του έτους 2010 και εξής, έχουν παραμερισθεί πολλές αναστολές που σε προηγούμενες εποχές είχαν μια κάποια αξία. Το γεγονός ότι πραγματικά και νομοθετικά η χώρα μας έχει περιέλθει σε μια υποτελή σχέση θα κριθεί ιστορικά εν καιρώ – υποθέτω ενδελεχώς.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η νεώτερη Ελλάδα φθάνει στη χρεοκοπία, ούτε η πρώτη φορά που χάνει την εθνική κυριαρχία της. Και βεβαίως ούτε η πρώτη φορά που μια μειοδοτική έως προδοτική πολιτική εξουσία αυθαιρετεί και επιβάλλει ασφυκτικά δεσμά στον λαό μας.
Έχοντας ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη σύγχρονη ιστορία και ειδικά με την περίοδο της Κατοχής 1941-44, διαπιστώνω πολλά κοινά σημεία εκείνης της εποχής με τη σημερινή. Το ζήτημα είναι ότι αίφνης συναντώ συνεπώνυμα πρόσωπα να κυριαρχούν σήμερα όπως και τότε. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το μέγα ερώτημα: Πόσο συμπτωματικό είναι το γεγονός είναι ότι οδηγηθήκαμε στη σημερινή κατάσταση από τα ίδια «επώνυμα»;

Στον χώρο του Τύπου σήμερα το πιο ισχυρό συγκρότημα είναι ο ΔΟΛ, ο οποίος μεταξύ άλλων ελέγχει και ορισμένα ηλεκτρονικά μέσα. Ακριβώς μια παρόμοια ισχύ είχε και επί Κατοχής. Όπως αναλύω λεπτομερέστερα στο βιβλίο μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Εκδόσεις Ερωδιός), το Συγκρότημα Λαμπράκη είχε ευθέως συνεταιρισθεί από τις πρώτες μέρες της γερμανικής κατοχής με τη γερμανική ημικρατική εταιρία «Mundus», η οποία ανήκε κατά 50% στο υπουργείο Προπαγάνδας του Γκαίμπελς και κατά 50% στο υπουργείο Εξωτερικών του Ρίμπεντροπ. Τόσο απλά. Η πλευρά Λαμπράκη κατείχε το 49% της ελληνικής εταιρίας που ιδρύθηκε και η Mundus το 51%. Ο αείμνηστος Δημήτριος Λαμπράκης διά των εντολοδόχων του, των Γ. Συριώτη, Α. Ζαφειρόπουλου και Ι. Τζαρτίλη (διευθυντικών στελεχών του Συγκροτήματος πριν, κατά και μετά την Κατοχή), είχε επιτύχει έτσι ένα σημαντικό οικονομικό όφελος, χωρίς να χάσει την επιχείρησή του. Με την εκχώρηση του μεριδίου στους Γερμανούς μπόρεσε να αποκτήσει το γνωστό ακίνητο της οδού Αναγνωστοπούλου.
Οι Γερμανοί που έστειλε ο Γκαίμπελς στην Ελλάδα μόλις η χώρα μας κατακτήθηκε είχαν και άλλες επιτυχείς δράσεις. Συνεταιρίσθηκαν με τον Ελευθερουδάκη και τον Κάουφμαν για να ελέγξουν τη διανομή βιβλίων, ενώ ο συνεταιρισμός τους με τον Λαμπράκη εξασφάλιζε την εκτύπωση ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων εφημερίδων και εντύπων. Ακόμη, συνεταιρίσθηκαν προνομιακά με τον Όθωνα Πικραμμένο και τη χήρα Τσιβόγλου (την πεθερά της Μαρίας Ρεζάν) για να ελέγχουν πλήρως τη διανομή των εφημερίδων και περιοδικών, ελληνικών και ξένων. Δημιουργήθηκε έτσι ένα νέο πρακτορείο εφημερίδων και η οικογένεια Πικραμμένου από την εκχώρηση μεριδίου μπόρεσε να αγοράσει το ακίνητο της οδού Ακαδημίας. Τα ονόματα αυτά δεν είναι φανταστικά, είναι αληθινά. Ούτε και τόσο απόμακρα από τη σημερινή πραγματικότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι το Συγκρότημα Λαμπράκη εξακολουθεί να δεσπόζει, ο δε υιός Πικραμμένος είναι εκείνος που διεξήγαγε τις τελευταίες εθνικές εκλογές.
Κάπως έτσι το 1941 είχε ήσυχο το κεφάλι του ο Γκαίμπελς στο Βερολίνο για ό,τι είχε να κάνει με την προπαγάνδα του στη μακρινή κατεχόμενη Ελλάδα. Χωρίς την παραμικρή δυσκολία τα είχαν ρυθμίσει καλά οι άνθρωποί του, ενώ για τα θέματα του χαρτιού υπήρχε ο έμπιστος των Γερμανών από την προπολεμική περίοδο Γιάννης Πετσόπουλος, ο οποίος παράλληλα δεν έπαυε να έχει την ιδιότητα του …μέλους του ΚΚΕ!

Αλλά ας έρθουμε στην πραγματική οικονομία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής η ελληνική οικονομία καταποντίσθηκε. Υπέστη μια άνευ προηγουμένου καταλήστευση εκ μέρους των κατακτητών, ώστε η επισιτιστική ανεπάρκεια να οδηγήσει στην τραγική πείνα. Ταυτόχρονα γιγαντωνόταν η μαύρη αγορά. Αν κανείς θα είχε την υπομονή να εντρυφήσει στους καταδικασμένους από τα αγορανομικά δικαστήρια της κατοχικής περιόδου, τι έπραξαν και γιατί καταδικάστηκαν, θα έφριττε για τους νεόκοπους «επιχειρηματίες» που θησαύρισαν. Και το θέμα δεν ήταν μόνον οικονομικό, αλλά είχε να κάνει με την εξαπάτηση των αγοραστών, όσων δηλαδή κατάφερναν να βρουν ρευστό για να αγοράσουν σε τιμές μαύρης αγοράς τρόφιμα. Κατά κανόνα αυτά τα τρόφιμα ήταν νοθευμένα με απίθανες αναμίξεις, εντελώς ακατάλληλα για βρώση.
Και όμως. Όλοι οι αυτοί οι ασυνείδητοι εκμεταλλευτές επιβίωσαν της Κατοχής, έχοντας δημιουργήσει τεράστιες μαυραγορίτικες περιουσίες. Παράπλευρα σ’ αυτούς τους γλοιώδεις και κυνικούς μαυραγορίτες υπήρχαν και οι εργολάβοι μηχανικοί και οι προμηθευτές των στρατιωτικών αρχών κατοχής. Αυτοί αναλάμβαναν «νόμιμα», κάθε άλλο παρά ηθικά όμως, διάφορα οχυρωματικά έργα για την προστασία των κατοχικών στρατευμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις αναθέσεις τις έπαιρναν απευθείας από τους Γερμανούς, χωρίς κανένα έστω υποτυπώδη μειοδοτικό διαγωνισμό. Τιμολογούσαν κατά βούληση και αρκούσε η μονογραφή ενός Γερμανού ή Ιταλού αξιωματικού για να προσκομίσουν και να εισπράξουν το τιμολόγιό τους από την Τράπεζα της Ελλάδος. Χωρίς καμιά άλλη διαδικασία δημοσίου λογιστικού κ.ο.κ.
Απέκτησαν τεράστιες περιουσίες όλοι αυτοί. Υπάρχει ένας κατάλογος των οικονομικών μεγαλοδοσιλόγων, που απέκτησαν τεράστιες περιουσίες. Ένας εξ αυτών, που αρχικά προμήθευε το αγκαθωτό συρματόπλεγμα, για να περιφρουρούνται οι φυλακές και τα στρατόπεδα των Γερμανών, αλλά στη συνέχεια προμήθευε και κάθε είδους οικοδομικό υλικό, ήταν η εταιρία της οικογένειας Αγγελοπούλου. Οι γνωστοί αδελφοί Αγγελόπουλοι, ένας εκ των οποίων έγινε υπουργός του ΕΑΜ, ένας άλλος δολοφονήθηκε από τη «17 Νοέμβρη» και ένας τρίτος μέγας ευεργέτης του Πατριαρχείου. Χωρίς την περιουσία αυτή, είναι αμφίβολο τι καριέρα θα είχε κάνει η υπερφίαλη Γιάννα Δασκαλάκη-Αγγελοπούλου.
Για όσους ξενίζονται από την ύπαρξη δοσιλόγων που συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ, δεν έχουν παρά να το ερευνήσουν. Και σε επίπεδο οικονομικού δοσιλογισμού, όπως ο μηχανικός Δοανίδης ή ο εκπαιδευτικός Παπαμαύρος.
Ένας άλλος τέτοιος οικονομικός μεγαλοδοσίλογος είχε εβραϊκή καταγωγή (ας μην απορεί ο αναγνώστης αν υπήρξαν και Εβραίοι δοσίλογοι – η δίωξή τους στην Ελλάδα άρχισε το 1943). Λεγόταν Λάζαρος ή Λεωνίδας Ροζενστάιν ή Ροζάκης και ο γιος του διέπρεψε στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ενώ έγινε γνωστός ως πανεπιστημιακός καθηγητής και στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη.
Η περίπτωση Ροζάκη-Ροζενστάιν έχει μια ιδιαιτερότητα, που ανάγεται στον αρχικό προβληματισμό μας περί οικογενειακής ευθύνης. Μεταπολεμικά η ελληνική πολιτεία πήρε την απόφαση, στο πλαίσιο της τιμωρίας των οικονομικών δοσιλόγων, να εξορίσει σε νησιά του Αιγαίου ορισμένους απ’ αυτούς. Και, προφανώς για να τιμωρήσει μαζί και τις οικογένειές τους που στο διάστημα της Κατοχής δεν πείνασαν όπως όλοι οι άλλοι απλοί πολίτες, τους έστειλε οικογενειακώς… (Μια συγκυριακή λεπτομέρεια: Η κυβερνητική απόφαση για το πρωτοφανές αυτό μέτρο ανακοινώθηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1946 από τον υπουργό Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της Μελίνας και αδελφό του ιδρυτή του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος!).

Βεβαίως και υπήρξαν πολλοί άλλοι συνεργάτες των κατακτητών που διέλαθαν και απέφυγαν την τιμωρία. Ίσως επειδή ήταν πιο προνοητικοί από τους πολλούς και εγκαίρως κατάλαβαν ότι η Γερμανία δεν επρόκειτο να κερδίσει τον πόλεμο. Ένας εξ αυτών, ο πολιτικός μηχανικός Μιχαήλ Αβέρωφ (αδελφός του γνωστού πολιτικού), κέρδισε τεράστια ποσά από τη συνεργασία του με τον κατακτητή στην κατασκευή οχυρωματικών έργων, αλλά είχε την πρόνοια από ένα ορισμένο χρονικό σημείο και ύστερα να συνεργασθεί με τους Συμμάχους. Άλλοι, όπως ο εφοπλιστής Βερνίκος, δεν είχε κανένα ενδοιασμό να πολιτευθεί μεταπολεμικά. Πολλές οι περιπτώσεις, που όμως δεν έχουν τόσο ιστορικό όσο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον.
Θα σταθώ όμως σε μια άλλη περίπτωση, ενός ευφυούς και δραστήριου επιχειρηματία με τοπικό ορίζοντα, στη Δυτική Μακεδονία. Λεγόταν Γεώργιος Παπακωνσταντίνου και ίσως θα παρέμενε ασήμαντος αν ο συνονόματος εγγονός του δεν συνέπιπτε με την ιδιότητα του υπουργού Οικονομικών να είναι εκείνος που έδεσε χειροπόδαρα την Ελλάδα τον Μάιο του 2010 με το απεχθές και επαχθές Μνημόνιο. Σήμερα είναι υπόλογος όχι γι’ αυτό, αλλά για τις αλλοιώσεις που επέφερε στην περίφημη «Λίστα Λαγκάρντ».
Ο παλαιός Γ. Παπακωνσταντίνου στην προπολεμική περίοδο είχε αναπτύξει δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης με ιδιόκτητο αλευρόμυλο και ελαιοτριβείο. Ήταν πληροφορημένος ότι κάποιοι Ελληνοαμερικανοί επιχειρηματίες είχαν ενδιαφερθεί για την περιοχή της Πτολεμαΐδας, όπου υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα λιγνίτη, και τα σχέδιά τους να δημιουργήσουν μεγάλα λιγνιτωρυχεία εκεί ανατράπηκαν λόγω του πολέμου. Εν τω μεταξύ με την Κατοχή έμαθε από Γερμανούς στρατιωτικούς ότι, καθώς η μόνη πηγή ενέργειας θα μπορούσε πλέον – λόγω των πολεμικών συνθηκών – να είναι ο λιγνίτης, θα ήταν έξυπνο να ασχοληθεί με τέτοια επιχείρηση. Αγόρασε τα χωράφια, στα οποία γνώριζε ότι υπήρχε λιγνίτης και η κατοχική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να του παραχωρήσει προνομιακή άδεια για την ίδρυση εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για όλη την περιοχή.
Η ηλεκτροδότηση της ευρύτερης περιοχής της Κοζάνης ήταν πλέον μια πολύ κερδοφόρα οικογενειακή επιχείρηση για τον Γ. Παπακωνσταντίνου και το τέλος της Κατοχής δεν μπορούσε να την ανατρέψει, ούτε οι μεταπελευθερωτικές κυβερνήσεις διανοήθηκαν να στερήσουν την περιοχή από ηλεκτρική ενέργεια. Αντίθετα οι δύο γιοι του, ο Μιχάλης και ο Στέλιος, συμμετείχαν στην επιχειρηματική προσπάθειά του, αυτή τη φορά σε μια νέα βάση: Να πωλήσουν τη μονάδα της Πτολεμαΐδας όσο γινόταν ακριβότερα.
Με ομολογουμένως ευφυείς κινήσεις η οικογένεια Παπακωνσταντίνου κράτησε μια σκληρή διαπραγματευτική στάση και μόνον όταν πήρε το τίμημα που θεωρούσε λογικό, το 1958, παρέδωσε τη λιγνιτοφόρο περιοχή στη ΔΕΗ. Ένας πρόσθετος όρος ήταν η πρόσληψη του Στέλιου Παπακωνσταντίνου ως στελέχους της ΔΕΗ. Διατηρήθηκε σε κρίσιμες διευθυντικές θέσεις μέχρι που εμφανίστηκε το δικτατορικό καθεστώς και τον απέλυσε.
Ο πρεσβύτερος αδελφός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, που είχε σπουδάσει νομικός στη Γερμανία και την Αγγλία και μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1954 ανέλαβε μαζί με τον Στέλιο τα ηνία της μικρής αλλά περιζήτητης επιχείρησης, προτίμησε να ασχοληθεί με την πολιτική. Στην Κατοχή είχε υπηρετήσει ως διερμηνέας των Γερμανών στην Κοζάνη, αλλά κατά την τελευταία κατοχική χρονιά συνδέθηκε με αντιστασιακούς. Παρά ταύτα τον συνόδευε το ψευδώνυμο «Μποτάκιας», λόγω της εμμονής του να φοράει γερμανικές μπότες μέσα από τα πολιτικά ρούχα του. Πιο φανατικός ένας πρώτος εξάδελφός του, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, φοιτητής της Νομικής, υπηρέτησε επίσης ως διερμηνέας και πράκτορας της Γκεστάπο στη Θεσσαλονίκη και αναμίχθηκε σε καταδόσεις Ελλήνων και Βρετανών – και όχι μόνο.
Η αρχική ενασχόληση του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου με την πολιτική είχε τοποθέτηση ακροδεξιά. Κατέβηκε ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του αινιγματικού «μακεδονάρχη» Σωτηρίου Γκοτζαμάνη, που επί Κατοχής είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών και εγκαίρως είχε διαφύγει στην Ιταλία πριν τελειώσει η Κατοχή. Εκεί, όπου είχε πολλούς δεσμούς από τα φοιτητικά του χρόνια, κρύφτηκε επί χρόνια φυγοδικώντας από την ελληνική δικαιοσύνη, που τον είχε καταδικάσει σε θάνατο. Στις αρχές της δεκαετίας 1950 επέτυχε να αμνηστευθεί και να του επιστραφεί η δημευθείσα περιουσία του (διασώζεται μεταξύ άλλων ένα σχετικό έγγραφό του προς τον τότε νεαρό υφυπουργό Οικονομικών Κωνσταντίνο Μητσοτάκη).
Ο Γκοτζαμάνης επανήλθε στην Ελλάδα και τα πράγματα είχαν αλλάξει. Επιχείρησε να πολιτευθεί στις δημοτικές εκλογές του 1954 ως υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης και συγκέντρωσε πολύ υψηλό ποσοστό, αλλά δεν εξελέγη. Ένας εκ των πολύ φανατικών υποστηρικτών του ήταν ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, που τον θεωρούσε ως τον «μεγαλύτερο ζώντα πολιτικό στην Ελλάδα». Μετά την εξαγορά του εργοστασίου της Πτολεμαΐδας και αφού είχε αποβιώσει ο Γκοτζαμάνης, μεταπήδησε πολιτικά στον κεντρώο χώρο που πλέον άρχιζε βάσιμα να διεκδικεί την εξουσία. Αργότερα θα εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτές και θα καταλάβει υπουργικά αξιώματα, ενώ μετά την πτώση της δικτατορίας θα προσχωρήσει στη Νέα Δημοκρατία.
Μη έχοντας άρρενες απογόνους θα τον διαδεχθεί πολιτικά στην Κοζάνη ο ανιψιός του, ο γνωστός μας αρχιτέκτονας του «Μνημονίου» Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος σήμερα είναι υπόδικος για τη «Λίστα Λαγκάρντ», επειδή επιχείρησε να την αλλοιώσει για να μην είναι υπόλογες οι κόρες του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου.
Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία της οικογένειας Παπακωνσταντίνου, που απέκτησε αμύθητο πλούτο από μια υπογραφή του Τσολάκογλου σε μια προνομιακή άδεια για τη δημιουργία ηλεκτρικού εργοστασίου στη μακρινή και ασήμαντη τότε Πτολεμαΐδα.

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΜΕΓΑΛΟΔΟΣΙΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Και τώρα τα πρόσωπα. Ας δούμε τους κύριους οικονομικούς μεγαλοδοσιλόγους, οι οποίοι κερδοσκόπησαν και πλούτισαν επί Κατοχής. Δεν είναι απαραιτήτως όλοι αυτοί μαυραγορίτες. Είναι όμως όλοι τους εκείνοι που δεν δίστασαν να συναλλαγούν με τις Αρχές Κατοχής, αναλαμβάνοντας προμήθειες ή κατασκευές για λογαριασμό τους. 
Παρά το γεγονός ότι δεν έχει αφαιρεθεί ούτε ένα όνομα, ο κατάλογος αυτός δεν είναι πλήρης. Τον δημοσιεύουμε λοιπόν μάλλον ενδεικτικά, ώστε να ανιχνεύσουμε κάποια γνωστά ονόματα που απέκτησαν την τεράστια περιουσία τους, ελισσόμενοι επί Κατοχής και εκμεταλλευόμενοι τις περιστάσεις. Την ώρα που άλλοι συνάδελφοί τους πεινούσαν και δυστυχούσαν, που κυριολεκτικά δεν είχαν να θρέψουν την οικογένειά τους, που δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις τους ή για λόγους αρχής δεν δέχονταν να ασκήσουν το επάγγελμά τους υπό τις συνθήκες αυτές, οι άνθρωποι αυτοί έσπευσαν με περισσή προθυμία να υπηρετήσουν τον κατακτητή ως νεροκουβαλητές.
Είναι γνωστή η περίπτωση μεγαλοβιομηχάνου επίπλων, ο οποίος επέτυχε να διαφθείρει τους συνήθως άτεγκτους σε τέτοια θέματα Γερμανούς αξιωματικούς της επιμελητείας και μοιραζόμενος μαζί τους τα δυσθεόρατα κέρδη που τόσο ακόπως αποκόμιζε, προμήθευε με έπιπλα για την καθημερινή τους διαβίωση τους Γερμανούς. Π.χ. ερχόταν με μετάθεση στην Ελλάδα ένας αξιωματικός και, με μέριμνα της επιμελητείας, επιτασσόταν το δωμάτιο ενός καλού αστικού σπιτιού και του το παραχωρούσαν για να κατοικεί. Οι «μιλημένοι» της επιμελητείας πήγαιναν πριν για να το επιθεωρήσουν και διαπίστωναν ότι χρειαζόταν καινούργιο κρεβάτι, καινούργιο σαλόνι, καινούργιο γραφείο κ.ο.κ.
Αλλά τα έπιπλα της κατάστασης δεν παραδίδονταν παρά μόνο στα χαρτιά, αφού άλλωστε τα έπιπλα της ελληνικής οικογενείας που είχε διαταχθεί να παραχωρήσει το επιταγμένο δωμάτιο ήταν σε καλή κατάσταση. Αυτό γινόταν συστηματικά και έτσι συνέρρεε στα ταμεία του Έλληνα προμηθευτή πλούτος και πάλι πλούτος. Αλλά πλούτος αθέμιτος, ούτως ή άλλως. Οι Γερμανοί «συνεταίροι» έπαιρναν τη μίζα τους και όλα κυλούσαν ομαλά, με μόνιμο χαμένο την Τράπεζα της Ελλάδος που όλο και πλήρωνε. Μέχρι που κάποια στιγμή η ειδική υπηρεσία «εσωτερικών υποθέσεων» της γερμανικής επιμελητείας εντόπισε την απάτη.
Τόσο οι Γερμανοί όσο και ο Έλληνας «συνεταίρος» τους συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ποινές ήταν εξοντωτικές, συνήθως θανατικές, ιδιαίτερα για τους Γερμανούς που ήταν αναμεμιγμένοι. Ειδικά μάλιστα τότε, την εποχή του πολέμου, η χιτλερική Γερμανία είχε εκδώσει έναν ιδιώνυμο νόμο «περί προσβολής της εθνικής τιμής» στο εξωτερικό, δηλ. στις κατεχόμενες χώρες. Όποιος Γερμανός αξιωματικός ή οπλίτης λοιπόν υπέπιπτε σε αδικήματα που διέσυραν τη χώρα του (π.χ. βιασμοί, κλοπές, διαφθορά, απρόκλητες προσωπικές επιθέσεις κλπ.) υφίστατο αυστηρότατες κυρώσεις.
Θα αναρωτηθείτε τη συνέχεια. Ο Έλληνας επιπλοβιομήχανος (πρόκειται περί του Ελ. Σαρίδη) επέζησε. Ύστερα από κάποιων μηνών αγωνία για τη ζωή του, κατάδικος ων πλέον, επέτυχε να μετατραπεί η ποινή του. Για να το κατορθώσει αυτό, πλήρωσε ένα μυθώδες ποσόν σ’ έναν άλλον Έλληνα. Σ’ έναν γερμανομαθή νεαρό τότε Έλληνα δικηγόρο, ο οποίος ως «εξ απορρήτων» του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού είχε καλλιεργήσει ισχυρές φιλίες με τους εδώ Γερμανούς διπλωμάτες και στρατηγούς. Έχοντας τις κατάλληλες συστάσεις στην τσέπη του, ταξίδεψε στο Βερολίνο και κατόρθωσε να γλυτώσει τον πελάτη του. Όχι όμως και τους Γερμανούς «συνεταίρους» του τελευταίου. Ο Έλληνας προμηθευτής θα είχε μεταπολεμικά να διηγείται τις διώξεις που υπέστη από τους Γερμανούς, χωρίς βέβαια να αναφέρει στους αγνοούντες από τους συνομιλητές του περί τίνος επρόκειτο, ενώ ο νεαρός εκείνος δικηγόρος (ο Ιωάννης Γεωργάκης, έπειτα εξ απορρήτων του μεγαλοεφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση) επέπρωτο αργότερα να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών...
Αν κάπως έτσι αντλούσαν τα αμύθητα κέρδη τους οι προμηθευτές των Αρχών Κατοχής, φαντασθείτε τι γινόταν με τους εργολάβους και τους κατασκευαστές τεχνικών έργων. Ας αναλογισθούμε την πρώτη ημέρα της Κατοχής πόσοι δρόμοι, πόσα γεφύρια, πόσα λιμάνια και πόσες εγκαταστάσεις είχαν καταστραφεί. Αλλά και στη συνέχεια πόσες ανάγκες προέκυπταν για τις Κατοχικές Αρχές να ανεγείρουν φυλάκια, διάφορες εγκαταστάσεις, στρατόπεδα, οικήματα, φυλακές, κτίρια, αποθήκες, να ιδρύουν ή να επεκτείνουν αεροδρόμια και λιμάνια, να κατασκευάζουν οχυρωματικά έργα κ.ο.κ. Έτσι άρχισε η «χρυσή εποχή» των διαπλεκομένων κατασκευαστών. Όμως πολλά γνωστά ονόματα συνεργάστηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας Έλληνας πολιτικός μηχανικός (που δεν καταδικάστηκε!) έφτασε στο σημείο να εφεύρει ένα υποκατάστατο των φορτηγίδων που οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά υλικών στα νησιά. Οαι οι Γερμανοί ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ που είχαν εξασφαλίσει μια τέτοια καινοτόμο λύση για τις μεταφορές τους, ώστε έστειλαν αντίγραφα της εφεύρεσης στο Βερολίνο και από εκεί σε άλλες παραθαλάσσιες κατεχόμενες χώρες. Εννοείται ότι ο ίδιος θησαύρισε εξωφρενικά, αφού άλλωστε και εδώ το Ελληνικό Δημόσιο πλήρωνε.
Οι πολιτικοί μηχανικοί που είχαν αναλάβει την εκτέλεση τεχνικών και οχυρωματικών έργων από τις αρχές της Κατοχής μέχρι την άνοιξη του 1944 κέρδισαν κυριολεκτικά αμύθητα ποσά.
Στη συνέχεια σχεδόν όλοι αυτοί, χωρίς να πάψουν να παίρνουν αναθέσεις και να συνεχίζουν την είσπραξη των αμύθητων κερδών τους, περνούν σε ένα άλλο στάδιο: σκέπτονται και το αύριο. Αρχίζουν να ενισχύουν οικονομικά διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, να χρηματοδοτούν αντιστασιακά έντυπα, στέλνουν κάποιο από τα παιδιά τους στα βουνά ή ακόμα και στο εξωτερικό για να «συμμετάσχουν στον κατά του εχθρού πόλεμο», ή επιτυγχάνουν να διασυνδεθούν με πράκτορες των συμμαχικών υπηρεσιών, στους οποίους παραδίδουν τα τοπογραφικά των έργων που εκτελούν και σωρεία άλλων χρήσιμων πληροφοριών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους περί οχυρώσεων, νηοπομπών, ελλιμενισμών κλπ. Πολλές φορές τα χρήσιμα στοιχεία που διοχετεύονται στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής καταλήγουν στον βομβαρδισμό των υπό εκτέλεση έργων. Αλλά αυτό δεν είναι άσχημο, διότι έτσι παίρνουν νέα ανάθεση να ξαναρχίσουν από την αρχή, οπότε αυξάνεται ο τζίρος.
Με όλη αυτή τη διαδικασία, πολλοί από τους κατασκευαστές, που παραπέμφθηκαν μεταπολεμικά να δικαστούν για δοσιλογισμό στην Ελληνική Δικαιοσύνη, έφεραν ως μάρτυρες υπεράσπισης Βρετανούς αξιωματικούς ή αξιόπιστους αντιστασιακούς, οι οποίοι φυσικά κατέθεσαν ότι οι κατηγορούμενοι συνέβαλαν στη ...συμμαχική νίκη. Ευνόητο είναι ότι σχεδόν όλοι αθωώθηκαν και οι θησαυροί-θησαυροί. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν των μετόχων μιας τεχνικής εταιρίας, γνωστών ονομάτων της αθηναϊκής κοινωνίας (ο αδελφός του ενός υπήρξε μάλιστα επί πολλά χρόνια βουλευτής και υπουργός), οι οποίοι όχι μόνο δεν καταδικάστηκαν, αλλά και ...παρασημοφορήθηκαν! Φυσικά στα μεταπολεμικά χρόνια διατήρησαν όλη τους την αίγλη και συνέχισαν οι ίδιοι, και σήμερα οι κληρονόμοι τους, να παίρνουν μεγάλα δημόσια έργα με προϋπολογισμούς που καλύπτονταν από τις αμερικανικές βοήθειες.
Κάπως έτσι έχει γραφεί η ιστορία των οικονομικών δοσιλόγων. Και αφού τελικά δεν τα κατάφεραν να γλυτώσουν τις καταδίκες και τις τιμωρίες, επανήλθαν λαύροι και στελέχωσαν τη νεώτερη μεγαλοαστική τάξη.
Μεταπολεμικά η ελληνική πολιτεία, αν και τιμώρησε τους οικονομικούς δοσιλόγους, δεν εξάντλησε την αυστηρότητά της ώστε να τους απομονώσει. Ούτε και η κοινωνία τους απολάκτισε. Αντίθετα, οι αρχές τους αντιμετώπισαν συχνά ευνοϊκά, σεβόμενες προφανώς την ογκώδη οικονομική επιφάνεια που είχαν στο σκότος και σε βάρος του λιμώττοντος λαού αποκτήσει.
Και όταν κάποτε ο οικονομικός δοσιλογισμός ξεχάστηκε, τα ίδια πρόσωπα, δηλ. πολλά απ’ αυτά, επανέκαμψαν με ζήλο στην επιχειρηματική δράση. Απαίτησαν προνόμια και τα έλαβαν. Με τα ισχυρά κεφάλαια, κεφάλαια που είχαν αποκτηθεί με κατοχικό «ιδρώτα» και υπό καθεστώς άκρατου αμοραλισμού, επένδυσαν σε μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά είδη και τα πολλαπλασίασαν. Έγιναν οι Ηρακλείς της ελληνικής οικονομίας.
Εκτός από τους αναφερόμενους οικονομικούς δοσιλόγους, υπάρχουν και άλλες παρεμφερείς κατηγορίες, όπως οι κατοχικοί μεγαλομαυραγορίτες. Διαθέτοντας και καλλιεργώντας πάσης φύσεως διασυνδέσεις με τις Αρχές Κατοχής συγκέντρωσαν στα χέρια τους ποσότητες δυσεύρετων ειδών, κυρίως τροφίμων ευρείας κατανάλωσης, που τις έσπρωχναν στην κατανάλωση με χιλιοπλάσιες τιμές. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεν μαυραγορίτες να θησαυρίζουν ανενόχλητοι και φυσικά ανεξέλεγκτοι, ο δε λαός να στερείται τα στοιχειώδη αγαθά που θα μπορούσε να προμηθευθεί, εκτός αν ήταν έτοιμος να διαθέσει ένα ολόκληρο σπίτι για να εξασφαλίσει λίγα μόλις γεύματα. Οι θάνατοι από πείνα οφείλονται σ’ αυτό το κλίμα μαυραγοριτισμού που απλώθηκε επί Κατοχής, ιδιαίτερα τον πρώτο χρόνο, τον φοβερό χειμώνα 1941-42.
Το παράδοξο όμως είναι που μεταπολεμικά αυτοί οι μεγαλομαυραγορίτες επέζησαν οικονομικά, αλλά και κοινωνικά, παρά το γεγονός ότι η κατοχική συμπεριφορά τους ήταν πάνω απ’ όλα αντικοινωνική και ανθελληνική. Και βεβαίως όσοι δεν επέζησαν βιολογικά, είχαν τους φυσικούς διαδόχους τους για να πάρουν τη σκυτάλη και να συνεχίσουν το μεσουράνημα των επιχειρήσεών τους. Και πάλι το κατοχικό παρελθόν ξεχάστηκε. Και έχουμε χαρακτηριστική περίπτωση τον γόνο ενός τέτοιου μεγαλομαυραγορίτη τροφίμων, διαθέτοντα πάντα το ισχυρότατο ταμείο που με τέτοια διαγωγή είχε σχηματίσει ο πατέρας ή ο παππούς του, να φθάσει - πενήντα χρόνια αργότερα - στη δημοσιότητα, ως αγοραστής της κληρονομητέας έπαυλης Μινέικο του Ψυχικού, την οποία αγόρασε από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι εκείνος που στη συνέχεια πάλι στη δημοσιότητα, ζητώντας να του επιστραφούν τα χρήματα που είχε διαθέσει για την αγορά, η οποία ύστερα από ένα περίπλοκο πλέγμα διαδικασιών, ακυρώθηκε. Και, να προσθέσουμε, είναι ο ίδιος που στα τελευταία χρόνια τιμήθηκε με ηγετική θέση στη διοίκηση του Κολλεγίου Αθηνών.
Όλους αυτούς τους οικονομικούς μεγαλοδοσιλόγους, που απέκτησαν τέτοιες αμύθητες περιουσίες, ο πανδαμάτωρ χρόνος - όπως ήταν αναμενόμενο - δεν τους λησμόνησε και ελάχιστοι σήμερα ίσως επιζούν. Αλλά και εκείνοι που πέθαναν και εκείνοι που τυχόν ζουν ανάμεσά μας, έχουν επιμελώς αποκρύψει το πραγματικό παρελθόν τους. Θα ήταν έλλειψη στοιχειωδών φυσικών ανακλαστικών, αν γινόταν διαφορετικά.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΔΟΣΙΛΟΓΩΝ ΣΕ ΑΘΗΝΑ-ΠΕΙΡΑΙΑ

Αβραμίδης Ιωακείμ, Αγγελόπουλος Θ. & Υιοί, Αγιουτάντης Α., Αλβανόπουλοι Κ. και Ι., Αλεξάτος Ιωάννης, Αντωνόπουλος Α., Βαρχανέα Σ., Βασιλάκος Α., Βασιλειάδης Αθανάσιος, Βέλλιος Ε., Βερνίκος Αλέξανδρος, Βερνίκος Κωνσταντίνος, Βερνίκος Νικόλαος, Βόμβα Αφοί, Βόμβας Δημήτριος, Βορεάδης Ιωάννης, Γεωργιάδης Γ., Γεωργιάδης Σ., Γιαδικιάρογλου Ρ., Γιαδικιάρογλου Φ., Γιαννουλάτος Ε., Γιατζόγλου Ε., Γκέρτσος Δημήτριος, Γκέρτσος Θεόδωρος, Γκέρτσος Κωνσταντίνος, Γκορίτσας Ε., Γκουντελιάν Α., Γκουτρούμ Κ., Δαμιανός Μ., Δευκόπουλος Κ., Δήμας Σ., Διάκος Ε., Δοανίδης Πέτρος, Δολτσέτης Ι., Έμκε ή Αθηναίος Φραγκίσκος, Ευστρατίου Δ., Ζαλώνης Μαξ, Ζαννέτος Κ., Ζανουδάκης Α., Ζανουδάκης Σ., Ζαντεμίκωφ Ζωή, Ζαχάρωφ Γεώργιος, Ζήζηλας Ι., Θεοδωρόπουλος Ε., Ιγγλέσης Γ., Ιωαννίδης Β., Ιωαννίδης Γ., Καβαντζάς Δ., Καββαδίας Κ., Καϊβάνοι Αφοί, Καλημέρης Β., Καλιάζης Κ., Καλιαμπέτσος Α. και Σ., Κάμφωνας Α., Καραγιάννης Κ., Καράσσος Σ., Καρδασιλάρη Υιοί, Κατηφόρης Παναγιώτης, Κατσίγερας Σταύρος, Κατσουρόπουλος Λεωνίδας, Κεφάλας Κωνσταντίνος, Κεχαγιάς Χ., Κηρύκοι-Αλεξάτος, Κηρύκος Γεώργιος, Κιλιτζιάν Κιρκόρ, Κόβερης Ιωάννης, Κόκκινος Κίμων, Κολοβός Γ., Κολοζώφ Α., Κοραής Σ., Κορωναίος Α., Κουμς Δημήτριος, Κουρμούλης Μ., Κουρτ Μ., Κούρτογλου Ι., Κοφτ Βενιαμίν, Κρανιώτη Αφοί, Κριεζής Ιωάννης, Κρίκος Μ., Κυπαρισσόπουλος Ε., Κυφιώτης Α., Κωστάλας Σταύρος, Λαζαράκης Ανδρέας, Λαζαράκης Κωνσταντίνος, Λαζαρίδης Παναγιώτης, Λασκαρίδης Χ., Λιοπυράκης Θ., Λυμπεράκης Μ., Μαθιουδάκης Ι., Μανιάκης Α., Μάνος Α., Μαντζάκας Σ., Ματαρατζής Ιωάννης, Μάτσας Λουκάς & Υιοί, Μαυράγγελος Μ., Μαύρος Φ., Μεγαλοοικονόμου Λεωνίδας, Μεϊμαρίδης-Πιρπίρογλου, Μήκας Δημήτριος, Μικέλης Ν., Μόσχος Πασχάλης, Μπαντζάς Ν., Μπαρμπαγιαννάκης Ιωάννης, Μπαρμπαρής Σ., Μπρούνο Λ., Μωυσόγλου Α., Ναούμ Ανδρέας, Ναχνικιάν Ζ., Νισίμ Κ., Νταής Α., Ντεκιπέλο Κατάλιτο, Ντιλέρνια Γ., Ξανθόπουλος Α., Ξανθόπουλος Ιωάννης, Ξανθόπουλος Παναγιώτης, Παβεζόπουλος Αλέξανδρος, Παπαδάκης Ε., Παπαδόπουλος Γ., Παπαδόπουλος Κ., Παπαδόπουλος Ο.Ε., Παπανικολάου Π., Παπασταύρου Χ., Παραβάντος Ι., Πασσάς Ιωάννης, Περδικάρης Εμμανουήλ, Πετρίδης Ι., Πετρίδης Κ., Πετρόπουλος Κ., Πετυχάκης Φαίδων, Πλέσσας Αντώνιος, Πλέσσας Κωνσταντίνος, Πλέσσας Σπυρίδων, Πλέσσας Σταμάτης, Πουλάκος Β., Προφέτας Άρης, Ρεμέντζης Γ., Ρόζενσταϊν-Ροζάκης Λ., Ρουρούλης Σ., Ρούσσος Δ., Σαλαπάτας Α., Σαλαπάτας Β., Σαλαπάτας Σ., Σαλούστρος Παντελής, Σαραντάκης Ο., Σαράντης Ι., Σαράντης Ρ., Σαρφάτης Ρ., Σεραφειμίδης-Γεωργακάς, Σκλαβούνος Λ., Σουπίλας Ελευθέριος, Σοφιανόπουλος Π., Σταματόπουλοι Α., Λ., Θ., Ρ. & Ο., Στασινόπουλοι Ι., Η & Μ., Στίκας Α., Στίπας Π., Συριανάκης Θ., Τερζόγλου Νικόλαος, Τολιάς Β., Φερλάτσο Ουμβέρτος, Φουρναράκης-Ιωαννίδης, Φώκερ Σ., Χάινε Ε., Χαραλάμπους Μιχαήλ, Χασαπάκος Χρ., Χατζηνάκος Γ., Χατζηπαναγιώτης Ι., Χόχνετς Φραντς.

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Αδαμίδης Κωνσταντίνος, Ακρίτας Γεώργιος, Αλεξανδρίδου Καπνοβιομηχανία, Αλούπης Μάνος, Αναστασιάδης Χρήστος, Ανδρεάδη Αδελφοί, Ανεζίνης Σταύρος, Αντωνίου Ανδρέας, Βαρδαλής Γ., Βέλλος Μιχαήλ, Βοράκης Ιωάννης, Βουλώνης Απόστολος, Βουλώνης Γεώργιος, Γαρυφάλλου Περικλής, Γεωργιάδη Αδελφοί, Γεωργιάδης Βασίλειος, Γεωργιάδης Γεώργιος, Γιαγκόπουλος Γεώργιος, Γκέκας Ευάγγελος, Γκέκας Στέφανος, Γκίμπελ Ελένη, Γκλάνοβιτς Στέφανος, Γκοτζαμάνης Χριστόφορος, Γκρος Ροβέρτος, Δανέζη Φανουρία, Δανίδης Εμμανουήλ, Δάνου-Καραβάνη Έλλη, Δερζακαριάν Βαρτάν, Δημητρακούδης Περικλής, Δημητρίου Γεώργιος, Διαμαντής Μενέλαος, Διαμαντής Νικόλαος, Διβόλης, Ζάρος Χρήστος, Ηλιάδης Δημ., Ηλιάδης Ηλίας, Ηλιάδης Ιορδάνης, Θεοδοσιάδης Αλέξανδρος, Καβουνίδης Νικόλαος, Καμπάνης Νικόλαος, Καμπούρογλου Κοσμάς, Καρατζάς Σωτήριος, Καρράς Γεώργιος, Καρύδα Αδελφοί, Καρύδας Κωνσταντίνος, Καστάνης Νικ., Κεχαγιάς Χρήστος, Κιζιρίδης Παναγιώτης, Κιουτσής Χρήστος, Κλάιμπερ Αιμίλιος, Κοσμίδης Κωνσταντίνος, Κουλάκογλου Χαράλαμπος, Κουφοδόντης Κωνσταντίνος, Κυριακόπουλος Κυρ., Κύρου Αδελφοί, Κύρου Κύρος, Κυφιώτης Ιωάννης, Λαγουρός Λεωνίδας, Λαδόπουλος Πάνος, Λαζαρίδης Τηλέμαχος, Λαζόπουλος Γεώργιος, Λισσαίος Γεώργιος, Μανθόπουλος Πέτρος, Μανιάς Ν., Μανούζας Εμμανουήλ, Μαρατσίτας Σπύρος, Μαυρομμάτης Δ., Μελάς Αθανάσιος, Μήλιος Δημ., Μητσικολάβος, Μιχαηλίδης Αθ., Μιχαηλίδης Μιχαήλ, Μπλέκας Νικόλαος, Μπόζοβιτς Αντώνιος, Μπούσιος Ι., Μύλλερ Ιωάννης, Ναθαναήλ Κωνσταντίνος, Ναούμ Νικίας, Νικολαΐδης Α., Νικολαΐδης Όμηρος, Νικολαΐδης Περικλής, Νικολαΐδης Πρόδρομος, Νικόπουλος Δημ., Ξανθόπουλος Γεράσιμος, Ξανθόπουλος Παναγιώτης, Ξενάκης-Δημητρακόπουλος, Οικονομόπουλος Αντώνιος, Οικονόμου Ιωάννης, Παιονίδης Φιλ., εργολάβος, Πανίτογλου Βασίλειος, Παπαγεωργίου Αθ., Παπαγιαννόπουλος Δημ., Παπαδόπουλος Εμμανουήλ, Παπαδόπουλος Ζαχαρίας, Παπακώστας Χαρ., Παπαναούμ Λάσκαρης, Παπανικολάου Βάιος, Παπαζιάν Κιρκόρ, Παπαστρατηγάκης Μιχαήλ, Περδικάρης Ορέστης, Περτσινίδης Θεοχάρης, Πετράκης Νικόλαος, Πετρόπουλος Π., Πολλάτος Γεώργιος, Πράσινος Δημήτριος, Ριζόπουλος Άγγελος, Σαργός Παντελής, Σβες Χρ., Σεμερτζιάν Χατζίκ, Σκενδέρης Αναστάσιος, Στάθης Θεόδωρος, Σταματόπουλος Χρήστος, Στεργιάδης Νικόλαος, Ταμπακίδης Ανδρέας, Ταντές Αντίγονος, Ταπτικλής Θεόδωρος, Τορνιβούκας Καπνοβιομηχανία, Τρύφωνος Άννα, Τσέντελης Αθανάσιος, Τσιγαρίδας Θωμάς, Τσούρκας Δημοσθένης, Φέσσας-Δήμας, Φέσσας Μιχαήλ, Φόνσερ Παύλος, Φραγκόπουλος Στέργιος, Φωτιάδης Βασίλειος, Χαλατζιάν Αρτίν, Χαμπούρης Άρης, Χαριζάνης Απ., Χατζηγεωργίου Καπνοβιομηχανία, Χατζηγεωργίου Γεώργιος, Χατζηγεωργίου Νικ., Χατζηνάκου Αδελφοί, Χατζηχρήστου Αρ., εργολάβος, Χατζόπουλος Γ., Χατζόπουλος Δημ., Χουβαρδάς Δημ., Χριστόπουλος Ταξ., Ωρολογάς Αλέξανδρος, Ωρολογάς Πέτρος.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ
Το έργο του Δημοσθένη Κούκουνα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

από τις Εκδόσεις Λιβάνη

Σε δύο τόμους μεγάλου σχήματος 559+494 σελ. (19,90 ευρώ ο καθένας)

Παρουσίαση στον Πειραιά:
Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014, ώρα 7.30 μ.μ.
Βιβλιοπωλείο ΑΙΓΗΙΣ, Βασ. Γεωργίου Α΄ 11, Πειραιάς

Κεντρική παρουσίαση στην Αθήνα:
Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014, ώρα 12.30 το μεσημέρι
Βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, Σταδίου 24, Αθήνα

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΖΑΚΗΣ

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΙΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ


Κατά κανόνα, απαρέγκλιτο για μένα, τα δημοσιεύματα και οι δημόσιες τοποθετήσεις μου στηρίζονται επί συγκεκριμένων στοιχείων. Αναγκάζομαι να κάνω αυτή τη δήλωση, διότι δέχθηκα κάποιες αμφισβητήσεις αναφορικά με την τηλεφωνική παρουσία μου στην εκπομπή του Γιώργου Τράγκα (Κανάλι ΕΨΙΛΟΝ, 31 Οκτ. 2013), κατά τη διάρκεια της οποίας προκλήθηκα να μιλήσω για τον Καθηγητή Χρήστο Ροζάκη και τον πατέρα του.
Δεν ποινικοποιώ ή ενοχοποιώ τίποτα και κανέναν. Ούτε ο ρόλος μου είναι, ούτε κανένα τέτοιο ενδιαφέρον έχω. Και σε ό,τι αφορά τον συγκεκριμένο Καθηγητή, ουδέποτε έχω μιλήσει καταφρονητικά, ανεξάρτητα ποια προσωπική στάση έχω απέναντι στις θέσεις που κατά καιρούς έχει πάρει και που τις θεωρώ ανθελληνικές. Τον Χρ. Ροζάκη τον θεωρώ ως κατ' εξοχήν εγχώριο θεωρητικό της παγκοσμιοποίησης, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο. Είναι μια πολιτική γνώμη και μόνο.
Το ότι είναι εβραϊκής καταγωγής είναι μάλλον συμπτωματικό και βεβαίως δεν διακατέχομαι από ρατσιστικές αντιλήψεις για να το θεωρώ καθοριστικό εκ προοιμίου των όποιων αντιλήψεών του. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι ο πατέρας του υπήρξε οικονομικός δοσίλογος κατά την Κατοχή, ως προμηθευτής των γερμανικών αρχών κατοχής και ως παρανόμως πλουτίσας. Ούτως ή άλλως δεν αποδέχομαι την οικογενειακή ούτε τη συλλογική ευθύνη.
Αυτή όμως είναι η δική μου αντίληψη, αν και η άποψη της Ελληνικής Δικαιοσύνης εκείνα τα χρόνια ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη, όταν μεταπολεμικά διέτασσε την εξορία των οικονομικών δοσιλόγων σε νησιά ως μέτρο σωφρονισμού και τιμωρίας, όριζε δε να εξορισθούν οικογενειακώς. Ο κ. Ροζάκης, που τότε ήταν προσχολικής ηλικίας, μπορεί να θυμηθεί αν εξορίσθηκε;
Όσο για τη γενικότερη αμφισβήτηση αν όντως είναι ή δεν είναι υιός του Λεωνίδα ή Λαζάρου Ροζάκη ή Ροζενστάιν, αναγκάζομαι να παρουσιάσω το ακόλουθο κανονιστικό διάταγμα, που υπογράφεται από τον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη και τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Πουρναρά. Δεν θα το εμφάνιζα διαφορετικά, επειδή - καίτοι δημοσιευμένο στο επισημότερο ελληνικό έντυπο - περιέχει προσωπικά δεδομένα. Το πράττω απλώς για να υποστηρίξω τη θέση μου. Και αν χρειαστεί, στην περίπτωση που ακόμη αμφισβητείται είτε η ιδιότητα του προμηθευτή των κατοχικών αρχών ως οικονομικού δοσιλόγου είτε το γεγονός της οικογενειακής εξορίας, ευχαρίστως να προσκομίσω πρόσθετα στοιχεία.


Πάνω απ' όλα προέχει ο σεβασμός της ιστορικής αλήθειας...
Δημοσθένης Κούκουνας

Υ.Γ. (19.11.2013). Κάποια ανόητα φερέφωνα με σταθερά ύποπτο ρόλο ενοχλήθηκαν απ' αυτό το κείμενό μου. Δικαίωμά τους, αναμφίβολα. Η χολή δεν λείπει, ούτε η μικρόνοια. Και επειδή θέλουν να δείχνουν πως έχουν άποψη και επιμένουν να διαστρεβλώνουν τις ξεκάθαρες τοποθετήσεις, συνιστώ να διαβάζουν τις έγγραφες πηγές και αν αξιώνονται να το καταφέρουν να είναι προσεκτικοί. Προσωπικά δεν έχω λάβει ποτέ θέση υπέρ της συλλογικής ή οικογενειακής ευθύνης, το αντίθετο δε δημοσίως έχω προβληματισθεί γιατί η πολιτεία μεταπολεμικά λειτούργησε έτσι για την τιμωρία μιας συγκεκριμένης κατηγορίας δοσιλόγων. Όσο δε για το αν ήταν ή δεν ήταν οικονομικός δοσίλογος ο Λ. Ροζενστάιν ή Ροζάκης, υπάρχουν αναφορές σε προηγούμενα δημοσιεύματά μου, ειδικά δε στο βιβλίο μου "Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια" (γ΄ έκδ., Ιούνιος 2013). Οι ανώνυμοι εμπαθείς με τον ύποπτο ρόλο διασποράς χύδην λάσπης που εμφανίζονται παντογνώστες, αλλά κατά κανόνα συλλαμβάνονται αδιάβαστοι, καλά θα κάνουν να προετοιμάζονται καλύτερα όταν αποφασίζουν να αμφισβητούν τα ντοκουμέντα... Εδώ είναι που κάλλιστα ταιριάζει να τους απευθυνθεί η λέξη "ντροπή"!

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 4-11-2013

Εικόνες από την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 4 Νοεμβρίου 2013 με ομιλητές τον καθηγητή Κώστα Χρυσόγονο και τους δημοσιογράφους-συγγραφείς Δημοσθένη Κούκουνα και Μανώλη Κανδυλάκη, με ευκαιρία την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Κούκουνα "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ" (Εκδόσεις Ερωδιός).







Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

1940: Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΞΕΝΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ


28η Οκτωβρίου 1940:
Η αλήθεια για τη μεγάλη συνωμοσία
εναντίον της Ελλάδος

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Αναρωτιέται κανείς αν ύστερα τόσα χρόνια, που έχουν μεσολαβήσει από την 28η Οκτωβρίου 1940, είμαστε σε θέση να μάθουμε - και αν είμαστε σε θέση να ακούσουμε έστω - την όλη, την πραγματική αλήθεια για το τι συνέβη τότε. Για τη μεγάλη συνωμοσία που είχε ως στόχο να πλήξει την άτυχη Ελλάδα. Για τα όσα επιβουλεύθηκαν παραδοσιακοί εχθροί ή «φίλοι» της σε βάρος της. Για τα όσα επέτυχαν τελικά να διαπράξουν ή όσα μόνον αποπειράθηκαν.
Είναι πολύ πιθανόν ότι, ακόμη και σήμερα, η διατύπωση της αλήθειας είναι ενοχλητική. Μας έχουν επιβάλει αναληθείς εκδοχές για τα σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας μας και μας έχουν εξαναγκάσει να τα βλέπουμε αποσπασματικά. Αν όμως θελήσουμε να εμβαθύνουμε σ’ αυτά, να τα συνδέσουμε, να δούμε και τις παραμέτρους που μας έχουν αποκρύψει, θα διαπιστώσουμε - το λιγότερο - ότι άλλα μαθαίνουμε στα σχολεία και άλλη είναι η πραγματικότητα.
Ο Ελληνισμός έχει δύο πλεονεκτήματα, τα οποία τελικά καθίστανται επιβλαβή για την ύπαρξή του: Το ένα είναι η παράδοσή του, η κληρονομιά του, που φτάνει κάποιες χιλιάδες χρόνια πριν - και το άλλο είναι η γεωγραφική θέση της περιοχής όπου κατοικεί και εδρεύει όλες αυτές τις χιλιάδες χρόνια. Και τα δύο, δυστυχώς, είναι κάρφος στους οφθαλμούς πολλών άλλων λαών. Οι τελευταίοι, έχοντας ένα τέτοιο βαρύ σύμπλεγμα απέναντί μας, αναζητούν κάθε λίγο και λιγάκι αφορμές για να μειώνουν τα αυθύπαρκτα για μας δύο βασικά αυτά στοιχεία. Εφευρίσκουν χιλιάδες τρόπους. Συνήθως δεν το καταφέρνουν να μας ποδηγετήσουν. Δεν μπορούν να μας εξαλείψουν. Ο Ελληνισμός είναι αείζωος και είναι ο μόνος πολιτισμός που έχει ξεπεράσει τα στενά δόγματα, διότι εκφράζεται προνομιακά από τους κατοίκους αυτού εδώ ακριβώς του γεωγραφικού χώρου.
Ο Ελληνισμός είναι λοιπόν το πρόβλημα για όσους δεν ανήκουν σ’ αυτόν. Και μηχανεύονται απίθανα σενάρια για την καθυπόταξή του.
28η Οκτωβρίου 1940. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι άλλο κεφάλαιο ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και άλλο η ελληνική εμπλοκή στον πόλεμο. Ο πρώτος γινόταν ανάμεσα σε δύο πλευρές και ήταν ολοκληρωτικός, ποιος θα νικήσει και ποιος θα ηττηθεί. Ο πόλεμος στον οποίον πήρε αναγκαστικά μέρος η Ελλάδα ήταν τοπικός και είχε επίκεντρο τη χώρα μας. Είναι γεγονός ότι γύρω της υπήρχαν πολλά και ποικίλα συμφέροντα και τελικά είναι ευτύχημα ότι εδαφικά βγήκε αλώβητη απ’ όλη αυτή την τιτανομαχία, όχι όμως και ψυχικά. Τεράστιες οι απώλειες σε ανθρώπινες ψυχές, ανυπολόγιστες οι οικονομικές καταστροφές, αλλά πρωτίστως ο νέος εθνικός διχασμός που προέκυψε. Η Ελλάδα, με την εμπλοκή της στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πήγε πολλές δεκαετίες πίσω, έχασε την εθνική της συνοχή και εξακολουθεί να βλέπει και σήμερα πληγές που προέρχονται από τα χρόνια εκείνα.
Στο επίκεντρο της μεγάλης συνωμοσίας η Ελλάδα βρέθηκε από την εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, όταν κάθε υγιής δύναμή της υποχρεώθηκε να στρατευθεί στη μία ή στην άλλη πλευρά και έτσι να αντιπαραταχθεί στα πλαίσια ενός ξενοκίνητου διχασμού. Δεν αποδίδουμε τώρα ευθύνες, αλλά θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η χώρα μας έγινε από τότε ένα αφανές προτεκτοράτο της μακρινής Αγγλίας, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση είχε. Άλλωστε, σε όλη τη μεσοπολεμική περίοδο, τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα ανταγωνίζονταν για να έχουν την εύνοια του αόρατου κέντρου εξουσίας που την είχε θέσει υπό έλεγχο. Το χρίσμα δεν το έδινε ο λαός, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά ισχυρές ομάδες πολιτικές, οικονομικές ή στρατιωτικές, οι οποίες ήταν ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένες.
Οι αποφάσεις δεν λαμβάνονταν στην Αθήνα, αλλά στο Λονδίνο. Όποιος είχε προνοήσει να τα έχει καλά με τις βρετανικές υπηρεσίες-αρχές, ήταν ευνοούμενος και συμμετείχε στο παιχνίδι της εξουσίας. Τα μεγάλα πολιτικά κόμματα δεν είχαν άλλη αποστολή από το πώς θα διυλίζουν τα στελέχη για να περάσουν στις επάνω βαθμίδες της εξουσίας, αλλά και πώς θα παρείχαν στον ανύποπτο λαό την ψευδαίσθηση ότι παίρνει μέρος στη λήψη αποφάσεων και έτσι να παραμένει μακάριος.
Η συμμετοχή στις μασονικές στοές και στα άλλα παρόμοια εφευρήματα διευκόλυνε την επαφή, ώστε κάθε ενδιαφερόμενος να αποκτά την ιδιότητα του «αρεστού» και να έχει υποψηφιότητα για δημόσιες θέσεις και αξιώματα, δηλ. για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο παιχνίδι της εξουσίας. Πάντα ανεξάρτητα από κόμματα και δημόσιες τοποθετήσεις.
Το παιχνίδι και το σύστημα. Όλα κυλούσαν ομαλά στην Ευρώπη, ανεξάρτητα από τις επιτόπιες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, ανεξάρτητα από τις ισορροπίες που ετηρούντο ικανοποιητικά, μέχρι το 1933. Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, τον Ιανουάριο του χρόνου εκείνου, διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα. Στο παιχνίδι εισέρχεται δυναμικά ένας νέος παράγοντας, εξωφρενικά απρόβλεπτος και εξωπραγματικά απειλητικός. Δεν διστάζει να αποκαλύψει τις προθέσεις του και να διατυπώσει τους στόχους του. Έτσι το σκηνικό ανατρέπεται και μέσα σε πολύ λίγους μήνες ο Χίτλερ παίρνει την ξεκάθαρη απάντησή του: ο διεθνής Εβραϊσμός κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον του! Διότι αυτή είναι η αλήθεια: ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν άρχισε τον Σεπτέμβριο 1939 παρά μόνο ως στρατιωτική σύρραξη. Στην πραγματικότητα ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είχε αρχίσει τον Μάρτιο του 1933, σύμφωνα με δημοσίευμα της αγγλικής εφημερίδας «Ντέιλυ Εξπρές» υπό τον τίτλο «Η Ιουδαία κηρύσσει τον πόλεμο στη Γερμανία».
Και αφού άρχισε να διαφαίνεται ο προσεχής παγκόσμιος πόλεμος, έπρεπε να εξασφαλισθεί η υποταγή της εξουσίας στην Ελλάδα. Οι αρμόδιες βρετανικές υπηρεσίες πήραν τις αποφάσεις τους και επέλεξαν τα πρόσωπα, που θεώρησαν ότι μπορούν να τις υπηρετήσουν πιστά στην Ελλάδα. Με τη χαρακτηριστική αγνωμοσύνη τους δεν θεώρησαν εαυτές υποχρεωμένες να επιλέξουν από τους τόσους και τόσους που είχαν εκτεθεί στο παρελθόν προασπίζοντας εξόφθαλμα τα αγγλικά συμφέροντα. Τα νέα πρόσωπα τα αλίευσαν από το άλλο στρατόπεδο του εθνικού μας διχασμού, από τη δεξιά.
Ήδη από το 1934 το κέντρο εξουσίας Λονδίνου για την Ελλάδα επέλεξε τα πρόσωπα αυτά. Ο Ιωάννης Διάκος, ο αφανής υπηρέτης του τελευταίου στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε και άρχισαν άπειρες διαβουλεύσεις για την εγκαθίδρυση μιας ακόμα βαλκανικής δικτατορίας. Αν μελετήσει κανείς με προσοχή τα δημοσιευθέντα ημερολόγια του Μεταξά από το 1934 μέχρι την αναγόρευσή του σε πρωθυπουργό το 1936, θα διαπιστώσει την ακρίβεια του γεγονότος. Επίκεντρο της υπό εκκόλαψη δικτατορίας ήταν ο Ι. Μεταξάς ήδη δύο χρόνια πριν να την πραγματοποιήσει.
Υποψήφιοι δικτάτορες υπήρξαν τότε πολλοί. Όχι μόνο στα δύο ισχυρότερα κόμματα της εποχής (το Λαϊκό και το Φιλελευθέρων), αλλά και στα άλλα μικρότερα. Η πρόθεση να κηρύξουν δικτατορία διάφοροι μεγαλόσχημοι πολιτικοί της εποχής εκείνης έχει διακριβωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας. Αλλά αυτό δεν είναι μόνον απόρροια της έλλειψης σεβασμού προς το πολίτευμα και τις προβλεπόμενες δημοκρατικές διαδικασίες ή της φιλαρχίας και του εγωισμού των συγκεκριμένων προσώπων, αλλά εντάσσεται στην επιθυμία τους να φανούν «αρεστοί» στο κέντρο εξουσίας του Λονδίνου.
Σε παράλληλο επίπεδο υπάρχουν και πρόσωπα που ανοίγουν γέφυρες προς άλλο (σαφώς υποδεέστερο) κέντρο εξουσίας, εκείνο της Ρώμης. Ο στρατηγός Νικ. Πλαστήρας είναι εν προκειμένω ο κύριος διεκδικητής του ιταλικού χρίσματος, αλλά η φασιστική Ιταλία δεν έχει την ανάλογη ισχύ - σε σχέση με την Αγγλία - για να επηρεάσει τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Ανταγωνιστής του για το ίδιο χρίσμα είναι ο στρατηγός Γεώργ. Κονδύλης, ο οποίος μάλιστα πραγματοποιεί ταξίδι στην Ιταλία για να το επιτύχει. Το πόσο αδύναμη ήταν η Ιταλία να καλύψει τους ανθρώπους της στην Ελλάδα θα φανεί περίτρανα στη συνέχεια, οπότε ο μεν Κονδύλης με την εξουσία ανά χείρας υποχρεώνεται να την παραδώσει σε αγγλόφιλους παράγοντες, οι οποίοι και τον είχαν χρησιμοποιήσει ευτελώς για να πραγματοποιήσουν την παλινόρθωση του Γεωργίου Β’.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, που λίγο αργότερα ακολουθεί, είναι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία αγγλοκίνητη. Η πολυφωνία δεν είναι πλέον χρήσιμη, ενώ με μια σειρά «συμπτωματικών» θανάτων μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο βγαίνουν από το προσκήνιο όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί (Κονδύλης, Ελ. Βενιζέλος, Τσαλδάρης, Δεμερτζής, Παπαναστασίου κ.ά.). Απερίσπαστο έτσι το αγγλόφιλο καθεστώς Μεταξά-Γεωργίου Β’ αναλαμβάνει την αποστολή του, που συνίσταται στην παγίωση ενός ισχυρού κράτους, το οποίο δεν θα μπορεί να διαβρωθεί ή να ελεγχθεί από άλλες δυνάμεις, ανταγωνιστικές προς τη Μεγ. Βρετανία. Για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης δράσης, χρησιμοποιείται ένα ευφυές τέχνασμα: η δικτατορία παίρνει όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα των άλλων φασιστικών καθεστώτων της Ευρώπης, ώστε οποιαδήποτε άλλη αντικοινοβουλευτική ή φιλοφασιστική επιρροή στην Ελλάδα να διαχέεται μέσα στα πλαίσια της 4ης Αυγούστου. Όλα σχεδόν τα πρόσωπα, που είχαν εμφανισθεί προ της 4ης Αυγούστου 1936 με παρόμοιες αντιλήψεις και δράσεις, πέρασαν στην υπηρεσία της δικτατορίας με ευκολία και χωρίς προβληματισμό.
Η Ιταλία του Μουσολίνι θεωρεί πάντοτε ως ζωτικό χώρο της την Ελλάδα. Το δόγμα «Μάρε νόστρουμ» δεν ικανοποιείται με την κατοχή των Δωδεκανήσων και την παράλληλη έλλειψη της Επτανήσου, ούτε η κατοχή της Αλβανίας είναι ασφαλής χωρίς την κατοχή της Ελλάδος. Ο ιταλικός στόχος είναι πάντοτε η επιρροή στην Ελλάδα, πλην όμως η Ιταλία δεν είναι σε θέση να εξοβελίσει πολιτικά τον βρετανικό έλεγχο στη χώρα μας. Από τη στιγμή όμως που η μουσολινική Ιταλία έχει εγκαταλείψει τη συμπόρευσή της με την άλλη αποικιοκρατική δύναμη της εποχής, τη Βρετανία, και έχει περάσει στο αντίθετο πολιτικό στρατόπεδο, συνιδρύοντας τον Άξονα, χαράσσει νέα σχέδια που αφορούν την Ελλάδα. Μετά την ολοσχερή κατάληψη της Αλβανίας, είναι σαφές ότι το επόμενο βήμα είναι προς τα νότια, προς την Ελλάδα.
Όσο τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν στην Ευρώπη, η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδος γίνεται ο στόχος των ορέξεων των παγκοσμίων και περιφερειακών κέντρων εξουσίας. Η Βρετανία την έχει, η Ιταλία την θέλει, αλλά υπάρχουν και άλλες γειτονικές δυνάμεις που ορέγονται μέρη του ελληνικού συνόλου. Όλα αυτά διαμορφώνονται παρά τα κείμενα του Βαλκανικού Συμφώνου ή άλλων συμβάσεων. Η πολυπράγμων Σερβία, φίλη και σύμμαχος κλπ., η εξίσου φίλη Βουλγαρία και η παρομοίως εμφανιζόμενη Τουρκία. Αλλά στην πραγματικότητα και οι τρεις τελευταίες απεργάζονται με ποιον τρόπο θα επωφεληθούν για χάρη των στενών συμφερόντων τους σε βάρος της Ελλάδος.
Στον περιφερειακό χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης υπάρχει ένα υποψήφιο θύμα για να πληγεί και να διαμελισθεί: η Ελλάδα, η οποία μάλιστα αγνοεί το μέγεθος του κινδύνου και αρκείται στη βρετανική προστασία. Αλλά όταν ανατρέπονται οι ισορροπίες και μεταφέρεται εδώ το πεδίο της θερμής διαμάχης, η αξία του προστάτη της μειώνεται κατά τεκμήριον, ενώ θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε ότι η Ελλάδα γίνεται ένα απλό αντικείμενο που προσφέρεται για ευρύτερες άνομες συναλλαγές. Η χώρα μας, άλλοτε ως σύνολο και άλλοτε τμήματά της, υπήρξε ερήμην της αντικείμενο συναλλαγής από τη Γερμανία προς τη Σερβία, από τη Γερμανία προς τη Βουλγαρία, από την Αγγλία προς την Τουρκία, από την Αγγλία προς τη Βουλγαρία κ.ο.κ. Η Ιταλία δεν εμφανίζεται να την προσφέρει προς άλλη τρίτη χώρα, διότι απλώς την ήθελε για ιδία της χρήση.
Ειδικότερα, αν παρακολουθήσουμε προσεκτικά τα ιστορικά γεγονότα από τον Μάρτιο του 1938 θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε σε τι πελάγη βρέθηκε η Ελλάδα και πόσο απελπιστικά μόνη πάλεψε εναντίον όλων, ιδιαίτερα όμως εναντίον των «φίλων» που αναίσχυντα καραδοκούσαν. Η «φίλη» Αγγλία υπήρξε η πιο βάναυσα αναίσχυντη, που χρησιμοποίησε την Ελλάδα όπως ήθελε και όπως της άρεσε. Την χρησιμοποίησε ως άθυρμα, αδιαφορώντας για την ίδια την υπόστασή της.
Η Αγγλία έπαιξε ρόλο κακού δαίμονα για την Ελλάδα από τον Απρίλιο 1938 μέχρι και το 1947, οπότε εκχώρησε τον «προστατευτικό» ρόλο της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Απρίλιο 1938 η Μ. Βρετανία παρέσχε τις γνωστές εγγυήσεις υπέρ της Ελλάδος, ύστερα από την κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία. Ήδη αυτό μόνο του εξοστράκιζε τον βασικό άξονα της μέχρι τότε εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος, που ήταν κηρυγμένη υπέρ της ουδετερότητας στο ενδεχόμενο μιας πολεμικής σύρραξης στην Ευρώπη. Στη συνέχεια και ιδιαίτερα από την έκρηξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τον Σεπτέμβριο 1939, η χώρα μας ήταν αναγκασμένη να ακροβατεί στην επιδίωξή της να προβάλει την ουδετερότητά της. Συνεχώς υπέκυπτε σε εκβιασμούς και των δύο πλευρών, ενώ η Αγγλία στην πραγματικότητα την ήλεγχε χωρίς προσπάθεια.
Και ενώ η Ελλάδα βρισκόταν στο στόχαστρο της Ιταλίας, η Αγγλία, που είχε σπεύσει να εγγυηθεί την ακεραιότητά της έναντι έξωθεν επιβουλής, καμιά σοβαρή πρόβλεψη δεν είχε κάνει. Ακόμη και μετά την 28η Οκτωβρίου 1940 δεν ήταν σε θέση, ηθελημένα ή αθέλητα, να την βοηθήσει και να εφαρμόσει τις πολυδιαφημισμένες εγγυήσεις που είχε παράσχει. Τα ελληνικά αιτήματα για αεροσκάφη, αντιαεροπορικό πυροβολικό, μέσα και υλικά ανεφοδιασμού έμειναν ανικανοποίητα. Και μόνον όταν οι εγκέφαλοι του Λονδίνου θέλησαν, για λόγους προπαγανδιστικούς κυρίως, να προκαλέσουν τη γερμανική συμμετοχή στον πόλεμο της Ελλάδος, απέστειλαν κάποιες δυνάμεις τους, που όμως ήταν εξόφθαλμα ανεπαρκείς.
Οι αλλεπάλληλες και αφόρητες βρετανικές πιέσεις προς τον Μεταξά για την άφιξη δυνάμεών τους στη Μακεδονία, ώστε να εστιασθεί εκεί το γερμανικό ενδιαφέρον, κατέληξαν στο να δεχθεί η Ελλάδα την εξέλιξη αυτή, μια εξέλιξη που προοιώνιζε αυτομάτως την απώλεια του πολέμου για την ίδια, που μέχρι τότε νικηφόρα τον είχε διεξαγάγει στα αλβανικά βουνά. Τη μία ημέρα ο Μεταξάς δέχθηκε, την επομένη αναίρεσε. Και τη μεθεπομένη αρρώστησε μυστηριωδώς, ώστε μέσα σε δέκα μέρες να έχει χάσει τη ζωή του. Ποιος μπορεί να τον είχε δηλητηριάσει, ώστε την επαύριο του θανάτου του να αποφασισθεί από τη νέα ελληνική ηγεσία η αποδοχή των βρετανικών πιέσεων;
Και ενώ ο ελληνικός λαός κάθε μέρα γνωρίζει τη νίκη, η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει για την τύχη του. Τουλάχιστον σε επτά διαφορετικές πρωτεύουσες ταυτόχρονα κάποιοι επεξεργάζονται νυχθημερόν σχέδια για τη μελλοντική τύχη της Ελλάδος: Ρώμη, Βερολίνο, Λονδίνο, Βελιγράδι, Σόφια, Βουκουρέστι και Άγκυρα! Μπορεί να φαντασθεί κανείς την Αθήνα της εποχής εκείνης, όταν άπειροι πράκτορες από τουλάχιστον επτά διαφορετικές εθνικές προελεύσεις κατασκοπεύουν όχι μόνο το ελληνικό κράτος, αλλά και αναμεταξύ τους... Η Ελλάδα στο στόχαστρο επτά διαφορετικών κρατών. Όλοι κάτι εποφθαλμιούν να πάρουν από την άτυχη και ανύποπτη Ελλάδα, της οποίας οι στρατιώτες στο Μέτωπο την προασπίζουν αγνά και θαρραλέα, χωρίς μέσα και χωρίς εφόδια, ανυπεράσπιστοι ακόμα και απέναντι στις τραγικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες...
Την ώρα εκείνη η ελληνική κοινή γνώμη μένει με την εντύπωση ότι διεξάγει πόλεμο μόνο με την κοκορόφτερη Ιταλία και ότι όλα θα πάνε καλά. Υποπτεύεται ως επικείμενη μια σύγκρουση και με τη γεωγραφικά μακρινή Γερμανία, όμως σε χρόνο μακρινό. Ωστόσο, τα γερμανικά στρατεύματα έχουν ξεκινήσει και μέσω Δούναβη φτάνουν δίπλα μας, στη Βουλγαρία.
Την ίδια εποχή, η μυστική διπλωματία οργιάζει. Η «φίλη» Γιουγκοσλαβία, της οποίας ο ανώτατος άρχων έχει Ελληνίδα γυναίκα, όπως και ο πρωθυπουργός της, διαπραγματεύεται με τους Γερμανούς. Και επιτυγχάνει να της παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη και μια ανάλογη ζώνη εξόδου προς το Αιγαίο, σε αντιστάθμισμα της προσχώρησής της στον Άξονα. Οι φίλοι μας του Βελιγραδίου και το ζήτησαν και το πέτυχαν. Ο αντιβασιλιάς Παύλος και ο πρωθυπουργός Τσφέτκοβιτς, με τις Ελληνίδες συζύγους, υπογράφουν ανήμερα την 25η Μαρτίου 1941, ημέρα της εθνικής ανεξαρτησίας για την Ελλάδα, την προσχώρησή τους θριαμβευτικά.
Παρ’ όλα αυτά, η βρετανική ισχύς μέσα στο Βελιγράδι είναι ακόμη αποτελεσματική. Και μέσα σε 48 ώρες ανατρέπεται η σερβική ηγεσία και αναλαμβάνει την εξουσία άλλο σχήμα, αγγλόφιλο, το οποίο παίρνει πίσω την υπογραφή των προκατόχων της. Όχι βέβαια λόγω φιλελληνισμού, αλλά διότι η αγγλική πολιτική εκείνη την ώρα έχει μπροστά της μια σκακιέρα και ξέρει ότι η επόμενη κίνηση των Γερμανών είναι μία: η επίθεση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση Κοριζή στην Αθήνα δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, πολλές των οποίων μπορεί και να αγνοεί. Το βέβαιο είναι ότι έρχεται ένας άλλος εισβολέας, που ήδη είναι προ των θυρών. Στις 6 Απριλίου 1941 θα τις διαβεί, ενώ τις προηγούμενες ημέρες απονενοημένες βρετανικές προσπάθειες έχουν ως στόχο να ...μεταπείσουν τη Βουλγαρία. Τη Βουλγαρία, στην οποία ήδη βρίσκονται οι γερμανικές μεραρχίες.
6η Απριλίου 1941. Ένα δεύτερο ηρωικό «Όχι» αντιτάσσει η Ελλάδα και ταυτόχρονα διπλασιάζεται το πολεμικό μέτωπό της, χωρίς να είναι φυσικά σε θέση να το διατηρήσει. Πρόκειται για ένα προδιαγεγραμμένο τέλος του επικού αγώνα που διεξάγει από τις 28 Οκτωβρίου 1940. Οι Άγγλοι το γνωρίζουν ασφαλώς και μόνον οι υπεραισιόδοξοι Έλληνες μπορεί να διατηρούν ελπίδες ότι θα επαναλάβουν νικηφόρα το έπος της Πίνδου και απέναντι στους σιδερόφρακτους Γερμανούς. Πλην όμως τα γεγονότα είναι πιο ραγδαία από όσο θα φαντάζονταν οι κατά κανόνα λιγότερο αισιόδοξοι του ελληνικού στρατηγείου, όταν διαπιστώνεται ότι το σερβικό μέτωπο διασπάται πολύ εύκολα και στις 8 Απριλίου 1941 η Θεσσαλονίκη έχει καταληφθεί.
Το «προδιαγεγραμμένο τέλος» δεν πτοεί κανέναν. Οι Άγγλοι αρχίζουν έναν αγώνα για να διασώσουν τις περίφημες (αλλά τόσο ασήμαντες) ενισχύσεις που μας είχαν στείλει. Ένα εκστρατευτικό σώμα 53.000 ανδρών αρχίζει μια πορεία οπισθοχώρησης και κάθε στιγμή απαιτεί από τον Έλληνα στρατιώτη, εκείνον που μάχεται επί έξι μήνες ασταμάτητα, να κρατάει τη στρατιωτική επαφή με τους προελαύνοντες Γερμανούς. Μέχρι τώρα η Ελλάδα πολεμούσε, προασπίζοντας το έδαφός της - και αυτό το έκανε επιτυχώς. Τώρα πολεμά για να δώσει χρόνο στους Βρετανούς να προλάβουν να φύγουν χωρίς απώλειες δικές τους, μόνο με δικές μας...
Έστω και τώρα κάποιοι εδώ καταλαβαίνουν τι πράγματι συμβαίνει. Και θέλουν να αντιδράσουν, αφού απλώς διαπιστώνουν ότι τα ελληνικά συμφέροντα μπορεί να είναι διαφορετικά από τα συμφέροντα άλλων χωρών. Αυτούς, που έστω και πρόσκαιρα φωτίστηκαν, κάποιοι στην Αθήνα, βρετανικότεροι των Βρετανών, θα τους μεμφθούν και θα τους πουν προδότες. Την ίδια εκείνη στιγμή, υπό συνθήκες ανεξακρίβωτες και μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα, αποχωρεί από τον μάταιο κόσμο ο πρωθυπουργός Κοριζής (τη νεκρώσιμη ακολουθία του οποίου θα ψάλει ο «πατήρ» Δημήτριος Μπάλφουρ). Και η επίσημη Ελλάδα, έστω και αν πρόκειται για ελάχιστα πρόσωπα στην πραγματικότητα, και μάλιστα με αβέβαιη αντιπροσωπευτικότητα, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα για να «συνεχίσει τον αγώνα στην Κρήτη».
Δυστυχώς όμως και ο αγώνας αυτός είναι προδιαγεγραμμένος. Έχει ημερομηνία λήξεως: ενός μόλις μηνός. Στα τέλη Μαΐου 1941 οι Γερμανοί θα έχουν καταλάβει και την Κρήτη με εκατόμβες θυμάτων και για τις δύο πλευρές. Πολλοί ιστορικοί αναρωτιούνται αν η Κρήτη θα μπορούσε να είχε κρατηθεί από τους Συμμάχους και υπό ποιες προϋποθέσεις. Η βασικότερη προϋπόθεση όμως ήταν η μεγαλόνησος να είναι εξοπλισμένη. Και οι Άγγλοι, αν και είχαν τον χρόνο και τη δυνατότητα, δεν το είχαν κάνει.
Μοιραία λοιπόν καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα υπήρξε ένα θύμα. Της είχε επιβληθεί να διεξαγάγει έναν πόλεμο για να διατηρηθεί - όσο αυτό ήταν εφικτό χρονικά - ένα θερμό μέτωπο στη Ν.Α. Ευρώπη. Η Ελλάδα σύρθηκε στον πόλεμο όχι μόνον από την Ιταλία, αλλά και από την Αγγλία. Το γεγονός ότι εξ αιτίας των μαχών στην Ελλάδα καθυστέρησε κατά πέντε εβδομάδες η έναρξη της εκστρατείας στο Ανατολικό Μέτωπο και αυτό υπήρξε στοιχείο καθοριστικό για την τελική έκβαση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, μόνον ηθικά δικαιώνει τις θυσίες μας. Πρακτικά οι θυσίες εκείνες ποτέ δεν δικαιώθηκαν, αντίθετα μάλιστα κλιμακώθηκαν στη συνέχεια με τον εμφύλιο σπαραγμό, ενόσω ο τελευταίος υποκινήθηκε από τη βρετανική πολιτική.
Πάντως, στο διάστημα που η Ελλάδα έδινε τις ύστατες μάχες της στο μέτωπο και στη συνέχεια στην Κρήτη, η Βουλγαρία - ύστερα από ειδική συμφωνία με τη Γερμανία - κατελάμβανε τα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης και τα έθετε υπό κατοχή. Πολλοί πίστευαν ότι η κατοχή εκείνη ήταν προσωρινή (άλλωστε οι Γερμανοί σε κάθε ευκαιρία διαλαλούσαν ότι είχαν αναθέσει στους Βούλγαρους μόνον καθήκοντα τάξης και ότι η εθνική ακεραιότητα της Ελλάδος δεν είχε ανατραπεί), η ίδια όμως η βουλγαρική κυβέρνηση από την αρχή είχε σπεύσει νομοθετικά να προσαρτήσει τα εδάφη.
Ειδικά για τη Μεγάλη Βρετανία, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι καθόλου δεν επηρεάστηκε από τη βουλγαρική στάση, λες κι αυτό ήταν αυτονόητο. Συνέχισε να έχει διαπιστευμένο τον πρεσβευτή της στη Σόφια για μεγάλο ακόμα διάστημα. Οι «εγγυήσεις» του 1938 που είχε προσφέρει στην Ελλάδα φαίνεται πως δεν αφορούσαν την περίπτωση της Βουλγαρίας, παρά το γεγονός ότι η τελευταία είχε επισήμως προσαρτήσει ελληνικά εδάφη. Όσο για τους εξόριστους Έλληνες ιθύνοντες, εκείνοι είχαν την εξαιρετική τιμή να συναγελάζονται στις διπλωματικές και άλλες δεξιώσεις του Λονδίνου, μεταξύ άλλων, και με τους Βούλγαρους διπλωμάτες. Έτσι δυστυχώς διεξαγόταν ο εθνικός αγώνας στα ξένα, με τέτοιο ηθικό μεγαλείο και με τέτοια εθνική αυταπάρνηση...
Άραγε μήπως ήταν εφησυχασμένη η Αγγλία, με τη Μακεδονία και τη Θράκη να έχουν προσαρτηθεί από τη Βουλγαρία; Πάντως η Αγγλία θα ήταν εφησυχασμένη αν τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου τον Απρίλιο του 1941 είχαν περιέλθει στην Τουρκία. Αυτό το τελευταίο είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, αφού και ο Βρετανός πρεσβευτής το είχε προτείνει στην Άγκυρα, χωρίς δυστυχώς να έχει εξεγερθεί η εθνική συνείδηση των αρμοδίων επισήμων Ελλήνων! Το σκεπτικό ήταν ότι έτσι θα έμεναν στα χέρια των Τούρκων και όχι των Γερμανών. Με μόνη τη διαφορά ότι κάποτε οι Γερμανοί θα έφευγαν, ενώ οι Τούρκοι ποτέ...
Και για να ολοκληρώσουμε αυτές τις δυσωδίες, ας προσθέσουμε ότι στις παρασκηνιακές διεργασίες είχε εμφανισθεί με ιδιαίτερη άποψη και η Ρουμανία, διεκδικώντας τη ...Θεσσαλία τους πρώτους κατοχικούς μήνες. Αυτή η περιφέρεια μόνον ήταν διαθέσιμη από την ελληνική επικράτεια για χάρη της. Η ρουμανική πολιτική, ύστερα από την ενδοτική στάση του Ελ. Βενιζέλου στο Βουκουρέστι μερικές δεκαετίες νωρίτερα, είχε επανεμφανισθεί για να καλλιεργήσει την ιδέα ενός ρουμανόφιλου κράτους μέσα στην καρδιά της ηπειρωτικής Ελλάδος, του λεγόμενου «πριγκιπάτου της Πίνδου», το οποίο μπορεί μεν να μην έλαβε ποτέ κρατική υπόσταση τελικά, ωστόσο επιστρατεύθηκαν κάποιοι Κουτσόβλαχοι για να το επιχειρήσουν.
Τέλος, η αναζήτηση περίεργων ισορροπιών προς το τέλος του πολέμου στο Λονδίνο, εν προκειμένω ανάμεσα στις εξόριστες κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας, είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί σιωπηρά για πρώτη φορά την ύπαρξη Μακεδονικού Κράτους πέριξ των Σκοπίων. Με τη βρετανική συγκατάνευση και περαιτέρω με τη βρετανική πίεση προς την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, η τελευταία δεν αντέδρασε στην αναγγελία δημιουργίας ενός τέτοιου κρατιδίου, στα πλαίσια της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας. Ο Τίτο το υλοποίησε ενώ διαρκούσε ακόμη η γερμανική κατοχή, η εξόριστη σερβική κυβέρνηση του Λονδίνου υπό τον νεαρό βασιλέα Πέτρο Καραγεώργεβιτς (που μόλις είχε αποκτήσει και αυτός Ελληνίδα σύζυγο!) το υιοθέτησε, η εξόριστη κυβέρνησή μας δυστυχώς τελικά το αποδέχθηκε!
Θα αρκεσθούμε σε όλα αυτά, για να μην απομακρυνθούμε από το ιστορικό πλαίσιο του παρόντος που αναφέρεται στον πόλεμο που διεξήγαγε η Ελλάδα πρώτα απέναντι στην Ιταλία και ύστερα απέναντι στη Γερμανία, ενώ σε άλλο επίπεδο είχε να αντιπαλαίσει με τη μοχθηρή βρετανική πολιτική και όλους τους πέριξ γείτονές μας. Παράπλευρα σ’ όλους αυτούς τους παράγοντες, υπάρχει και ένας ακόμη, ασυντόνιστος μεν, αλλά αποφασιστικά διαβρωτικός: η περιώνυμη Πέμπτη Φάλαγγα. Συχνά απρόσωπη και πάντα επίκαιρη, η Πέμπτη Φάλαγγα επιτυγχάνει το ακατόρθωτο και εξουδετερώνει κάθε διάθεση για ανάταση. Μια απαραίτητη σημείωση: συνήθως τα πρόσωπα που εν προκειμένω δραστηριοποιούνται δεν έχουν πολιτική συνέπεια, ώστε κάλλιστα σε μια περίοδο να είναι με τους Άγγλους, στην άλλη με τους Γερμανούς και περαιτέρω σε μια επόμενη πάλι με τους Άγγλους κ.ο.κ. Άλλωστε, κατά τεκμήριο, η Πέμπτη Φάλαγγα είναι αποστασιοποιημένη από κάθε έννοια ηθικής, συχνά και λογικής.


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Τη Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013 στις 7.30 μ.μ. στην αίθουσα "Αλέξανδρος" (Εθνικής Αμύνης 1, Θεσσαλονίκη) παρουσιάζεται το βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ" (Εκδόσεις Ερωδιός). Κύριοι ομιλητές θα είναι ο Καθηγητής Νομικής του Α.Π.Θ. Κώστας Χρυσόγονος και ο συγγραφέας.